Από την καλύβα

Πλατάνια στις πλατείες 

Όλες οι πλατείες όλων των πολιτειών της Ελλάδος είχανε πλατάνια. Κάτω απ’ τα κλωνάρια του γέρο-πλάτανου της Κω καθόντουσαν οι νησιώτες, έπιναν καφέ και ναργιλέ, συζητούσαν. Σκιερά πλατάνια στο προαύλιο της Αγίας Σοφίας της Θεσσαλονίκης. Πλατάνια στην Δεξαμενή και στο Κολονάκι. Πλατάνια στην πλατεία της Κηφισιάς. Πλατάνια, εκεί ψηλά, στ’ Αλώνια της Πάτρας. Πλατάνια στην βενετσιάνικη πλατεία τ’ Αναπλιού. Πλατάνια στην Βαρβάρα της Δράμας, που τα έκοψαν οι καραβανάδες μόλις προ πέντε ετών. Ο πλάτανος του Λευκού Πύργου σώθηκε χάρη στην προσωπική παρέμβαση του γεωπόνου Δημ. Στυλιανίδη, που διευθύνει την υπηρεσία των δημοτικών κήπων. Αμφιβάλω αν υπάρχει ακόμα ο πλάτανος, έξω από την Καλαμάτα, όπου – καθώς λένε- κρέμασε δεκάδες ρομιούς ο Μπραϊμης (απεθαύμασα αυτό το γιγάντιο έργο το ’69). Ένας πελώριος πλάτανος σκέπαζε το ευρύχωρο σταυροδρόμι των οδών Κωνσταντίνου Παλαιολόγου – Παλαιάς Αριστοτέλους της Θεσσαλονίκης΄στη σκιά του έπαιζαν τάβλι τούρκοι και ρομιοί, ενώ οι κάργες τους κουτσουλάγανε ολημερίς. Οι τούρκοι δεν πειράζανε τα πετούμενα. Ο Μεταξάς ξεκίνησε μιαν εκστρατεία εναντίον της κάργας, προαναγγέλοντας την αντίστοιχη εκστρατεία του Μάο εναντίον των σπουργιτιών. Στον ουρανό της Θεσσαλονίκης πετάγανε χιλιάδες κάργες, δεκοχτούρες, κιρκινέζια. Τα κιρκινέζια (αλλού τα λένε ανεμογάμηδες) ζούσαν στα χατίλια των τουρκόσπιτων. Οι δεκοχτούρες προτιμούσαν τα κυπαρίσια των νεκροταφείων. Στην Ροτόντα διανυκτέρευαν σχεδόν όλες οι κάργες της Θεσσαλονίκης. Μέσα σε δεκάξι αιώνες δημιουργήθηκε στον κρυφό περιμετρικό διάδρομο, πούναι κάτω από το θόλο της Ροτόντας, ένα χοντρό στρώμα από κονιορτοποιημένες κουτσουλιές.

Αχ, τα εγγόνια των γραικύλων θα κλάψουν με μαύρο δάκρι…

(Ηλίας Πετρόπουλος, Ο τούρκικος καφές εν Ελλάδι, εκδ. ΝΕΦΕΛΗ, πρώτη έκδοση 1979)

*

ΥΓ. Ακολούθησα στην αντιγραφή την ορθογραφία του Πετρόπουλου, εκτός από τους τόνους. Η φωτογραφία είναι δική μου, Καρυές Λευκάδας 2006. Τα πράγματα έχουν χειροτερέψει αισθητά από το 1979: κόπηκε ό,τι είχε απομείνει και όλες σχεδόν οι ελληνικές πόλεις, με προεξάρχουσες Αθήνα και Θεσσαλονίκη, μεταβλήθηκαν οριστικά και αμετάκλητα σε απέραντες τσιμεντένιες χαβούζες, χάνοντας ταυτόχρονα τη μοναδική αίσθηση των αιώνων, που κρατούσαν μέσα τους. Τα εγγόνια των γραικύλων θα έκλαιγαν ήδη με μαύρο δάκρυ, αν είχαν ιδέα τι είχαν – και γιατί το έχασαν. Αλλά και οι αγέννητοι σήμερα θα κλαίνε στον καιρό τους, γιατί η αυτοκαταστροφική παράνοια των γραικύλων όχι μόνο δεν έχει κοπάσει, αλλά συνεχίζει το έργο της με μανία, αξιοποιώντας τάχα, δηλαδή καταστρέφοντας οριστικά, τον μοναδικό πλούτο της ελληνικής φύσης.

Το βλέπουμε, το αποδεχόμαστε και το ανεχόμαστε, η μια γενιά μετά την άλλη. Προφανώς δεν μας αξίζει κάτι καλύτερο.

Πηγή: Πλατάνια στις πλατείες | Η καλύβα ψηλά στο βουνό

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s