Δεκέμβρης

Οι «Ινδοί» στις μάχες του Πειραιά

Ινδοί στρατιώτες στην Ακρόπολη

Μια όχι ιδιαίτερα μελετημένη πτυχή των Δεκεμβριανών είναι η συμμετοχή των αποικιακών στρατευμάτων της 4ης Ινδικής Μεραρχίας στο πεδίο των μαχών. Η στρατολόγηση Ινδών στον βρετανικό στρατό θα βασιστεί, μετά την εξέγερση του στρατού της Βεγγάλης το 1857, στην οριενταλιστική και τυπικά βικτωριανή διάκριση των ινδικών «martial races». Στην πραγματικότητα, κριτήριο ήταν η αφοσίωσή τους στους Βρετανούς και έτσι οι Γκούρκας, οι Βαλούχις, οι Σιχ (ομώνυμα τάγματα θα πάρουν μέρος στα Δεκεμβριανά) κατατάσσονται σ’ αυτές.

Ειδικά η εμβληματική «πολεμική φυλή» των Γκούρκας από το Νεπάλ -που στρατολογούνται μετά τον πόλεμο του 1816 με τους Βρετανούς και απολαμβάνουν διεθνώς τη φήμη γενναίων και σκληροτράχηλων πολεμιστών- είναι μια κατασκευή: στο Νεπάλ δεν υπήρξε ποτέ καμία πληθυσμιακή ομάδα με αυτό το όνομα, ενώ η σχετική φιλολογία είναι προϊόν ενός βρετανικού ουσιοκρατικού λόγου για τους Γκούρκας ως αρρενωπούς «άνδρες των βουνών».

Ενας διαδεδομένος μύθος, στο πλαίσιο της αποικιοκρατικής φαντασίωσης περί αρρενωπότητας, αφορούσε το περίφημο κούκρι (το κυρτό μαχαίρι μεγάλου μεγέθους, όπλο και έμβλημά τους): εάν έβγαινε από τη θήκη, έπρεπε οπωσδήποτε να στάξει αίμα, είτε αντιπάλου, είτε του κατόχου του. Ταυτόχρονα, όμως, σκιαγραφήθηκε για τους Γκούρκας και μια εικόνα συνδυασμού μαχητή και νεαρού τζέντλεμαν. Επομένως, παρά το γεγονός ότι το Νεπάλ δεν υπήρξε αποικία, οι Γκούρκας ήταν προϊόν της συνάντησης με την αποικιοκρατία.

Στα ινδικά αποικιακά στρατεύματα θα επαφίεται όλο και περισσότερο η υπεράσπιση της βρετανικής αυτοκρατορίας, συχνά εναντίον άλλων εξεγερμένων αποικιακών πληθυσμών σε Ασία και Αφρική. Παράλληλα, σημαντική, με αριθμητικά τουλάχιστον δεδομένα, θα είναι η συμβολή τους στον Α’ και ιδίως στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η 4η Ινδική Μεραρχία που θα μεταφερθεί στην Ελλάδα, έχοντας προηγουμένως λάβει μέρος στην περίφημη μάχη του Μόντε Καζίνο, αποτελούνταν από τρεις ταξιαρχίες: την 7η και την 11η Ταξιαρχία, που θα εγκατασταθούν σε Θεσσαλονίκη και Πάτρα, αντίστοιχα, τον Νοέμβριο του 1944, και την 5η Ταξιαρχία, που θα σταλεί απευθείας από την Ιταλία στην Αθήνα για τη μάχη των Δεκεμβριανών. Κατά πάγια πρακτική, επικεφαλής τους ήταν Βρετανοί αξιωματικοί, ενώ καμία ταξιαρχία δεν περιλάμβανε αμιγώς ινδικά τάγματα. Η 5η Ινδική Ταξιαρχία αποτελούνταν από ένα βρετανικό τάγμα (1/4 Essex) και δύο ινδικά (1/9 Γκούρκας και 3/10 Βαλούχις), που θα αποβιβαστούν στον Πειραιά τη 10η Δεκεμβρίου.

Στο χρονικό εκείνο σημείο της μάχης, ο Πειραιάς ήταν σχεδόν υπό τον πλήρη έλεγχο του ΕΛΑΣ. Η αποστολή της 5ης Ταξιαρχίας συνίστατο στην εκκαθάριση της πειραϊκής χερσονήσου και την αποκατάσταση της επικοινωνίας Φαληρικού Δέλτα και λιμένα. Για την κατάληψη του στρατηγικής σημασίας λόφου της Καστέλλας αποφασίστηκε τη 15η Δεκεμβρίου νυχτερινή επίθεση από Γκούρκας, την οποία και έφεραν εις πέρας μέχρι το πρωί. Ο Ν. Κεπέσης, καπετάνιος του 6ου Συντάγματος Πειραιά του ΕΛΑΣ, θα αναγνωρίσει τη σημασία της απώλειας του καίριου σημείου.

Την 22α Δεκεμβρίου οι μονάδες της 5ης Ινδικής Ταξιαρχίας μεταφέρθηκαν με αποβατικά πλοιάρια από την Καλλίπολη στη Δραπετσώνα, με στόχο την εκκαθάριση του κεντρικού λιμένα. Ετσι, συνέβαλαν στην εκκαθάριση της περιοχής του Πειραιά, που κατέστησε δυνατή την αποβίβαση των ενισχύσεων, που συνεχώς κατέφταναν, και την προώθησή τους στην Αθήνα.

Σύμφωνα με βρετανικές πηγές, είχε εκδοθεί οδηγία οι Γκούρκας να μη χρησιμοποιούν το κούκρι «για πολιτικούς λόγους», σε μια προσπάθεια να μην προκαλέσει αντιδράσεις η χρήση ενός όπλου που δεν θεωρούνταν συμβατό με τον «μοντέρνο» πόλεμο. Ο ταξίαρχος Αλαν Μπλοκ όμως, στον οποίον υπάγονταν, τονίζει πως «ηθελημένα τους είχε βάλει να ακονίζουν τα κούκρι ώστε να τους βλέπουν όλοι». Πρόκειται για μια κίνηση τακτικής που εντάσσεται στο πλαίσιο της θεώρησης των Γκούρκας ως shock troops, των οποίων «και μόνο η άφιξη στο πεδίο της μάχης θα είχε άμεση επίπτωση στο ηθικό του αντιπάλου», όπως αρχετυπικά το είχε θέσει ο Mangin το 1910.

Παράλληλα, στη Βουλή των Κοινοτήτων ο βουλευτής των Εργατικών Aneurin Bevan επισημαίνει τη δυσφορία του ελληνικού λαού για την επιστράτευση των Γκούρκας, που «είναι πολιτικά οπισθοδρομικός λαός», για να προκαλέσει τις αντιδράσεις των Τόρις που χαρακτηρίζουν το σχόλιό του προσβλητικό.

Οι Χίτες, σύμφωνα με τον Φοίβο Τσέκερη, αναπαράγουν τον μύθο για τους Γκούρκας, ώστε να προκαλέσουν τον φόβο στους Ελασίτες: «μιλούσαν με θαυμασμό για την πολεμική αρετή των μαύρων Ζουλού, που ήταν τόσο αιμοχαρείς, ώστε αν δεν έπιαναν Ελασίτες πάνω στη μάχη, τρυπούσαν με τα μαχαίρια τα δικά τους χέρια για να τρέξει αίμα». Ο απόηχος των Γκούρκας ως «άγριων πολεμιστών που με άναρθρες κραυγές και κρατώντας μεγάλα μαχαίρια ανάμεσα στα δόντια ξεκαθαρίζουν τα πάντα» φτάνει και στο Κολωνάκι, όπου μένει η Αλεξ Ζάννου, γόνος της οικογένειας Δραγούμη.

Από την άλλη πλευρά, ο ΕΑΜικός λόγος αναφέρεται στους Ινδούς γενικώς ως «αραπάδες». Ο όρος, ευρύτατα χρησιμοποιούμενος στο ιστορικό πλαίσιο της εποχής και ειδικά στο λαϊκό λεξιλόγιο, πρέπει να αποσυνδεθεί από μια αναδρομική «πολιτικά ορθή» εννοιολόγηση πολεμικών ανακοινωθέντων και να εγγραφεί στη λογική ενός πολέμου προπαγάνδας και του λαϊκού χαρακτήρα του ΕΑΜικού λόγου.

Η «Ελεύθερη Ελλάδα» κάνει μια έμμεση αναφορά στους Γκούρκας, επικαλούμενη την Αμερικανική Επανάσταση του 1776 και την απόρριψη της «βάρβαρης πρότασης» να χρησιμοποιηθούν από τους Βρετανούς οι «ερυθρόδερμοι άγριοι Ινδοί» που με μαχαίρια βγάζουν το σκαλπ των αντιπάλων τους. Πάντως, οι ΕΑΜμικές καταγγελίες για βιαιότητες και βιασμούς από μέρους των αποικιακών δεν φαίνεται, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, να επιβεβαιώνονται.

Σε κάθε περίπτωση, η χρησιμοποίηση ανθρώπινου δυναμικού αποικιοκρατούμενων, αλλά και η ίδια η βρετανική επέμβαση, η ρητορική της (εμβληματικό το τηλεγράφημα της 5ης Δεκεμβρίου του Τσόρτσιλ προς τον Σκόμπι περί «κατεχόμενης πόλης», εμπνευσμένο από διαταγή του Μπαλφούρ στην Ιρλανδία του 1880) και οι πρακτικές της (θάνατοι αμάχων λόγω βομβαρδισμών πυκνοκατοικημένων περιοχών, συλλήψεις και εκτοπισμός πολιτών στην Αφρική) μπορούν να ενταχθούν στο πλαίσιο της αποικιοκρατικής παράδοσης της βρετανικής αυτοκρατορίας. Η έλλειψη διάκρισης αμάχων και μαχητών ήταν βέβαια χαρακτηριστικό του ολοκληρωτικού πολέμου, αλλά η γενεαλογία της ανάγεται στους αποικιακούς Small Wars του 19ου αιώνα.

Στο πλαίσιο αυτό, οι Βρετανοί Εργατικοί καταγγέλλουν την ιμπεριαλιστική επέμβαση, ενώ ο γραμματέας της βρετανικής πρεσβείας Ν. Κλάιβ παραλληλίζει τον πρεσβευτή Λίπερ με «κυβερνήτη αποικίας» και ο πρεσβευτής των ΗΠΑ Μακβέι αναφέρεται σε «μεταχείριση του ελληνικού λαού σαν ιθαγενών της βρετανικής αυτοκρατορίας».

Πολύ περισσότερο, ο ΕΑΜικός λόγος περιλαμβάνει καταγγελίες για αποικιοκρατικές μεθόδους, παραλληλισμούς με την, αποικία των αποικιών, Ινδία και συνεχείς αναφορές στον «προτέκτορα Παπανδρέου» και «στα τανκς, τα αεροπλάνα και τους αραπάδες του Σκόμπι»: οι «αραπάδες» συνιστούν μια διαρκή, ορατή υπόμνηση ότι ο ΕΛΑΣ μάχεται με τη βρετανική αυτοκρατορία.

Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να επισημανθεί η αδυναμία να ανιχνευτεί η φωνή των ίδιων των αποικιακών υποκειμένων, που έχουν μείνει στη σκιά της ευρωκεντρικής ιστοριογραφίας. Εκτός από τη συνακόλουθη εξωτικοποίησή τους, μένει αναπάντητο το θεμελιώδες ερώτημα: Τι σήμαινε γι’ αυτούς να πολεμούν για τη βρετανική αυτοκρατορία;

Το γεγονός, πάντως, είναι ότι το φθινόπωρο του 1945, ινδικές ταξιαρχίες, των Γκούρκας συμπεριλαμβανομένων, θα σταλούν στη Σαϊγκόν του Βιετνάμ και την Ιάβα της Ινδονησίας για την αποκατάσταση της κυριαρχίας Γάλλων και Ολλανδών αποικιοκρατών, αντίστοιχα, «ενεργώντας σαν να είναι σε κατεχόμενες πόλεις όπου εξελίσσονται τοπικές εξεγέρσεις»…..

*Μεταπτυχιακός φοιτητής ΠΜΣ Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο

 

Πηγή: Οι «Ινδοί» στις μάχες του Πειραιά | Η Εφημερίδα των Συντακτών

Advertisements

2 thoughts on “Οι «Ινδοί» στις μάχες του Πειραιά”

  1. 70 Χρόνια από τον Δεκέμβρη του ’44
    Τα βρετανικά αρχεία αποκαλύπτουν το κύμα βίας

    Τα βρετανικά αρχεία αποκαλύπτουν το κύμα βίας Τεθωρακισμένο τύπου Σέρμαν στους δρόμους της Αθήνας
    08.12.2014,
    Παναγιώτης Δελής*
    Ενα από τα πιο ευαίσθητα ζητήματα που σχετίζεται με τη μάχη της Αθήνας αφορά το πρωτοφανές κύμα βίας που ξέσπασε κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων. Ολες οι ερμηνείες που έχουν δοθεί και βασίζονται σε έναν ιδεολογικοπολιτικό άξονα αδυνατούν να ερμηνεύσουν το ζήτημα στο σύνολό του. Οι στρατιωτικές πτυχές που μπορεί να εντοπίσει κανείς στα βρετανικά αρχεία δύνανται να αναδείξουν και μια νέα διάσταση.

    Οι οδομαχίες στην ελληνική πρωτεύουσα συνιστούσαν μια διαφορετική πρόκληση για τις εμπλεκόμενες πλευρές και διάφορες μέθοδοι υιοθετήθηκαν προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι δυσκολίες που προέκυψαν. Αυτή η εξέλιξη, από ένα σημείο κι έπειτα, απέκτησε τη δική της δυναμική και διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στο τελικό αποτέλεσμα. Η ρήξη που επήλθε μεταξύ των Βρετανών και του ΕΛΑΣ (εν αντιθέσει με τις βαθιές εντάσεις που υπήρχαν στην ελληνική κοινωνία και επανήλθαν δριμύτερες) πρέπει να εξεταστεί ως μια διαδικασία που κλιμακώθηκε σταδιακά και ήταν προϊόν της συγκεκριμένης σύγκρουσης.

    Ηδη από τις πρώτες ημέρες του Δεκεμβρίου είχε δημιουργηθεί μια ιδιόμορφη κατάσταση, καθώς η ηγεσία του ΕΑΜ είχε αποφασίσει να μην εμπλέξει τους Βρετανούς. Στον αντίποδα εκείνοι, ενώ είχαν εξετάσει το ενδεχόμενο να χρησιμοποιήσουν δηλητηριώδη αέρια, στο τέλος το ματαίωσαν λόγω του φόβου αντιποίνων. Παρ’ όλα αυτά η κάθε πιθανότητα ομαλής επίλυσης είχε απολεσθεί καθώς ο στρατηγός Σκόμπι είχε λάβει από το War Office την κάτωθι εντολή: «Ο ξεκάθαρος στόχος είναι η ήττα του ΕΑΜ. Ο τερματισμός των εχθροπραξιών είναι θέμα δευτερεύουσας σημασίας».

    Από την πρώτη στιγμή που ξέσπασαν οι αντεκδικήσεις οι Βρετανοί ουσιαστικά είχαν αποδεχτεί την αδυναμία τους να διαχειριστούν την κατάσταση και εμμέσως πλην σαφώς είχαν εικόνα για την τύχη όσων έπεφταν στα χέρια της Χωροφυλακής και της Αστυνομίας. Ο πρεσβευτής Ρ. Λίπερ αναφέρει σε ένα σχετικό τηλεγράφημα ότι τέτοιες συμπεριφορές θα πρέπει να είναι αναμενόμενες καθότι τόσο οι κυβερνητικές δυνάμεις όσο και οι ίδιοι είχαν αντικρίσει τους συνάδελφους τους να υφίστανται σκληρή μεταχείριση.

    Ωστόσο γεγονός είναι πως η συμπεριφορά απέναντι στους Βρετανούς, κατά τα αρχικά στάδια της σύρραξης, ήταν διαφορετική. Μια πολύ ενδιαφέρουσα μαρτυρία δίνεται από τον υπολοχαγό Τόμσον, έναν πρώην αρχαιολόγο, ο οποίος συνελήφθη από τον ΕΛΑΣ. Εκτός των άλλων, αναφέρει ότι οι συνθήκες κράτησής του ήταν άριστες και διαβίβασε τα κύρια παράπονα των εξεγερμένων. Ανάμεσα σ’ αυτά ανήκε η δυσαρέσκειά τους για τη βρετανική ανάμειξη, ο μη αφοπλισμός των σωμάτων που είχαν συνεργαστεί με τον κατακτητή, η επιστροφή του βασιλιά και η αλόγιστη χρήση τεθωρακισμένων και αεροπορίας. Παρ’ όλα αυτά, θεωρούσαν ακόμη και τότε, πως όλη η κατάσταση οφειλόταν αποκλειστικά στις μηχανορραφίες του Λίπερ και του Σκόμπι, θεωρώντας πως ο Τσόρτσιλ είχε πέσει θύμα παραπλάνησης.

    Οπως ήταν φυσικό, η ανοιχτή σύγκρουση με τις δυνάμεις της Αυτοκρατορίας εκτράχυνε το κλίμα. Ενα από τα στοιχεία που διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο γι’ αυτή την εξέλιξη ήταν και ο εκτοπισμός μαχητών του ΕΛΑΣ σε στρατόπεδα κράτησης στη Μέση Ανατολή. Οσο η μάχη εντεινόταν, τόσο και η στάση προς τους Βρετανούς διαφοροποιούνταν.

    Επιπρόσθετα οι διάφορες τακτικές που υιοθετήθηκαν, όπως η ύπαρξη ελεύθερων σκοπευτών που δρούσαν στα μετόπισθεν, μαχητές που δεν έφεραν διακριτικά, τακτικές εξαπάτησης που κάποιες φορές συνιστούσαν παραβίαση των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου, συνετέλεσαν στην περαιτέρω όξυνση της έντασης. Οι Βρετανοί προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν αυτή την κατάσταση ενεργοποιώντας σκληρά αντίμετρα. Ειδικότερα αναφέρεται στην έκθεση της 23ης Τεθωρακισμένης Ταξιαρχίας:

    Σε μια τέτοιου είδους μάχη τα στρατεύματα μας θα πρέπει να είναι προετοιμασμένα για τέτοιες παραβιάσεις και δεν θα πρέπει να διστάσουν να σκοτώσουν οποιονδήποτε φέρει όπλο – άμαχο, γυναίκα ή παιδί. Ολοι οι ένοικοι ενός σπιτιού από το οποίο προέρχονται πυρά πρέπει είτε να συλλαμβάνονται είτε να εκτελούνται.

    Η ακατάσχετη αιμορραγία του ΕΛΑΣ σε άντρες (έως τα τέλη Δεκεμβρίου είχαν εκτοπιστεί 7.450 στην Ελ Ντάμπα της Αιγύπτου) αλλά και ο εκφυλισμός του αρχικού κύματος της επίθεσης οδήγησε στη λήψη μιας ασύμμετρης απάντησης. Η σύλληψη ομήρων ήταν η κίνηση που επιλέχθηκε ως αντίβαρο προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως μοχλός πίεσης απέναντι σε έναν επαρκέστερα οργανωμένο και εξοπλισμένο αντίπαλο.

    Εντούτοις η βία δεν προήλθε μόνο από το ζήτημα των ανθρώπων που βρίσκονταν υπό κράτηση. Μία από τις πάγιες καταγγελίες που διατυπώθηκαν από την ΕΑΜική πλευρά ήταν και ο αδιάκριτος βομβαρδισμός της πόλης. Ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι ότι η εν λόγω κατηγορία επί της ουσίας επιβεβαιώνεται κι από τον ίδιο τον Σκόμπι. Σε επικοινωνία που είχε με το Λονδίνο επισημαίνει σχετικά: «Τα στρατεύματα δεν είναι επαρκή για να εκκαθαρίσουν την Αθήνα και τον Πειραιά χωρίς να καταφύγουν σε βομβαρδισμό κατοικημένων περιοχών, ανεξάρτητα από φθορές και απώλειες σε αμάχους».

    Η παραπάνω παραδοχή αποκαλύπτει και μια άλλη διάσταση της μάχης της Αθήνας. Η διεξαγωγή οδομαχίας σε μια τόσο πυκνοκατοικημένη πόλη ήταν σχεδόν απίθανο να μην προκαλέσει παράπλευρες απώλειες. Παρά το γεγονός ότι η RAF είχε αποθεωθεί για τις «χειρουργικής ακρίβειας» επιχειρήσεις της, πραγματικότητα είναι ότι ένα σημαντικό τμήμα της πρωτεύουσας ισοπεδώθηκε από έναν συνδυασμό ισχύος που είχε στη διάθεσή του ένας τακτικός στρατός και τον αξιοποίησε στο έπακρο.

    Η τελευταία κίνηση που θα έφτανε το ρήγμα στο απόγειό του ήταν και η έλευση αποικιακών στρατευμάτων, η οποία φάνταζε στο μυαλό των εξεγερμένων ως η ύστατη απόδειξη ότι η Ελλάδα αντιμετωπιζόταν σαν αποικία. Οι θηριωδίες στις οποίες φαίνεται να ενεπλάκησαν αυτές οι μονάδες οδήγησαν τους άντρες του ΕΛΑΣ, όπως αντικατοπτρίζεται και στις πηγές, να επιφυλάξουν πιο σκληρή αντιμετώπιση για τους Ινδούς αιχμάλωτους.

    Η βρετανική εμπλοκή στην Ελλάδα όχι μόνο είχε καθοριστικό ρόλο ως προς το στρατιωτικό αποτέλεσμα, αλλά και διαμόρφωσε τον τελικό χαρακτήρα αυτής της σύγκρουσης. Μια αναμέτρηση που είχε ξεκινήσει ως εσωτερική υπόθεση κατέληξε να αποκτήσει τα χαρακτηριστικά ενός εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Ο εκρηκτικός συνδυασμός μιας επιχείρησης κατάπνιξης εξέγερσης (που όμοιά της ίσως θα πρέπει να ανιχνεύσουμε σε αντίστοιχες επεμβάσεις των ΗΠΑ στη Λατινική Αμερική) και ενός ήδη υπάρχοντος εμφυλιοπολεμικού κλίματος αποδείχτηκε ο καταλύτης γι’ αυτήν την αιματηρή κατάληξη.

    Οταν η απουσία ενός σταθερού πολεμικού μετώπου είναι δεδομένη, τότε οι παραδοσιακές τακτικές αποκτούν νέο νόημα. Οι αντίπαλοι πρέπει να προσαρμοστούν σε ένα ρευστό περιβάλλον ταχύτατα. Οι στρατηγικές επιλογές που ελήφθησαν κυριολεκτικά στο πεδίο της μάχης τον Δεκέμβριο του 1944 είχαν τον δικό τους αντίκτυπο, ο οποίος δεν πρέπει να ιδωθεί ανεξάρτητα από το ιδεολογικό και κοινωνικό πλαίσιο.

    * Ιστορικός, MSc στην Ιστορία των Διεθνών Σχέσεων, London School of Economics

    http://www.efsyn.gr/arthro/ta-vretanika-arheia-apokalyptoyn-kyma-vias

    Μου αρέσει!

  2. Οι ινδοι ειχαν μολις 27 απωλειες στα δεκεμβριανα ποσοστο 8,5 των συνολικων απωλειων των Βρεττανικων στρατευματων.
    Το κειμενο με τιτλο Η αγριο μαχη για τα πτωματα το εχεις ξαναβαλει

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s