ΕΛΑΣ

Η μάχη του Φαρδύκαμπου

Χρήστος Παπαδημητρίου
Φέτος συμπληρώνονται 74 χρόνια από τη θρυλική μάχη στο Φαρδύκαμπο.
Στην ιστοριογραφία της Εθνικής Αντίστασης η μάχη του Φαρδύκαμπου δεν πήρε τη θέση που της αξίζει στην ιστορία. Ο γενεσιουργός παράγοντας του αποτελέσματος της νίκης στο Φαρδύκαμπο, ήταν σημαντικό γεγονός στην ανάπτυξη του κινήματος της Εθνικής Αντίστασης στη Δυτική Μακεδονία.
Η ανατίναξη της γέφυρας στο Γοργοπόταμο έγινε με ενωμένες τις δυνάμες του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ, μαζί με τους Άγγλους “συμμάχους” κατασκόπους σαμποτέρ, ανέβασε το γόητρο των Άγγλων μετά το φιάσκο του βρετανικού εκστρατευτικού σώματος το 1941 στην Ελλάδα, στάθηκε όμως η αρχή της διάσπασης της Εθνικής Αντίστασης.

Άθελα, ή ακόμη και σκόπιμα, όσοι έγραψαν για τη μάχη αυτή, δεν είδαν τον πραγματικό γενεσιουργό παράγοντα, το προοίμιο της νίκης.
Με το πέρασμα του χρόνου η μάχη αυτή, στην ιστορία της Εθνικής Αντίστασης, θα πάρει τη θέση που της αξίζει. Καταρρέουν οι προσπάθειες εκείνων που θέλουν να μειώσουν και να υποβαθμίσουν τη σημασία της. Η μάχη αυτή στάθηκε το θεμέλιο πάνω στο οποίο χτίστηκε το απελευθερωτικό μέτωπο, το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ στην περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας.
Τη μάχη του Φαρδύκαμπου, την αποκάλεσαν «στρατιωτικό παράδοξο» και «θαύμα», άλλοι τη χαρακτήρισαν αυθόρμητο κίνημα του λαού της περιοχής. Δεν ήταν ούτε, «στρατιωτικό παράδοξο» ούτε «θαύμα», ούτε ξαφνικό, ούτε τυχαίο, ούτε αυθόρμητο γεγονός. Ήταν όμως, καρπός και θρίαμβος του γνήσιου τοπικού αντιστασιακού κινήματος της Δυτικής Μακεδονίας και γεννήθηκε στις πρώτες μέρες της κατοχής.
Από το χειμώνα του ’41-42 στην περιοχή Γρεβενών-Βοΐου, δημιουργήθηκαν εστίες οργανωμένων αγωνιστών, αυτές ανδρώθηκαν σε ένοπλες ομάδες μετά την πορεία της ομάδας “Αστραπή”, που αποτέλεσε την αρχή της ένοπλης δράσης του ΕΛΑΣ στην περιοχή.
Ομάδα ΑΣΤΡΑΠΗ
Στις 16 του Γενάρη του 1943, το ένοπλο τμήμα με τον Τασιανόπουλο Δημήτρη και τον ανθ/γό Θεοχαρόπουλο Νίκο επικεφαλής, με τη βοήθεια της οργάνωσης των χωριών Πολυνερίου και Αλατόπετρας, αφοπλίζουν την Υποδιοίκηση χωροφυλακής Πολυνερίου.
Στις 20 του Γενάρη του 1943 από το χωριό Κυδωνιές το ένοπλο τμήμα “Αστραπή” από 25 άνδρες υπό τη διοίκηση του υπ/γού Κυρατζόπουλου Δημήτρη-Φωτεινό και υποδιοικητή τον ανθ/γό Θεοχαρόπουλο Νίκο-Σκοτίδα, ξεκινάει νέα πορεία.
Από τις Κυδωνιές στις 23 του μήνα πηγαίνει στη Ροδιά. Εκεί συναντάει τον υπεύθυνο καθοδήγησης του ΕΑΜ και του ΚΚΕ Φίλο Γάμα ή Σέφτελο και μαζί καταστρώνουν το τολμηρό σχέδιο δράσης. Στους κατοίκους του χωριού μίλησαν για τις αρχές και τους σκοπούς του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Πέντε νέοι με τα όπλα τους κατατάχθηκαν στην ομάδα.
Από τη Ροδιά συνεχίζει η πορεία στα χωριά Σύνδεντρο, Αμυγδαλιές, Άγιο Γεώργιο, Κιβωτός, Κοκκινιά. Και από την Κοκκινιά το απόγευμα με κεραβνοβόλα κίνηση και έφοδο καταλαμβάνει τη γέφυρα του Αλιάκμονα και το φυλάκιο χωροφυλακής από 20 άνδρες. Τους αφοπλίζει και τους καλεί να τους ακολουθήσουν, κανείς δεν ακολούθησε.
Με γρήγορη κίνηση, πριν πληροφορηθεί ο εχθρός, αφήνουν τη γέφυρα και το ίδιο βράδυ με τη βοήθεια της οργάνωσης του ΕΑΜ Σιάτιστας και του συνδέσμου, καταλαμβάνουν το τηλεγραφείο και αφοπλίζουν την δύναμη της Υποδιοίκησης χωροφυλακής Σιάτιστας με δύναμη 30 ανδρών, ανοίγουν τη φυλακή και απελευθερώνουν 30 κρατούμενους. Η είσοδος του τμήματος στην πόλη της Σιάτιστας, σε μια πόλη με 10.000 κατοίκους στην αρχή του 1943 σε μια περίοδο που το αντάρτικο και ο ένοπλος αγώνας μόλις έκανε τα πρώτα του βήματα, άσκησε τεράστια επίδραση σε ολόκληρη την Ελλάδα.
Ύστερα από τη θερμή υποδοχή και τους πανηγυρισμούς από τους κατοίκους και τις ομιλίες των καθοδηγητών για τους σκοπούς του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, το πρωί, το τμήμα στη γραμμή με επικεφαλής το σημαιοφόρο, εγκατέλειπε τη Σιάτιστα με κατεύθυνση προς τα Βέντσια.
Για να προκληθεί εντύπωση στο λαό της πόλης, αλλά και γενικότερα, να φτάσουν οι πληροφορίες πιο πολύ εξογκωμένες στον εχθρό για τη δύναμη των ανταρτών, η διοίκηση της ομάδας, κατέφυγε στο εξής τέχνασμα: έδοσε εντολή στους συνδέσμους να ειδοποιήσουν δήθεν τους λόχους τους που κατείχαν τα γύρω υψώματα της πόλης και τις διαβάσεις, να κινηθούν και να συγκεντρωθούν σε συγκεκριμένο σημείο. Οι εντολές δίνονταν φωναχτά ώστε να ακούονται από το λαό που ήταν συγκεντρωμένος.
Αυτό το έντεχνο και έξυπνο κόλπο έπιασε και μετά την αναχώρηση από τη Σιάτιστα, οι αρχές, η χωροφυλακή, ο έπαρχος τηλεγράφησαν και ανέφεραν στη νομαρχία και στη διεύθυνση χωροφυλακής Κοζάνης, καθώς και στις αρχές κατοχής ότι “δύναμη από 300 αντάρτες οργανωμένοι σε λόχους με βαριά πολυβόλα και όλμους, με επικεφαλής αξιωματικούς κατήλαβαν την πόλη Σιάτιστα, αφόπλισαν τη χωροφυλακή, παρηλάσαν στην πόλη και κατέφυγαν στα βουνά”. Το σχέδιο έπιασε, αναστατώθηκαν αρχές κατοχής και η κυβέρνηση των Αθηνών.
Η φαντασία του λαού μεγάλωνε και από στόμα σε στόμα οι αντάρτες γίνονταν 500, 1000, 2000 με πολυβόλα και κανόνια.
Ύστερα από αυτό το έξυπνο κόλπο, η κυκλοφορία των αυτοκινήτων στους δημόσιους δρόμους από Κοζάνη-Σιάτιστα προς Γρεβενά, Νεάπολη και Καστοριά, επί δυο εικοσιτετράωρα είχε διακοπεί.
Από τη Σιάτιστα το τμήμα πέρασε στα χωριά των Βεντζίων με πρώτο σταθμό το χωριό Έξαρχος, σε συνέχεια, ακολούθησαν τα χωριά: Κνίδη, Παλιοκνίδη, Παλιοχώρι, Κέντρο, Σαρακίνα, καθώς και τα άλλα μικρότερα χωριά. Στα Βέντζια η ομάδα “Αστραπή” καταδίωξε και τους λεγεωνάριους αδελφούς Δημαρέληδες.
Από τα Βέντζια η ομάδα πέρασε στην περιοχή Χασίων και περιόδεψε στα χωριά Καρπερό, Ελάφι, Μελίσσι, Φιλί και στα άλλα χωριά.
Ακολουθεί η μάχη της 8 Φλεβάρη στο χωριό Σνίχοβο με τη συτριβή του λόχου των Ιταλών με τα γνωστά αποτελέσματα. Απώλειες Ιταλών 8 νεκροι, 27 ταυματίες και 3 πνιγμένοι στον ποταμό Βενέτικο. Δικές μας απώλειες ένας νεκρός από το χωριό Ελάφι και ένας τραυματίας από το χωριό Κυπαρίσσι.
Σε συνέχεια το τμήμα περιόδεψε στα χωριά Σιταρά, Πηγαδίτσα, Κηπουριό, Τρίκομο, Σπήλιο, Ζιάκα, Αλατόπετρα, Μέγαρο, Εκκλησιές, Άγιο Κοσμά και από κει στο χωριό Κυδωνιές από όπου είχε ξεκινήσει η μηνιάτικη πορεία και δράση της ομάδας «Αστραπή».
Αυτό το τόλμημα της μηνιάτικης περιοδίας σε όλα τα χωριά της περιοχής Γρεβενών ήταν μια ριψοκίνδυνη, παράτολμη πράξη με έξυπνο σχεδιασμό και τολμηρή επίδειξη στον εχθρό με σοβαρές συνέπειες γι’ αυτόν και ευχάρηστα αποτελέσματα για το απελευθερωτικό μας κίνημα.
Στην πορεία της, η ομάδα «Αστραπή» από μέρα σε μερα στα χωριά, με ομιλίες των αρχηγών στις συγκεντρώσεις των κατοίκων, αναφέρονταν στις αρχές και στους σκοπούς του ΕΑΜ, κάνανε αυστηρές συστάσεις σε ανθρώπους να σταματήσουν τις επαφές με τους Ιταλούς, και από τις αποθήκες συγκέντρωσης σιτηρών, κάνανε διανομή στους φτωχούς και στην αλληλεγγύη για τα συσσίτια των παιδιών.
Η περιοδία αστραπή στα χωριά, είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία των αντάρτικων τμημάτων στο Σινιάτσικο με επικεφαλής τους Κατσόγιαννο, Ρόσιο, Χαρισιάδη, Ρούνη, Βενετσανόπουλο. Το τμήμα Βεντζίων από τους Νταγκαίους, τον Αρμένη Μηνά και τον δάσκαλο Ζυγούρα Δημήτρη. Το τμήμα Χασίων με επικεφαλής τους Τασιανόπουλο, Αεροβηματά, Θεοδωρόπουλο Τάσο και Κώστα Τζατζάνη. Το συγκρότημα Γρεβενών με επικεφαλής τους Γκανάτσιο Βασίλη, Γκιάτα Νίκο, Παπαγεωργίου Δημήτρη και άλλοι. Το ορεινό συγκρότημα με επικεφαλής τον Ηρακλή Παπαδόπουλο, τον Τόλη Χρήστο και τον Σπύρο Παπαδημητρίου.
Με τη νέα πορεία στα χωριά του Βοΐου αποτέλεσαν το προοίμιο της μάχης του Φαρδύκαμπου.
Σ’αυτή τη μάχη πολέμησε ο λαός της περιοχής: Οι φαντάροι με τους έφεδρους αξιωματικούς και υπαξιωματικούς του στρατού μας που δόξασαν την πατρίδα μας στα αλβανικά βουνά και μέσα από τα σπλάχνα του βγήκαν οι μπροστάρηδες της Εθνικής Αντίστασης.
Δεν είναι ούτε «στρατιωτικό παράδοξο» και «θαύμα», γιατί από το χειμώνα του 1941-1942 στα χωριά της περιοχής Γρεβενών-Βοΐου δημιουργούνταν αντιστασιακές οργανώσεις και ένοπλες δεκαρχίες.
Η κίνηση της ομάδας στα χωριά γύρω από τα Γρεβενά, στην αρχή ακόμα της δράσης, ήταν μια τολμηρή επίδειξη στους κατακτητές με σοβαρές συνέπειες γι αυτούς και ευχάριστα αποτελέσματα για το απελευθερωτικό μας κίνημα.
Το Πρωί της 8 του Φλεβάρη ήρθαν σύνδεσμοι από το χωριό Δεσπότι (Σνίχοβο) και μας ανέφεραν ότι δύναμη Ιταλών, περίπου διλοχία, κύκλωσαν το χωριό τους, έκαψαν ορισμένα σπίτια. Δέρνουν γυναίκες, γέρους και παιδιά και τρομοκρατούν τους πάντες. Χωρίς καθυστέρηση έφτασε στο χώρο και επακολούθησε η γνωστή μάχη του Σνιχόβου με τα γνωστά θετικά αποτελέσματα της μάχης και τη πανωλεθρία των Ιταλών.
Η μάχη του Σνιχόβου είναι η πρώτη μάχη στην ιταλοκρατούμενη περιοχή, όχι μόνο της Μακεδονίας, αλλά της Ηπείρου και της Θεσσαλίας.
Θέλω να υπογραμμίσω την τόλμη και την αποφασιστηκότητα του Φωτεινού, του Σκοτίδα και του Φίλου Γάμα σε αυτό το αρχικό ξεκίνημα της Αντίστασης με την ομάδα “Αστραπή”, που ο ρόλος της έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στη δημιουργία και στην άνδρωση της Εθνικής Αντίστασης στη Δυτική Μακεδονία και όχι μόνο. Στη συνέχεια ήρθαν να απολαύσουν τους καρπούς και να σωθούν, άλλοι που ο ρόλος τους στην Εθνική Αντίσταση είναι συνδεμένος με την ανικανότητα τον αρριβισμό και τις ραδιουργίες.
Στα τέλη του Φλεβάρη του 1943, ολόκληρη η περιοχή από τα Χάσια ως τον ορεινό όγκο της βόρειας Πίνδου, μέχρι τα σύνορα της Αλβανίας, βρίσκονταν επί ποδός πολέμου με ελεύθερα τα κέντρα Σιάτιστα, Νεάπολη, Τσοτύλι και όλα τα χωριά με συγκροτημένες τις ομάδες του ΕΛΑΣ.
Στα Γρεβενά δρούσαν: το τμήμα από 30 άνδρες με τους Τασιανόπουλο Δημήτρη, Ευθυμιάδη Τηλέμαχο, Αεροβηματά και Θεοδωρόπουλο Τάσο. Το τμήμα από 35 άνδρες με τον ανθ/γό Γκανάτσιο Βασίλη-Χείμαρρο. Το τμήμα από 42 άνδρες με τους ανθ/γούς Παπαδόπουλο Ηρακλή, Τόλη Χρήστο-Προμηθέα και τον λοχία Παπαδημητρίου Σπύρο.
Αποφασίστηκε τη διοίκση των τμημάτων του ΕΛΑΣ Γρεβενών να την αναλάβει ο έφεδρος υπ/γός Κυρατζόπουλος Δημήτρης (Φωτεινός) με βοηθό τον ανθ/γό τον Θεοχαρόπουλο Νίκο (Σκοτίδα) και τη διοίκηση των ομάδων Βοϊου, ο ανθ/γός Χοτούρας Αριστοτέλης (Αρριανός).
Στο Σινιάτσικο-Σιάτιστα από 35 άνδρες με τους ανθ/γούς Κατσόγγιανο, Ρόσιο Αλέξη-Υψηλάντη. Τμήμα 18 ανδρών με τον υπο/ρχο Βενετσανόπουλο Θωμά στον Πολύλακο και τμήμα στη Βλάστη με τον ανθ/γό Μίχα-Θεοδωρίδη.
Στα Βέντζια τμήμα 25 ανδρών με τον ανθ/γό Ζυγούρα Δημήτρη-Παλαιολόγο.
Στην Καστοριά τμήμα 60 ανδρών σε ομάδες με τους ανθ/γούς Γιαννούλη Γιώργο, Κιουρτσιδάκη, Κουλούρη, Πατσιούρα και Μπασκάκη στην περιοχή Νεστορίου.
Οι Ιταλοί κατακτητές τρομοκρατημένοι από τη δράση των ανταρτών και τον ξεσηκωμό του λαού, κλείστηκαν στην Καστοριά και στα Γρεβενά και δεν τολμούσαν να επικοινωνήσουν με τον έξω κόσμο. Οι επικοινωνίες Καλαμπάκας-Γρεβενών, Καστοριάς-Κοζάνης μέσω Νεάπολης-Σιάτιστας και μέσω Άργους Ορεστικού-Νεάπολης είχαν διακοπεί και ήταν υπό τον έλεγχο και την κατοχή των ανταρτών. Μόνον η Καστοριά επικοινωνούσε με την Κορυτσά.
Οι ιταλικές φρουρές Γρεβενών και Καστοριάς έκαναν δραματικές εκκλήσεις στο Γενικό τους Επιτελείο στην Αθήνα, για να τους βοηθήσει να βγουν από την απομόνωση και τον κίνδυνο που τους απηλούσε. Το ιταλικό επιτελείο ανησυχούσε για την εξάπλωση της επανάστασης, και για τις νικηφόρες μάχες των ανταρτών στο Σνίχοβο στις 8 του Φλεβάρη και στη Μερίτσα. Διέταξε το σύνταγμα Καστοριάς να αποκαταστήσει τη συγκοινωνία με τα Γρεβενά μέσω Κοζάνης και να ενισχύσει τη φρουρά Γρεβενών σε άνδρες και πολεμικό υλικό.
Το σύνταγμα Καστοριάς έστειλε μέσω Φλωρίνης -ο δρόμος προς το Νταούλι ελέγχονταν από τους αντάρτες- δύναμη ενισχυμένου λόχου με πολεμικό υλικό που μεταφέρονταν με 10 αυτοκίνητα. Οι πολιτικές οργανώσεις της Φλώρινας και Κοζάνης πληροφόρησαν τα τμήματα του Σινιάτσικου για την κίνηση των Ιταλών από Κοζάνη προς Γρεβενά.
Τα τμήματα των ανταρτών του Σινιάτσικου ενισχυμένα με τις δεκαρχίες και με επικεφαλής τους ανθ/γούς τον Υψηλάντη, τον Κατσόγιαννο, τον Μπαρμπαλιά και τον υπομοίραρχο Βενετσανόπουλο, κατέλαβαν τα στενά του Μπουγαζιού (Βίγλα), έστησαν ενέδρα και περίμεναν τα αυτοκίνητα.
Την πρώτη Μαρτίου το πρωί, η φάλαγγα των Ιταλικών αυτοκινήτων κινήθηκε από Κοζάνη προς Γρεβενά και όταν πια όλα τα αυτοκίνητα μπήκαν στα στενά και στον κλοιό, δόθηκε το σύνθημα της επίθεσης και της εξόρμησης και σε μια ώρα ο εχθρός υπέκυψε στα εφνιδιαστηκά και καταιγιστικά πυρά των ανταρτών και παραδόθηκε, αφήνοντας 50 αιχμαλώτους, τους υπόλοιπους νεκρούς και τραυματίες, με λάφυρα εννέα αυτοκίνητα με όλον τον οπλισμό του λόχου και το πολεμικό υλικό που μεταφέρονταν για τα Γρεβενά.
Τότε το ιταλικό επιτελείο διέταξε το τάγμα Γρεβενών να κινηθεί, να καταλάβει και να κάψει τη Σιάτιστα και ταυτόχρονα τη μεραρχία Πινερόλο να κινηθεί από Θεσσαλία μέσω Ελασσόνας-Σερβίων-Κοζάνης προς την εξεγερμένη περιοχή με εντολή να καταπνίξουν το κίνημα.
Αυτή ήταν η κατάσταση πριν από τη θρυλική μάχη του Φαρδύκαμπου. Ο λαός της περιοχής μας, ορεινός, περήφανος, σκληροτράχηλος, ανυπότακτος σε κάθε κατακτητή, ξεχασμένος στην τύχη του από την πολιτική ηγεσία και τα πολιτικά κόμματα της χώρας μας, συνέχισε το αλβανικό έπος με μπροστάριδες τους κομμουνιστές και αυτούς που ξεχώρισαν στην πορεία του σκληρού αντιστασιακού αγώνα. Αυτοί λοιπόν είναι οι πρωταγωνιστές στο Φαρδύκαμπο και σ’αυτούς ανήκει η δόξα. Αυτοί γνώριζαν καλά τον κατακτητή, ήταν νικητές και σαν νικητές ενεργούσαν.
Τις απογευματινές ώρες 4 του Μάρτη το τάγμα Γρεβενών με δύναμη 650 ανδρών, τρία πυροβόλα και όλμους, αποφάσισε να εκστρατεύσει με στόχο να ελευθερώσει τον αιχμαλωτισμένο λόχο και να κάψει τη Σιάτιστα. Το βράδυ έφτασε στον Αλιάκμονα, κατέλαβε τη γέφυρα και διανυχτέρευσε στα γύρω υψώματα. Τα τμήματά μας των Γρεβενών και οι δεκαρχίες των γύρω χωριών με επικεφαλής τον ανθ/στή Παπασίμο, από την πρώτη στιγμή συνεχίζουν τις μικροσυγκρούσεις και παρενοχλούν την ελεύθερη κίνηση των Ιταλών, επιβραδύνοντας έτσι την πορεία των Ιταλών προς τη Σιάτιστα.
Τη δεύτερη μέρα, το πρωί 5 του Μάρτη ο εχθρός έκανε σοβαρές προσπάθειες να επεκτείνει το προγεφύρωμα και να κινηθεί προς τη Σιάτιστα-Μπουγάζι, αλλά συναντά σοβαρή αντίσταση από τα τμήματα της Σιάτιστας και από τα νώτα δέχεται χτυπήματα από τα τμήματα των Γρεβενών. Παρ’ όλ’ αυτά είχαν προχωρήσει αρκετά. Είχαν φτάσει στη διασταύρωση των δρόμων από Κοζάνη-Γρεβενά-Νεάπολη, στα αμπέλια και στα ριζά του βουνού της Σιάτιστας.
Αυτό που δυσκόλευε πιο πολύ την κατάσταση ήταν ότι δεν υπήρχε ενιαία διοίκηση στα αντάρτικα τμήματα. Η παλικαριά είναι πράγματι ένα από τα απαραίτητα στοιχεία, όμως αυτό μόνο δεν αρκεί. Οι επικεφαλής των αντάρτικων ομάδων της περιοχής ήταν ικανοί και επιδέξιοι, όμως έλειπε ο συντονισμός και η ενιαία διοίκηση. Αυτό απαιτούσε η δημιουργηθήσα κατάσταση. Το πρόβλημα απασχόλησε τις πολιτικές οργανώσεις του ΕΑΜ και του ΚΚΕ και ανέθεσε τη διοίκηση της μάχης και των επιχειρήσεων στον Δημήτρη Κυρατζόπουλο-Φωτεινό, γνωστό από ενωρίτερα στον πληθυσμό της επαρχίας Γρεβενών-Βοΐου ως προϊστάμενο των ταχυδρομείων Γρεβενών και Τσοτυλίου, αλλά και γνωστός στους αξιωματικούς της μεραρχίας από τις διαβιβάσεις στον ελλήνο-ιταλικό πόλεμο και στους υπαλλήλους της περιοχής.
Η Διοίκηση που είχε την έδρα της στο μοναστήρι Τσουρούσνο έδωσε σε κάθε τμήμα τη δική του αποστολή. Τα τμήματα της Σιάτιστας να επιτεθούν στις 06.00 ώρα το πρωί στις 6 Μαρτίου από την κατεύθυνση Αμπέλια-δημόσιος δρόμος, σε στενή συνεργασία με τα τμήματα Βεντζίων που δρούσαν από νότο και να επιτηρούν το δρόμο Κοζάνης-Γρεβενών. Τα τμήματα των Γρεβενών να επιτεθούν από δυτικά και να καταλάβουν τα υψώματα ανατολικά της γέφυρας και να κινηθούν προς το πεδίο της μάχης. Τα τμήματα Βοΐου με 4 διμοιρίες από 35 άνδρες η κάθε μια με διοικητή τον Σκοτίδα, να επιτεθούν από τα βόρεια και Β.Δ. υψώματα της Βρογγίστας.
Από διάφορες κατευθύνσεις καταφθάναν δεκαρχίες και δυνάμωνε ο κλοιός γύρω από το τάγμα των Ιταλών.
Ο εχθρός στις 5 Μαρτίου διενυχτέρευσε πάνω στο δρόμο Γρεβενών-Κοζάνης και οργανώθηκε στα γύρω υψωματάκια και ήταν βέβαιος για την εύκολη πορεία προς τη Σιάτιστα την επαύριο. Είχε τη εντύπωση ότι οι αντάρτες διαλύθηκαν ή υποχώρησαν, δεν πίστευαν ότι θα συνεχίσουν τις συγκρούσεις για τρίτη ημέρα και πίστευαν ότι θα τους ερχόταν βοήθεια από τις γειτονικές φρουρές.
Τις πρωινές ώρες της 6 Μαρτίου, ταυτόχρονα και την καθορισμένη περίπου ώρα, σύμφωνα με τις εντολές και τις οδηγίες του διοικητή της μάχης, τα τμήματα από όλες τις κατευθύνσεις με άλματα έφτασαν τον εχθρό στα 400 και άλλα στα 600 μέτρα και τον κύκλωσαν από ολες τις πλευρές και άρχισαν εναντίον του σφοδρά πυρά. Ο εχθρός έκανε σοβαρή προσπάθεια να βγει από τη δύσκολη θέση, χρησιμοποιώντας άφθονα τα μέσα πυρός και την αεροπορία, εκτός του πυροβολικού που είχε καταστεί άχρηστο λόγο των κοντινών αποστάσεων των μαχητών από τον εχθρό. Η μάχη εξακολουθεί να είναι σκληρή και αμφίρροπη. Ο εχθρός όλο και περισφίγγεται από παντού, η θέση του από ώρα σε ώρα γίνεται πιο δύσκολη και επικίνδυνη. Παρ’ όλ’ αυτά εξακολουθεί να βάζει εναντίον των τμημάτων μας, ελπίζοντας ότι θα έρθουν προς βοήθεια νέες δυνάμεις.
Παράλληλα όμως στη Διοίκηση που κατηύθυνε τη μάχη η παράταση και η αντίσταση των Ιταλών την έφερνε σε μεγάλες δυσκολίες και την έβαζε σε καινούργια προβλήματα για λύση. Στη δοσμένη στιγμή μια ήττα μας στο Φαρδύκαμπο μετά την ήττα του κινήματος αντίστασης το Σεπτέμρη- Οκτώβρη του 1941 στην Ανατολική Μακεδονία, θα σήμαινε την ήττα του κινήματος αντίστασης, όχι μόνο στη Μακεδονία, αλλά θα είχε επίδραση στη Θεσσαλία, την Ήπειρο και αλλού. Η μάχη του Φαρδύκαμπου ήταν η πρώτη μάχη και μια δεύτερη ήττα θα σήμαινε δεινά και καταστροφές, θα δυνάμωνε τους λεγεωνάριους, θα επέκτεινε τη βουλγαρική κατοχή σε ολόκληρη τη Μακεδονία και θα δυνάμωνε το αυτονομιστικό κίνημα. Και την περίοδο αυτή στη Μακεδονία δεν υπήρχε καμιά άλλη εθνική, πατριωτική οργανωμένη δύναμη, που θα αντισταθεί στους κατακτητές.
“Όλα αυτά τα προβλήματα, όλες αυτές οι εικόνες, -γράφει ο Φωτεινός- περνούσαν και προβάλλαν μπροστά μου σαν κινηματογραφική ταινία και με κρατούσαν σε μια κατάσταση έξαρσης και εγρήγορσης, αναζητούσα λύσεις και διεξόδους. Δεν με χωρούσε ο τόπος, σαν να καθόμουν σε αναμένα κάρβουνα”. Οι επαφές με τα τμήματα γίνονται πιο στενές. Τον κύριο και αποφασιστικό παράγοντα τώρα τον παίζουν οι μαχητές και οι αξιωματικοί που βρίσκονται και μάχονται στην πρώτη γραμμή. Η πρωτοβουλία είχε περάσει στους αξιωματικούς και τους μαχητές της κάθε μονάδας και του κάθε τμήματος, στα χέρια τους ήταν όλη η δύναμη, σε αυτούς στηρίζονταν όλη η ελπίδα. Όλοι αυτοί μαχητές και αξιωματικοί είχαν κατανοήσει καλά την αποστολή και το σκοπό τους, δεν χρειάζονταν και δε ζητούσαν άλλες οδηγίες και διαταγές.
Δεν υπολόγισαν όμως έναν σοβαρό παράγοντα, την απόφαση, δηλαδή που είχε πάρει ολόκληρος ο λαός της περιοχής να αγωνιστεί για τη λευτεριά του. Έτσι στις 6 το πρωί όλα τα τμήματα εξόρμησαν από όλες τις κατευθύνσεις. Ο εχθρός παρά τον εφοδιασμό, γρήγορα συνήλθε και έκανε προσπάθειες για να βγει από τη δύσκολη θέση. Τα αεροπλάνα που έφτασαν, δεν πτόησαν τους αντάρτες. Ο εχθρός όλο και περισφίγγεται από παντού. Θα μπορούσαμε να περιγράψουμε όλες τις φάσεις και τις δυσκολίες που δημιουργούσε η παράταση της μάχης. Ύστερα από σκέψη και ανταλλαγή γνωμών που είχα με τον Κοντονάση, σαν ο μόνος συνεργάτης καταστρώσαμε το σχέδιο: στις 18.30 ώρα, αρχίζει η γενική επίθεση για το τσάκισμα και την αιχμαλωσία του εχθρού και σε περίπτωση που η έφοδός μας αποτύχει, τότε τα τμήματά μας στις 20.30 να αρχίσει η υποχώρηση εκμεταλλευόμενα το σκότος, αφήνοντας ελαφρές ομάδες για παρακολούθηση και ενόχληση του εχθρού.
Ήταν πια σκοτάδι και κανείς δεν ήξερε τι γίνονται οι διπλανοί του, είχε χαθεί η σύνδεση. Το κάθε τμήμα δρούσε πρωτοβουλιακά και αυτοκέφαλα μ’ένα μόνο σκοπό: ν’ανατρέψει τον εχθρό και να τον καταβάλει. Οι Ιταλοί τα έχασαν, ζητούσαν έξοδο και σωτηρία. Αυτή τη στιγμή εκμεταλλεύονται επιτυχημένα τα τμήματα της Σιάτιστας και αρχίζουν να αφοπλίζουν τους Ιταλούς που παραδίνονται αμαχητί και πετούν τα όπλα τους.
Κανείς δεν μπορούσε να έχει τη στιγμή εκείνη την ακριβή εικόνα της κατάστασης. Το σκοτάδι και η σύγχυση που επικρατούσε τα σκέπαζε όλα. Η επικοινωνία της διοίκησης με τα τμήματα είχε διακοπεί. Τα πυρά γενικά απο 20:15 είχαν αραιώσει και στις 20:30 είχαν διακοπεί τελείως και επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Σε λίγο ο σύνδεσμος έφερε την πληροφορία από τα τμήματα της Σιάτιστας ότι ο εχθρός παρέδωσε τα όπλα και είναι αιχμάλωτος.
Αποτελέσματα της μάχης: 40 νεκροί και τραυματίες, 603 αιχμάλωτοι, μεταξύ των οποίων 18 αξιωματικοί με τον διοικητή τους ταγματάρχη ΠΕΡΟΝΕ ΠΑΣΚΟΝΕΛΙ.
Λάφυρα: όλος ο οπλισμός του τάγματος, 3 πυροβόλα των 6,5 με 300 βλήματα, όλμοι, πολυβόλα και τα μεταγωγικά του τάγματος. Απώλειες δικές μας: νεκροί 3 και 15 τραυματίες.
Πολλοί προσπάθησαν να παρουσιάσουν τη μάχη του Φαρδύκαμπου ως αυθόρμητη, ακαθοδήγητη, με ανοργάνωτο λαό, με μπουλούκια και ασκέρια. Ήταν μάχη τριών ημερών κατά μέτωπο με τον εχθρό και οργανωμένη από τους νικητές του αλβανικού μετώπου. Σ’αυτούς ανήκει η δόξα, αυτοί γνώριζαν καλά τον κατακτητή.
Ο Φαρδύκαμπος ήταν ο επίλογος του ενιαίου κινήματος της Εθνικής Αντίστασης στην περιοχή Γρεβενών-Βοΐου. Η διαμάχη περί το ποια παράταξη δικαιούται τη δόξα είναι μύθος. Η νομαρχιακή επιτροπή του ΕΑΜ Κοζάνης με επικεφαλής τον φλογερό πατριώτη ποιμενάρχη αείμνηστο μητροπολίτη Κοζάνης Ιωακείμ, θέλοντας να επανδρώσουν το ρωμαλέο απελευθερωτικό κίνημα με μόνιμους ανώτερους αξιωματικούς, ήρθε σε επαφή με τη φρουρά αξιωματικών Κοζάνης και υπέγραψαν πρωτόκολλο τιμής, στο οποίο οι αξιωματικοί αναλάμβαναν την υποχρέωση να προσχωρήσουν στον ΕΛΑΣ. Δυστυχώς όμως δεν κράτησαν το λόγο τους. Δυο μέρες πριν τη μάχη του Φαρδύκαμπου μερικοί αξιωματικοί προσχώρησαν στον ΕΛΑΣ, όμως δεν κράτησαν το λόγο τους. Προσπάθησαν πραξικοπηματικά να εξοντώσουν τους αρχηγούς του απελευθερωτικού κινήματος. Αποσιωπείται ο ρόλος τους στα Σέρβια, στο Μπουγάζι, στον Αυγερινό και στο Μελάνθιο αμέσως μετά τη μάχη στο Φαρδύκαμπο. Η υπόθεση με τους αξιωματικούς αποτελεί άλλο σοβαρό θέμα, που στη δοσμένη στιγμή δεν έχουμε τη δυνατότητα να το αναπτύξουμε.
Η περίοπτη προσφορά της χώρας μας στο συμμαχικό στρατόπεδο και σε ολόκληρη την ανθρωπότητα δεν έγινε θύμα της ευρωπαϊκής πραγματικότητας, αλλά θύμα του δωσιλογισμού, που κυνήγησε με λυσσαλαίο μίσος την Εθνική Αντίσταση. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός που η περιοχή μας έγινε το ολοκαύτωμα του εμφυλίου πολέμου.
Σε ότι αφορά τα δυο σημαντικά ιστορικά γεγονότα, το Γοργοπόταμο και το Φαρδύκαμπο, η διαφορά τους είναι η εξής: Το πρώτο είναι έργο επαγγελματιών στρατιωτικών. Το δεύτερο είναι έργο λαϊκής εξέγερσης. Το πρώτο προωθείται από το συμμαχικό παράγοντα και διέκοψε προσωρινά τη συγκοινωνία με το Νότο, το δεύτερο όσο κι αν θέλει η ηθικοκρατία να μειώσει την ιστορική του σημασία, απείλησε την αποκοπή του Νότου από το Βαρρά μόνιμα, κατά τη διάρκεια της κατοχής και ανάγκασε τους Γερμανούς κατακτητές να ιδρύσουν στη Θεσσαλονίκη ειδικό στρατηγείο.
Το καθολικό αντιστασιακό έργο του λαού της περιοχής επιτεύχθηκε με την ακούραστη δουλειά των αγωνιστών της περιοχής κάτω από τεράστιες δυσκολίες και αντιξοότητες. Ανακόπηκε από την ηττοπάθεια των αξιωματικών του ΥΒΕ, από τη σύμπτυξη, την ανασυγκρότηση των τμημάτων, το χτύπημα των τοπικών στελεχών και την καθιέρωση του συντηρητισμού, της αναμονής και τις ίντριγκες. Μας έφεραν τους Άγγλους στην αρχή ως συμμαχικούς συνδέσμους και σε συνέχεια ως υπεύθυνους ρυθμιστές, ανακόπτοντας έτσι την ενότητα και την ορμή της νικηφόρας επανάστασης με τα γνωστά επακόλουθα.

Πηγή: Εθνική Αντίσταση – Εμφύλιος

*

Προσθήκη:

Στις 5 Μαρτίου του 1943 στη μάχη του Φαρδύκαμπου εναντίον των Ιταλών συμμετείχαν ομάδες της ΥΒΕ/ΠΑΟ σε συνεργασία με τον ΕΛΑΣ και οπλισμένους Σιατιστινούς. Τη μάχη διεύθυνε ο συνταγματάρχης Ι. Κοντονάσιος της ΥΒΕ. Αυτή ήταν η μεγαλύτερη μάχη Ελλήνων εναντίον δυνάμεων Κατοχής. Μετρήθηκαν 95 Ιταλοί νεκροί και πιάστηκαν 546 αιχμάλωτοι. Χαρακτηριστικό της αποτελεσματικότητας των Ελλήνων στην τετραήμερη μάχη είναι πως είχαν ελάχιστες απώλειες συγκριτικά με αυτές των Ιταλών (μόνο 3 νεκροί αντάρτες και 13 νεκροί Σιατιστινοί). Μέχρι και τον Μάρτιο του 1943 η ΥΒΕ δεν είχε επαφές με τις κατοχικές δυνάμεις. Σύντομα όμως άρχισαν διαφωνίες των αξιωματικών της ΥΒΕ/ΠΑΟ με τους καπετάνιους του ΕΛΑΣ. Οι τελευταίοι επιχειρούσαν επιθέσεις εναντίον των κατακτητών, χωρίς να υπολογίζουν τα αντίποινα -μετά τα οποία περίμεναν να αυξηθούν οι άντρες που έβγαιναν στο βουνό. Παράλληλα επιδίωκαν να απορροφήσουν την ΠΑΟ. Έτσι, άρχισαν και οι επιθέσεις του ΕΛΑΣ εναντίον ομάδων της ΠΑΟ. Από τα ανώτερα στελέχη της ΠΑΟ ο Ι. Παπαπέτρου και ο Β. Αβδελάς είχαν τελικά την τύχη του συνταγματάρχη Δ. Ψαρού, που εκτελέστηκε από άνδρες του ΕΛΑΣ. Ο Συνταγματάρχης Δημάρατος που είχε προσχωρήσει στον ΕΛΑΣ έφυγε από την οργάνωση για να μη συμμετάσχει σε εμφύλιες συγκρούσεις. Ο Κρις Γουντχάους πρότεινε να προσχωρήσει η ΠΑΟ στον ΕΔΕΣ με χώρο δράσης το Βέρμιο. Ο ΕΛΑΣ αντέδρασε και ακύρωσε την επεικείμενη συμφωνία. Οι αριστεροί συκοφάντησαν την ΠΑΟ ότι συνεργαζόταν με τους Γερμανούς. Από σχετική μελέτη διαφόρων κειμένων διαπιστώνεται ότι οι αντάρτες της ΠΑΟ είχαν αδρώς κατά το 1/3 συμπλοκές με Γερμανούς ή Ιταλούς, κατά το 1/3 με Βουλγάρους και κατά το 1/ 3 με τον ΕΛΑΣ. Ο αντισυνταγματάρχης Νίκολας Χάμοντ που ήταν υπεύθυνος της ΒΣΑ αναφέρει ότι είχε «…άριστη συνεργασία με την ΥΒΕ/ΠΑΟ η οποία διοικούμενη από μόνιμους αξιωματικούς ήταν πολύ επαρκής στην αποστολή πληροφοριών στο Γ. Στρατηγείο Μέσης Ανατολής». Αντιθέτως «οι του ΕΛΑΣ ήταν πολύ αδύνατοι και ανακριβείς στη συλλογή πληροφοριών για τις γερμανικές προθέσεις, αν και διέθεταν το δικό τους σύστημα υποστηρίξεως μέσα στις πόλεις».

Σχόλιο από Δημήτρης Καραμήτσος | 29/06/2015

https://pontosandaristera.wordpress.com/2010/09/01/fardikampos/

Advertisements

3 thoughts on “Η μάχη του Φαρδύκαμπου”

  1. Η Αντίσταση και η ελεύθερη Ελλάδα στο Βόιο της δυτικής Μακεδονίας

    http://www.avgi.gr/article/10811/3815730/e-antistase-kai-e-eleuthere-ellada-sto-boio-tes-dytikes-makedonias

    Παπαγρηγορίου Γιάννης
    Δημοσίευση: 28 Αυγούστου 2014

    Τον χειμώνα του 1943 οι αντιστασιακές αντάρτικες δυνάμεις της δυτικής Μακεδονίας προχωρούν σε ενέργειες ενάντια στους κατακτητές μέσα σε αστικά κέντρα. Συγκεκριμένα, τον Ιανουάριο δυνάμεις του ΕΛΑΣ εισβάλλουν στον σταθμό χωροφυλακής της Σιάτιστας και καταλύουν την κατοχική εξουσία…

    Τον χειμώνα του 1943 οι αντιστασιακές αντάρτικες δυνάμεις της δυτικής Μακεδονίας προχωρούν σε ενέργειες ενάντια στους κατακτητές μέσα σε αστικά κέντρα. Συγκεκριμένα, τον Ιανουάριο δυνάμεις του ΕΛΑΣ εισβάλλουν στον σταθμό χωροφυλακής της Σιάτιστας και καταλύουν την κατοχική εξουσία. Τον Φεβρουάριο στα Γρεβενά, στο Σχίνοβο, δυνάμεις του ΕΛΑΣ συγκρούονται με ιταλικό λόχο και στις 18 Φεβρουαρίου ομάδα ανταρτών μπαίνει στο Τσοτύλι. Όλα τα παραπάνω αποτέλεσαν το προοίμιο των μεγάλων πολεμικών συγκρούσεων που θα ακολουθήσουν τον επόμενο μήνα στην περιοχή.

    Στις αρχές Μαρτίου του 1943 ενημερώνεται το ΕΑΜ της Σιάτιστας ότι μια εφοδιοπομπή του ιταλικού στρατού θα κινηθεί από την Κοζάνη για να ενισχύσει και να εφοδιάσει την αποκλεισμένη ιταλική φρουρά των Γρεβενών, αλλά και για να κατευθυνθεί προς τη Σιάτιστα.

    Με πρωτοβουλία του φιλόλογου και έφεδρου ανθυπολοχαγού Αλέκου Ρόσιου (Υψηλάντη) κι άλλων Σιατιστινών αγωνιστών, παίρνεται από όλους τους Σιατιστινούς η απόφαση να μην επιτρέψουν στους Ιταλούς να πατήσουν την ιστορική τους πόλη. Στήνουν ενέδρα έξω από τη Σιάτιστα στη θέση «Βίγλα» ή «Μπουγάζι». Ταυτόχρονα, κινητοποιούνται οι οργανώσεις κι όλα τα χωριά της ευρύτερης περιοχής να βρίσκονται σε επιφυλακή κι άλλα για να στήσουν ενέδρα στη γέφυρα του Αλιάκμονα για να εμποδίσουν τυχόν κίνηση των Ιταλών από τα Γρεβενά προς Σιάτιστα για ενίσχυση της εφοδιοπομπής.

    Οι Ιταλοί το πρωί, στις 4/3/43, πέφτουν στην ενέδρα των Σιατιστινών και σε λίγες ώρες ο ιταλικός λόχος παραδίνεται, ενώ τα εννέα από τα δέκα φορτηγά με πυρομαχικά και άλλα εφόδια πέφτουν στα χέρια των μαχητών της Σιάτιστας.

    Οι Ιταλοί αμέσως κινητοποιούν δυνάμεις από όλα τα σημεία. Γρεβενά και Θεσσαλία. Ένας λόχος από τη φρουρά των Γρεβενών σπεύδει προς ενίσχυση, αλλά καθηλώνεται από δυνάμεις ανταρτών των Γρεβενών στη γέφυρα του Αλιάκμονα. Τότε, το απόγευμα της ίδιας μέρας, ολόκληρο το τάγμα των Γρεβενών εσπευσμένα βγαίνει από την πόλη και κινείται προς ενίσχυση του λόχου. Οι μικρές δυνάμεις των ανταρτών καθηλώνουν και καθυστερούν για μια μέρα την πορεία του τάγματος.

    Την άλλη μέρα, στις 5/4/43, το μεσημέρι, το τάγμα κατορθώνει να φτάσει στη θέση Φαρδύκαμπος και παίρνει διάταξη μάχης με τα πυροβόλα, τα πολυβόλα και τον άλλο βαρύ οπλισμό και αρχίζει επίθεση στα υψώματα της Σιάτιστας με σκοπό να καταλάβει την πόλη. Ο Σιατιστινοί όμως περίμεναν τον εχθρό, πήραν τα μέτρα τους και έγκαιρα έπιασαν επίκαιρες θέσεις. Η μάχη είναι σκληρή. Οι μαχητές, αντάρτες της Σιάτιστας, αντιστέκονται και αποκρούουν με άφθαστο ηρωισμό τους Ιταλούς. Στο πλευρό των μαχητών βρίσκονται όλοι οι κάτοικοι της Σιάτιστας, τους οποίους βοηθούν και ενθαρρύνουν. Ο πόλεμος στην κυριολεξία προσλαμβάνει παλλαϊκά χαρακτηριστικά. Η μάχη συνεχίζεται μέχρι το βράδυ, όταν τμήματα ανταρτών από τα Βένζια, με επικεφαλής τον Ζυγούρα τον Μήτσο, περνάνε τον Αλιάκμονα και χτυπάνε τον σταθμό διοίκησης των Ιταλών. Οι Ιταλοί αιφνιδιάζονται και καθώς οι Σιατιστινοί αντεπιτίθενται συγκεντρώνονται στον σταθμό διοίκησής τους, όπου και διανυκτερεύουν.

    Τη νύχτα η κινητοποίηση των αντάρτικων ομάδων όλης της περιοχής συνεχίζεται και μέχρι το πρωί καταφθάνουν νέες δυνάμεις. Η μάχη συνεχίζεται την επόμενη μέρα, στις 6/3/43, και γενικεύεται παίρνοντας παλλαϊκό χαρακτήρα για όλη την περιοχή των Γρεβενών, του Βοΐου και του Σινιάτσικου. Γέροι, γυναίκες και παιδιά, που δεν μπορούν να πάρουν μέρος στη μάχη ή δεν συμμετέχουν σε τμήματα βοήθειας, πιάνουν θέσεις στα υψώματα για να παρακολουθήσουν τη μάχη ενθαρρύνοντας τους μαχητές με τις φωνές τους.

    Οι Ιταλοί στέλνουν την αεροπορία τους. Τα αεροπλάνα πετούν συνεχώς πάνω από τα κεφάλια των ανταρτών, βομβαρδίζουν, πολυβολούν και ρίχνουν δέματα με τρόφιμα και πυρομαχικά, τα μισά από τα οποία παίρνουν οι αντάρτες.

    Ο άμαχοι και οι χωρικοί από τα γύρω χωριά που βρίσκονται στα γύρω υψώματα δεν πτοούνται και με ακατάπαυστες ιαχές ενθαρρύνουν και προτρέπουν τους αντάρτες, προκαλώντας ταραχή και φόβο στους Ιταλούς. Ένας λαός που αντιστέκεται με κάθε τρόπο και φλέγεται από πατριωτική έξαρση και ενθουσιασμό, κάνει έναν πόλεμο να μην είναι μόνο υπόθεση των μαχητών, αλλά όλου του λαού. Ήταν ένα πρωτόγνωρο και σπάνιο φαινόμενο η συμμετοχή όλου του λαού της περιοχής στη μάχη του Φαρδύκαμπου, που καθόρισε τελικά και την έκβασή της και γι’ αυτό την κάνει ξεχωριστή στην ιστορία της Αντίστασης στην Ελλάδα. Οι Ιταλοί παραδόθηκαν και το αιχμάλωτο ιταλικό τάγμα οδηγήθηκε στο Βόιο.

    Η νίκη των ανταρτών στον Φαρδύκαμπο δεν ήταν αποτέλεσμα κάποιου κεντρικού στρατηγικού σχεδιασμού, αλλά περισσότερο του λαϊκού ενθουσιασμού και του εξαγριωμένου, αλλά αποφασισμένου λαού. Οι αντάρτες, εάν και άσχημα εξοπλισμένοι, απέδειξαν ότι μπορούσαν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά σε μεγάλες μάχες και μάλιστα με διάρκεια τον τακτικό στρατό των κατακτητών.

    Οι Ιταλοί, μετά τη διήμερη μάχη του Φαρδύκαμπου, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν ολόκληρη την περιοχή των Γρεβενών και του Βοΐου, αφού πρώτα πυρπόλησαν στις 28 Μαρτίου το Τσοτύλι για λόγους αντεκδίκησης. Στις 23 του Μάρτη έφιππο τμήμα των ανταρτών μπήκε στα Γρεβενά και ανύψωσε την ελληνική σημαία στη θέση της ιταλικής.

    Αποτέλεσμα του Φαρδύκαμπου ήταν επίσης ο κόσμος να καμαρώνει για τους αντάρτες, να επεκταθεί η Αντίσταση, να ανέβει κατακόρυφα η δύναμη του ΕΑΜ με έδρα και εθνικό κέντρο της ελεύθερης Ελλάδας το Τσοτύλι και να γιγαντωθεί ο ΕΛΑΣ με στρατιωτικό κέντρο και έδρα της 9ης μεραρχίας τον Πεντάλοφο.

    Ο λαός του Βοΐου όχι μόνο άντεξε στις πιέσεις του κατακτητή, αλλά έγινε και πρωταγωνιστής της Αντίστασης κατά των κατακτητών και του φασισμού δίνοντας ώθηση στην ανάπτυξη γενικότερα του απελευθερωτικού αγώνα.

    Η νικηφόρα μάχη του Φαρδύκαμπου θεωρείται η σπουδαιότερη της ελληνικής αντίστασης κατά την περίοδο της κατοχής. Αφενός γιατί αντιμετωπίστηκε και εξουδετερώθηκε μια συντεταγμένη ιταλική στρατιωτική δύναμη συνολικά δύο λόχων και ενός τάγματος και αφετέρου γιατί απελευθερώθηκε πρώιμα, από τον Μάρτιο του 1943, μια ολόκληρη περιοχή που αποτέλεσε τη λεγόμενη ελεύθερη Ελλάδα. Και επιπλέον γιατί προκάλεσε ένα τεράστιο κύμα ενθουσιασμού, δίνοντας ένα μεγάλο χτύπημα και διαλύοντας τις θεωρίες που καλλιεργούσαν την ηττοπάθεια απέναντι σε έναν υπέρτερο εχθρό, στέλνοντας έμπρακτα ένα μήνυμα σε όλη την Ελλάδα: Ότι μόνο με τον ένοπλο παλλαϊκό αγώνα μπορεί αντιμετωπιστεί ο εχθρός και να απελευθερωθεί η χώρα και όχι με την αναμονή και τη μοιρολατρία.

    * Ο Γιάννης Παπαγρηγορίου είναι μέλος του Δ.Σ. της ΕΔΙΑ (1940-1974) Κ.-Δ. Μακεδονίας

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s