Από την καλύβα

Νίκος Καρούζος 

(ΨΥΧΑΓΩΓΙΑ ΕΙΣ ΥΨΟΣ)
Ευτύχησα μόνος μου.
Χωρίς ιερότητα χωρίς υγεία
Μερίζοντας τρόμους
ανώφελα μεγάλα κομμάτια
σήμερα πεθαίνω
αύριο πεθαίνω.
Στον άγιο αριθμό των ανέργων
είμαι πάντοτε μέσα.
Διεθνής κι ακάθεχτος
υποφέρομαι
στη θρησκεία του σκούληκα.
Επώνυμο: Πλήρης.

(ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ ΔΕΛΕΑΡ ΤΟΥ ΘΕΟΥ)
Να γυρίζεις – αυτό είναι το θαύμα.

Θα περάσουν αποπάνω μας όλοι οι τροχοί
στο τέλος
τα ίδια τα όνειρά μας θα μας σώσουν.

Και προπαντός
ας μην αφήσουμε την αγάπη
να συνωστίζεται με τόσα αισθήματα…

(ΝΕΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗ)
Θεέ μου αν φτάνει
μια φωνή μάλλον κατεστραμμένη
στις μακρινές πηγές εισάκουσέ με.

(Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΕΑΡ)
Ξένος είμαι στο σπίτι μου
ξένος στους δρόμους
με λένε Γιάννη δεν έχω τίποτα δικό μου.

(ΤΑ ΤΡΙΣΤΙΧΑ ΤΩΝ ΘΑΝΑΣΙΜΩΝ)
Γαλάζιος μακριά πολύ, θα γυρίζω
άνθη κρατώντας.
Είναι ρωγμή στο στήθος η αγάπη.

Πως είναι όλα στου θεού τη διάρκεια βαλμένα
κι ο θάνατος πως είναι μια σταγόνα
επί των υδάτων.

(ΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ)
Να με σώσουν τα όνειρα ή να με συντρίψουν
– ένα τ’ ονομάζω.

(ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ ΣΤΑ ΝΕΦΗ)
ο ταπεινός εγώ και φιλαμαρτήμων

(ΠΟΙΟΣ Μ’ ΕΧΕΙ ΣΥΝΤΑΡΑΞΕΙ;)
Ιδού το σώμα της μέσ’ από κλαδιά στα όνειρά μου
μέσ’ από κλαδιά ευγενικά ανεβαίνει.

(ΛΥΤΗ ΩΣ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ)
Τι θα έκανα τις πράξεις μου
αν δεν υπήρχε ο θάνατος.

(Η ΣΚΟΤΕΙΝΙΑ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ ΜΟΥ)
Νοστάλγησα το μεγάλο νερό.

(ΕΓΩ ΥΠΑΡΧΩ)
Κάτω απ’ την κυανή αιχμαλωσία του ουρανού
είμαι ο ταμίας της τύχης μου.

(ΠΛΗΓΕΣ ΑΠ ΤΟ ΘΕΡΟΣ ΤΟΥ ΒΡΑΔΙΝΟΥ ΚΑΙΡΟΥ)
Απ’ τον λαιμό της γυναίκας άρχισε η προσευχή μου.

(ΜΕ Τ ΑΣΤΕΡΙΑ)
Ω θάνατε βασιλέα των πραγμάτων
πιέζεις απόψε το μικρό μου στήθος.

(ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΣΤΑΛΑΓΜΙΤΗ)
Εγώ ο σταλαγμίτης
ολοένα
πλησιάζω τον σταλακτίτη που με κράζει απεγνωσμένα
για να εγγίσουν κάποτε τα στάγματα
τη μεγάλη ένωση…

(ΕΚΚΕΚΡΑΞΑ)
Εδώ είναι σκοτάδι κι όνειρο βαθύ
πέρα της άλλης νύχτας τα μαλάματα.

(ΑΔΑΜΙΚΟΣ ΧΡΟΝΟΣ)
Η αγάπη ‘ναι το τέλος του σώματος.

(ΣΤΟΝ ΙΩΑΝΝΗ – ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟ ΜΠΑΧ)
κ’ η νύχτα λέει της ξαστεριάς’ δεν έχω αστέρια απόψε.

(ΚΑΤΕΒΗΚΕ ΤΗ ΦΥΣΗ ΚΙ ΑΝΕΒΗΚΕ ΤΗΝ ΠΡΑΞΗ)

Γιατί έχτισα το ναό μου σε τρεις γοητείες
έρωτας πόνος αθανασία.

(ΠΕΝΘΟΣ ΠΙΟ ΨΗΛΟ ΚΙ ΑΠ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ)
Με το δαυλί της σιωπής ανατινάχτηκα

(ΝΕΑ ΕΙΣΟΔΟΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΦΥΣΗ)
Τα δάκρυα σκορπίζουν ομορφιά – το ξέρουμε –
μα φέρνουν όμως και μύξα στους ανθρώπους.

(ΜΙΚΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ)
Όταν παιδέψεις τώρα δα μια πεταλούδα δεν το βλέπεις
αλλ’ αργότερα κάπου θα πονέσει ο πολιτισμός.

(ΨΙΧΑΛΕΣ ΚΑΙ ΨΙΧΟΥΛΑ)
Δε θα ξανάρθει ο καιρός που θα λαλήσουν τα σπλάχνα;

*

Το σκίτσο είναι του Enki Bilal

Πηγή: Νίκος Καρούζος | Η καλύβα ψηλά στο βουνό

*

At 12:58 π.μ., Blogger Rodia

Θυμάμαι τον ποιητή, πριν πολλά χρόνια, να περνά από το βιβλιοπωλείο «Ρόμβος» στην οδό Καψάλη για να τρακάρει κανα τσιγαράκι, ρακένδυτος, να ζέχνει, αξύριστος, με μάτια θολά και κόκκινα απ’ το πιοτό, η κυρία Ελένη να του βάζει κανα πενηντάρι στην τσέπη όταν έφευγε.. εκείνος έστριβε και πήγαινε να αρνηθεί.. «πάρ’τα Νίκο κι όποτε έχεις..» του έλεγε.. ναι.. το ήξερε πως θα πήγαινε κατευθείαν να τα πιει τα λεφτά.. αυτή την αξία είχαν για κείνον.. μερικά ποτήρια κρασί στο παραδιπλανό υπόγειο καρβουνιάρικο με τα κρασοβάρελα.. όπου συχνάζανε οι οικοδόμοι της γειτονιάς.. τότε χτιζόντουσαν πολυκατοικίες πολλές ένα γύρω..

Θυμάται κανείς; «ΕΔΩ ΠΩΛΕΙΤΑΙ ΚΑΡΒΟΥΝΟ ΚΑΙ ΚΡΑΣΙ» (ή ΠΑΓΟΣ, ανάλογα με την εποχή)

Ημουν μικρή και δεν καταλάβαινα πολλά, η βιβλιοπώλις μου εξηγούσε τα ανεξήγητα, πώς δηλαδή μπορεί να είναι σημαντικός ένας «τέτοιος» άνθρωπος.. Αργότερα, κατάλαβα πολύ περισσότερα -ευτυχώς για μένα.

Μετά από λίγα χρόνια πάει το καρβουνιάρικο, έγινε πολυκατοικία. Σήμερα έχει κλείσει και ο «Ρόμβος». Μαγαζιά με ψευτο-ντελικατέσσεν. Η γειτονιά παραέγινε Ιν.

*

«Με θάνατο στοχάσου μες στην ερημοσύνη
ουρανισκόφωνη χαρά και πίκρα χειλεόφωνη,
όταν πεθαίνεις μέχρι που πεθαίνεις;
κεντρομόλος φεύγεις, φυγόκεντρος έρχεσαι»

*

Advertisements

1 thought on “Νίκος Καρούζος ”

  1. Έχετε φτάσει ποτέ πολύ κοντά στον θάνατο;
    Ναι, το 1946 ήτανε να με καθαρίσουνε οι «Χίτες», αλλά ευτυχώς την τελευταία στιγμή ένας δεξιός φίλος του πατέρα μου τον ειδοποίησε επειγόντως και έφυγα και έτσι ζω από το ’46. Γιατί όπως μου είπαν κατόπιν οι γονείς μου, γύρω στις δώδεκα τη νύχτα της ημέρας εκείνης που ήτανε να με καθαρίσουν, πήγανε στο σπίτι μου, χτύπησαν την πόρτα, με αναζήτησαν, έψαξαν όλο το σπίτι, δεν με βρήκαν και έτσι γλίτωσα. Θα ήμουν σκοτωμένος από το 1946. Δεν είναι θανάσιμο τ’ Ανάπλι; Τώρα που το σκέφτομαι ξέρετε, ανατριχιάζω. Δηλαδή θα είχα δολοφονηθεί στα είκοσί μου χρόνια. Ούτε ποίηση ούτε τίποτα. Είδες, όμως, η μοίρα ήθελε αλλιώς.

    Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ταχυδρόμος, τεύχος 25, 22 Ιουλίου 1989.
    Σελίδα 210 από το βιβλίο «Συνεντεύξεις του Νίκου Καρούζου» εκδόσεις Ίκαρος 2002, ISBN 960-7721-80-2

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s