Από την καλύβα

Η επιστροφή του Ασώτου 

239748-guercino_return_of_the_prodigal_son1-1024x741

Ο αρχοντάρης με ζύγωσε:

– Είναι πια μεσημέρι, είπε’ κοπιάστε στην Τράπεζα.

Κάθουνταν οι καλόγεροι, σ’ ένα μακρουλό τραπέζι, ο γούμενος στην κορφή. Έφερε ο τραπεζάρης το φαΐ -αστακούς βρασμένους με χόρτα, ψωμί, μιαν κούπα κρασί του καθενός. Άρχισαν οι πατέρες να τρων, κανένας δε μιλούσε. Ο διαβαστής ανέβηκε σ’ ένα χαμηλό άμβωνα κι άρχισε να διαβάζει ψαλμουδιστά την ερμηνεία του σημερινού Ευαγγέλιου, την Επιστροφή του Ασώτου.

Συχνά έχω ζήσει το λειτουργικό τούτον ρυθμό του τραπεζιού σε πολλά Μοναστήρια’ το φαΐ παίρνει τη μυστική του μεγάλη σημασία’ ένας ραβίνος είπε: «Ο ενάρετος άνθρωπος που τρώει, λευτερώνει το Θεό που βρίσκεται μέσα στο ψωμί».

Ο διαβαστής τετέριζε για τον άσωτο Υιό, πως βασανίστηκε και ταπεινώθηκε μακριά από το πατρικό σπίτι, πως έτρωγε ξυλοκέρατα σαν τους χοίρους και πως μια μέρα δε μπορούσε πια να βαστάξει και γύρισε πίσω στον πατέρα…

Κι εγώ, μέσα στη χριστιανική τούτη κατάνυξη, συλλογιζόμουν: Σ’ ένα άλλο Μοναστήρι, πιότερο αρμοσμένο στη σημερινή ανησυχία κι ανταρσία της ψυχής, θα διάβαζαν το λαμπρό συμπλήρωμα που έκανε ένας σύγχρονος ανήσυχος στην παραβολή του Ασώτου: Ο Άσωτος γύρισε κουρασμένος, νικημένος στο γαληνό πατρικό σπίτι’ και το βράδυ, όταν ξάπλωσε στο μαλακό κρεβάτι να κοιμηθεί, άνοιξε σιγά η πόρτα και μπήκε μέσα ο μικρότερός του αδερφός. «Θέλω να φύγω, δε με χωράει πια το σπίτι του πατέρα» είπε. Κι ο αδερφός που είχε απόψε γυρίσει νικημένος, χάρηκε να τον ακούσει, αγκάλιασε τον αδερφό του κι άρχισε να του δίνει συμβουλές, τι να κάμει, κατά πού να πάει, και τον έσπρωχνε να φανεί πιο γενναίος από αυτόν, πιο περήφανος, και να μην καταδεχτεί να γυρίσει πια στον πατρικό στάβλο – έτσι έλεγε το πατρικό σπίτι. Τον προβόδισε ως την πόρτα, του ‘σφιξε το χέρι. «Ίσως να βγει τούτος πιο δυνατός από μένα και να μη γυρίσει» συλλογίστηκε.

(Νίκος Καζαντζάκης, η Αναφορά στο Γκρέκο)

*

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ 5:04
Τραγούδι: Αλκίνοος Ιωαννίδης
Μουσική – Στίχοι: Δημήτρης Αποστολάκης

Μέσα στο κέφι του γλεντιού και στου κρασιού τη ζάλη
ένας μικρός εμίλησε μ’ αποκοτιά μεγάλη
«Ξένε ότι είχες να μας πεις όλα θαρώ μας τά ‘πες
γύρισες όταν έχασες όνειρα και αγάπες».

Πιότερο τον επίκρανε κι απ’ τη ντροπή του νόστου
που ο μικρός δε γνώρισε πως ήταν αδερφός του.
Σαν τέλειωσε η ξεφάντωση πήγε στην κάμαρά του
πού ‘χανε βάψει οι τοίχοι της από τα όνειρά του.

Κι όπως εξετυλίγονταν τα όνειρα τα πρώτα
ο αδερφός του χτύπησε της κάμαρας την πόρτα
και τού ‘πε πως από καιρό τον τυρρανά η σκέψη
μα απόψε τ’ αποφάσισε αλάργο να μισέψει.

Επόνεσε όπως πονεί παλιά πληγή π’ ανοίγει
και του διπλοπαράγγελνε τι πρέπει ν’ αποφύγει
«Εκεί στα ξένα που θα πας, μην πιείς νερό αδερφέ μου
τση λησμονιάς και μαραθείς, ανθέ και καντιφέ μου.

Κάμε σαΐτα την καρδιά να σκίσει τον αέρα
να φτάσεις όπου έφτασα κι ακόμη παραπέρα.
Και το στερνό που θα σου πω πριν από τη φυγή σου
πρόσεξε στο ταξίδι σου μη χάσεις την ψυχή σου».

Μέσα στη νύχτα μείνανε γιά ώρα αγκαλιασμένοι
και νοιώθαν πως μ’ αόρατο σκοινί ήτανε δεμένοι.
Κι όπως τον συναπόβγανε και μάκραινε η σκιά του
έπεσε στο προσκέφαλο κι έκλαψ’ απ’ την καρδιά του.

Πηγή: Η επιστροφή του Ασώτου | Η καλύβα ψηλά στο βουνό

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s