ΕΛΑΣ

Η μάχη του Βουρλιά Λακωνίας 10-8-1944 

Αρχείο ΕΡΤ: από το Ντοκυμαντέρ “ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ” (1985).

Βόρεια της Σπάρτης, σε απόσταση μόλις 11 χιλιομέτρων και πάνω στην κεντρική αρτηρία προς την Τρίπολη, βρίσκεται η αρχαία Σελλασία. Μερικές εκατοντάδες μέτρα δυτικά της Σελλασίας, βρίσκεται ο οικισμός του Βουρλιά, στον οποίο οι Γερμανοί ήδη από το καλοκαίρι του 1943 είχαν εγκαταστήσει μια ισχυρή στρατιωτική βάση. Οι λόγοι που επιλέχθηκε ο Βουρλιάς ήταν καθαρά στρατιωτικοί. Η περιοχή ήταν ιδιαίτερα καλή, αφού ήταν ένα κανονικό φυσικό οχυρό, με εξαιρετική ακουστική και απρόσκοπτη θέα. Κοντά σε μεγάλο αστικό κέντρο και κόμβος για τη συγκοινωνία των χωριών του Ταΰγετου και του Πάρνωνα.

Τον Αύγουστο του 1944, η αποχώρηση των Γερμανών ήταν προβλεπόμενη πια από όλους. Ο Γιάννης Μιχαλόπουλος ή Ωρίων, καπετάνιος της 9ης Ταξιαρχίας, αναζητούσε, μαζί με τον επιτελάρχη της, το λοχαγό Σταύρο Νικολόπουλο, τρόπους για την αναπλήρωση των πυρομαχικών των ανταρτών, κυρίως για τα μικρά αυτόματα. Προβλεπόταν σύντομη αποχώρηση των κατακτητών και νέες συγκρούσεις μαζί τους αλλά και με τα Τάγματα Ασφαλείας.

Γράφει ο ιστορικός Παντελής Μούτουλας:

Η ηγεσία της 9ης αποφάσισε να πραγματοποιήσει επιχειρήσεις για την εξασφάλιση οπλισμού, δευτερευόντως δε για να δοκιμάσει την αμυντική ετοιμότητα του εχθρού και να βελτιώσει τη δική της επιθετική ικανότητα. Ύστερα από πολλές προτάσεις, επέλεξαν ως στόχο τη βάση του Βουρλιά, επειδή διέθετε πολλά όπλα, υλικό και πυρομαχικά, είχε καίρια σημασία για τον εχθρό και η καταστροφή της θα δυσχέραινε τις κινήσεις του και, καθώς έκριναν, φυλασσόταν ανεπαρκώς.

Στην επόμενη συνάντηση τους, αρχές Αυγούστου στα Τσίντζινα, ο Άρης Βελουχιώτης επικύρωσε τη σκοπιμότητα του χτυπήματος, σε σύσκεψη που συγκάλεσε, με τα επιτελεία της 9ης Ταξιαρχίας και του 8ου Συντάγματος και άλλους αξιωματικούς, καταρτίστηκε το σχέδιο της επιχείρησης.

Το 3/8 Τάγμα με διοικητή τον Παντελή Σταθάκη και καπετάνιο τον Γιάννη Μακρή ή Μακρήγιαννη θα ενέδρευε νότια του Βουρλιά, στα υψώματα του χωριού Βουτιάνοι, για να επιτηρεί το δρόμο από τη Σπάρτη, από όπου υπολογίστηκε ότι θα έρχονταν γερμανικές ενισχύσεις. Το 2/8 Τάγμα, με διοικητή τον Γιώργο Αρετάκη ή Σφακιανό και καπετάνιο τον Γιώργο Ατζακλή, θα εφορμούσε από βορειοανατολικά με κύριο στόχο το διοικητήριο και δευτερεύοντα στόχο τη μία αποθήκη πυρομαχικών.

Ταυτόχρονα μια διμοιρία του, μαζί με μια διμοιρία του Λόχου Διοικήσεως του 8ου θα ενέδρευαν στο Λογγάκι, ενώ ένας λόχος του 9ου Συντάγματος που βρισκόταν στη διάθεση της 9ης, θα ενέδρευε στο Μονοδέντρι, για να αποκόψουν εχθρικές ενισχύσεις από την Τρίπολη. Από το 1/8 Τάγμα, με διοικητή το λοχαγό Κώστα Παπαδάκο ή Βοριά και καπετάνιο τον Παρασκευά Λεβεντάκη, ο 1ος Λόχος υπό τον Γιώργο Κονταλώνη και o 2ος Μηχανημάτων υπό τον Θόδωρο Πρεκεζέ θα εφορμούσαν από δυτικά, από την Κονιδίτσα, με στόχο τις αποθήκες πυρομαχικών, ενώ ο 2ος Λόχος υπό τον Γιάννη Σαρρή ή Σαρήγιαννη θα επιτηρούσε τον δευτερεύοντα δρόμο από τη Σπάρτη μέσω Καραβά.

Ιδιαίτερη επισήμανση έγινε στην έγκαιρη και γρήγορη κοπή των συρματοπλεγμάτων, ώστε να πετύχει ο αιφνιδιασμός, καθώς και στην αποφυγή του παραμικρού θορύβου, δεδομένης της υψηλής ακουστικής του τόπου.

Οι αντάρτες περπάτησαν ξυπόλυτοι τα τελευταία τρία χιλιόμετρα προς το χωριό, αλλά λίγο πριν από την έναρξη της επίθεσης, περίπου στις 4:00 το πρωί της 10ης Αυγούστου 1944, οι αρβύλες ενός αντάρτη προσέκρουσαν σε πέτρα. Ο αιφνιδιασμός απέτυχε. Η γερμανική φρουρά έριξε φωτοβολίδες και πυρά προς όλες τις κατευθύνσεις. Παρ’ όλα αυτά, η επίθεση εξαπολύθηκε, όπως είχε προβλεφτεί. Οι θέσεις των επιτιθέμενων πλησίαζαν προς τους αντικειμενικούς στόχους, αλλά, καθώς ήσαν υποχρεωμένοι να απαντούν με πυκνά πυρά, τα πυρομαχικά τους κόντευαν να σωθούν.

Ο αντιστασιακός εκπαιδευτικός Βασίλης Γεωργακούλιας, που πήρε μέρος στη μάχη από τις τάξεις του 1/8 Τάγματος, περιγράφει:

«Ο δικός μας ο στόχος ήταν η αποθήκη των πυρομαχικών. Ο διμοιρίτης μας Πανούσης, ο γιγαντόσωμος αυτός αντάρτης με τη βροντερή φωνή και τ’ ατσάλινα μπράτσα, είχε εξοντώσει με το δικό του τρόπο τον πρώτο φρουρό και είχε ανοίξει ρήγμα στην αντίσταση των Γερμανών, που ωστόσο αμύνονταν λυσσαλέα και πεισματικά. Ξέρανε καλά, πριν φέξει, τα όπλα που κρατούσανε, θα ήταν δικά μας και κείνοι θα κείτονταν χάμου, στο χώμα. Όμως τα βόλια λιγόστευαν. Ήταν η τελευταία γεμιστήρα, που έδινα στον οπλοβολιτή Γιώργο Λάσκαρη κι ο Κονταλώνης, ο έμπειρος αυτός καπετάνιος, που έβαλλε ακατάπαυστα λίγα μέτρα αριστερά μας, σε τούτη την κρίσιμη στιγμή φωνάζει:

“Πανούση, τι καρτερείς;”.

Κι ο Πανούσης, αυτός ο αλησμόνητος ήρωας, θέλοντας να μας ανάψει το φιλότιμο, αρχίζει να βρυχάται, σαν λιοντάρι που σπάζει το κλουβί του και πετιέται τρομερό και λυσσασμένο:

“Τι λουφάζετε, ρε! Την πήρε πρώτος ο Αστραπόγιαννης την αποθήκη”.

Δεν μου είναι δυνατό να περιγράψω αυτές τις στιγμές. Σκηνές αλλοφροσύνης με ουρλιαχτά. Σκηνές πάθους και εκδίκησης. Τυφώνας, που έπεφτε πάνω στα οχυρά τους. Νύχτα που την έτρεμε στ’ αλήθεια ο λογισμός. Και ήρθαμε μούτρα με μούτρα με τους εχθρούς. Τα μυδράλιά τους σίγησαν. Αναβρασμός κι αντάρα. Άλλοι πετούσαν τα όπλα και σήκωναν τα χέρια. Άλλοι σωριάζονταν, σωστά ράκη ανθρώπινα, αποκαμωμένοι. Κι άλλοι έτρεχαν μέσα στο σύθαμπο να πάνε, πού; Δεν άντεξαν. Σπάσανε. Την αποθήκη την πατήσαμε».

Η άλλη αποθήκη κυριεύτηκε από τους ανταρτοεπονίτες της 3ης Διμοιρίας του 1/2 Λόχου υπό τον Πέτρο Μπακομιχάλη.
Η επιτυχία που σημείωσε το νεανικό αυτό τμήμα είχε αναπάντεχα αποτελέσματα.

«Έσπασαν τα κιβώτια με τα όπλα και τα πυρομαχικά, άφησαν τα παλιά τους όπλα, αρματώθηκαν με γερμανικά αυτόματα, χειροβομβίδες και άφθονα πυρομαχικά, φόρεσαν μπότες, πετώντας τα παλιά φθαρμένα παπούτσια τους και αντί να οργανώσουν, όπως είχαν διαταγή, θέσεις άμυνας και να διευκολύνουν την μετακίνηση των αλόγων και την φόρτωση των όπλων […] υπακούοντας στην φωνή κάποιου ανταρτοεπονίτη που είπε

“εμπρός συναγωνιστές, να πιάσωμε τον Γερμανό διοικητή”, όρμησαν προς το διοικητήριο, που ήταν στην πλατεία, στο κέντρο του χωριού […] κύκλωσαν το γερμανικό διοικητήριο,
και εκεί που άλλες φορές, θα έριχναν 3 με 4 σφαίρες, κάνοντας οικονομία στα πυρομαχικά τους, τώρα έριχναν με τα αυτόματα τους τέσσερις και πέντε δεσμίδες, έριχναν χειροβομβίδες, εκεί που άλλοτε, δεν θα έριχναν καμιά, διότι είχαν πάρει πολλές, πάρα πολλές από τους Γερμανούς».

Στις 6 το πρωί έφταναν τα πρώτα αυτοκίνητα με τις γερμανικές ενισχύσεις έξω από τους Βουτιάνους .Το 3/8 τάγμα είχε τοποθετήσει νάρκες στο δρόμο και ανατινάχτηκαν τα 2 πρώτα γερμανικά αυτοκίνητα.Τελικά οι γερμανικές ενισχύσεις δεν κατόρθωσαν να περάσουν στον Βουρλιά, αφού καθηλώθηκαν και έτσι ολοκληρώθηκε απρόσκοπτα η αποχώρηση των δυνάμεων του ΕΛΑΣ από τον Βουρλιά.

Οι απώλειες των Γερμανών πολλές. 26 νεκροί (αθροιστικά στον Βουρλιά και στους Βουτιάνους) και δεκάδες τραυματίες. Ο ΕΛΑΣ είχε οκτώ νεκρούς αντάρτες στον Βουρλιά και δεκαέξι τραυματίες. Στους Βουτιάνους δεν είχε καμία απώλεια. Πολλά ήσαν τα λάφυρα. Οι εαμικές πηγές αναφέρουν υλικό ίσο με 150 φορτώματα σε ζώα, 38 μουλάρια και είκοσι άλογα.

Πηγή: Η μάχη του Βουρλιά Λακωνίας 10-8-1944 | o Βασσαράς στο Κέντρο του Κόσμου

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s