ΕΛΑΣ

6 Μαρτίου 1943: ΄Ανοιγμα των φυλακών Λειβαδιάς

Ξημερώνοντας 6 Μαρτίου 1943, ομάδα ανταρτών του ΕΛΑΣ Παρνασσίδας ανοίγει τις φυλακές της Ιταλοκρατούμενης Λειβαδιάς – 4.000 Ιταλοί στρατιώτες – και απελευθερώνει 80 κρατούμενους μεταξύ των οποίων ήταν και ο δάσκαλος Νίκος Δημητρίου, πατέρας  του καπεταν-Νικηφόρου, και η γερο-Σοφία, μάνα του Φώτη Παρνασσιώτη ( Δήμος Τσόκας). Στην παράτολμη επιχείρηση συμμετείχαν 25 παλικάρια, ανάμεσά τους πολλοί συντοπίτες μας, κυρίως  Αγοριανίτες, Σουβαλιώτες και Δαδιώτες…

Ατρόμητος (Ζάχος Δράμπαλης), Τηλέμαχος (Γ. Σουραβλής – αργότερα -Λυκούργος), Νικήτας (Κομνάς Κ. Κομνά), Βαρδουσάκος (Κομνάς Ηρ. Κομνά), Κατσώνης  (Ηλίας Γ. Καραντζάς), Σόλωνας (Ι. Δημητρίου), Νικηφόρος (Δ. Δημητρίου), Στοφόρος, Δρόσος (Κώστας Πλατιάς), Νικηταράς (Κώστας Πλατιάς) -ξαδέλφια-,  Μητρούσης (Κρίνος), Ιάσονας (Μερτζιάνης)…
Στην επιτυχία του τολμήματος καθοριστική ήταν η συμβολή του Σουβαλιώτη Γιώργου Καραχάλιου, που εκείνη την περίοδο υπηρετούσε την στρατιωτική θητεία του τοποθετημένος στην  χωροφυλακή (συνηθισμένο, τότε) στις φυλακές Λειβαδιάς, και συνεργάστηκε με τους αντάρτες για τον αφοπλισμό της φρουράς.

Η επιχείρηση είναι μοναδική σε όλη την περίοδο της Κατοχής στην Ελλάδα και αποτελεί ιστορικό ντοκουμέντο της αντρειοσύνης των μαχητών που γεννάει η ιδιαίτερη πατρίδα μας, η ηρωική Παρνασσίδα.

 Στην φωτογραφία, οι αντάρτες που συμμετείχαν στο άνοιγμα των φυλακών Λειβαδιάς, λίγες μέρες μετά, στην Δαύλεια.

Στη μέση, ο δάσκαλος Νίκος Δημητρίου, και περιστοιχίζεται από τους γιους του Νικηφόρο (αριστερά στη φωτογραφία) και Σόλωνα (δεξιά του).

 

Στο οπισθόγραμμα, γραμμένα ιδιοχείρως από τον δάσκαλο Νίκο Δημητρίου, τα ονόματα των ανταρτών και δύο απελευθερωθέντων (ο δεύτερος είναι ο δάσκαλος Αντώνης Νικολάου – αργότερα αντάρτης, με το όνομα «Τρικούπης»).
 Τα γράμματα είναι του δάσκαλου Νίκου Δημητρίου – πατέρα του Νικηφόρου

Αντλήσαμε στοιχεία από το βιβλίο: «Αντάρτης στα Βουνά της Ρούμελης» (Β΄ τόμος) του Δημήτρη Νικ. Δημητρίου – Νικηφόρου.

Χρήστος Μουτσιανάς

 

Πηγή: 6 Μαρτίου 1943: ΄Ανοιγμα των φυλακών Λειβαδιάς- Ιστορικό ντοκουμέντο με Αγοριανίτες, Σουβαλιώτες και Δαδιώτες

*

ΔΗΜ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ – ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ «ΑΝΤΑΡΤΗΣ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ ΤΗΣ ΡΟΥΜΕΛΗΣ»

Ομάδα 25 ανταρτών του Αρχηγείου ΕΛΑΣ Παρνασσίδας, επιχειρούν το Άνοιγμα των Φυλακών Λειβαδιάς, την νύχτα 5 προς 6 Μαρτίου 1943.

ΑΝΟΙΓΜΑ ΦΥΛΑΚΩΝ ΛΕΙΒΑΔΙΑΣ, 6 Μαρτίου 1943 – σε 3 επεισόδια

Επεισόδιο 3ο

Έτρεξα πάλι μέσα στο γραφείο. Τράβηξα κι έκοψα τρία-τέσσερα φύλλα άγραφο χαρτί από το βιβλίο της υπηρεσίας. Πήρα ένα κόκκινο και μπλε μολύβι κι έγραψα γρήγορα:

«Προς τις ιταλικές δυνάμεις Λειβαδιάς.

Ευχαριστούμε που δε μας ενοχλήσατε απόψε στη

δουλειά μας. Σας περιμένουμε και στα βουνά μας!

Θάνατος στο Φασισμό!

Ζήτω η Ελευθερία!

Ζήτω η Ελλάδα!

6 – 3 – 43

Για το Αρχηγείο Ανταρτών του ΕΛΑΣ

Παρνασσίδας-Λοκρίδας-Δωρίδας

και υπόγραψα

Άφησα το ένα απάνω στο γραφείο, βγήκα, και άφησα τα υπόλοιπα απόξω, τα πλάκωσα με λιθαράκια να μην τα πάρει ο αέρας. Ήμουν πλέον έτοιμος. Πήγα πιο πέρα από τη φυλακή προς την πόλη και χτύπησα δυο λιθαράκια, όπως ήτανε το σύνθημα.

― Ελάτε! Ελάτε! – είπα, όσο αχνά μπορούσα στην πεντάδα που μας κάλυπτε όλη αυτή την ώρα.

Και αμέσως ξεφύτρωσαν από το σκοτάδι, ο ένας από δω, ο άλλος από κει, και οι πέντε αυτοί συναγωνιστές.

― Εν τάξει; – ρωτούσαν.

― Εν τάξει! Εν τάξει! – τους λέγαμε. ― Γρήγορα όμως!

Βγαίναμε ένας-ένας στο φως μπροστά στη φυλακή. Φεύγαμε! Φεύγαμε πια. Είχαμε τελειώσει. Θρίαμβος!

Βλέπω εκείνη τη στιγμή δίπλα μου το φύλακα. Άπλωσα να τον χαιρετήσω.

― Καπετάνιε!… – έκαμε αυτός δισταχτικά.

― Τι τρέχει; – παραξενεύτηκα.

Δίσταζε να μου μιλήσει.

― Λέγε τι συμβαίνει! – του είπα ανυπόμονα.

― Ένας αντάρτης… – έκαμε.

― Λέγε λοιπόν! – θύμωσα. ― Τι έκαμε ο αντάρτης;

― Το ρολόγι μου… – μου είπε.

Έμεινα σύξυλος.

― Αντάρτης; – τον ρωτάω – σου πήρε το ρολόγι σου;

― Ναι – μου έκαμε στεναχωρημένος.

― Είσαι βέβαιος; Μήπως δεν τόχες μαζί σου;

― Όχι! όχι! – έκαμε ζωηρά. ― Το είχα και το πήρε.

Είχα ταραχτεί. Τέτοια ανάξια περιπλοκή!… Και πώς να συνεννοηθείς τώρα και με τον άνθρωπο, θα μας άκουγε όλη η Λειβαδιά. Έμεινα διστάζοντας και φουρκισμένος.

― Τώρα – τούπα στο τέλος – το βλέπεις, δε μπορεί να γίνει τίποτα. Σου υπόσχομαι όμως. Στο πρώτο χωριό που θα φτάσουμε θα το βρω το ρολόγι, αν τόχει πάρει αντάρτης και θα σου το στείλω! Σύμφωνοι;

― Όπως καταλαβαίνεις, καπετάνιε – είπε αυτός – φτωχός άνθρωπος είμαι κι εγώ.

Δυσανασχέτησα.

― Μα σούδωσα το λόγο μου! – του είπα.

Δεν είπε τίποτ’ άλλο.

― Γεια σου – του λέω κατόπιν – και χαιρετισμούς στην οικογένειά σου και στο λαό της Λειβαδιάς! Χαιρετίσματα από τους αντάρτες του ΕΛΑΣ!

Μούδωσε ζωηρά το χέρι του. Μείναμε λίγο χαμογελώντας φίλοι ο ένας στον άλλον, Πολύ αξιαγάπητος, απλός άνθρωπος.

― Για το ρολόγι, λυπάμαι πολύ, αλλά θα το λάβεις!

― Δε χάλασε κι ο κόσμος, καπετάνιε! – είπε στο τέλος.

Και φεύγαμε.

Πετούσαμε. Όλος ο κόσμος δικός μας. Μπρος μας έφευγαν τόσοι κρατούμενοι ελεύθεροι, (μαζί τους ο πατέρας μου γλυτωμένος από το απόσπασμα). Πίσω μας μια φυλακή συναρπαστικά βιασμένη. Και χιλιάδες εχθροί στρατιώτες, που θα ξύπναγαν σε λίγο αποσβολωμένοι. Τώρα, ξεγλυστρούσαμε ωραία, το πρωί θ’ άναβε ο τόπος όλος με την είδηση.

Φεύγαμε σαν καλοί νοικοκυρέοι. Φτάσαμε στο γεφυράκι. Ρίχτηκαν και μας αγκάλιαζαν οι τρεις συναγωνιστές εκεί.

― Πέρασαν όλοι; – ρωτήσαμε.

― Όλοι! Όλοι! Σπουδαία! – έλεγαν.

Είπα στον Καλύβα και στο Σόλωνα να μείνουν οπισθοφυλακή με την πεντάδα τους, εκατό περίπου μέτρα πίσω, ώσπου να βγούμε από τους λόφους.

― Εσείς, φροντίστε οι ίδιοι να κρατάτε την επαφή με τη φάλαγγα.

Και προχωρήσαμε τον ανήφορο.

Πιο πάνω, βρήκαμε και πήραμε μαζί μας και τον άλλον συναγωνιστή. Ανηφορίζαμε μέσα στις εληές. Αλλά νάτο μια στιγμή που παραπλανηθήκαμε! Ψάξαμε κάμποσο πέρα-δώθε. Τίποτα! Και νευριάζαμε. Λίγη ψυχραιμία όμως, ήθελε το ζήτημα. Ανοιχτήκαμε ριπίδιο και προχωρήσαμε. Εκείνος που βρήκε τους άλλους, φώναξε σιγανά και πήγαμε κοντά του. Είχανε μαζευτεί όλοι εκεί, που είχαμε αφήσει τους συνδέσμους και τα μεταγωγικά. Βρήκαμε ένα μικρό πανηγύρι. Ήσαν οι μισοί αντάρτες, δυο-τρεις φυλακισμένοι, ο πατέρας μου, η μάνα του Δήμου Τσόκα, οι αγωγιάτες, οι δυο τσοπάνηδες με τον ελευθερωμένο αδερφό τους. Όλοι ανάκατοι, ξετρελαμένοι από τη χαρά. Ήταν και η φρουρά της φυλακής. Στέκονταν σιωπηλοί, σαστισμένοι ακόμα…

― Ε, πατέρα – τούπα. ― Καλά;

Πνίγηκε. «Γεια σου μπαρμπα-Νίκο! Γεια σου μπαρμπα-Νίκο!» τον χαιρετούσαν οι αντάρτες. Δε μπορούσε να τους μιλήσει. Οι δυο τσοπάνηδες, αγκαλιά με τον αδερφό τους. Ήρθαν μόλις φτάσαμε, μου τον γνώρισαν, δεν έσωναν τα ευχαριστώ.

― Λοιπόν, να φεύγουμε! – έδωσα το σύνθημα.

Έγινε με μιας η φάλαγγα. Προχώρησαν μπροστά μερικοί αντάρτες εμπροσθοφυλακή με έναν οδηγό. Κατόπιν άλλοι αντάρτες με τους ελευθερωμένους και τους χωροφύλακες. Οι αγωγιάτες. Κατόπιν λίγοι αντάρτες πάλι. Και στο τέλος ερχόταν η οπισθοφυλακή.

Έμεινα λίγο πίσω. Σιγουρεύτηκα για την οπισθοφυλακή, ότι μας ακολουθεί και άνοιξα το βήμα μου να φτάσω μπροστά, να βεβαιωθώ, ότι όλα είναι εν τάξει. Ο Βαρδουσάκος μαζί μου, ακούραστο, ολοζώντανο το παλληκάρι!

Τους έφτασα πιο ψηλά από τα πρώτα κονάκια, τώρα δεν ήταν ανάγκη να πάμε αριστερά, από τα καλύβια των δυο οδηγών, κάναμε ίσια πάνω, στήθος τον ανήφορο. Τα σκυλιά, ανάστα ο Κύριος πάλι. Ούτε μας ένοιαζε τώρα. Το χαιρόμαστε μάλιστα.

Φτάσαμε στην κορφή στους λόφους. Πετάχτηκε θεόρατος μπροστά μας ο Παρνασσός, αιώνιος, σιωπηλός. Τ’ αστέρια τρέμιζαν χαρωπά, λίγον ύπνο είχε ακόμα η νύχτα. Σα να βιαζόταν να ξυπνήσει κι αυτή. Όλα δικά μας κι αγαπημένα εκείνη την ώρα. Γιορτινά. Γείραμε στη ράχη, αφήσαμε πίσω μας την ήσυχη πολιτεία – κοιμόταν πάντα σεμνή κι ανυποψίαστη.

― Άειντε, γεια σου Λειβαδιά! – είπε ένας αντάρτης. ― Και σε ευχαριστούμε!

Έφτασα στην παρέα που ήταν κι ο πατέρας.

― Πατέρα! – του είπα έκπληκτος – γιατί πεζός; Σου έχουμε μουλάρι!

― Παιδί μου! – έκαμε – το είδα. Ευχαριστώ. Αλλά, εγώ είπα, πότε να μπορέσω να περπατήσω λίγο!

Γέλασαν οι αντάρτες. Τον χαίρονταν, χαίρονταν την ευτυχία της ελευθερίας του. Περπατούσε δρασκελώντας με μεγάλα βήματα, δε λογάριαζε τα πουρνάρια, λιγάκι ταλαντευόταν μόνο, σα νάβαζε περισσότερη δύναμη από το κανονικό κι έπαιρνε συνέχεια βαθειές αναπνοές.

― Νόμιζα, ότι με τόσον καιρό κλεισούρα θάσουν πιασμένος – του ξανάπα.

― Α, μπα! – αποκρίθηκε. ― Έκανα γυμναστική κάθε μέρα. Και πενήντα γύρους στο προαύλιο!

― Σα να τόξερες πως θα σου χρειαζόταν, μπαρμπα-Νίκο – είπε ένας.

― Ας είστε εσείς καλά, παιδιά μου! – έκαμε.

Και πνίγηκε πάλι η φωνή του.

Η μάνα του Φώτη Παρνασσιώτη, είχε μπει καβάλα.

― Πώς πας, θεια Σοφούλα; – τη ρώτησα.

Πνιγμένη κι αυτή, η φωνή της.

― Ο Γιάννης! Πού είναι; – γυρίζει μια στιγμή ο πατέρας και με ρωτάει ανήσυχος. Χαμογέλασα. Ήταν πάντα η αδυναμία του ο αδερφός μου.

― Έρχεται πίσω – του αποκρίθηκα.

Προχωρήσαμε λιγάκι ακόμα. Και ξαναγυρίζει:

― Βεβαιώθηκες, ότι έρχεται; Να μην έμεινε πίσω το παιδί; (τον λογάριαζε παιδί ακόμα).

Εκείνη τη στιγμή όμως, έφτανε κι ο ίδιος, ακούστηκαν τα βήματά του, γρήγορα, δυνατά, μέσα στα πουρνάρια, ανοιχτά και γρήγορα – (το μονοπάτι ήταν στενό, μόνο τη φάλαγγα χωρούσε).

Ο πατέρας, ξάφνου, τον κατάλαβε! Τινάχτηκε λαχταρισμένος.

― Πατέρα! – είπε ο αδερφός μου.

― Παιδί μου! – είπε ο πατέρας.

Και χύθηκαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου.

Και σταμάτησε η φάλαγγα, που μένανε αγκαλιασμένοι, κι έκλαιγε πάλι ο πατέρας. Σταματήσαμε και κλαίγαμε όλοι…

Αυτή η νύχτα!…

Έπαιρνε πλέον να ξημερώσει. Προχωρούσαμε, όμως, ακόμα σε τόπο πονηρό, μπορούσανε οι ιταλοί να βγουν μπροστά, από δεξιά μας από αριστερά. Στείλαμε, λοιπόν, μπροστά τους μισούς αντάρτες, οπισθοφυλακή δε χρειαζόταν πλέον. Βιάστηκαν τα τμήματα ασφαλείας, ανοίγονταν, έπιαναν τα περάσματα, τον κάθε λόφο δεξιά κι αριστερά. Φτάναμε εμείς, φεύγανε πιο μπροστά αυτοί. Τους παρακολουθούσαμε από μακρύτερα, ανέβαιναν το κάθε ύψωμα, έψαχναν σκυφτοί τον τόπο. Ύστερα σηκώνονταν ορθοί, γύριζαν και μας έβλεπαν ελεύθερα. Ότι δηλαδή, προχωράτε-προχωράτε, ο δρόμος είναι ανοιχτός.

Βαδίζαμε, κι όλη την ώρα είχαμε στο νου μας στον πατέρα. Τον παραφυλάγαμε με τρόπο, τώρα που ξημέρωνε, όλοι θέλαμε να δούμε, τι θα κάμει. Αυτός, περπατούσε σαν αλλοπαρμένος. Ολόρθο το κεφάλι του, ορθάνοιχτα τα μάτια του, τέντωνε συνέχεια ψηλά το λαιμό του, σα ν’ αποζητούσε αέρα. Γύριζε απότομα παντού, έβλεπε τις γρήγορες κινήσεις των ανταρτών, (σκιές ακόμα στο βαθύ χάραμα), άκουγε τις ειδοποιήσεις τους… Ύστερα η μέρα όλο φέγγιζε, ξεχώριζαν απάνω μας οι λεπτομέρειες, φυσιογνωμίες, αρματωσιές, παράστημα… Έμενε εκστατικός.

― Ε, πατέρα! – τούπα πάλι μια στιγμή.

Γύρισε απότομα σε μένα. Σα υπνοβάτης, τιναζόταν μόλις του μιλάγαμε. Κίναγαν με μιας βρύση τα δάκρυα στα μάγουλά του. Του φώναζαν οι αντάρτες από τα καραούλια, όπως ξημέρωνε και τον έβλεπαν. Τιναζότανε αυτός, καταπρόθυμος ν’ αποκριθεί, πουθενά όμως φωνή, πνιγότανε στο λάρυγγά του…

Με τα ΑΡΧΗΓΕΙΑ ΠΑΡΝΑΣΣΙΔΑΣ και ΛΟΚΡΔΑΣ στη ΒΕΛΙΤΣΑ (ΤΙΘΟΡΕΑ)

Νύχτωσε καλά και ξεκινήσαμε κι από την Αγία Μαρίνα. Ο δρόμος μας ήταν να περάσουμε έξω από το Κηφισσοχώρι. Έχει σιδηροδρομικό σταθμό αυτού, έχει και δημοσιά, κρατούσε τότε και φρουρά, 150 ιταλούς. Περάσαμε διακόσια μέτρα αριστερά από τα ακραία σπίτια. Ο καιρός είχε χαλάσει άσχημα πάλι. Είχε απλωθεί στον κάμπο πυκνή καταθλιπτική υγρασία, έβρεχε ήσυχη χειμωνιάτικη και κρύα βροχή. Νοσταλγούσες ζεστό σπίτι, αγαπημένα πρόσωπα…

Ο κάμπος, όπου πατούσαμε χαλικότοπο, καλούτσικα βαδίζαμε. Αλλού όμως, βαρύς, όλο λάσπη και κακό και παιδευόμασταν. Ακούγαμε αχνά την ησυχία της σκλαβωμένης νύχτας.

Ύστερα, μπαίναμε σε πουρνάρια, άκουγες χραστ-χρουστ-χραστ καθάριζαν τα άρβυλά τους οι αντάρτες και πετιόνταν στα μούτρα μας λάσπες. Όσοι δεν είχανε παπούτσια, δράμα.

Προσπεράσαμε δεξιά μας το υπόδουλο χωριό, πατήσαμε τη δημοσιά. Περπατούσαμε άκρη-άκρη στο χωματένιο της κράσπεδο, αραιωμένοι, προσεχτικοί κι όλη μας η προσοχή στη σιδηροδρομική γραμμή και στο φυλάκιο. Ζυγώναμε στην ισόπεδη διάβαση. Δε θέλαμε ν’ ανοιχτούμε αριστερά ή δεξιά, είχε χωράφια καλλιεργημένα και θα κολλάγαμε ανέλπιδα. Όσο πλησιάζαμε στη γραμμή, τόσο πιο τσιτωμένοι…

…Τότε αγριέψανε από τη σιδηροδρομική γραμμή. Ακούστηκε μια οργισμένη φωνή:

― Αλτ! Αλτ! Ποιοι είσαστε;

«Έλληνες είναι!» είπα ανακουφισμένος. Και τους φώναξα κι εγώ:

― Εσείς, ποιοι είστε;

― Την Παναγία σας! Σταματάτε, ρε, και μιλάτε τι είσαστε – εξαγριώθηκαν ακόμα πιο πολύ εκείνοι, και ακούμε, γέμιζαν με μανία τα ντουφέκια τους.

― Κρόνε! – είπα τότε χαρούμενος σ’ αυτόν που φώναζε θυμωμένος. ― Εσύ είσαι;

Ξαφνιάστηκαν.

― Εσύ, ποιος είσαι; – είπε έκπληκτος αυτός.

Φώναξα δυνατά στην ομάδα που ακροβολιζόταν:

― Σταματήστε! Οι δικοί μας είναι!

― Ο Νικηφόρος! – είπε τότε μια άλλη, χαρούμενη φωνή, από τη γραμμή.

― Νικηφόρε, εσύ είσαι; – είπε κι ο Κρόνος.

Και προχωρήσαμε προχώρησαν και αυτοί και ανταμώσαμε απάνω στο δρόμο. Ήταν η εμπροσθοφυλακή, πίσω έρχονταν τα δυο αρχηγεία μαζί, Παρνασσίδα και Λοκρίδα, είχαν ανταμώσει στο Μόδι και περνούσαν για τη Βελίτσα. Έπεφταν απάνω μας ενθουσιασμένοι. Ξέρανε τα ωραία νέα μας.

― Μπράβο! Μπράβο! – μας συγχαίρανε.

Όλοι θέλανε εκεί στο πόδι, λεπτομέρειες.

― Θα τα πούμε! Θα τα πούμε! – λέγαμε εμείς.

Έφτανε και η φάλαγγα. Η εμπροσθοφυλακή προχώρησαν στη δουλειά τους. Εμείς σταθήκαμε εκεί ορθοί. Πήρε αστραπή είδηση όλη η φάλαγγα και γινόταν πανηγύρι μέσα στη νύχτα και από πάνω να βρέχει ήσυχα, χορτάτα. Μας χαιρετούσαν και περνούσαν. Είχανε και μεταγωγικά πολλά. Περίμενα να φτάσει ο Διαμαντής.

― Ήρθε πάλι δίπλα ο πατέρας.

― Τι γίνεται; – μου είπε έκπληκτος.

― Τίποτα – του είπα χαμογελώντας. ― Οι δικοί μας ήσαν. Πάμε όλοι μαζί για τη Βελίτσα.

Έμεινε δίπλα μου ορθός και τον παρατηρούσα. Τέντωνε το λαιμό του μπροστά να ξεχωρίσει τη φάλαγγα, που άφινε τη δημοσιά κι έστριβε στο μονοπάτι τρία-τέσσερα μέτρα πιο πέρα από μας.

― Σαν πόσοι είναι, μωρέ! – έκαμε μια στιγμή ξεσηκωμένος.

Είχε τα χίλια γούστα.

― Σαν πόσους τους κάνεις, Πατέρα; – τον ρώτησα.

― Χμ – έκαμε με έμφαση – εκατό κι απάνω. Δεν είναι;

Πάλι χαμογέλασα.

― Έ, κι αν δεν είναι εκατό, πάντως εκεί κοντά. Έχουν και μεταγωγικά.

Ήρθανε κι ο Διαμαντής, ο Θησέας, ο Καραλίβανος, ο Πασαλής, ο Πλάτων. Ανταμώσαμε καταχαρούμενοι. Χαιρετούσαν και τον Πατέρα, κατενθουσιασμένοι όλοι.

― Έχω την ευχαρίστησιν! Έχω την ευχαρίστησιν! – έλεγε ο Πατέρας που του σύσταινα τους συναγωνιστές και του σφίγγανε το χέρι. Είχε ξαφνιαστεί – τόση εγκαρδιότητα, τόση επισημότητα, τέτοια ώρα ακατάλληλη, μέσα στη βροχή, κατακαμπής.

Μπήκαμε κι εμείς κάπου στη φάλαγγα. Χωρίς άλλο επεισόδιο, μόνο να μουσκεύουμε ατέλειωτα, φτάσαμε μπροστά στη Βελίτσα απάνω στο βαθύ χάραμα.

Νωρίς ήταν και ξεθεωμένη όλη η φάλαγγα. Κάμαμε λοιπόν μια στάση να φέξει λίγο, να ξυπνήσει το χωριό, να φκιάσουν και οι αντάρτες ένα τσιγάρο.

― Τους ζυγούς λύσατε! – φωνάξαμε κι άδειασε η δημοσιά. (Έχει και η Βελίτσα δημοσιά, τέσσερα χιλιόμετρα πάνω-κάτω από το Κηφισσοχώρι). Κατεβήκανε μέσα στις εληές οι αντάρτες και στους τοίχους των πεζουλιών, γιατί ανηφόριζε εδώ ο τόπος. Απαγγειάσανε όπου βρήκαν. Σε λιγάκι σπίθιζαν ολούθε σαν κωλοφωτιές τα τσακμάκια και οι φωτίτσες τα τσιγάρα τους. Άκουγες ήσυχο κουβεντολόι.

Ο Πατέρας είχε μείνει μοναχός στη δημοσιά! Περπατούσε πάνω-κάτω. Στεκόταν, κάθε τόσο, ανάσαινε δυνατά, σ’ όλες τις κατευθύνσεις, και ξανάρχιζε τις βόλτες. Η βροχή λασάριζε, κι έφεγγε σιγά-σιγά η μέρα.

Ανέβηκα κι εγώ κοντά του.

― Μωρέ! – μου ξαναλέει – σα μπόλικοι είναι!

Έβλεπες τις καύτρες τα τσιγάρα, πούχε γεμίσει ο τόπος.

Σε λίγο έφεξε καλά! Το χωριό καθάριζε σιγά-σιγά άχρωμο κι ανόρεχτο στην πλαγιά.

Η πλαγιά του Παρνασσού, κάθετη, γιγάντια από πάνω μας, ίσια ως τα σύννεφα. Γίνεσαι ελάχιστος αυτού.

Ανέβηκαν στη δημοσιά κι ο Διαμαντής, και οι άλλοι, τα αρχηγεία. Είπαμε να ξεκινάμε.

Φώναξα τότε δυνατά.

― Συναγωνιστές! Σε φάλαγγα κατά τριάδες! Αρχηγείο Παρνασσίδας! Αρχηγείο Λοκρίδας! Σύνταξιιις!

Σηκώθηκε τότε ένα χαρωπό σούσουρο μέσα στις σύθαμπες εληές και ξεμπουκάριζαν επιβλητικά στη δημοσιά ατελείωτα μπουλούκια οι αντάρτες. Είδα τους αντάρτες, γύρισα πάλι με τρόπο να δω και τον πατέρα. Είχε μείνει σύξυλος στον τόπο του. Μόνο κύτταζαν κατάπληκτα τα μάτα του και κυλούσε το κεφάλι του αργά από τη μιαν άκρη της φάλαγγας στην άλλη.

Μπήκαν οι αντάρτες στη γραμμή. Γέμισε η δημοσιά ως κάτω στη στροφή στρατό. Αληθινό στρατό! Μέσα στο ρουθούνι των εχθρών! Τριακόσια πενήντα αθάνατα παλληκάρια δύναμη, τα δυο Αρχηγεία μαζί αυτόν τον καιρό.

Φώναξα ξανά:

― Σαλπιγκτές! Σημαιοφόροι! Όλοι στην κεφαλή της φάλαγγας!

Και δεν έχανα από τα μάτια μου τον Πατέρα.

Έρχονταν μπροστά οι σαλπιγκτές και οι σημαιοφόροι. Κάθε ομάδα 15 άντρες είχαν σίγουρα σημαία τότε στην αρχή γιατί παίρνανε αποστολές και φεύγανε πότε η μια πότε η άλλη περιοδείες. Και οι πιο πολλές είχανε και σαλπιγκτή. Μαζευτήκανε λοιπόν μπροστά, σημαιοφόροι είκοσι με εικοσιπέντε και σάλπιγγες δεκαπέντε πάνω-κάτω. Έπαυε και η φασαρία στη φάλαγγα.

― Έπαρση σημαιών! – φώναξα με όλη μου τη δύναμη. (Άρχισαν τα ρίγη ν’ αυλακώνουν το κορμί μου).

Απλώθηκε σιγή στη φάλαγγα. Κατέβασαν γρήγορα οι σημαιοφόροι τα μακρυά κοντάρια τους, έβγαλαν τις αδιάβροχες θήκες που τύλιγαν τις σημαίες μαζεμένες ρολό στο κοντάρι, έβγαλαν από τα σακίδιά τους και τους χρυσούς σταυρούς, τους έμπηξαν στην κορυφή κι όταν τα ξανασήκωσαν ορθά φάνταζαν ένα μικρό δάσος και οι σταυροί λαμποκοπούσαν.

Ο Πατέρας είχε αποσβολωθεί στη θέση του. Μια στιγμή τον φοβήθηκα.

Έδωσα ξανά παράγγελμα «προσοχή!». Σα να τίναξε τη φάλαγγα ένας δυνατός σπασμός κι έμεινε ακίνητη.

Τότε σήμαναν και οι δεκαπέντε σάλπιγγες προσοχή! Σείστηκε ακέρηο το βουνό. Έκλεισα τα μάτια. Γύρισε εκείνη η βουή ξανά απάνω μας από τον κόκκινο βράχο και βογγούσε πίσω μας κύματα-κύματα όλος ο υγρός κάμπος.

Έδωσα παράγγελμα, «παρουσιάστε!».

Κι άρχισαν ξανά οι σάλπιγγες. Οι σημαιοφόροι, τεντωτοί, και ξετύλιγαν αργά-αργά τις μεταξωτές σημαίες με τα κιτρινωπά κρόσσια. Τεντωτή, σα σαΐτα, τανυμένη και η φάλαγγα, κύτταζε ολόκληρη ατενώς μπροστά, στις σημαίες.

Ο Πατέρας, πετρωμένος ο φτωχός στη θέση του! Είχε υποταχτεί εκμηδενισμένος. Χάθηκε μέσα σε κείνο το τρομαχτικό βουϊτό! Ξάφνου όμως!… Οι αντάρτες κάτι έκαναν! Γύρισε απότομα, είδε κι αυτός τις σημαίες. Άστραψε τότε σαν έντρομο το μάτι του. Έκαμε ένα τίναγμα αστείο, όπως κάναμε καμμιά φορά μικρά παιδιά στην εκκλησιά, που αποξεχνιόμασταν αθώα και μας σκούνταγε αγροίκα κάποιος «το καπέλλο σου ρε!». Έτσι κι ο Πατέρας, άρπαξε αστραπή τη στραπατσαρισμένη του τραγιάσκα από το κεφάλι του, κατέβασε το χέρι του με δύναμη, σα σπαθί, κάτω στο πλευρό του, και τεντώθηκε να κάτσει προσοχή κι αυτός. Πώς να το κατάφερνε όμως!… Τον αρπάξανε οι λυγμοί, διπλώθηκε σκυφτός στα δυο, δοκίμασε ξανά να στεριωθεί, αδύνατο – τρανταζόταν σύγκορμος κι έκλαιγε, έκλαιγε σα μικρό παιδί.

Και το χωριό στο μεταξύ, άλλος σεισμός. Με τα πρώτα σαλπίσματα, λαβατώθηκε ο κόσμος. Άνοιγαν παντού πόρτες και παράθυρα. Ανώγεια όλα τα σπίτια και φάτσα μπροστά μας στο ανηφόρισμα της πλαγιάς. Έγινε όλο το χωριό, σπίτια, άνθρωποι, σα σπασμωδικά κουρντισμένα παιγνιδάκια, κουνούσαν έξαλλα τα χέρια τους, φώναζαν, μαδούσαν τις γλάστρες. Στα μπαλκόνια, στα παράθυρα, κοπέλλες άπλωναν πολύχρωμες βελέντζες από τα προικιά τους, άστραψε όλο το χωριό λουλουδιασμένο. Ύστερα πλημμύρισαν οι δρόμοι κόσμο. Όλο το χωριό κατέβαιναν, ανοιχτά στα πλάγια τα χέρια τους να κρατούν ισορροπία, σα να πετούσαν.

Ήταν έτοιμη η φάλαγγα. Τέλειωσε η έπαρση, δώσαμε παράγγελμα και ξεκίνησε, σύσσωμη ξεκόλλησε από τη θέση της μ’ έναν ασυγκράτητο συγχρονισμό. Με το τρίτο βήμα άρπαξαν και το τραγούδι οι αντάρτες, άναψε και βούιξε όλη η πυκνή παράταξη. Έτρεξα στον Πατέρα. Έκλαιγε συνέχεια. Είχε βγάλει το μαντήλι του, μάζευε τα δάκρυά του. Τον έπιασα ήσυχα από το χέρι.

― Έλα, Πατέρα! – του ψιθύρισα.

Γύρισε και μ’ έβλεπε. Δεν κατάλαβε τι τούπα. Άφησε και τον οδήγησα. Τον πήγα μπροστά στη φάλαγγα και τον πήραμε ανάμεσά μας στην πρώτη τριάδα. Είχε βρει τον εαυτό του, συμμαζεύτηκε μ’ επίγνωση, έσκυψε να πάρει βήμα, ύστερα τεντώθηκε καμαρωτός κι έτσι προχωρήσαμε.

Δυο βήματα παραπάνω μας προλάβαινε το πλήθος. Άλλο πανηγύρι τότε εδώ! Άρχισαν ζητωκραυγές, ένα παραλήρημα, έκλαιγε ο κόσμος όλος, μας έραναν με λουλούδια, άνοιγαν να μείνει μέρος να περάσουμε, οι γερόντοι στέκονταν ευλαβικά, βγάζαν τα καπέλλα τους χλωμοί, έκθαμβο το βλέμμα τους και περνούσαν δάσος οι σημαίες μας μπροστά και κοντά η φάλαγγα με το δυνατό τραγούδι της.

Ανεβήκαμε στην πλατεία του χωριού, βούιζε το πλήθος γύρω μας. Όλη την ημέρα την περάσαμε μέσα σε μια έκσταση, αντάρτες και λαός. Παρέες-παρέες οι αντάρτες είπαν και ξανάπαν τα τραγούδια μας. Φέρανε οι Βελιτσιώτες κι όργανα, μια γερή ζυγιά κλαρίνα και στεριώθηκε τρικούβερτος χορός. Έγινε και η συγκέντρωση και μιλήσαμε.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ «ΑΝΤΑΡΤΗΣ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ ΤΗΣ ΡΟΥΜΕΛΗΣ» – ΤΟΜΟΣ Β΄

17103688_584111101784113_5176671461694487046_n

*επιτρέπεται η αναδημοσίευση των κειμένων και των συνοδευτικών στοιχείων σε sites – blogs, με ενεργό link που παραπέμπει στην παρούσα ιστοσελίδα.
*στηνφωτογραφία: Μετά την απελευθέρωσή του από τις Φυλακές Λειβαδιάς, ο μπαρμπα-Νίκος -δάσκαλος Νίκος Ι. Δημητρίου- στην μάχη της Αράχωβας, αντάρτης του ΕΛΑΣ (Σεπτέμβριος 1943).

Πηγή: https://www.facebook.com/permalink.php?story_fbid=584111101784113&id=416570205204871&substory_index=0

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: