1821

Η μάχη στο Μανιάκι και άλλα τινά (χειρόγραφη εξιστόρηση με αφηγητή τον Ηλία Σαλαφατίνο)

Στα Γενικά Αρχεία του Κράτους βρίσκεται ο φάκελος 266 στον οποίο φυλάσσεται το  αρχείο της συλλογής Βλαχογιάννη, Ένα από τα περιεχόμενα έγγραφα, χωρίς εμφανή την υπογραφή του συγγραφέα είναι και το «Σχεδίασμα ιστορίας της Επαναστάσεως» (1), το οποίο έγραψε (2) ο γνωστός Αρκάδιος πολιτι­κός Ρήγας Παλαμήδης.

Γενική αξιολόγηση των κειμένων, αλλά και την απόδοση τους στη γραφίδα του Παλα­μήδη, έχει κάνει η κ. Ιωάννα Γιανναροπούλου στους τόμους Β,Γ,Δ της «Μνημοσύνης». Σε γενικές γραμμές θεωρεί ότι τα γραφόμενα του Παλαμήδη είναι προχειρογραμμένα, άνευ ουσιαστικής ιστορικής αξίας και ότι «η προσφορά του σχεδιάζοντος και συχνότατα αυτο-σχεδιάζοντος Ρήγα Παλαμήδη δεν είναι μεγάλη, ουδέ μετρία εις την αξιολόγησιν των ιστορικών γεγονότων ή έστω την πληρεστέραν έκθεσιν αυτών… γενικώς δε αυξάνει κατά μικρόν τας πηγάς της ιστορίας του απελευθερωτικούτου έθνους ημών Αγώνος.»(3)

Μελετώντας τη συλλογή Βλαχογιάννη, για την σε εξέλιξη έρευνα μου σχετικά με τον Μανιάτη αγωνιστή Ηλία Σαλαφατίνο, βρήκα τα χειρόγραφα της «Ιστορίας» του Παλαμήδη, τα φωτογράφησα και τα έχω στο αρχείο μου. Το συμπέρασμα που έχω βγάλει από την παραβολή των κειμένων με άλλα κείμενα που αποδίδονται στον Σαλαφατίνο (τα οποίο έχω στο αρχείο μου), είναι ότι ο Παλαμήδης έχει στηρίξει την «Ιστορία» του σε ειδήσεις και πληροφορίες που του έχει δώσει κατά μεγάλο ποσοστό ο Σαλαφατίνος (4). Για να καταλήξω σε αυτό το συμπέρασμα συνέκρινα τα γεγονότα,τους αριθμούς, τον τρόπο περιγραφής και τα αναφερόμενα πρόσωπα. Σε όλα έχει πάρει μέρος ο Σαλαφατίνος που υπήρξε πράγματι αυτόπτης μάρτυς.

Ο Στ. Σκοπετέας υποστηρίζει (5) ότι τα κείμενα του «Σχεδιάσματος» «… προέρχονται από τον επιφανή και αυτόπτη αγωνιστή, τον ανδρείον και ακαταπόνητον Βοιτυλιώτην Ηλίαν Σαλαφατίνον, ως έχω βασίμους λόγους να υποστηρίζω».

Ο Στ. Γ. Καπετανάκης στην εργασία του (6) για τον πεσόντα στο Μανιάκι Θανασούλη Καπετανάκη γράφει: «Από μια περιγραφή της μάχης που όπως φαίνεται γράφτηκε από τον Μανιάτη αγωνιστή Ηλία Σαλαφατίνο …» και αναφέρεται στα γραπτά του Παλαμήδη.

Ο Παλαμήδης κινήθηκε στο χώρο των Μαυρομιχαλαίων. Πρωτοκαπετάνιος αυτής της οικογένειας υπήρξε ο Σαλαφατίνος, ο οποίος στα γεράματά του έζησε στην Αθήναστο σπίτι του Ανάσταση Μαυρομιχάλη και στο οποίο σύχναζε ο φίλος της οικογένειας Ρ. Πα­λαμήδης. Τι πιο φυσικό την περίοδο αυτή (δηλ. 1840 – 1856) να ρωτά για διάφορα περιστατικά του Αγώνα τον πολέμαρχο Σαλαφατί­νο, να κρατάει σημειώσεις και κάποια στιγμή να αρχίσει την συγγραφή της «Ιστορίας» του, την οποία σημειωτέον ποτέ δεν εξέδωσε και πάντα παρέμεινε σαν ένα χειρόγραφο τετράδιο σημειώσεων.

Βέβαια ο Παλαμήδης «εκμεταλλεύτηκε» τις πληροφορίες και το όνομα του Σαλαφατίνου και κατ’ επανάληψη διόρθωσε-διεστρέβλωσε γεγονότα με σκοπό α) να δικαιολογήσει ενέργειες και παραλείψεις που ζημίωσαν τον Αγώνα (δικές του και φίλων του πολιτικών) και β) να υπερτονίσει-διαφημίσει  την συμμετοχή του αφού στην πραγματικότητα δεν ήταν και τόσο μάχιμος, αλλά ένας εκκολαπτόμενος πολιτικός. Ο κάθε φιλήστορας έχει τις δικές του απόψεις και γι αυτό παραθέτω ολόκληρο το κείμενο του Παλαμήδη που αναφέρεται στη μάχη του Μανιακίου, αφού δώσω και δείγμα γραφής του:

 
Χειρόγραφο

         Μετά την από Μεσσηνίας αναχώρησιν του Γεωργίου Κουντουριώτου, ο Π. Μαυρομιχάλης, αρχηγός τότε των στρατευμάτων εστρατοπεδευμένος εις Κουτήφαρη του Νεοκάστρου, έστειλε τον Σαλαφατίνον να στρατολογήση εις Κοντοβούνια και να έλθη κατά των πολιορκούντων το Νεόκαστρον. Ελθών δε ούτος εις την Αγιά και ειδοποιήσας τους Κοντοβουνησίους, τον ηκολούθησαν 400. Αλλά το Νεόκαστρον ήγε τρίτην ημέραν εις τας εχθρικάς χείρας. Απελπισθείς ο Σαλαφατίνος από τον σκοπόν του τούτον και μαθών ότι ο Γρηγόριος Δικαίος με 500 στρατιώτας και με άλλους οπλαρχηγούς, με πολλούς Τριπολίτας και Λεονταρίτας (Μεγαλοπολίτας) ευρίσκεται εις Κουτήφαρη, ελθών εκεί ο Σαλαφατίνος με το υπ΄αυτόν και συσσωματωθέντες ήλθον όλοι ομού εις Μανιάκην. Αλλά τους είχε παρακινήσει πρότερον να έλθουν να οχυρωθούν εις την Αγιά, θέσιν δυνατήν και έχουσαν οχυρώματα, πλήν ο Δικαίος και οι λοιποί έκριναν την θέσιν Μανιακίου και ούτως έμειναν εκεί.

         Μετά δύο ημέρας ο Ιβραήμης στρατοπεδεύει εις το Κρεμμύδι πλησίον του Νεοκάστρου (Πύλος) πανστρατιά, το οποίον ιδόντες οι Έλληνες ητοιμάσθησαν εις Μανιάκην, ο Κεφάλας με τους Πολιανίτας εις τα δεξιά της κωμοπόλεως, οι δε Τριπολίται με τον Κατάνην Αργείον εις τα αριστερά, ο Βοϊδές, ο Χριστοδουλάκης, Σταυριανός Καπετανάκης, Πιέρος Αλούπης και Πουλικάκος ανακέφαλα της κώμης, ο δε παπά Περθωρίτης εκ Τριπόλεως με τά των Στερεοελλαδιτών εις θέσιν ισχυράν, δια να φυλάττη τα νώτα εν τοις οχυρώμασιν. Ο Γρηγόριος Δικαίος δια να είναι πάντοτε έτοιμος προς βοήθειαν εκάστου οχυρώματος κινδυνεύοντος, έλαβε θέσιν εις το κέντρον των τριών οχυρωμάτων. Ο δε Σαλαφατίνος κατέβη εις τους πρόποδας της Μανιάκης δια ν’ απαντήση τον εχθρόν, όστις ήδη είχε κινήσει. Αψιμαχίας δε γενομένης, μη δυνηθείς ο Σαλαφατίνος ν’ αντισταθεί υπεχώρησε και ήλθεν εις το οχύρωμα του Δικαίου μετά των Κοντοβουνησίων.

         Ο εχθρός τους ηκολούθησε, καθ’ εσπέραν έφθασεν ο Σταυριανός Καπετανάκης συμπαραλαβών 100 Σπαρτιάτας, τα καλύτερα παλληκάρια, ανεχώρησενεκείθεν καθώς και ο Αλούπης πρότερον. Αμέσως μετά τον ακροβολισμόν του Σαλαφατίνου κατά του εχθρού μη ενδώσας εις τας παρακλήσεις του Βοϊδές. Επομένως το οχύρωμα των Σπαρτιατών έμεινε με πολλά ολίγους Σπαρτιάτας, εξ’ ών οι 60 Γενιτζάνοι μετά του Θανασούλη Καπετανάκη.

λιθογραφία εκδοθείσα στο Παρίσι

         Η Τρίτη μοίρα, επί  κεφαλής της οποίας ήτον ο Ιβραήμης, ώρμησε κατά τα νώτα των Σπαρτιατών, οίτινες μη δυνηθέντες ν’ αντισταθώσιν έτρεξαν εις το οχύρωμα του Δικαίου. Τότε οι Τούρκοι ώρμησαν κατά του παπά Περθωρίτη, τον οποίον θραύσαντες αμέσως εκυρίευσαν το οχύρωμά του και επέπεσον κατά του Δικαίου, όστις αντισταθείς με πολλήν γενναιότητα και καρδίαν ηρωικήν έπεσεν ενδόξως επί των εχθρικών πτωμάτων.       Ο πόλεμος ήρχισε πρώτον με το ιππικόν, όστις διήρκεσε μίαν περίπου ώραν, έπειτα έφθασε το τακτικόν. Ο Ιβραήμης διήρεσε εις τρεις μοίρας, την μεν κατά του Κεφάλα, την δε κατά των Αργείων και Τριπολιτών, την δε κατά των Σπαρτιατών. Ο πόλεμος του τακτικού ήρχισε κατά πτώτον εις το οχύρωμα του Κεφάλα και μ’ όλον που αντεστάθηκαν γενναίως και αριθμός ικανός εχθρών έπεσεν και οι λοιποί ωπισθοδρόμησαν, οι εν τω οχυρώματι εδείλιασαν, ο δε Θανασούλης Χριστοδουλάκης με ολίγους στρατιώτας ελθών τους ενεθάρρυνε. Οι Τούρκοι προσέβαλαν έπειτα τους Αργείους, Τριπολίτας και Κοντοβουνησίους, αλλ’ εφονεύθησαν και εδώ ακόμη περισσότεροι εχθροί και ωπισθοδρόμησαν και αυτοί.

         Οι Έλληνες εις την μάχην Μανιάκης ήσαν 750, οι δε Τούρκοι οι μεν λέγουν ότι ήσαν 10.000, οι δε 12, άλλοι περισσότεροι και άλλοι ωλιγότεροι.         Μετά τον θάνατον του Δικαίου οι Έλληνες δεν εσυλλογίζοντο ει μη τις να πρωτοφύγη. Όθεν πολεμούντες και φεύγοντες, όσοι κατέφευγον προς το μέρος των Κοντοβουνησίων διεσώθησαν περισσότεροι, ενώ από τους εις άλλα μέρη καταφεύγοντες εφονεύθησαν οι πλειότεροι, διωκόμενοι από τους ιππείς. Όλος ο αριθμός των φονευμένων Ελλήνων εις αυτήν την μάχην ανέβη εις 400, μεταξύ των οποίων συναρισθμούνται και ο Κεφάλας, ο Πιέροε Βοϊδές Μαυρομιχάλης, ο Θανασούλης Χριστοδουλάκης, ο Κακάνης Αργείος και πολλοί άλλοι αξιωματικοί των οποίων τα ονόματα αγνοούμεν. Των δε Αιγυπτίων ο αριθμός των φονευμένων ανέβη εις 750, εξ’ ών οι 45 ήσαν αξιωματικοί.

Περιστατικά

         Πριν της μάχης ο Γρηγόριος Δικαίος έγραψε ζητήσας την βοήθειαν του Κολιόπουλου, αλλ’ ούτος (αγνοείτε η αιτία) ηρνήθη την πρόσκλησιν. Ακούσαμεν πολλόυς λέγοντας, αν ήρχετο ο Κολιόπουλος και αν δεν έφευγεν ο Σταυριανός με τους Σπαρτιάτας, οι Έλληνες αν δεν εκέρδιζον την νίκην, τουλάχιστον δεν ήθελεν φονευθή τόσοι Έλληνες. Ημείς απομακρυνόμενοι από τας κρίσεις λέγομεν ότι ημπορούσε να γένη και το εναντίον, να πέσουν δηλαδή περισσότεροι Έλληνες.
Η κ. Γιανναροπούλου στο σχολιασμό του παραπάνω κειμένου γράφει : «……εις το μεσσηνιακόν Μανιάκι ο Παλαμήδης αφιερώνει ολίγας αλλ΄ ικανού  ενδιαφέροντος σελίδας…..δια την μάχην έχουν γραφεί πολλά και καλά, τόσον από τους ιστοριογράφους του  Αγώνος, όσον και από μεταγενέστερους ερευνητάς και αυτούς τους μεταγράφοντας την ύλην της Ιστορίας εις έργα Λογοτεχνίας*…..» Παραθέτει δε σαν εξαιρετικές πηγές για αυτούς που θέλουν να ασχοληθούν ιδιαίτερα με το θέμα τους :         Μετά την μάχην εις Μανιάκης ο Σαλαφατίνος ελθών προς τον Κολιόπουλον εσυμφώνησε με’ αυτού να συστρατεύσωσιν, αλλά την ιδίαν νύκτα ο Κολιόπουλος εγκαταλιπών τον Σαλαφατίνον με τους ολίγους Σπαρτιάτας, ανεχώρησεν. Ο δε Σαλαφατίνος ελθών εις έν χωωρίον των Κοντοβουνίων εύρεν 100 περίπου οικογενείας εκ γερόντων, γυναικών και παιδίων, θρηνούσας και ελεεινολογούσας την τύχην των. Οι Οθωμανοί είχον την ιδέαν της περί τούτων καταφυγής εις τα Κοντοβούνια και έστειλαν απόσπασμα στρατιωτών να τους αιχμαλωτίσωσιν, αλλ’ αστροφεγγούς ούσης της νυκτός οι Σπαρτιάται τους είδον ερχομένους, τους καρτερούν, τους προσβάλλουν και τους βιάζουν να επιστρέψουν. Έπειτα λαβόντες οι Σπαρτιάται τας οικογενείας αυτάς τας έφερον εις Γαράντζαν.

Α) Σπ. Λουκάτος, η αλληλογραφία του Γρ. Δικαίου, του Παπαφλέσσα, μετά του Εκτελεστικού σώματος προ της μάχης εις το Μανιάκι 1-18 Μαίου 1825 «Μνημοσύνη» τόμος Α΄/1967

Β) Ντ. Κοτσώνη, ο Παπαφλέσσας εις το Μανιάκι, «Ιθώμη» έτος Α΄/1973.

Γ) Μ. Φερέτου, έκδοσις σχετικώς εγγράφων, «Ιθώμη» έτος Α΄/1973


Παραδόσεις για τη μάχη στο Μανιάκι
*εννοεί πιθανότατα το λογοτέχνημα του Μιχ. Μητσάκη περί του «φιλήματος» του Ιμπραήμ στον νεκρόν Παπαφλέσσα εις ένδειξιν εκτίμησης της γενναιότητός του. Το οποίον βέβαια το πήραν οι μεταγενέστεροι και το έκαναν πίνακα ζωγραφικό και «ιστορία» στα σχολικά βιβλία.

Εδώ στα ορεινά χωριά της Αλαγονίας, δύομεγάλους αγωνιστές του 21 θυμάται έως τα σήμερα ο κόσμος. Το Θοδωράκη τον Κολοκοτρώνη και τον Παπαφλέσσα. Ήταν καιροί, στα χρόνια που ακολούθησαν έπειτα από το 21, που ο κόσμος εμοιράστηκεν, ακολουθώ­ντας πότε τον έναν από τούς δύο τους και πότε τον άλλο. Ο Παπαφλέσσας είχε φημισμένη λεβεντιά και μεγάλη παλληκαριά. Κοντά σ’ αυτά είχε μάθει και γράμματα και ήξερε καλά και την πολιτική. Μα δεν είχε τα πολεμικά τερτίπια του Κολοκοτρώνη. Φοβόταν πάντα πως ο Θοδωράκης θα είχε πάντοτε στον πόλεμο την πρωτειά. Με την πολιτική τα εκατάφερε και έκλεισε τον Κολοκοτρώνη στη φυλακή, σ’ ένα υδραίικο μοναστήρι. Ο ίδιος ο Παπαφλέσσας, όταν οι άνθρωποί του τον έπιασαν, του πήρε από το σελάχι τις πιστόλες του. Όταν εβγήκε στο Νιόκαστρο ο Μπραήμης και ανηφόρισε να πάει στην καρδιά του Μοριά, ο Παπαφλέσσας έτρεξε να τον χτυπήσει. Φοβόταν πως, αν δεν πρόφτανεν αυτός να τον ρίξη στην θάλασσα, θα ερχόταν ο Κολοκοτρώνης, θα τον ελειάνιζεν όπως και τον Δράμαλη, και θα έπαιρνε καινούργιες δόξες. Ο Κεφάλας, την παραμονή προτού γίνει ο φριχτός πόλεμος στο Μανιάκι, τα είδε τα στενά και του είπε παραπονετικά:

-Παπαζουρλέ, που μας ήφερες εδώ να μας τσακίση ο Αράπης με την καβαλλαρία τον. Θα πάρεις εμάς και τα παιδιά μας στο λαιμό σου.

Και ο Παπαφλέσσας του αποκρίθηκε:

-Ορέ Παλιοδυρραχίτη, πασπαλιάρη, τι κιότεψες ορέ. Αν δεν πολεμήσουμε εδώ, ταχιά θα φτάση ο Κολοκοτρώνης και θα τον λειανίση τον Αράπη. Και τότε πλιά εσύ θα γυρίσης στο Δυρράχι στους μύλους να κλέβης τ’ απολέσματα κι’εγώ θα γυρίσω στην Πολιανή να βόσκω γουρούνια και γιδοπρόβατα.

Έπειτα από το σκοτωμό τον Παπαφλέσσα στο Μανιάκι, ο Κολοκοτρώνης επήρε τη φοράδα του. Στους πολέμους που έγιναν κατοπινά στο Ίσαρι, έτυχε να παραπατήση η φοράδα και να πέση στα κοτρώνια μαζί με το Θοδωράκη. ΟΚολοκοτρώνης εχτύπησε στον ακούτραφο κι έχασε τις αισθήσεις τον. Τον επήγαν σ’ ένα γειτονικό χωριό τον περιποιήθηκαν με τα πρόχειρα γιατρικά εκείνου του καιρού, εζέσταναν βούτυρο και το έβαλαν επάνω στο χτυπημένο μέρος. Με τούτο και με τ’ άλλο ήρθε πάλι ο γέρος τον Μοριά στα συγκαλά του. Τότε του είπαν:

-Ο Θεός έκαμε να πέσης γιατί επήρες τη φοράδα του σκοτωμένου εχθρού σου.

Μα ο Θοδωράκης απολογήθηκε:

-Μα κι’ εκείνος όταν μ’ έβαλε στη φυλακή μου πήρε τις μπιστόλες  μου.

Ο Μπραήμης έκαμε με το τακτικό του πόλεμο σκληρό. Ο Κολοκοτρώνης τον ακολουθούσε και τον χτύπαγε στις πλάτες. Κάποτε που πέρασε από το χωριό μας εσυνάχτηκαν οι πρώτοι του χωριού και του είπαν:

-Γιατί Στρατηγέ δεν βαρείς τον Μπραήμη; Γιατί δεν τόνε χαλάς, όπως χάλασες και τον Δράμαλη τ’ ασκέρι;

Και ο Κολοκοτρώνης τους αποκρίθηκε:

-Βρέ τι λέτε! Τον κουμπάρο μου να βαρέσω; Αυτός μ’ έβγαλε από τη φυλακή!

Αυτοί που άκουσαν την απόκριση κουτοί άνθρωποι, όπως είτανε, δεν εκατάλαβαν το τι ήθελεν ο Γέρος τον Μοριά να τους ειπεί. Και επήγαν και διαλάλησαν ότι ο Κολοκοτρώνης έστειλε κι έφερε τον Μπραήμη από την Αραπιά, για να χτυπήση τον εχθρό του το Φλέσσα. Κι έμεινε από τότες αυτός ο λόγος στα χωριά τηςΑλαγονίας και λέγεται ακόμη από ανθρώπους που δεν ξέρουν τα πράγματα και δεν έχουν νου για να καταλάβουν μιαν έξυπνη κουβέντα».

Ένα άλλο κείμενο (8) που αξίζει αναδημοσίευσης είναι το παρακάτω του ακαδημαϊκούΣωκρ. Β. Κουγέα που στον πρόλογό του γράφει ότι: «Εις την παιδικήν ηλικίαν μου έκαμενεξαιρετικήν ευχαρίστησιν να συναναστρέφωμαι και να συνομιλώ με ηλικιωμένα πρόσωπα του οικογενειακού και του συγγενικού μας κύκλου, ανήκοντα εις την επαναστατικήν ή την πρώτην μεταεπαναστατικήν γενεάν και να ακούω τας αφηγήσεις των από προσωπικά ενθυμήματα ή ακούσματα. Ιδιαίτερο δε ενδιαφέρον είχαν δι’ εμέ αι σχετικοί προς τον Αγώνα διηγήσεις …». Παραθέτω το κείμενο:

«Από την τραγωδίαν της μάχης του Μανιακίου η παράδοσις έχει διατηρήσει πολλά ανέκδοτα και μοιρολόγια, τόσον τον πρωταγωνιστού Παπαφλέσσα όσον και των συναγωνιστών του Κεφάλα, Παπαγιώργη και Βοϊδή Μαυρομιχάλη που συναπέθαναν ηρωικά στο Μανιάκι τον Μάιον του 1825. Από την γενέτειράν μου έχω ακούσει δια τον Μανιάτην Καπετάνιον Πιέρον Βοϊδήν Μαυρομιχάλην και τον γραμματικόν του την εξής παράδοσιν:

Από το Μανιάκι

Όταν ο Παπαφλέσσας εστρατοπεύδευσε την 16 Μαΐου 1825 εις το Μανιάκι με σκοπόν να δώση εκεί την κατά του Ιμβραήμ αναμενόμενην μάχην, οι αφοσιωμένοι προς αυτόν συναγωνισταί και ο αδελφός του Νικήτας που ήσαν περισσότερον έμπειροι του πολέμου, είχαν διαφωνήσει με την απόφασίν του, θεωρούντες όλως ακατάλληλον και απρόσφορον την θέσιν δια την άμυνάν των. Μεταξύ αυτών ήτο και ο οπλαρχηγός των Μανιατών Πιέρος Βοϊδής, όστις μετά δύο ημέρας, όταν είδαν ότι ο εχθρός είχε κινήσει εναντίον των, του επανέλαβεν εντονότερα την γνώμην περί απομακρύνσεως του στρατοπέδου από την επικίνδυνον εκείνην θέσιν. Ο Παπαφλέσσας, συνηθισμένος να απορρίπτη κάθε εναντίαν προς την ιδικήν του γνώμην, άλλοτε επιτιμών και άλλοτε ειρωνευόμενος   τον   αντιλέγοντα,   είπεν   απευθυνόμενος προς τον Βοϊδήν: «Εκιότεψες, Μανιάτη;» και διέταξε να κατασκευασθούν αμέσως τα ταμπούρια. Την επομένην, όταν είδε τας φάλαγ­γας του Ιμβραήμ να πλησιάζουν προς το ελληνικόν στρατόπεδον, τότε (λέγει η παράδοσις αυτή) αντιληφθείς άφευκτον τον κίνδυνον της καταστροφής, τα εχρειάσθη και άρχισε να ομιλή περί αλλαγής θέσεως και συμπτύξεως του στρατοπέδου. Αλλ’ ο Βοϊδής, του οποίου είχε θιγή το Μανιάτικο φιλότιμο από την δηκτικήν παρατήρησιν της προηγούμενης ημέρας, του απήντησεν: «Όχι, παπά παλληκαρά, εδώ θα μείνωμε! Πάμε γιαμά (λοιπόν) στα ταμπούρια μας και όποιος απομείνει ζωντανός, ας ακούη τα μοιρολόγια των γυναικώνε».

«Κατά την παράδοσιν των Δολών συνεκηραιεύων γραμματικός του Βοϊδή ήτο ένας Δολοιανός, Αντιβάσης το επώνυμον, από οικογένειαν λογίων, ευπόρων και φωτισμένων του τόπου. Αυτός, όταν εφάνη ότι η σύγκρουσις θα επήρχετο την επομένην πρωίαν, εκάλεσε το βράδυ τους ένδεκα συγχωριανούς τον Δολιανούς αγωνιστάς και τους συνεβούλευσε να φύγουν δια να σωθούν, διότι η παραμονή των θα είναι άσκοπος θυσία, αφού η συντριβή και ο όλεθρος του στρατοπέδου θα είναι αναπόφευκτος. Και αυτός μεν λόγω της θέσεως του δεν μπορεί να εγκατάλειψη τον Καπετάνιο του και θα μείνη να συναποθάνη μαζί του. Αλλ’ εκείνοι πρέπει να φύγουν «για να μη κλείσουν τα σπίτια των», δηλαδή να μη καταστραφούν αι οικογένειαί των. Πράγματι δε οδοιπορούντες την νύκτα κατόρθωσαν να φθάσουν εις την παραλίαν, οπόθεν διεπεραιώθησαν μετά τινάς ημέρας εις την απέναντι πλευράν του Μεσσηνιακού κόλπου, όπου η Αβία, της οποίας το μικρόν υπό τον Σταυριανόν Καπετανάκην σώμα, είχεν επίσης εγκαταλείψει το Μανιάκι από την προηγούμενην ημέραν. Οι διαφυγό­ντες Δολοιανοί επολέμησαν τον Ιμπραήμ μετά έν ακριβώς έτος νικηφόρως εις την Βέργαν του Αρμυρού, ένας δ’ εξ αυτών, ο Θανάσης Γυφτέας, έπεσεν εκεί μαχόμενος».

Βέβαια δεν θα μπορούσε να λείψει και η τοπική (γύρω από το Μανιάκι) παράδοση. Την παρουσιάζει με γλαφυρότατο τρόπο ο κ. Πά­νος Κοσμόπουλος σε κείμενο με τίτλο «η επιχώρια παράδοση από τη θυσία του Παπαφλέσ­σα» που δημοσίευσε στην «Ιθώμη» τεύχος 29-30 σελ. 28-32.
«Το τραγούδι αυτό», γράφει ο Στ. Κακούτης, «το πήρα από τον Κώστα Κορμά γνήσιο απόγονο του χιλίαρχου και το τραγουδούν οι συμπατριώτες του σε ώρες στοχασμού».«..Ένας άλλος ένδοξος νεκρός της μάχης ήταν ο Ηλίας Κορμάς από του Κεφαλληνού. Ο Στ. Κακούτης στο ίδιο βιβλίο αναφέρει πολλά στοιχεία για την δράση του και την προσφορά του γενικότερα. Αναφέρει επίσης την τοπική παράδοση που λέει ότι το άλογο του νεκρού χιλίαρχου Ηλία Κορμά γύρισε στου Κεφαλληνού δύο χρόνια μετά το θάνατο του αφεντικού του, πέρασε σαν σίφουνας από την πλατεία και σταμάτησε στο σπίτι του ήρωα όπου το υποδέχτηκε η χήρα μοιρολογώντας.

Θέλτε ν’ ακούσιε κλάϊματα, ν ‘ακούστε μοιρολόγια;

Περάστ’ από τα Διάσελα κι’ από τα Καψαλώνια,

περάστε  απ’ του Κεφαλληνού κι απ’ το ‘ρημο Δεντράκι,

κι εκεί θ’ ακούστε κλάιματα θ’ ακούστε μοιρολόγια.

Θ’ ακούστε τις Κορμαίτισες, τις πένιε συννυφάδες,

πως κλαίνε και πως θλίβουνται και βαρυαναστενάζουν.

Συνδυό το λένε το πρωί, συνδυό το μεσημέρι

και κάθε κοντοδειλινό το λεν όλες αντάμα,

και κείνει η Καπετάνισσα του Χίλιαρχου η Γυναίκα,

στο παραθύρι κάθεται τους  δρόμους αγναντεύει.

Βλέπει στρατιώτες νάρχονται, διαβάτες να περνούνε,

βγαίνει μπροστά  τούς χαιρετά και τους διπλορωτάει:

–        Στρατιώιες μου, διαβάτες μου, καλά μου παλληκάρια,
μην είδατε το χίλιαρχο, το Λιά τον Καπετάνιο;

Μεσ’ το  Μανιάκι κοίτουνται όλ’  οι Καπεταναίοι

Ο Παπαφλέσσας κι ο Κορμάς και ο Μαυρομιχάλης,

Μπιτσιάνης απ’  την Πολιανή, μαζί με τον Κεφάλα.

Στρώμα  ‘χουνε  τη μαύρη γης, προσκέφαλο την πέτρα

και για πανωσκεπάσματα του Φεγγαριού τη λάμψη.

Μαύρα πουλιά τους τρώγανε, μαύρα τους τριγυρίζουν

κι’ ένα πουλί, καλό πουλί, δεν τρώει απ’ τους λεβέντες..

Είχε τα μάτια του θολά και τα φτερά του μαύρα,

μα είχε και τα νύχια του στο γαίμα βουτηγμένα.

Στα παλληκάρια έλεγε και στους Καπεταναίους:

–        Σηκώτ’ απάνου βρε παιδιά ν’ από το μαύρο χώμα,
να δήτε Ελληνικά Σπαθιά και Κλέφτικα ντουφέκια,
να δήτε το Νικηταρά και τον Κολοκοτρώνη,

πως πολεμούνε την Τουρκιά και  τους Αρβανιτάδες.

Στη μνήμη των πεσόντων

Η λαϊκή μούσα θρήνησε τους γενναίους. Πολλά είναι τα μοιρολόγια αλλά και τα ηρωικά τραγούδια που αναφέρονται ή σε συγκεκριμένα περιστατικά πρίν και μετά τη μάχη ή σε γενναιότητες των πεσόντων μαχητών.

Ένα σπουδαίο περιστατικό είναι ότι στη μάχη έπεσε ηρωικά και μια γυναίκα. Γράψει ο Στ. Κακούτης (9):

«Οι εμπειροπόλεμοι οπλαρχηγοί των Κοντοβουνίων, που γνώριζαν όλα τα κατατόπια της περιοχής από κάθε πλευρά, πρότειναν στον Παπαφλέσσα να βαρέσουν τους αραπάδες στη θέση Αγιά. Ο πεισματάρης όμως υπουργός δεν σεβάστηκε την γνώμη τους την ορθή. Γι αυτοί πειθάρχησαν, καθώς γράφει κι ο ιστορικός Κώστας Καλαντζής «στο πείσμα και στο θολωμένο από το πάθος του πολέμου μυαλό του» κι έπιασαν το Μανιάκι. Εκεί, στο στάδιο της τιμής, οι αντρειωμένοι Έλληνες αντιμετώπισαν τον εχθρό και το θάνατο απτόητοι και έπεσαν ηρωικά.

Ηρωικά έπεσε και η Διαμάντω, η πεντάμορφη Κλεφτοπούλα. Κόρη τουΚλεφτοκαπετάνιου Μπουχουνά και αδερφή του οπλαρχηγού Κώστα Μπουχουνά απ’ τηνΤριπύλα. Ήταν αρρεβωνιαστικιά του αγγελόμορφου οπλαρχηγού Αναγνώστη Γκότση από τον Αητό. Η αντροφορεμένη αντάρτισσα, η ζωσμένη το σπαθί και το ντουφέκι (που πρέπει να είναι η περίφημη Αρκαδιανή}, η πανελλήνια τραγουδισμένη για τις πολεμικές και αθλητικές της ικανότητες. Η νύφη της Λευτεριάς, που μείνανε άταφα κι αλιβάνιστα τα κόκκαλά της στο Μανιάκι, μαζί με τ’ αδερφού της, των 17 Γκοτσαίων και άλλων ηρώων…»

Αλλά να και το σχετικό τραγούδι, όπως τραγουδιέται ακόμη και σήμερα:

Του Φλέσσα η μάνα κάθεται στης Πολιανής τη στράτα,

και τους διαβάτες ρώταγε και στους διαβάτες λέει:

Μην είδατε τον αρχηγό κείνον τον Παπαφλέσσα;

Εψές προψές τον είδαμε πάνω στα Κοντοβούνια.
Και στον Αητό σταμάτησε στο σπίτι τ’ Αναγνώστη,
και φάγανε και ήπιανε και πήγαν στου Τριπύλα.
Στου Μπουχανά ξεπέζεψαν και κάμανε συμβούλιο,
πως θα βαρέσουν τον πασά, του Ιμπραήμ τ’ ασκέρι.
0 Αναγνώστης πρότεινε μέσ’  την Αγιά να πιάσουν,
πόχει ταμπούρια δυνατά κι όμορφα μετερίζια
Συμφώνησε κι ο Μπουχανάς αντάμα κι ο Γυφτάκης.
Κι’ ο Φλέσσας δεν τους άκουσε και πιάσαν το Μανιάκι.
Κι’ όλοι τους σκοτωθήκανε, χάθηκε  και η Διαμάντω.

Περισσότερα για την ταυτότητα της «Αρκαδιανής» στα Πελοποννησιακά, 1991, Γ’ συνέδριο Μεσσηνιακών σπουδών, Ιωάννη Μ. Αρβανίτη σελ. 375-384.

Από τους σπουδαιότερους Μανιάτες πεσόντες ήταν και ο Πιέρρος Βοϊδής Μαυρομιχάλης. Ο Βοϊδής ήταν εξάδελφος του Πετρόμπεη και ο Δ. Βαγιακάκος δημοσίευσε (10)   πολλά μοιρολόγια που ειπώθηκαν γι’ αυτόν. Το παρακάτω είναι από τα χαρακτηριστικότερα:

Από το Άλφα ως το Μι

ε, καπετάν Πέτρο Βοϊδή,

το ‘βρες από του πάππου σου

τη στρατηγία να κρατάς

και την Τουρκιά να κυνηγάς.

Στη Ρούμελη και ‘ς το Μοριά,

πολέμησες ηρωικά

Μα εις τα Μεθωκόρωνα,

εις του Μανιάκι τον καβγά,

εκεί ήταν ο Ιμπραήμ πασάς

με τα φουσσάτα τα πολλά,

χιλιάδες είχεν Αραπιά

και χωριστά καβαλλαριά,

Μαυρομιχάλης ο Βοϊδής

με εκλεκτή Μανιατουριά

και με το Φλέσσα τον παπά

κόψανε μέσα ‘ς την Τουρκιά

με καριοφίλια, με σπαθιά,

χιλιάδες Τούρκους σφάξανε,      

εκειν’  οι δύο στρατηγοί,

που δεν εχόρταιναν τιμή,

κ’ εκδικιωμένοι έπεσαν

    ‘ς τη μάχη, όπου κέρδισαν

     και με χαρά κατέβησαν

εις την παντοτεινή ζωή.

Πιστεύω ότι ο μόνος επίλογος που ταιριάζει σ’ ένα κείμενο για την θυσία στο Μανιάκι, είναι ο στίχος:

«Κι αν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα θεία είναι η δάφνη. Μια φορά κανείς πεθαίνει» (11).

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1.  Ο τίτλος στα χειρόγραφα δόθηκε από την κ. Ιωάννα Γιανναροπούλου.

       2.Πρώτος έδωσε στη δημοσιότητα,  απ’ όσο γνωρίζω, την είδηση για την ύπαρξη των χειρογράφων, ο ιστοριοδίφης Σταύρος Σκοπετέας  (1908-1958).   Ιδιαίτερα  το  κείμενο για τη μάχη στο Μανιάκι δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ηχώ  της   Μεσσηνίας»   στις 17/5/54 αρ. φυλ. 92.

  1. «Μνημοσύνη» Δ’ τόμος 1972 -1973,σελ. 150 & 155.
  2. Ιδέ εργασίες μου «Ιθώμη» τεύχος 35-36,  Δεκ.   1993 και «Έκφραση» τεύχος  7,Μάρτιος 1994.
  3. Εφημ. «Ηχώ της Μεσσηνίας» 17/5/54, φυλ. 92.
  4. Λακωνικοί Σπουδαί, τόμος Γ’ 1977, σελ.. 292.
  5. Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1962, σελ 38
  6. Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1962, σελ. 6.
  7. Μοραΐτικα    Δημοτικά    Τραγούδια,1978.        
  8. Ο   Ιμπραήμ   εναντίον   της   Μάνης,1961.
  9. Από   τον    «Ελληνικό    Ύμνο» του Μιστράλ, σε μετάφραση τον Κωστή Παλαμά.

Πηγή: Ταΰγετος, πέτρινο ανάγλυφο του Θεού, ζωντανή παρουσία.: ΣΑΛΑΦΑΤΙΝΟΣ ΗΛΙΑΣ-Η ΜΑΧΗ ΣΤΟ ΜΑΝΙΑΚΙ και άλλα τινά (χειρόγραφη εξιστόρηση με αφηγητή τον Ηλία Σαλαφατίνο)

Advertisements

1 thought on “Η μάχη στο Μανιάκι και άλλα τινά (χειρόγραφη εξιστόρηση με αφηγητή τον Ηλία Σαλαφατίνο)”

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s