1821

Η τραγωδία των Χονδρογιανναίων του Μαζίου

 

Ληστές-και-βοσκοίΓράφει ο ΣΑΘ

«Ντρουμπέτες εβαρέσανε να κόψουν πέντε αδέλφια

να κόψουν τα κλεφτόπουλα και τους Χοντρογιανναίους

στ’ Ανάπλι μέσ’ τον πλάτανο, στ’ Ανάπλι μέσ’ την Πρόνοια.

Πρώτα τον Γιώργη κόβουνε και δεύτερο τον Γιάννη

και παραδευτερότερα κόβουνε τον Αντρούτσο.

Ψιλή φωνίτσα έβαλε όσο κι αν εδυνάστη.

Δεν είν’ ντουφέκια για τ’ εμάς δεν είναι καριοφίλια

πού βρέθη ένας στραβάραπας, να κόψει πέντε αδέλφια;»     

Αυτό είναι ένα από τα πολλά δημοτικά τραγούδια με τα οποία ο λαός θρήνησε το θλιβερό και ανατριχιαστικό τέλος (εκτέλεση) πέντε (!) αδελφών, των Χονδρογιανναίων, οι οποίοι κατά την Επανάσταση, υπό την ηγεσία τού πατέρα τους, του περιώνυμου κλεφτοκαπετάνιου Γιάννη Χονδρογιάννη, σήκωσαν πρώτοι το ντουφέκι στην επαρχία Καλαβρύτων.

Οι γενναίοι και λεβεντόκορμοι Χονδρογιανναίοι, (ο Γερμανός αρχαιολόγος Ρως τους μνημονεύει ως «εξαισίως ωραίους» και ο θρύλος τούς θέλει ‘νεραϊδογεννημένους’ σαν τους Μαυρομιχαλαίους), ήταν από το Μάζι (το σημερινό Ελατόφυτο) Κλειτορίας, έναν απόμερο οικισμό στα ριζά τών κορυφών τού Χελμού σε υψόμετρο 1300 περίπου μέτρων, κοντά στις πηγές τού Αροανίου, παρακλαδιού τού Λάδωνα.

Ο Γιάννης Χονδρογιάννης, άνθρωπος του Ασημάκη Ζαΐμη, είχε επτά γιους και μια κόρη.

Στις 16, 17 και 18 Μαρτίου 1821, οι Χονδρογιανναίοι μαζί με άλλους επαναστάτες τής Κατσάνας, χτυπούν φορείς τής τουρκικής εξουσίας, αντιστοίχως στη Χελωνοσπηλιά, στον Παλαιόπυργο (Φροξυλιά) και στη γέφυρα του Αμπήμπαγα, θέσεις κατά μήκος τού Αροανίου επί της οδού Καλαβρύτων – Τριπόλεως, στην ευρύτερη περιοχή τής Κλειτορίας Καλαβρύτων.

Στη συνέχεια του αγώνα, οι Χονδρογιανναίοι συμμετέχουν με «παραδειγματική γενναιότητα» σε σειρά ολόκληρη σημαντικών μαχών: Καλάβρυτα, Τρίπολη, Πάτρα, Λεβίδι, Ακράτα, Τρίκορφα, Πιάνα Δαβιά, Ακρόπολη… Δυστυχώς, όμως, αντί για τη αναγνώριση και τη δόξα, οι πρωτοστάτες αυτοί της Ελευθερίας έμελλε να βρεθούν αντιμέτωποι με κατατρεγμούς και θάνατο. Ο σπόρος τής συμφοράς για τη σπουδαία αυτή οικογένεια, είχε σπαρθεί στη ‘χωσιά’ (ενέδρα) τής Χελωνοσπηλιάς.

Στη συνοδεία, (χρηματαποστολή θα λέγαμε σήμερα), που χτυπήθηκε -με την κύρια ευθύνη τών Χονδρογιανναίων- στο σημαδιακό εκείνο επεισόδιο, συμμετείχε και ο «τραπεζίτης» (τοκιστής) τής Τρίπολης Ταμπακόπουλος. Εκτός από -μάλλον λίγα- χρήματα, έφερε μαζί του ενέχυρα και ‘ομολογίες’ (ομόλογα) μεγάλης προφανώς αξίας, τα οποία βάρυναν προεστούς τής επαρχίας Καλαβρύτων και ιδίως τον Ασημάκη Ζαΐμη. Αφορούσαν χρήματα που ο Ταμπακόπουλος τους είχε δανείσει για λογαριασμό τών «κοινοτήτων» τους. Προσωπικά θεωρώ σχεδόν βέβαιο ότι η ενέδρα εκείνη στήθηκε κατ’ εντολήν του Ζαΐμη για να παρθούν πίσω τα ομόλογα που είχε υπογράψει. Ως εκτελεστικό όργανο επελέγη ο πιστός «κάπος» του Γιάννης Χονδρογιάννης και η ομάδα του. Αυτό, άλλωστε, όχι μόνο προκύπτει από κάποιες γραπτές πηγές, αλλά και συνάγεται λογικά από την όλη δικαστική εξέλιξη της υπόθεσης.

Στα χρόνια τού Καποδίστρια, οι απόγονοι του Ταμπακόπουλου «ήναξαν» τους Χονδρογιανναίους (τους έκαμαν αγωγή) και ζητούσαν αποζημίωση! Το δικαστήριο δικαίωσε τελικά τους απογόνους τού Ταμπακόπουλου, (θεωρώντας πως επρόκειτο περί κοινής ληστείας;), και διέταξε την κατάσχεση και εκποίηση όλης τής (μεγάλης) περιουσίας τών Χονδρογιανναίων, προκειμένου να αποζημιωθούν οι δικαιωθέντες. Ο γερο-Χονδρογιάννης, μάλιστα, φυλακίστηκε στο Μπούρτζι όπου και πέθανε. Από τη μια στιγμή στην άλλη, οι νοικοκυραίοι Χονδρογιανναίοι βρέθηκαν στο μηδέν.

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ο Σωτήρης Παππαδαίος, αγωνιστής και αυτός του ’21, γιος προκρίτου τού Μαζιού, αθέτησε υπόσχεση γάμου προς τη Βάσω, τη μονάκριβη αδελφή των επτά αδελφών Χονδρογιανναίων, προσβάλλοντας έτσι βαρύτατα και αυτήν και την οικογένειά της.

Ύστερα από ανεπιτυχή επίθεση των Χονδρογιανναίων εναντίον τών Παππαδαίων, οι πέντε μεγαλύτεροι από τους επτά αδελφούς πήραν τα βουνά και έγιναν ληστές, διαπράξαντες (κατά τον Κ. Δεληγιάννη) «άπειρα κακουργήματα». Οι επικηρυγμένοι πια ληστές Χονδρογιανναίοι, έκαμαν επανειλημμένες προσπάθειες να επανέλθουν στη νομιμότητα παίρνοντας χάρη, αλλά οι προσπάθειές τους δεν ευδοκίμησαν. Για ένα διάστημα εγκατέλειψαν την Πελοπόννησο και εγκαταστάθηκαν στον Παρνασσό, όπου συνέχισαν την έντονη ληστρική δράση τους.

Το Αύγουστο του 1834, ο βασιλιάς Όθωνας έκανε περιοδεία στην Ανατολική Ελλάδα. Μια μέρα, ο βασιλιάς και η ακολουθία του, (Μακρυγιάννης, Μαμούρης, Κ. Τζαβέλας, Δ. Βότσαρης, Β. Μαυροβουνιώτης και ο Γερμανός καθηγητής Ρως), έφθασαν στο Μάζι (πάλι Μάζι!) Βοιωτίας, όπου σταμάτησαν για να γευματίσουν. Μόλις απόφαγαν και ο βασιλιάς έδωσε το σύνθημα για την αναχώρηση, ξεπρόβαλε ξαφνικά από ένα σύδεντρο ένας αρματωμένος άντρας. Να πώς τον περιγράφει στα απομνημονεύματά του ο  Ρως: «…ήταν εξαισίως υψηλός το ανάστημα και εξαισίως ωραίος, άγριος οπωσούν [λιγάκι] την όψιν, με πυκνά γένεια και με βρωμερόν τριχωτόν ένδυμα ορεσιβίου ποιμένος». Ο τραχύς αυτός άνδρας προσέφερε στον άναυδο βασιλιά τα όπλα του και του είπε: «Είμαι ο κλέφτης Λιάκος Χονδρογιάννης από του Μάζι των Καλαβρύτων. Πέφτω στα πόδια σου, Βασιλιά μου, μαζί με τ’ αδέλφια μου. Πάρε τ’ άρματά μου. Γυρεύω χάρη, για να μπορέσω να ζήσω ήσυχος με τ’ αδέλφια μου στο χωριό μου.» Ο  Όθωνας, αφού συμβουλεύτηκε κάποιους από την ακολουθία του, του είπε να πάει να παραδοθεί στον έπαρχο της Λειβαδιάς. Ο «ιππότης τών ορέων» Λιάκος Χονδρογιάννης απομακρύνθηκε ήσυχα, ενώ κανείς δεν τόλμησε να επιχειρήσει να τον συλλάβει, προφανώς για να μην τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του βασιλιά, (διότι ήταν περισσότερο από βέβαιο ότι ο Λιάκος δεν ήταν μόνος του). Δυστυχώς, ο έπαρχος της Λειβαδιάς δεν έδωσε τη δέουσα σημασία και η ιστορία εκείνη της χάρης δεν ‘περπάτησε’. Λίγο αργότερα, όταν στρατιωτικός διοικητής τής Ρούμελης ήταν ο κοντοχωριανός τών Χονδρογιανναίων (από τα Σουδενά Καλαβρύτων) συνταγματάρχης Πετμεζάς, ήρθαν σε συνεννόηση μαζί του ζητώντας αμνηστία. Όταν αυτός τους την υποσχέθηκε, δίνοντας μάλιστα τον λόγο τής τιμής του, παραδόθηκε δοκιμαστικά μόνο ο ένας από τους πέντε, ο Ανδρούτσος. Ο Πετμεζάς, παραβαίνοντας τον λόγο της τιμής του, τον συνέλαβε και τον φυλάκισε. Αυτό εξαγρίωσε τους υπόλοιπους Χονδρογιανναίους, οι οποίοι ξαναπέρασαν στην Πελοπόννησο (1835) και συνέχισαν την κακουργηματική δάση τους. Ωστόσο, ο Ανδρούτσος Χονδρογιάννης είναι βέβαιο ότι δραπέτευσε, διότι μετά από κάποιους μήνες τον ξαναβρίσκουμε στο Αίγιο, παρέα με τα αδέλφια του. Ο ιστορικός Ε. Κυριακίδης κάνει λόγο για ταυτόχρονα «ληστανταρτικά κινήματα» στην Αχαΐα και στην Ήλιδα, με υποκινητές τούς αδελφούς Χονδρογιανναίους. Ο βασιλιάς «διέταξε να τεθεί εκ νέου υπό βραβείον 1000 δραχμών η κεφαλή εκάστου των ληστών Χονδρογιανναίων». Η ώρα τους πλησίαζε πλέον.

Τον Ιανουάριο του 1836, ο Λέων Μεσσηνέζης, προεστός τού Αιγίου, φιλοξενούσε στο σπίτι του τον Πρώσσο πρίγκιπα Μοσκάου. Οι Χονδρογιανναίοι, σκοπεύοντας να εκβιάσουν την κυβέρνηση για να τους δώσει αμνηστία, αποφάσισαν να συλλάβουν το πρίγκιπα! Τη νύχτα τής 15ης προς 16η Ιανουαρίου 1836, οι Χονδρογιανναίοι μαζί με άλλους συντρόφους τους κατέλαβαν το σπίτι τού Μεσσηνέζη και αιχμαλώτισαν τον Μοσκάου. Δυνάμεις της ειδοποιηθείσης Χωροφυλακής και Εθνοφυλακής περικύκλωσαν το σπίτι. Στην ανταλλαγή πυροβολισμών που ακολούθησε, σκοτώθηκαν δύο εθνοφύλακες και τραυματίστηκαν επτά πολίτες. Τραυματίστηκαν επίσης και τρεις από τους Χονδρογιανναίους. Κατά μία εκδοχή, ο επικεφαλής τής δύναμης της Χωροφυλακής, φοβούμενος μήπως οι ληστές σκοτώσουν τον πρίγκιπα, υποσχέθηκαν αμνηστία, και τότε οι Χονδρογιανναίοι παραδόθηκαν. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, ενώ οι «καταπληγωμένοι» Χονδρογιανναίοι «επρόβαλλον συνθήκας», χωροφύλακες και πολίτες μπήκαν στο σπίτι και τους συνέλαβαν. Οι συλληφθέντες δικάστηκαν, καταδικάστηκαν εις θάνατον, και  εκτελέστηκαν στις 30.12.1836.

Με Βασιλικό Διάταγμα της 20.5.1837, δόθηκε αμνηστία σε πολλούς ενόχους «αποστατικών και ληστρικών κινημάτων». Δυστυχώς, όμως, οι δυο εναπομείναντες Χονδρογιανναίοι ληστές, (ο Λιάκος και ο Αναστάσιος), ήδη συλληφθέντες και αυτοί, εξαιρέθηκαν, για να ακολουθήσουν, (άγνωστο πότε ακριβώς), τη μαύρη τύχη τών τριών αδελφών τους.

Εικάζεται ότι πίσω από την αδιαλλαξία τού κράτους απέναντι στους ληστές Χονδρογιανναίους, ήταν οι ισχυροί Παππαδαίοι τού Μαζιού, (αντίπαλοι των Χονδρογιανναίων για τους λόγους που έχω ήδη αναφέρει), οι οποίοι διατηρούσαν φιλικές σχέσεις με τον Όθωνα.

Πίσω στο Μάζι έμεινε η βαριόμοιρη η ‘Χονδρογιαννιά’, με τον άντρα της και πέντε λεβέντες της στον τάφο, χωρίς περιουσία, και με την ευθύνη να μεγαλώσει τα δυο ανήλικα αγόρια που της είχαν απομείνει, και να παντρέψει τη μονάκριβη κόρη της…

Μόνο το 1865, 30 περίπου χρόνια μετά, οι δυο εναπομείναντες αδελφοί, (μαζί με την υπέργηρη μάνα τους), αποτόλμησαν να κάμουν αίτηση «Προς την επί των στρατιωτικών εκδουλεύσεων στρατιωτικήν επιτροπήν», προκειμένου και η δική τους οικογένεια να ‘δικαιωθεί’ κάπως για την προσφορά στον Αγώνα τού (νεκρού πια) πατέρα τους και των πέντε (εκτελεσμένων) αδελφών τους…

Σημείωση: Το σημείωμα αυτό βασίζεται στο αξιόλογο βιβλίο τού Δημητρίου Γ. Πανοπούλου «Χονδρογιανναίοι. Η τραγωδία τών πρώτων επαναστατών τού 1821», Πάτρα 2009.       

 

Advertisements

1 thought on “Η τραγωδία των Χονδρογιανναίων του Μαζίου”

  1. Δείτε μια άλλη αφήγηση για τους Χονδογιανναίους (σελ. 42-5): http://adelfotis-filioton.gr/wp-content/uploads/2011/03/teyxos20.pdf

    Επίσης: http://www.kalavrytanews.com/2013/04/1821-13.html

    Δείτε:https://www.anoixtoparathyro.gr/%CE%BF%CE%B9-%CE%BB%CE%B7%CF%83%CF%84%CE%AD%CF%82-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B1%CE%B9%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CE%B1%CF%82-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%82-%CF%87%CE%BF%CE%BD%CE%B4/
    Από εδώ και η εικονογράφηση, με τίτλο «ο λήσταρχος Λαφαζάνης»

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s