1821, Από την καλύβα

Νόστιμον ήμαρ 

kalvos

Ανδρέας Λουριώτης

Ο Ανδρέας Λουριώτης γεννήθηκε στα 1789, ήταν δηλαδή τρία χρόνια μεγαλύτερος από τον Ανδρέα Κάλβο. Οι δυο τους γνωρίστηκαν στο Λιβόρνο, στα 1808 – όταν ήταν 19 και 16 ετών αντίστοιχα. Κατά τα φαινόμενα τους ένωσε μια θερμή φιλία, για την οποία δεν γνωρίζουμε τίποτε περισσότερο από όσα αναφέρει ο ίδιος ο Κάλβος σε δυο επιστολές του 1825. Ο Λουριώτης, ο οποίος είχε διατελέσει μέλος της Φιλικής Εταιρείας,  υπήρξε στενός συνεργάτης του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, ο οποίος τον είχε εξουσιοδοτήσει να έρθει σε επαφή με τους φιλελληνικούς κύκλους σε Ιταλία, Γαλλία και Ισπανία. Τότε (το 1925) βρισκόταν στο Λονδίνο, ως μέλος της ελληνικής αποστολής που είχε αποστείλει η ελληνική κυβέρνηση για να διαπραγματευτεί τους όρους του εθνικού δανείου.

Το πρώτο γράμμα του Κάλβου είχε ως θέμα τη σύσταση στον Λουριώτη του ζακυνθινού γιατρού Θεριανού. Απάντηση δεν υπήρξε. Πέντε μήνες αργότερα, με κάποια άλλη αφορμή, γράφτηκε η δεύτερη επιστολή, στα ιταλικά και πάλι, η οποία περιέχει και τα εξής συγκλονιστικά και αποκαλυπτικά για τον Ανδρέα Κάλβο:

Όσον καιρό είμαστε συνδεμένοι στο Λιβόρνο μοιράζοντας αμοιβαία τις χαρές μας και όσο (χάρη στη νεότητα όπου βρισκόμαστε) η τύχη μας ήταν άγνωστη, τα συναισθήματά σου απέναντί μου δεν είχαν πάθει την παραμικρή αλλοίωση. Αλλά τώρα ο Λουριώτης μ’ έχει λησμονήσει ολότελα. Σου έγραψα μέσω του Δόκτορα Θεριανού, όχι τόσο για να σου φορτωθώ παρά για να ξέρω αν μπορώ να υπολογίζω στη φιλία σου: συ δε μου απάντησες, κι αυτή η αμέλεια έπρεπε να με πείσει ότι ο Λουριώτης του 1808 δεν είναι εκείνος του 1825.

Ζω με την πικρία πως δεν μπόρεσα ως την ώρα και ίσως να μη μπορέσω στο μέλλον να υπηρετήσω την πατρίδα μου. Σε βεβαιώνω, αξιότιμε φίλε μου, ότι εγώ θα είχα υπηρετήσει εθελοντικά και σαν απλός στρατιώτης. Κάθε φορά που ακούω πως ένας ξένος φεύγει για την Ελλάδα, η καρδιά μου στάζει αίμα. Σχεδόν δεν τολμώ να πω ότι είμαι Έλληνας, για να μη μου κάνουν την ερώτηση που θα με βασάνιζε. Πραγματικά, πως θα μπορούσα ν’ απαντήσω σε όποιον με ρωτούσε γιατί δεν πηγαίνω να πάρω κι εγώ μέρος στους κινδύνους της πατρίδας μου; Κι όμως είναι έτσι: επιθυμώ να πάω τόσο για να υπακούσω στις παρορμήσεις της ψυχής μου όσο και για να ξεπλυθώ από την κηλίδα ότι είδα με αδιαφορία τον ένδοξο αγώνα που κρατάμε πέντε χρόνια τώρα: αλλά πολλά είναι τα ανυπέρβλητα εμπόδια για μένα, και για τα οποία θα σου μιλούσα αν ήμουν βέβαιος πως η φιλία σου δεν μου είναι χαμένη ολότελα.  

Αυτά, τα έγραψε ο ίδιος άνθρωπος – που έχει ήδη εκδώσει τις δέκα πρώτες Ωδές και ετοίμαζε τις επόμενες δέκα…  Το εντυπωσιακό στοιχείο που προβάλλει ανάγλυφα από τα γραφόμενα του Ανδρέα είναι η απόλυτη μοναξιά του, δηλαδή έλλειψη κάποιου έμπιστου φίλου, στην οποία βρίσκεται – και η εναγώνια αναζήτησή του,  στην ελπίδα αναθέρμανσης μιας φιλικής σχέσης που έχει διακοπεί πριν πολλά πολλά χρόνια… Η επιστολή αυτή μας παρουσιάζει έναν  ευάλωτο και ανασφαλή μοναχικό άνθρωπο, που έχει κιόλας περάσει πολλά και που η ενασχόλησή του με την πολιτική και την ποίηση δε μπορεί να καλύψει την απουσία μιας πραγματικής φιλίας.

Εκείνο όμως που παραμένει εντελώς ακατανόητο είναι αυτά τα περίφημα ανυπέρβλητα εμπόδια  που δυσκολεύουν την κάθοδο του Κάλβου στην επαναστατημένη Ελλάδα. Όπως θα έλεγε και η σινιόρα Quirina Magiotti, περιουσία να χάσει δεν είχε. Οικογένεια δεν είχε πια – η γυναίκα και η κόρη του είχαν πεθάνει προ ετών στο Λονδίνο. Λόγοι υγείας δεν υπήρχαν – ο Ανδρέας ήταν τότε λίγο μεγαλύτερος από τριάντα ετών και έζησε μια χαρά ως τα εβδομήντα οχτώ του χρόνια. Συμβόλαιο με κανέναν δεν είχε… ή μήπως είχε;

Ας δούμε πρώτα την ελάχιστη πιθανότητα για κάποια μη κατονομαζόμενη παθολογική φοβία που, ίσως, ένοιωθε ο Ανδρέας προς κάτι, το οποίο θα συναντούσε αν ερχόταν στην Ελλάδα. Μπορεί η φοβία αυτή να τον απέτρεπε για χρόνια, ώσπου κατάφερε να την καταπολεμήσει και ήρθε… για λίγες μέρες – γιατί αναχώρησε παρευθύς από το Ναύπλιο για την Κέρκυρα. Τι ήταν αυτό που υπήρχε στο Μωριά και δεν υπήρχε στα Ιόνια νησιά; Είναι μάλλον αφελή αυτά που γράφουν οι διάφοροι μελετητές, ότι τάχα τον απογοήτευσε η αταξία και το νεοελληνικό χάος, όπως τα είδε στ’ Ανάπλι, και γι’ αυτό αποφάσισε να φύγει άρον άρον…

Μια δεύτερη πιθανότητα εμπλοκής θα μπορούσε να συνδέεται με τις υποθέσεις του καρβοναρισμού, ο οποίος είχε μεν ηττηθεί ήδη πολιτικά και οργανωτικά, αλλά δεν είχε εξαφανιστεί από προσώπου γης. Μπορούμε να φανταστούμε ένα επαναστατικό συμβόλαιο του Ανδρέα, άτυπο βέβαια, αλλά τόσο ισχυρό ώστε να αποτρέπει την κάθοδό του στην επαναστατημένη πατρίδα του. Ωστόσο το γεγονός ότι τελικά ο Κάλβος ήρθε στον επαναστατημένο Μωριά, αλλά δεν έμεινε παρά ελάχιστες μέρες, μας οδηγεί ξανά στην προηγούμενη επισφαλή υπόθεση, της άγνωστης και  ακατονόμαστης,  αλλά ακαταμάχητης φοβίας.

Επικεφαλής της αποστολής με την οποία έφτασε ο Κάλβος στο Ναύπλιο ήταν ο κόμης Ντ’ Αρκούρ, ο οποίος κατέβαινε στην Ελλάδα με σκοπό να ενισχύσει τις γαλλικές θέσεις, καθώς ο ανταγωνισμός των τριών προστάτιδων δυνάμεων  καλά κρατούσε. Έχει υποστηριχθεί πως είναι ενδεχόμενο, ο Κάλβος να αντιμετωπίστηκε από τους παραζαλισμένους από τον Ιμπραήμ κυβερνήτες στο Ναύπλιο, ως ένας ακόμα πράκτορας της γαλλικής πολιτικής, να είχε ανάλογη αντιμετώπιση και αυτό να ήταν και ο λόγος που έφυγε πολύ σύντομα για την Κέρκυρα. Η εξήγηση αυτή δε φαίνεται πειστική.

Σημειωτέον ότι την ίδια περίοδο, ο Λουριώτης απάντησε σε γράμματα του Διονυσίου Σολωμού – και φρόντισε όσο μπορούσε για τις υποθέσεις του, δηλαδή τη μετάφραση και την έκδοση του Ύμνου εις την Ελευθερίαν. Επίσης, αγνόησε πλήρως την απολύτως απαξιωτική εκτίμηση του Κάλβου για κάποιον Χριστόδουλο Κλονάρη – και εξακολούθησε να συνεργάζεται μαζί του, παρ’ όλο που, σύμφωνα με τον Κάλβο, τα λεγόμενα του Κλονάρη τον έθιγαν άμεσα. Ο Κλονάρης και ο Κάλβος έφτασαν στην Ελλάδα περίπου την ίδια εποχή – αλλά ο πρώτος δε δυσκολεύτηκε καθόλου: το νεοελληνικό κράτος είχε διαθέσιμη μια θέση γι’ αυτόν – όχι όμως και για τον περιθωριακό καρβονάρο ποιητή.

Στις 26 Σεπτεμβρίου 1825, ο Ανδρέας Λουριώτης απαντά στη επιστολή του Κάλβου. Ο Λεύκιος Ζαφειρίου, που αναφέρει την απαντητική επιστολή του Λουριώτη, δεν την παραθέτει. Η έρευνα στο διαδίκτυο δε βοήθησε.

Λεπτομέρειες

Στις 17 Ιουνίου 1826 ο Ανδρέας Κάλβος ξεκίνησε το ταξίδι της επιστροφής στην Ελλάδα. Ταξίδεψε ως μέλος μιας αποστολής του Παρισινού Φιλελληνικού Κομιτάτου (ή: συνοδεύοντας τον επίσημο απεσταλμένο του Υπουργείου Εσωτερικών Ντ’ Αρκούρ), υπό την άγρυπνη παρακολούθηση της γαλλικής αστυνομίας, η οποία για μια ακόμα φορά επιτέλεσε με υψηλή ευσυνειδησία το καθήκον της ως χρονικογράφου της Ιστορίας.

Τέσσερις μέρες μετά την αναχώρηση του Κάλβου από το Παρίσι, το υπουργείο Εσωτερικών απευθύνει έγγραφο προς την αστυνομία της γαλλικής πρωτεύουσας:

Κατά τας πληροφορίας που συγκέντρωσα, ο Calbo είναι ο αυτός με τον Calvos, ο οποίος εξέδωσε τας «Ωδάς» που διέπονται από ένα πνεύμα δημοκρατικόν που προχωρεί μέχρι της σφοδράς εξάρσεως. Φαίνεται ότι ο αλλοδαπός αυτός επιθυμεί να μεταβεί εις την Τουλώνα δια να φύγει απ’ εκεί εις την Ανατολήν.

Η ίδια κυβερνητική υπηρεσία, προς την αστυνομία της Τουλών:

Ο αλλοδαπός αυτός κατάγεται από την Ζάκυνθον, και διακηρύσσει το πνεύμα του ενθουσιωδεστέρου φιλελευθερισμού. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι λαμβάνει μέρος εις τας πολιτικάς μηχανοραφίας της Ανατολής (sic!). Εντέλλομαι όπως τον παρακολουθήσετε πολύ προσεκτικά και μου ανακοινώσετε τα σχετικά αποτελέσματα καθώς και την διεύθυνσιν την οποία θα ακολουθήσει εγκαταλείπων την Μασσαλίαν.

Οι υπηρεσιακές περιγραφές μας δίνουν και τα χαρακτηριστικά του Κάλβου:

Ανάστημα 5 πόδια και 6 ίντσες, δηλαδή 1,68 μ περίπου (…) Μαύρα μαλλιά, απογυμνωμένο μέτωπο (…) Μαύρα φρύδια, λίγο χοντρή μύτη. Καστανά μάτια. Μέτριο στόμα, μαύρα γένια. Στρογγυλό πηγούνι, ωοειδές πρόσωπο, φυσική χροιά.

Στις 2 Ιουλίου η φορτηγίς Πέστροφα αναχώρησε για την Ανατολή. Η αστυνομία της Τουλών, αναφέρει:

Η διαγωγή του κ. Κάλβου δεν έδωσεν αφορμήν εις παρατηρήσεις, αι οποίαι θα ηδύναντο να χαρακτηρισθούν δυσμενείς. Έζη πολύ κλειστός εις τον εαυτόν του.

Στις 10 Ιουλίου έφτασε στο Ναύπλιο, αφού προηγουμένως η Πέστροφα πέρασε από Μήλο και Ύδρα. Τον Αύγουστο έφτασε και εγκαταστάθηκε στην Κέρκυρα, η οποία φαίνεται πως ήταν εξαρχής ο πραγματικός προορισμός του. Προφανώς (δεύτερη υπόθεση) ο Γκίλφορντ είχε απαντήσει θετικά στην επιστολή με την αυτοπρότασή του, να διδάξει στην Ιόνιο Ακαδημία.

Πηγή: Νόστιμον ήμαρ | Η καλύβα ψηλά στο βουνό

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s