1821, Από την καλύβα

H Λύρα της Γενεύης, οι Ωδές των Παρισίων 

kalvos-001

Στη Γενεύη

Από την πρώτη στιγμή της εξορίας του, ο Κάλβος προσπαθεί, καταθέτοντας σχετική αίτηση, να επιστρέψει στη Φλωρεντία, διακηρύσσοντας πως δεν έχει καμιά σχέση με την καρβοναρία, αλλά το οικείον αστυνομικό τμήμα,  της Santa Maria Novella, είναι ξεκάθαρο:

Από τη γνωστή Πολιτική Δίκη προέκυψε ότι ο Έλληνας Ανδρέας Κάλβος είναι ένας από τους πρώτους Διδασκάλους και κήρυκες της περίφημης Μυστικής Σπείρας των Καρμπονάρων και ότι σ’ αυτό το Κεφάλαιο κατέβαλε όχι λίγες προσπάθειες για να βρει οπαδούς.

Γι’ αυτούς τους λόγους δεν είναι δυνατό να συγκατατεθεί κανείς για να επιστρέψει στη Φλωρεντία και σχετικώς μ’ αυτόν δεν θα θελήσει να επιδείξει την αυτή επιείκεια που χρησιμοποιήθηκε για τους άλλους.

Όπως πάντα, προσπαθεί να κερδίσει τα προς το ζην παραδίδοντας μαθήματα, αλλά φαίνεται πως τα πράγματα είναι δύσκολα – και την κατάσταση σώζουν κάποιοι χορηγοί. Είναι χαρακτηριστικές οι πληροφορίες που προκύπτουν από επιστολή του Giovanni Nicolini προς την λόγια και ποιήτρια Αγγελική Πάλλη, που ζει στο Λιβόρνο: Μαθαίνουμε πως η Πάλλη βοηθάει οικονομικά τον Φώσκολο και τον Κάλβο – και πως ο Φώσκολο ισχυρίζεται πως του στέλνει και ο ίδιος κάποια χρήματα, τα οποία όμως ατυχώς σκορπιώνται χωρίς σκοπό.

Τα μπατηρήματα δεν αποτρέπουν τον μελετηρό Ανδρέα από το να γίνει μέλος της Αναγνωστικής Εταιρείας της Γενεύης – και να ξετινάξει τη δημόσια βιβλιοθήκη της πόλης. Εκεί βρήκε και ένα χειρόγραφο της Ιλιάδας, του 13ου αιώνα, και προσπάθησε να πείσει το διοικητικό συμβούλιο της Βιβλιοθήκης να του δώσει άδεια για να προχωρήσει σε έκδοση – αλλά, ακόμα και για τους Ελβετούς,  όλα έχουν ένα όριο…

Το Φεβρουάριο του 1823 κατέφθασαν στη Γενεύη Έλληνες πρόσφυγες από την Μολδαβία και τη Βλαχία, μετά την αποτυχία της Επανάστασης εκεί. Οι πρόσφυγες ήρθαν σε επαφή με τον Κάλβο, ο οποίος προσφέρθηκε να τους κάνει τον διερμηνέα και να τους φέρει σε επαφή με τους φιλάνθρωπους και φιλέλληνες της Γενεύης. Υπάρχει, συνταγμένος με τη γνωστή επιμέλεια, τάξη και ακρίβεια, από το χέρι του Ανδρέα Κάλβου, ένας τετρασέλιδος κατάλογος με παραπάνω από 300 δωρητές (ιδιώτες και σωματεία) και από δίπλα οι ημερομηνίες και τα ποσά της συνεισφοράς τους, για έναν ολόκληρο χρόνο (από 5.2.1823 έως 2.1.1824).

Πριν απορήσει κανείς πως ο Κάλβος, συνηθισμένος σε πολύ έντονους ρυθμούς ζωής, περιορίστηκε για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα στον χαμηλό ακτιβισμό της περίθαλψης των προσφύγων συμπατριωτών του στη ήρεμη Γενεύη, ας έχει υπόψη του πως εκείνο τον καιρό έγραφε τη Λύρα, δηλαδή τις πρώτες δέκα Ωδές.

Η Λύρα

 Η Λύρα κυκλοφόρησε στη Γενεύη τον Ιούνιο του 1824. Μετά από μια σύντομη επίκληση προς τις Μούσες, περιλαμβάνονται οι ωδές: Ο φιλόπατρις, Εις δόξαν, Εις θάνατον, Εις τον ιερόν λόχον, Εις Μούσας, Εις Χίον, Εις Πάργαν, Εις Αγαρηνούς, Εις Ελευθερίαν, Ο Ωκεανός.

Το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς κυκλοφόρησε στο Παρίσι η μετάφραση σε πεζό της Λύρας, στα Γαλλικά, από τον Stanislas Julien. Στην έκδοση αυτή περιλαμβάνεται και μια παρουσίαση του ποιητή, από τον Κωνσταντίνο Νικολόπουλο.

Ο κ. Κάλβος (Ιωαννίδης) γεννήθηκε στη Ζάκυνθο και σήμερα είναι μόλις τριάντα χρονών. Έκανε λαμπρές σπουδές στη γενέτειρά του και στα πιο ονομαστά πανεπιστήμια της Ιταλίας (σημ: εδώ ο Νικολόπουλος υπερβάλλει: ο Κάλβος υπήρξε, ουσιαστικά, αυτοδίδακτος. Αλλά, οι υπερβολές και οι ωραιοποιήσεις είναι συχνό φαινόμενο σ’ αυτήν την παρουσίαση) Η επιθυμία του ν’ αποκτήσει νέες γνωριμίες τον έφερε διαδοχικά στη Γαλλία, τη Γερμανία και την Αγγλία και παντού βρήκε δίκαιους εκτιμητές των αρετών του και του ταλέντου του. Προπαντός στο Λονδίνο επέσυρε τη γενική προσοχή με τη σπάνια γνώση του. Έζησε πολλά χρόνια σ’ αυτή την πρωτεύουσα όπου δίδαξε δημόσια την Ελληνική γλώσσα με μεγάλη επιτυχία. Προικισμένος με ζωντανή και γόνιμη φαντασία, φλεγόμενος από την ευγενική λαχτάρα να τιμήσει την πατρίδα του αφοσιώθηκε κατά προτίμηση στην υψηλή λογοτεχνία και ιδιαίτερα στη λυρική ποίηση. Η εξέλιξή του υπήρξε γοργή και εξαίρετη. Όταν διάβασα για πρώτη φορά τις Ωδές του, μου έκαναν τόσο βαθειά εντύπωση που δε μπόρεσα να μη φωνάξω σε μια κίνηση ενθουσιασμού: «Ω αγαπημένη  μου Ελλάδα έχεις πια έναν κλασικό ποιητή, έναν άξιο ψάλτη των ηρωικών αγώνων και των ανήκουστων συμφορών σου».

Πραγματικά, Κύριε, το λαμπρό ύφος γεμάτο ζωντάνια, οι στοχασμοί γεμάτοι έμπνευση, η θέρμη και η υψηλή φαντασία, να οι αρετές που, κατά τη γνώμη μου, μπορούν να δώσουν στο νεαρό Κάλβο την πρώτη θέση ανάμεσα στους πιο διακεκριμένους ποιητές μας και να τον καταστήσουν άξιο ανταγωνιστή των εξόχων λυρικών ποιητών του αιώνα μας.

Για τη Λύρα κα τον νέο ποιητή γράφονται, σε Γαλλικά έντυπα, καλές έως ενθουσιώδεις κριτικές. Χαρακτηριστικά, στο έντυπο Le Constitutionnel:

Επικεφαλής των μελωδικών αοιδών της ελευθερίας λάμπει ο Ιωαννίδης Κάλβος που θυμίζει τους μεγάλους συγγραφείς της πατρίδας του (…) Ο Κάλβος είναι μόλις τριάντα ετών’ για πολύ καιρό ακόμη η λύρα του θα αντηχεί για την πατρίδα και για την ελευθερία. Και στα γηρατειά του, νέος Όμηρος, θα μπορέσει να υμνήσει όχι την κατάκτηση μιας μικρής πόλης αλλά την αποκατάσταση μιας μεγάλης αυτοκρατορίας και έναν από τους πιο αξιομνημόνευτους θριάμβους του πολιτισμού.

Στο μεταξύ, τον Δεκέμβριο του 1824 ο Κάλβος διδάσκει δημόσια στη Γενεύη εφαρμογή της φιλοσοφίας στη γενική λογοτεχνία – και τον Ιανουάριο του 1825 παίρνει αγγλικό διαβατήριο, με προορισμό το Παρίσι.

Στο Παρίσι

Εγκαταστάθηκε στο Hotel Herisson, Rue de l’ ecole de Medicine No 4. Φυσικά ήρθε αμέσως σε επαφή με τους φιλελληνικούς κύκλους, οι οποίοι εν μέρει ήταν πρώην φιλοκαρβοναρικοί κύκλοι – και εξ’ ίσου φυσικά η γαλλική αστυνομία τον είχε πάντοτε υπό παρακολούθηση.

Από τον πρώτο κιόλας καιρό στο Παρίσι άρχισε τις προσπάθειες (υπάρχουν  σχετικές επιστολές του προς παράγοντες, με κυριότερο τον Εγγλέζο κόμη Γκίλφορντ, άρχοντα της Ακαδημίας) ώστε να μπορέσει να εξασφαλίσει μια θέση διδάσκοντος στην Ιόνιο Ακαδημία, που είχε ήδη αρχίσει να λειτουργεί στην Κέρκυρα ή στα δημόσια σχολεία των Επτανήσων.

Τον Σεπτέμβριο του 1825, δημοσίευσε ένα άρθρο, στο περιοδικό Le Globe,  για το βιβλίο του Filippo Pananti, γνώριμού του από το Λονδίνο. Με την ευκαιρία αυτή ο Κάλβος μιλάει, ευθέως ή πλάγια, για την πρώτη του μεγάλη αγάπη, την Ιταλία. Είναι απογοητευμένος από τις πολιτικές εξελίξεις, την κατάπνιξη δηλαδή των κινημάτων που ξέσπασαν στα ιταλικά κρατίδια στα 1821. Τάσσεται υπέρ της ένωσης της Ιταλίας σε ένα κράτος.  Στη συνέχεια ασκεί σφοδρή κριτική στον τρόπο ζωής της αριστοκρατίας, η επιπολαιότητα του οποίου αποκλείει τις σοβαρές σπουδές για τους νέους. Μιλώντας για τρεις πραγματικούς αριστοκράτες, που προσπαθούσαν δηλαδή να ανυψώσουν το επίπεδο της παιδείας, γράφει:

Αν πετύχουν το σκοπό τους, τότε οι ποιητές δεν θα είναι αναγκασμένοι να πέφτουν τόσο χαμηλά, αφού, έχοντας τους κατάλληλους αναγνώστες, θα μπορούν αδίστακτα να επινοούν εικόνες πιο υψηλές, να φτιάχνουν ποίηση δίχως να προστρέχουν σε φτηνούς στίχους και σε κολακείες των ισχυρών. Δυο αποτελέσματα μπορεί να επιδιώξει με τις υψηλές εικόνες ο ποιητής: να αφυπνίσει στον αναγνώστη την αρχαία μνήμη της φυλής και να δυναμώσει τις ελπίδες. Αυτό επιβάλλει η κοινωνική και πολιτική αρετή του ποιητή, σε στιγμές γενικής κινητοποίησης για την κατάκτηση της ανεξαρτησίας και της ελευθερίας. Δεν είναι καιρός για ποίηση επιπόλαιη (…)

Αυτή είναι η στράτευση του ποιητή Κάλβου. Οδηγήθηκε σ’ αυτήν από ιδιοσυγκρασία, από τα δραματικά προσωπικά του βιώματα, από τις καρβοναρικές του εμπειρίες, από την βαθύτατη εσωτερική ανάγκη του για αυτοπροσδιορισμό και αυτοκατάφαση. Η στράτευση της ποίησής του στην υπηρεσία της πατρίδας και της ελευθερίας δεν είναι παρά η άλλη όψη του νομίσματος που απεικονίζει την αγωνία και των αγώνα για την προσωπική του θέση στον κόσμο.

*

Ο Κάλβος δημοσίευσε, τον Μάρτιο του 1826, μια κριτική για τη μετάφραση στα ελληνικά, από τον Νικόλαο Πίκκολο, του μυθιστορήματος Τα κατά Παύλον και Βιργινίαν. Γράφει:

Μόνο η Ελλάδα αγνοούσε τα γοητευτικά αυτά έργα της γαλλικής λογοτεχνίας. Ο κ. Πίκκολος (…) μόλις μετέφρασε ένα από αυτά, όπου έχει αναπαραγάγει πιστά τις ιδέες και τη χάρη του πρωτοτύπου. Πως είναι αυτό δυνατό; Με ποιόν τρόπο τα νέα ελληνικά, φτωχά και δύσκαμπτα, όπως και η γλώσσα ενός λαού χωρίς τέχνες, χωρίς λογοτεχνία, μπόρεσαν να αποκτήσουν τόση ευλυγισία, ώστε να αποδώσουν όλες αυτές τις λεπτές αποχρώσεις της έκφρασης και της σκέψης, που φαίνονται φυσικές μόνο σε ένα έθνος το οποίο είναι  σε μεγάλο βαθμό πολιτισμένο;

Αυτό που συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα είναι ό,τι συνέβη στους Ιταλούς κατά την αναγέννηση της λογοτεχνίας τους. Η τοσκανική διάλεκτος, παρότι από τις πιο αρμονικές και επεξεργασμένες, θεωρήθηκε ανεπαρκής από τους συγγραφείς: σε κάθε ευγενή ή νέα σκέψη σταματούσαν: έπρεπε να χρησιμοποιήσουν ή μια μεγάλη περίφραση ή μιαν άκομψη έκφραση ή να παραιτηθούν από το να εκφράσουν την ιδέα τους. Έτσι κατέφυγαν στα λατινικά. Αυτό δεν έγινε, όπως έχει συχνά υποστηριχθεί, από φιλοδοξία ή, ακόμα λιγότερο, από προκατάληψη, αλλά ήταν μόνο από ανάγκη που ο Δάντης, ο Βοκκάκιος και ο Πετράρχης χρησιμοποίησαν τόσες εκφράσεις οι οποίες ανήκαν στη γλώσσα των προγόνων τους’ διότι οι δύο πρώτοι κυρίως δεν απαξιούν να δανειστούν από τον ταπεινό λαό τις πιο συνηθισμένες εκφράσεις, όταν αυτές αποδίδουν αυτό που έχουν ανάγκη να εκφράσουν.

Άρα η Ελλάδα βρίσκεται σε ακόμα περισσότερο πλεονεκτική θέση για να χρησιμοποιήσει τα συντρίμμια της αρχαίας της γλώσσας. Η απόσταση που χωρίζει τα αρχαία από τα νέα ελληνικά είναι μικρότερη από εκείνη ανάμεσα στα λατινικά και τα ιταλικά’ σε τέτοιο βαθμό που ένας μεγάλος αριθμός σοφών ελπίζουν ότι η γλώσσα του Δημοσθένη μπορεί να αναγεννηθεί σε όλη της την καθαρότητα. Αυτή η ελπίδα μας φαίνεται τόσο χιμαιρική όσο εκείνη των Εβραίων’ αλλά όλες τουλάχιστον οι επιστημονικές λέξεις, όλοι οι όροι των βιομηχανικών τεχνών, των τεχνών που έχουν σχέση με την καλλιέργεια του πνεύματος, το μεγαλύτερο ακόμα μέρος εκείνων που ανήκουν στην ηθική, καθώς πρόκειται να δημιουργηθούν, αντί να τους δανειστούν από τις ξένες γλώσσες, είναι βέβαιο ότι οι Έλληνες θα ψάξουν στην παραγωγή των προγόνων τους, πράγμα που θα τους εξαναγκάσει να κάνουν να ξαναζήσει ένα μέρος από το αρχαίο λεξιλόγιο. Αυτό έκανε ο κ. Πίκκολος και έτσι κατόρθωσε να μεταφράσει τα έργα του Bernardin deSaintPierre.

Ωστόσο μια ερώτηση παρουσιάζεται: πως θα μπορέσει να συνηθίσει ο λαός σ’ αυτό το νέο ύφος; Με τον ίδιο τρόπο που θα μάθει τις καινούριες ιδέες ή που θα μάθαινε τις δάνειες λέξεις από τα ιταλικά ή τα αγγλικά. Το θέμα δεν είναι να γράφει σήμερα κανείς για το έθνος’ λίγοι άνθρωποι ξέρουν να διαβάζουν. Αλλά όταν δημιουργηθούν  τα σχολεία, όταν κατακτηθεί η ανεξαρτησία, η πρόοδος θα είναι γρήγορη και τολμούμε να πούμε ότι το ίδιο το ύφος του Πίκκολου θα φαίνεται λιγότερο πλούσιο σε νεωτερισμούς, λιγότερο τολμηρό, λιγότερο αρχαΐζον από εκείνο των συνεχιστών του. Ήδη πολλά δοκίμια που έχουν γίνει στα Ιόνια νησιά και στην ηπειρωτική Ελλάδα επιβεβαιώνουν, με την επιτυχία τους, την ορθότητα της γνώμης μας.

Οι Ωδές

Τέλος Απριλίου 1826 κυκλοφόρησαν στο Παρίσι δέκα νέες Ωδές, με συνοδό μετάφραση στα γαλλικά: Η Βρεττανική Μούσα, Εις Ψαρά, Τα Ηφαίστεια, Εις Σάμον, Εις Σούλι, Αι Ευχαί, Το Φάσμα, Εις την Νίκην, Εις τον προδότην, ο Βωμός της πατρίδος. Προηγείται στην έκδοση ένα σύντομος χαιρετισμός του Κάλβου προς τον στρατηγό Lafayette.

Λίγες μέρες αργότερα δημοσιεύτηκαν θερμές κριτικές σε έντυπα που φιλοξενούσαν φιλελληνική αρθογραφία:

Κυρίως όταν συνδυάζουν το έντονο ενδιαφέρον που απορρέει από ένα τέτοιο θέμα με τη γοητεία μιας ποίησης υψηλής, γεμάτης θέρμη και κίνηση (…)

Αλλά αν η υποδοχή του νέου ποιητή ήταν ενθουσιώδης στα Παρίσια, δε συνέβη το ίδιο και στα πάτρια εδάφη. Περί τα τέλη του 1827, όταν ο Κάλβος βρισκόταν πλέον στην Κέρκυρα, ο Ιάκωβος Ρίζος – Νερουλός, γράφοντας για τη νεοελληνική λογοτεχνία, σημειώνει για τον Κάλβο:

Οι ωδές του Κάλβου είναι υφασμένες από λαμπρές εικόνες’ προσφέρουν επιπλέον μερικές φορές βάθος και αυθεντικότητα’ αλλά η εκφορά του λόγου είναι συχνά σκοτεινή. Ο Κάλβος εξάλλου έφτιαξε μια μετρική αυθαίρετη από αυτήν που είναι γενικά εν χρήσει’ κι όσο η χρήση δεν θα καθιερώσει αυτήν την καινοτομία, οι στίχοι του θα έχουν πάντα κάτι το παράξενο και ασυνήθιστο ούτως ώστε να ακούγονται σαν μια ποιητική πρόζα για τον αμύητο στην ποιητική του και τους κανόνες της όπως τους ορίζει ο ίδιος.

Πηγή: H Λύρα της Γενεύης, οι Ωδές των Παρισίων | Η καλύβα ψηλά στο βουνό

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s