Σύμμαχοι

Ο σωτήρας από τη Νεμπράσκα 

Αμερικανική βοήθεια στην Ελλάδα μετά τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο

«Αν δεν υπήρχε η ελληνική εξάρτηση από το Πρόγραμμα της Αμερικανικής Βοήθειας, δεν θα υπήρχε το ρόπαλο για να αναγκάσουμε τους Ελληνες πολιτικούς ηγέτες σε ένα πρόγραμμα»

Ντουάιτ Γκρίζγουολντ, επικεφαλής της Αμερικανικής Αποστολής στην Ελλάδα (20/11/1947)

«Δεν μπορώ παρά να αισθάνομαι ότι το πόστο που κατέχω είναι μικρής σημασίας για το υπουργείο Εξωτερικών», σημείωνε με απογοήτευση στο ημερολόγιό του τον Σεπτέμβριο του 1944 στο Κάιρο ο Λίνκολν Μακβί, ο Αμερικανός πρέσβης στις εξόριστες κυβερνήσεις της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας (Iatrides 1980, σ. 608).

Τρία χρόνια αργότερα, η Ελλάδα αποτελούσε αδιαμφισβήτητα το πεδίο δοκιμής της στρατηγικής των Ηνωμένων Πολιτειών στον Ψυχρό Πόλεμο.

Στο πλαίσιο αυτό, ο Ντουάιτ Γκρίζγουολντ, αρχηγός της Αμερικανικής Αποστολής Βοήθειας προς την Ελλάδα, παρατηρούσε με δέος το 1948 πως «τυχόν αποτυχία της Αμερικανικής Αποστολής στην Ελλάδα θα απαιτούσε αναθεώρηση της Αμερικανικής Εξωτερικής Πολιτικής. Θα άλλαζε την ιστορία». (1)

Είχε προηγηθεί η εξαγγελία του Δόγματος Τρούμαν στις 12 Μαρτίου 1947 και η διαμόρφωση του Σχεδίου Μάρσαλ.

Ορόσημο σε αυτήν την πορεία αποτελεί η άφιξη στις 18 Ιανουαρίου 1947 του Πολ Πόρτερ στην Ελλάδα ως επικεφαλής της Αμερικανικής Οικονομικής Αποστολής, με αντικείμενο την καταγραφή των πολλαπλών όψεων της τότε ελληνικής κρίσης και την επεξεργασία ενός σχεδίου διάσωσης, που θα επέτρεπε την οικονομική επιβίωση της χώρας και θα απέτρεπε την κατίσχυση του κομμουνισμού στη χώρα.

Ο Πολ Πόρτερ στο πρώτο μετεμφυλιακό συνέδριο της ΓΣΕΕ το 1950Ο Πολ Πόρτερ στο πρώτο μετεμφυλιακό συνέδριο της ΓΣΕΕ το 1950 | ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΤΟΥ 20ού ΑΙΩΝΑ

Λίγες μέρες μετά τη διατύπωση του Δόγματος Τρούμαν, ο Πόρτερ δήλωνε κατηγορηματικά: «Είναι φανερό σε όλους ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να φτιάξει μόνη της τη μοίρα της». (2)

Το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου υποστήριζε επίσης ότι η εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών θα έπρεπε να στηρίζεται στον «διπλό στόχο της οικονομικής αφθονίας και της οικονομικής ελευθερίας για όλους… Τα τρόφιμα και τα καύσιμα είναι τα καλύτερά μας όπλα απέναντι στον ολοκληρωτισμό… Θα τα χρησιμοποιήσουμε προς χάριν της οικονομικής ασφάλειας και της πολιτικής ελευθερίας». (3)

Ο διαχειριστής και το χάος

Ο Ντουάιτ Γκρίζγουολντ στη ΝεμπράσκαΟ Ντουάιτ Γκρίζγουολντ στη Νεμπράσκα | ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΤΟΥ 20ού ΑΙΩΝΑ

Ενδεικτικά της αντίληψης της αμερικανικής πλευράς για το είδος του προβλήματος που καλούνταν να επιλύσει στην Ελλάδα είναι τα κριτήρια επιλογής των προσώπων, τα οποία κλήθηκαν να υλοποιήσουν το σχέδιο της αμερικανικής βοήθειας.

Θα σταθούμε εδώ στις περιπτώσεις του Ντουάιτ Γκρίζγουολντ και του Χένρι Γκρέιντι.

Ο Ρεπουμπλικανός Ντουάιτ Γκρίζγουολντ είχε διατελέσει κυβερνήτης στην πολιτεία της Νεμπράσκα (1940-1946) και είχε υπηρετήσει στη στρατιωτική κυβέρνηση της Γερμανίας το 1947.

Την ίδια χρονιά ορίστηκε από τον Δημοκρατικό πρόεδρο Τρούμαν επικεφαλής της Αμερικανικής Αποστολής για τη Βοήθεια στην Ελλάδα (1947-1948) με «υπέρτατη εξουσία εκ μέρους των ΗΠΑ» σε κάθε πτυχή της βοήθειας, γεγονός που προκάλεσε έκπληξη σε πολλούς. Απαντώντας στις σχετικές επικρίσεις ο Τρούμαν εξηγούσε την επιλογή του ως εξής:

«Ηταν πάντα κατά τη γνώμη μου ένας καλός διαχειριστής, παρόλο που δεν συμφωνούσα ποτέ μαζί του πολιτικά.

Η δουλειά που έχει να κάνει δεν είναι πολιτική δουλειά, είναι διοικητική δουλειά και μάλιστα πολύ δύσκολη, και αυτήν την κάνει πολύ καλά.

Ορισμένες φορές είμαι αναγκασμένος να επιλέγω ανθρώπους όχι επειδή είναι πολιτικά ορθοί από τη σκοπιά μου, αλλά επειδή μπορούν να κάνουν τη δουλειά και γι’ αυτό τον λόγο ο Γκρίζγουολντ βρίσκεται στην Ελλάδα». (4)

Στον σχεδιασμό της αμερικανικής πλευράς, η Αποστολή θα ήταν μια διακριτή οντότητα από την πρεσβεία.

Πρεσβεία και Αποστολή θα έπρεπε να συνεργάζονται στενά και αρμονικά για την επίτευξη κοινών στόχων, καθώς αναγνωριζόταν πως οι αρμοδιότητες και οι «σφαίρες δράσης» τους δεν ήταν εύκολο να προκαθοριστούν.

Ο Γκρίζγουολντ θεωρούσε πως δεν είχε αρκετές εξουσίες για την προώθηση της αποστολής του, ενώ πίστευε πως χρειάζονταν αλλαγές στη γραφειοκρατία του υπουργείου Εξωτερικών, ώστε να δοθεί προτεραιότητα στην αποτελεσματικότητα και πως θα έπρεπε να αναθεωρηθεί η αρχικά «περιορισμένη» εμβέλεια του προγράμματος βοήθειας.

Η προβληματική σχέση του με τον Μακβί, καθώς και η διαφωνία τους ως προς τον καθορισμό των στόχων και των μέσων οδήγησαν στην αντικατάσταση του Μακβί από τον Χένρι Γκρέιντι.

Από την άλλη πλευρά, ο Χένρι Γκρέιντι, με ακαδημαϊκό υπόβαθρο στις οικονομικές επιστήμες, υπηρέτησε ως πρεσβευτής στην Ελλάδα από το 1948 έως το 1950.

Είχε επίσης οριστεί από τον Τρούμαν ως προεδρικός απεσταλμένος στη Συμμαχική Επιτροπή για την παρακολούθηση των εκλογών του 1946.

Επαινώντας τις ικανότητές του Γκρέιντι ως διπλωμάτη, ο Τρούμαν τού έγραφε:«Υπήρξατε ικανότατος και αποτελεσματικότατος εκπρόσωπος του Προέδρου στην Ινδία. Για την ακρίβεια, ήσασταν τόσο καλός που αποφασίστηκε να σας στείλουμε σε ένα πραγματικά προβληματικό μέρος, στην Ελλάδα». (5) 

Στην επίσημη δήλωσή του για τον εορτασμό της εθνικής επετείου της 28ης Οκτωβρίου, ο Γκρέιντι ταύτιζε την απειλή που αντιμετώπιζε η Ελλάδα από τον κομμουνισμό με τις «δυνάμεις του κακού» και την εννοιολογούσε ως εξής: «Πείτε το Πανσλαβισμό, πείτε το Κόκκινο Ολοκληρωτισμό ή Νέο-Φασισμό, είναι το ίδιο. Είναι η δύναμη της καταστροφής, του φανατισμού, του χάους». (6)

Μια «άχρηστη σκωληκοειδίτιδα»

Υπενθύμιση της αμερικανικής βοήθειας και μέσω πινακίδωνΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΤΟΥ 20ού ΑΙΩΝΑ

Πώς όμως αντιλαμβάνονταν τη χώρα στην οποία καλούνταν να υπηρετήσουν οι Αμερικανοί αξιωματούχοι εκείνης της περιόδου ως διπλωμάτες ή μέλη της Αμερικανικής Αποστολής;

Η ενδημική φτώχεια και η κοινωνική και πολιτισμική υστέρηση αποτελούσαν κοινά σημεία αναφοράς στην εικόνα τους για την Ελλάδα.

Ο Λίνκολν Μακβί παρατηρούσε το 1944 πως, από οικονομική άποψη, η Ελλάδα ήταν η «άχρηστη σκωληκοειδίτιδα της Νοτιοανατολικής Ευρώπης» και πως το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ δεν την θεωρούσε ευρωπαϊκή χώρα, εντάσσοντάς την στο τμήμα της Εγγύς Ανατολής και της Αφρικής.

Ο ίδιος σημείωνε χαρακτηριστικά ότι οι Ελληνες είναι «οπωσδήποτε Ευρωπαίοι στο υπόβαθρο και την ψυχολογία (αν όχι εντελώς στο αίμα)» (Iatrides, σσ. 625-628).

Η άλλη όψη του νομίσματος είναι η εικόνα της ευρωστίας και αφθονίας στην Αμερική.

Στις περιγραφές μάλιστα του Γκρίζγουολντ, η αφθονία των φυσικών πόρων συνδυάζεται με την ανάπτυξη ορισμένων ιδιοτήτων στους Αμερικανούς, που απουσιάζουν σε άλλους λαούς, όπως οι Ελληνες.

Αναλογιζόμενος λοιπόν το θέαμα των φτωχών Ελλήνων χωρικών, ο Γκρίζγουολντ γράφει:

«Δεν μπορώ να μη σκέφτομαι ότι ο βασικός λόγος που μπορώ να έχω ένα σπίτι, ένα αυτοκίνητο, ραδιόφωνο, τηλεόραση, μόρφωση, ταξίδια και φίλους δεν οφείλεται τόσο πολύ σε αυτά που έκανα εγώ. Ο βασικός λόγος είναι επειδή κάποιος, κάποτε, τοποθέτησε ένα πλούσιο χώμα στη Νεμπράσκα, μια καλή ποσότητα σιδηρομεταλλεύματος στη Μινεσότα, κάρβουνο στην Πενσιλβάνια… Μετά η χώρα έμεινε ουσιαστικά ακατοίκητη, έτσι ώστε η πρόκληση της δικής μας ανάπτυξης ενεργοποίησε το θάρρος και την πρωτοβουλία να κάνουμε την Αμερική σπουδαία – θάρρος και πρωτοβουλία που παρέμεναν λανθάνοντα στους ξένους μέχρι που εκτέθηκαν στις δυνάμεις ενός πλούσιου, νέου κόσμου». (7)

Αν και η Ελλάδα δεν έχει υπάρξει αποικία, στις αφηγήσεις των Αμερικανών αξιωματούχων ανιχνεύεται συστηματικά η πεποίθηση ότι ο ελληνικός λαός είχε συνηθίσει την ξένη εξάρτηση και τη λήψη αποφάσεων από το εξωτερικό.

Συναφής με αυτήν την εικόνα είναι η μεταφορά του παιδιού, που χρησιμοποιείται στις περιγραφές των Ελλήνων από τους Αμερικανούς.

Η μεταφορά του παιδιού, που παραπέμπει στην ανωριμότητα των Ελλήνων, και άρα στην ανάγκη καθοδήγησής τους, απαντάται στο ακόλουθο σχόλιο του Μακβί:

«Πόσο απίθανοι είναι αυτοί οι Ελληνες, υπερευαίσθητοι, εγωκεντρικοί και αξιαγάπητοι, όλα αυτά σε ένα, όπως τα παιδιά!» (Iatrides, σ. 512). Αλλά και στα επιχειρήματα του Γκρέιντι, το 1949, ότι οι Αμερικανοί θα έπρεπε να έχουν την εποπτεία ορισμένων τομέων πολιτικής, παρότι αναγνώριζε με συγκατάβαση την προθυμία των Ελλήνων (που ο ίδιος απέδιδε στην αυξανόμενη αυτοπεποίθησή τους) να τους αναλάβουν οι ίδιοι: «Ενώ ανυπομονούμε να τους δούμε να χειρίζονται μόνοι τους τις υποθέσεις τους και τους ενθαρρύνουμε με κάθε τρόπο προς αυτήν την κατεύθυνση, εν τούτοις υπάρχουν ορισμένα σημεία που πρέπει να χειριζόμαστε εμείς». (8)

Ποια όμως ήταν η αντίληψη των Αμερικανών για τον ρόλο τους στην Ελλάδα;

Μόλις τον Φεβρουάριο του 1944, ο Μακβί θεωρούσε πως οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να παίξουν σταθεροποιητικό ρόλο στα Βαλκάνια εξισορροπώντας την αντίθεση Βρετανών και Σοβιετικών, όντας η μόνη δύναμη με «κανένα ίδιον συμφέρον» στην περιοχή (Iatrides, σσ. 451-456).

Και παρότι ο Μακβί θεωρούσε πως οι Αμερικανοί ήταν «άπειροι» στις διεθνείς υποθέσεις, ωστόσο αναπαρήγαγε στις εκτιμήσεις του τον μύθο του αμερικανικού εξαιρετισμού και μια θρησκευτικού τύπου μεσσιανική αντίληψη περί της αμερικανικής ισχύος, γράφοντας στον Ρούζβελτ για τη «σωτήρια επίδραση της καθοδήγησής μας» και επιμένοντας ότι οι Ελληνες και οι Γιουγκοσλάβοι «θέλουν να σωθούν από Αμερικανούς».

Οσον αφορά την επόμενη μέρα του πολέμου, επέμενε επίσης ότι η πραγματική λύση στο ελληνικό πρόβλημα και στη διαφαινόμενη εμφύλια σύγκρουση θα ήταν η υλοποίηση ενός προγράμματος ανασυγκρότησης και όχι απλής αποκατάστασης.

Ενίοτε εξέφραζε τον φόβο ότι η αμερικανική πολιτική στην περιοχή δεν θα είχε μακροπρόθεσμο αντίκτυπο στις συνειδήσεις των ανθρώπων, καθώς θεωρούσε πως ήταν «κατά κύριο λόγο αρνητική», ενώ πίστευε πως αντίθετα η βρετανική πολιτική είχε ένα «θετικό- έστω και αμφιλεγόμενο- περιεχόμενο» (Iatrides, σ. 681).

Ιδού η Ρόδος

Δημόσιες ευχαριστίες εργαζομένων της Πάτρας προς τη σύζυγο του Αμερικανού πρέσβη (Μάρτιος 1949)Δημόσιες ευχαριστίες εργαζομένων της Πάτρας προς τη σύζυγο του Αμερικανού πρέσβη (Μάρτιος 1949) |ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ Ν.Ε. ΤΟΛΗ (Αθήνα 1998)

Ωστόσο, αυτοί οι φόβοι έμελλε να διαψευστούν. Μετά την ανάδυση του Ψυχρού Πολέμου, και στο πλαίσιο του ιδεολογικού και προπαγανδιστικού ανταγωνισμού με την ΕΣΣΔ, η πολιτική των ΗΠΑ στην Ελλάδα αποτελούσε μέτρο της επιτυχίας της αμερικανικής ιδεολογίας και κριτήριο αποτίμησης της ισχύος της.

Οπως χαρακτηριστικά έγραφε ο Χένρι Γκρέιντι στον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ τον Φεβρουάριο του 1949, «η Ελλάδα περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη χώρα αποτελεί μια δοκιμασία για την αμερικανική ικανότητα ηγεσίας του Ελευθέρου Κόσμου». (9)

Από την πλευρά του, ο Γκρίζγουολντ επέμενε στην αλληλεξάρτηση στρατιωτικών και οικονομικών στόχων στην ελληνική περίπτωση.

Εξέφρασε έντονη αντίθεση στη δημιουργία χωριστής Στρατιωτικής Αποστολής στην Ελλάδα, υποστηρίζοντας ότι οι στρατιωτικές δραστηριότητες έπρεπε να παραμείνουν αναπόσπαστο κομμάτι της υπάρχουσας Αποστολής και τόνιζε ότι «πρέπει να επιτεθούμε στον κομμουνισμό τόσο από στρατιωτική όσο και από οικονομική άποψη». (10)

Στις προσωπικές του σημειώσεις, συχνά ανέφερε πώς ένιωθε να τον ξεπερνά το μέγεθος της αποστολής που είχε αναλάβει και πως ο ίδιος, ο «τυπικός Αμερικανός από τα Μεσοδυτικά», όπως έγραφε, δεν ήταν επαρκώς προετοιμασμένος για τις απαιτήσεις μιας αποστολής με τεράστια ιστορική σημασία για τη χώρα του:

«Αυτό που με κατέπλησσε ήταν η συνειδητοποίηση πως αυτήν την πρώτη δοκιμαστική βουτιά την κατηύθυνε ο Ντουάιτ Γκρίζγουολντ, από το Γκόρντον της Νεμπράσκα… εγώ».

Καταγράφοντας τις εντυπώσεις του από την πρώτη του μέρα στα νέα του καθήκοντα, ο αυτοσαρκασμός για την τεχνοκρατική και πολιτική του ανεπάρκεια εναλλάσσεται με το συγκαταβατικό βλέμμα έναντι των Ελλήνων αποδεκτών της βοήθειας:

«Τι ήξερα εγώ για τη διεθνή τιμή του μαλλιού και του βαμβακιού και τις ανάγκες της ελληνικής κλωστοϋφαντουργίας; Και πάνω απ’ όλα τι ήξερα εγώ για τη δομή της ελληνικής κυβέρνησης και τον προϋπολογισμό της; Είχα ετοιμάσει παλιότερα μερικούς προϋπολογισμούς για την Πολιτεία της Νεμπράσκα και καθώς το σκεφτόμουν προτιμούσα να ήμουν πάλι πίσω σ’ εκείνη τη δουλειά… Δεν μπορούσα να κατηγορήσω τους Ελληνες για την ανυπομονησία τους ούτε για τη δική μου σύγχυση. Τους είχαν πει ότι εγώ, ο αποτελεσματικός Αμερικανός, είχα όλες τις απαντήσεις και χιλιάδες δολάρια να τρέχουν από τις τσέπες μου». (11)

Ως προς τον χαρακτήρα της αμερικανικής βοήθειας, ο Γκρίζγουολντ θεωρούσε πως θα έπρεπε να έχει έναν ευρύτερο προσανατολισμό και να μην ταυτιστεί με ένα αρνητικό περιεχόμενο και μόνο, ως αναχαίτιση του κομμουνισμού.

Στη θεώρηση του Γκρίζγουολντ, η βοήθεια θα έπρεπε να αναδειχθεί σε ένα «θετικό πρόγραμμα ανασυγκρότησης» που να επιφέρει άμεσα ορατά αποτελέσματα: αφενός την αύξηση της παραγωγής, τη σταθερότητα και την εμπέδωση αυτοπεποίθησης στον ελληνικό πληθυσμό και, αφετέρου, να προωθήσει μακροπρόθεσμους στόχους, όπως η αυτάρκεια της ελληνικής οικονομίας και η αναζωογόνηση της ελληνικής δημοκρατίας. (12)

Σε αυτό το πλαίσιο, η αμερικανική βοήθεια προβαλλόταν συχνά από Αμερικανούς αξιωματούχους και από τον Τύπο ως μέσο για επιστροφή στην κανονικότητα στην Ελλάδα.

Σύμφωνα με δημοσίευμα αμερικανικού περιοδικού, τον Απρίλη του 1947, η αμερικανική βοήθεια «σημαίνει πολλά διαφορετικά πράγματα για πολλούς ανθρώπους. Για τους Αθηναίους σημαίνει μια ευκαιρία να αγοράσουν αρκετά τρόφιμα και μερικά αναγκαία ώστε να μπορέσουν να ζήσουν κανονικές ζωές» (13).

Παράλληλα, ο Γκρίζγουολντ θεωρούσε σαφώς πως η διεύθυνση του προγράμματος της αμερικανικής βοήθειας νομιμοποιούσε την παρέμβασή του στις εσωτερικές πολιτικές υποθέσεις και την άσκηση πίεσης προς τα ελληνικά κόμματα.

Το καλοκαίρι του 1947, οι χειρισμοί του κατά τη διαδικασία σχηματισμού κυβέρνησης προκαλούν αντιδράσεις.

Ο ίδιος υπερασπιζόταν τις επιλογές του με το επιχείρημα της αποτελεσματικότητας, τονίζοντας πως ο στόχος -η επίτευξη κυβερνητικής σταθερότητας- δικαιολογούσε τη χρήση της αμερικανικής βοήθειας ως μέσου πολιτικής πίεσης.

Οπως υποστήριζε ο Γκρίζγουολντ, «αν δεν υπήρχε η ελληνική εξάρτηση από το Πρόγραμμα της Αμερικανικής Βοήθειας, δεν θα υπήρχε το ρόπαλο για να αναγκάσουμε τους Ελληνες πολιτικούς ηγέτες σε ένα πρόγραμμα ενότητας… Ενας πρέσβης δεν διαθέτει ένα τέτοιο μέσο πίεσης και οι περισσότεροι Ελληνες πολιτικοί ηγέτες είναι πολύ σκληροί για να τους διαπεράσεις μόνο με τη λογική».

Ηταν επίσης πεπεισμένος πως οι ελληνικές πολιτικές ελίτ «ζητούν από τις Ηνωμένες Πολιτείες κάτι παραπάνω από απλή συμβουλή – αναζητούν μια απόφαση» (14).

Αίμα αντί δολαρίων;

Διανομή της βοήθειας με κάθε μέσο και ταυτόχρονη διαφήμιση της συμβολής της στην επιβίωση και ανάκαμψη του τόπου – από την προπαγανδιστική φωτογράφιση μέχρι την παρέλαση για τον εκατομμυριοστό τόνο εφοδίων του Σχεδίου Μάρσαλ (21/12/1949)Διανομή της βοήθειας με κάθε μέσο και ταυτόχρονη διαφήμιση της συμβολής της στην επιβίωση και ανάκαμψη του τόπου – από την προπαγανδιστική φωτογράφιση μέχρι την παρέλαση για τον εκατομμυριοστό τόνο εφοδίων του Σχεδίου Μάρσαλ (21/12/1949) | ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ Ν.Ε. ΤΟΛΗ (Αθήνα 1998)

Εν τέλει, η ένταση που υπήρχε στη σχέση του Γκρέιντι με τον Γκρίζγουολντ, λόγω και της επικάλυψης αρμοδιοτήτων μεταξύ του επικεφαλής της Αποστολής και του πρέσβη, οδήγησε το 1948 στη συγχώνευση των δύο ρόλων στο πρόσωπο του Γκρέιντι.

Ωστόσο, η αντίληψη του Γκρέιντι για την αμερικανική βοήθεια ως μέσο πολιτικής πίεσης δεν διέφερε από εκείνη του Γκρίζγουολντ.

Η δημόσια, επικριτική επιστολή του, στις 31 Μαρτίου του 1950, προς τον πρωθυπουργό Σοφοκλή Βενιζέλο, (15) θεωρήθηκε από μερίδα του ελληνικού Τύπου ως απροκάλυπτη παρέμβαση του Αμερικανού πρέσβη στην ελληνική πολιτική.

Ο ίδιος, υπερασπιζόμενος τις επιλογές του, υποστήριζε ότι το δικαίωμα και η ευθύνη της παρέμβασης προέκυπταν από τον υπέρτερο σκοπό που καλούνταν να εξυπηρετήσει η βοήθεια.

Φαίνεται όμως ότι αντιλαμβανόταν τη βοήθεια και ως μέσο πίεσης ή τιμωρίας των Ελλήνων πολιτικών:

«Μου φαίνεται απίστευτο να μας επιτίθενται οι Ελληνες και, ενώ κάτω από τις περιστάσεις αυτό δεν μπορεί να γίνει, μπαίνει πάντα κανείς σε πειρασμό να απαντήσει στις επιθέσεις τους κόβοντας εντελώς τη βοήθεια. Η αξίωση ότι πρέπει να τους τη δώσουμε είναι αυτό που σε εξοργίζει». (16)

Στο πλαίσιο της κριτικής που δεχόταν για τη στάση του, σχολίαζε σε οργισμένο ύφος τα δημοσιεύματα των αθηναϊκών εφημερίδων που ερμήνευαν τη βοήθεια ως οφειλόμενη ανταπόδοση προς την Ελλάδα για τη συνεισφορά της και τις θυσίες της στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο:

«Στην πραγματικότητα, οι γιοι μας έχυσαν το αίμα τους στη Γαλλία, την Ιταλία και τη Γερμανία, και στα νησιά του Ειρηνικού, όχι υπερασπιζόμενοι το δικό τους έδαφος, αλλά πεθαίνοντας χιλιάδες μίλια μακριά από την πατρίδα τους ώστε οι άνθρωποι που αγαπούσαν την ελευθερία ανά τον κόσμο να συνεχίσουν να την απολαμβάνουν -άνθρωποι σε όλο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων των Ελλήνων. Ας μη συνεχίσουμε λοιπόν αυτή τη συζήτηση για αίμα αντί δολαρίων, γιατί και η Αμερική έδωσε πολύ και από τα δύο». (17)

Η σχέση ανάμεσα στην υλοποίηση του αμερικανικού σχεδίου βοήθειας και την εθνική κυριαρχία επισημαινόταν ως ένα ζήτημα που έπρεπε να ληφθεί υπόψη από την αμερικανική διπλωματία και σε έκθεση της CIA το 1948.

Σύμφωνα με την έκθεση, η επιτυχία του προγράμματος εξαρτιόταν από τη δυνατότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να ασκήσουν «αποφασιστική επιρροή στην ελληνική πολιτική δράση, την εσωτερική διοίκηση και τις στρατιωτικές επιχειρήσεις χωρίς να ανταγωνίζεται τους Ελληνες».

Σημείωνε επίσης πως και «άλλες χώρες θα παρακολουθούν στενά την εφαρμογή του αμερικανικού προγράμματος στην Ελλάδα για να δουν σε ποιο βαθμό συμβιβασμοί της εθνικής κυριαρχίας είναι συνακόλουθοι της αποδοχής τεράστιας βοήθειας». (18)

Ο Γκρέιντι, παρότι αναγνώριζε συνέχειες στην εξωτερική πολιτική των μεγάλων αποικιακών δυνάμεων, όπως η Βρετανία, με την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, εν τούτοις θεωρούσε πως το πρόγραμμα της αμερικανικής βοήθειας είχε μοναδικά χαρακτηριστικά, τόσο από ποιοτική όσο και από ποσοτική άποψη, τα οποία ήταν αλληλένδετα με τον μοναδικό χαρακτήρα της αμερικανικής παγκόσμιας ηγεσίας.

Αυτός συνοψίζεται στην έννοια του «πεφωτισμένου ίδιου συμφέροντος», το οποίο προωθούσε την παγκόσμια σταθερότητα και πρόοδο.

Αν και δεν θεωρούσε ότι η αμερικανική παρέμβαση για την προώθηση της δημοκρατίας και την αλλαγή πολιτικών καθεστώτων μπορούσε να είναι αποτελεσματική καθεαυτή, ωστόσο πίστευε ότι η πολιτική μεταβολή και ο εκδημοκρατισμός θα ήταν το φυσικό και αναπόφευκτο επακολούθημα της αμερικανικής βοήθειας.

Επιπλέον, προσέδιδε στον υποτιθέμενα απολιτικό στόχο της οικονομικής ευημερίας ηθικό και πνευματικό περιεχόμενο, λέγοντας πως «η ευημερία δεν είναι απλά μια υλική έννοια όπως υποστηρίζουν ορισμένοι. Είναι συνώνυμη με την αξιοπρεπή διαβίωση, περισσότερη ηθικότητα, μεγαλύτερη θρησκευτική και πνευματική πρόοδο στον κόσμο».

Από την άλλη πλευρά, βεβαίως, του ήταν σαφές πως τα προγράμματα οικονομικής και τεχνικής βοήθειας των Ηνωμένων Πολιτειών αποτελούσαν όπλα εναντίον του κομμουνισμού και μέσο προάσπισης των αμερικανικών εθνικών συμφερόντων.

Αναγνώριζε, λοιπόν, τη βοήθεια ως αναπόσπαστο στοιχείο της στρατηγικής της ανάσχεσης, αντιπαραθέτοντας τον στόχο της βελτίωσης του επιπέδου διαβίωσης στις «κομμουνιστικές υποσχέσεις για έναν καλύτερο κόσμο». (19)

Τον Φεβρουάριο του 1949 ο Γκρέιντι εξέφραζε προς το υπουργείο Εξωτερικών συγκρατημένη αισιοδοξία σχετικά με την πρόοδο του στρατιωτικού, πολιτικού και οικονομικού μετώπου στην Ελλάδα, επισημαίνοντας ωστόσο ως πηγή αποσταθεροποίησης το λεγόμενο «σύνδρομο του Ανυπόμονου Αμερικανού Επιχειρηματία».

Η υπερβολική σιγουριά, η αλαζονεία και οι ατυχείς χειρισμοί κάποιων από τους εν Ελλάδι Αμερικανούς, προειδοποιούσε, θα μπορούσαν «να δικαιώσουν την κριτική των εχθρών μας».

Παράλληλα, ομολογούσε ότι οι προσπάθειές του να συγκρατήσει το προσωπικό της Αποστολής από την ανάμιξη στις ελληνικές πολιτικές υποθέσεις δεν ήταν ολότελα επιτυχείς.

Ο Γκρέιντι τόνιζε ακόμη ότι η υλοποίηση του Σχεδίου Μάρσαλ απαιτούσε την επίδειξη νέων ικανοτήτων από το αμερικανικό πολιτικό και διπλωματικό προσωπικό.

Συγκεκριμένα, «ένα βαθμό σοφίας και πολιτικής ικανότητας που δεν είχε κληθεί να επιδείξει μέχρι τότε». (20)

Παρά τη μετακίνησή του στην αμερικανική πρεσβεία της Τεχεράνης το 1950, ο Γκρέιντι συνέχισε να εκδηλώνει το ενδιαφέρον του για το πρόγραμμα της ελληνικής βοήθειας διαφωνώντας μάλιστα για τον χειρισμό του με τον διάδοχό του, Τζον Πιουριφόι.

Ο Γκρέιντι, για μια σειρά από λόγους, τασσόταν κατηγορηματικά υπέρ του σταδιακού τερματισμού της βοήθειας το 1952.

Στην επιχειρηματολογία του, έκανε λόγο και για την ψυχολογική εξάρτηση των Ελλήνων από τη βοήθεια, που θα έπρεπε να αναστραφεί:

«Νομίζω ότι πρέπει να τη μειώσουμε σταδιακά, αλλιώς θα έχουμε την Ελλάδα στα χέρια μας για χρόνια. Συνηθίζουν ολοένα και περισσότερο στο να συντηρείται η οικονομία τους με τους δικούς μας πόρους. Οσο τα άτομα ή οι χώρες συνηθίζουν στα επιδόματα, δεν είναι εύκολο μετά να ξεσυνηθίσουν». (21)

Συνοψίζοντας, μέσα από τα παραπάνω κείμενα, που αφορούν ημερολογιακές καταγραφές, εκθέσεις και αλληλογραφία των Αμερικανών αξιωματούχων που συνδέθηκαν με τον σχεδιασμό και την υλοποίηση του σχεδίου αμερικανικής βοήθειας στην Ελλάδα, σανιχνεύουμε την επίδραση των συγκροτητικών στοιχείων της αμερικανικής εθνικής ταυτότητας, αλλά και τη σταδιακή διαμόρφωση της ψυχροπολεμικής ιδεολογίας.

Αυτά μαζί με πολιτισμικά στερεότυπα δημιουργούν το ιδεολογικό και εννοιολογικό πλαίσιο εντός του οποίου εγγράφεται το ελληνικό «πρόβλημα» για την αμερικανική διπλωματία, καθώς και οι προσπάθειες «ανασυγκρότησης» του ελληνικού κράτους.

Μέσα από αυτό το υλικό φωτίζεται περαιτέρω πως η ελληνική κρίση, τόσο ως απειλή στρατιωτικής κατίσχυσης του κομμουνισμού όσο και ως απειλή οικονομικής κατάρρευσης της Ελλάδας, και η αμερικανική απάντηση σε αυτήν την κρίση απέκτησαν ιδιαίτερη ιδεολογική και συμβολική σημασία.

Σαν επιστέγασμα, δύο χρόνια μετά τη διατύπωση του ομώνυμου Δόγματος, στην ομιλία της ορκωμοσίας του το 1949, ο Τρούμαν εισήγαγε για πρώτη φορά την έννοια ενός προγράμματος διεθνούς βοήθειας (το περίφημο 4ο σημείο) για τις αναπτυσσόμενες χώρες· όχι πια υπό τη μορφή οικονομικής ενίσχυσης, αλλά υπό τη μορφή μεταφοράς τεχνογνωσίας.

Η έννοια της βοήθειας είχε μετατραπεί πλέον σε επίσημο εργαλείο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής βάσει της έννοιας του «πεφωτισμένου ίδιου συμφέροντος» που αναδύθηκε και στη διαχείριση της ελληνικής κρίσης.

1. Papers of Dwight Griswold, AMAG Correspondence 1948, Σημείωμα (χωρίς ημερομηνία). (a)
2. Department of State, «Statement by the Honorable Paul A. Porter before the House Foreign Affairs Committee», 28/3/1947.
3. «Truman Doctrine Upheld by Porter», Times 6/8/1947.
4. Harry S. Truman προς J. H, Norris, 25/11/1947.
5. Harry S. Truman προς Henry Grady, 18/10/1952.
6. Department of State, «Statement issued by Ambassador Henry F. Grady at Athens», 28/10/1948.
7. Papers of Dwight Griswold, AMAG Correspondence 1948, Σημείωμα (χωρίς ημερομηνία).
8. Henry Grady προς Burton Y. Berry, 9/11/1949.
9. Henry Grady προς υπουργείο Εξωτερικών, 21/2/1949.
10. Dwight Griswold to Major General Harry H. Vaughan, 14/10/1947.
11. Papers of Dwight Griswold, AMAG Correspondence 1948, Σημείωμα (χωρίς ημερομηνία).
12. Papers of Dwight Griswold, Box 1, Folder AMAG Correspondence 1948, «A Factual Summary concerning the American Mission for Aid to Greece, AMAG», June 15, 1948.
13. «Life Around the World. Crowded Athens’ appearance of prosperity makes city a false front for a chaotic nation», World Report 22/4/1947, σ. 47.
14. Dwight Griswold προς Harry Vaughan, 20/11/1947. Συνημμένη αναφορά «The Political Crisis».
15. goo.gl/MmW8a8.
16. Henry Grady προς Paul R. Porter, 10/10/1950.
17. Papers of Henry F. Grady, Προσχέδιο δήλωσης, χωρίς ημερομηνία.
18. CIA Report, SR-10, «Greece», Μάρτιος 1948.
19. Henry Grady, Κείμενο ομιλίας με τίτλο «American Foreign Policy and the Underdeveloped Areas», 17/2/1952.
20. Henry Grady προς υπουργείο Εξωτερικών, 21/2/1949.
21. Henry Grady προς John Peurifoy, 27/4/1951.

Επιμέλεια: Τάσος Κωστόπουλος

 Διαβάστε

► Ζηνοβία Λιαλιούτη, Ο αντιαμερικανισμός στην Ελλάδα, 1947-1989 (Αθήνα 2016, εκδ. Ασίνη). Εξονυχιστική ανατομία του πολιτικού και ιδεολογικού φαινομένου που σημάδεψε τις μεταπολεμικές δεκαετίες στην Ελλάδα, με παράλληλη ανάλυση της έννοιας του «αμερικανισμού» στον δημόσιο λόγο πριν και μετά τη Μεταπολίτευση.

► John Iatrides (επιμ.), Ambassador MacVeigh Reports: Greece, 1933-1947 (Πρίνστον 1980, εκδ. Princeton University Press). Συλλογή εκθέσεων του πρέσβη των ΗΠΑ στην Αθήνα (και στην εξόριστη βασιλική κυβέρνηση) κατά την πιο κρίσιμη δεκαπενταετία του εικοστού αιώνα.

► Paul Porter, Ζητείται: Ενα θαύμα για την Ελλάδα (Παρουσίαση-Εισαγωγή: Μιχάλης Ψαλιδόπουλος, Τεκμηρίωση-Επίμετρο: Σπύρος Βρετός, Αθήνα 2008, Μεταμεσονύκτιες Εκδόσεις). Το ημερολόγιο, η υπηρεσιακή έκθεση και δημόσια κείμενα του επικεφαλής της Αμερικανικής Οικονομικής Αποστολής το 1947.

► Γιώργος Σταθάκης, Το δόγμα Τρούμαν και το σχέδιο Μάρσαλ (Αθήνα 2004, εκδ. Βιβλιόραμα). Η ιστορία της αμερικανικής οικονομικής βοήθειας, από το ξεκίνημα του Εμφυλίου μέχρι τα «σταθεροποιητικά» προγράμματα του 1951-52.

► Γιάννης Στεφανίδης, Από τον Εμφύλιο στον Ψυχρό Πόλεμο. Η Ελλάδα και ο Συμμαχικός Παράγοντας, 1949-1952 (Αθήνα 1999, εκδ. Προσκήνιο). Ανάλυση των ελληνοαμερικανικών σχέσεων της πρώτης μετεμφυλιακής τριετίας. Ειδικά κεφάλαια για την οικονομική βοήθεια και τη διαπλοκή της με τα ζητήματα ασφαλείας.

*Διδάσκουσα στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου

 

Πηγή: Ο σωτήρας από τη Νεμπράσκα | Η Εφημερίδα των Συντακτών

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s