Αλάτι - πιπέρι

Ντίνος Χριστιανόπουλος: «Δε θέλω ούτε τα βραβεία, ούτε τα λεφτά τους»

82682-xristianopoulos-660_0

Είμαι εναντίον της κάθε τιμητικής διάκρισης, απ΄ όπου και αν προέρχεται….

Είμαι εναντίον των βραβείων γιατί μειώνουν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Βραβεύω σημαίνει αναγνωρίζω την αξία κάποιου κατώτερου μου – και κάποτε πρέπει να απαλλαγούμε από την συγκατάβαση των μεγάλων. Παίρνω βραβείο σημαίνει παραδέχομαι πνευματικά αφεντικά – και κάποτε πρέπει να διώξουμε τα αφεντικά από την ζωή μας…

Είμαι εναντίον των χρηματικών επιχορηγήσεων, σιχαίνομαι τους φτωχοπρόδρομους που απλώνουν το χέρι τους για παραδάκι. Οι χορηγίες μεγαλώνουν την μανία μας για διακρίσεις και την δίψα μας για λεφτά΄ ξεπουλάνε την ατομική ανεξαρτησία μας.

Είμαι εναντίον των σχέσεων με το κράτος και βρίσκομαι σε διαρκή αντιδικία μαζί του. Πότε μου δεν πάτησα σε υπουργείο, και το καυχιέμαι. Η μόνη μου εξάρτηση απο το κράτος είναι η εφορεία, που με γδέρνει.

Είμαι εναντίον των εφημερίδων. Χαντακώνουν αξίες, ανεβάζουν μηδαμινότητες, προβάλλουν ημετέρους, αποσιωπούν τους απροσκύνητους΄ όλα τα μαγειρεύουν, όπως αυτές θέλουν. Δεξιές, αριστερές, κεντρώες – όλες το ίδιο σκατό….

Είμαι εναντίον κάθε ιδεολογίας, σε οποιαδήποτε απόχρωση και αν μας την πασέρνουν. Όσο πιο γοητευτικές και προοδευτικές είναι οι ιδέες, τόσο πιο τιποτένια ανθρωπάκια μπορεί να κρύβονται από πίσω τους. Όσο πιο όμορφα τα λόγια τους, τόσο πιο ύποπτα τα έργα τους. Όσο πιο υψηλοί οι στόχοι, τόσο πιο άνοστοι οι στίχοι.

Είμαι, προπάντων, εναντίον κάθε ατομικής φιλοδοξίας, που καθημερινά μας οδηγεί σε μικρούς και μεγάλους συμβιβασμούς. Αν σήμερα κυριαρχούν παραγοντίσκοι και τσανάκια, δεν φταίει μόνο το κωλοχανείο΄ φταίνε και οι δικές μας παραχωρήσεις και αδυναμίες. Αν πιάστηκε η μέση του οδοκαθαριστή, φταίμε και εμείς που πετούμε το τσιγάρο μας στο δρόμο. Κι αν η λογοτεχνία μας κατάντησε σκάρτη, μήπως δεν φταίει και η δική μας σκαρταδούρα.
κείμενο του 1977
στο περιοδικό ΔΙΑΓΩΝΙΟΣ,
αρ. 1, Ιανουάριος – Απρίλιος 1979

*

Την πρόθεσή του να μην παραλάβει το βραβείο του Υπουργείου Πολιτισμού αλλά ούτε και το χρηματικό έπαθλο που το συνοδεύει γνωστοποίησε ο γνωστός ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος. Η αντίδραση του ποιητή ήταν άμεση μόλις έγινε γνωστή η είδηση της βράβευσής του με το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων για το σύνολο του έργου του.

«Ούτε θα εμφανιστώ ούτε θα απλώσω το χέρι για να το πάρω. Δεν θέλω ούτε τα βραβεία ούτε τα λεφτά τους». Κατ’ αυτόν τον τρόπο σχολίασε στο ΑΠΕ- ΜΠΕ τη διάκρισή του, ο 81χρονος ποιητής της Θεσσαλονίκης Ντίνος Χριστιανόπουλος, παραπέμποντας σε παλιότερο κείμενό του (1979) με τον εμβληματικό τίτλο «Εναντίον».

«Είμαι εναντίον της κάθε τιμητικής διάκρισης απ’ όπου και αν προέρχεται. Δεν υπάρχει πιο χυδαία φιλοδοξία από το να θέλουμε να ξεχωρίζουμε. Αυτό το απαίσιο «υπείροχον έμμεναι άλλων», που μας άφησαν οι αρχαίοι. Είμαι εναντίον των βραβείων γιατί μειώνουν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου …» αναφέρει, μεταξύ άλλων, σ’ εκείνο το κείμενό του ο Ντίνος Χριστιανόπουλος.

Σχόλιο καλύβας: Ας είναι καλά ο κύριος Ντίνος… Μας θύμισε και πάλι τι θα πει αξιοπρέπεια!
*

Αναγνωρίζω ανεπιφύλακτα τον Ντίνο Χριστανόπουλο ως ποιητή.

Γιατί δεν μπορεί να μην είναι αληθινός ποιητής ένας άνθρωπος που έγραψε στίχους όπως:

«έτσι, Θεέ μου, σκέφτηκα, να γίνονταν
πριν από τη στιγμή εκείνη: ένα τραγούδι
να σβήνει αργά αργά στη φυσαρμόνικα,
σα μια νεανική αγνότητα που φεύγει.»
ή
«Κι όμως νιώθω παράταιρος μέσα στον κόσμο αυτό,
σαν κλασική μουσική σε ταβέρνα.»
ή
«Και τότε ήταν, μες στην τόση μου εκμηδένιση,
που εδίψησέ σε, Κύριε, η ψυχή μου.»
ή
«Τις παγωμένες νύχτες,
ψυχή μου, πώς αντέχεις τέτοιο ρήμαγμα,
εσύ που αναζήταγες τον ουρανό;»
ή
«δεν πόνεσα ακόμα αρκετά
για να μ’ αγγίξει ο πόνος του διπλανού μου.»
ή
«Μάτια τυραννισμένα αυτοί δεν έχουν
ούτε χαμόγελο πικρό, ούτε πρόσωπο
που από καημό κρυφό να ‘χει σκεβρώσει.»
ή
«Είτε έτσι είτε αλλιώς με αφανίζει
ο σκοτεινός καημός μου να δοθώ,
η λύσσα μου να εξοντωθώ.»
ή
«να διαλυθώ στην αμφιλύκη του κορμιού σου,»
ή
«όμως είμαι άνθρωπος κι εγώ, επιτέλους κουράστηκα,
πώς το λένε,
κούραση πιο τρομαχτική από την ποίηση υπάρχει;»
………………………………………..

Αυτό, τελικά, (όπως τόσο σοφά έχει ειπωθεί) πρέπει να ‘ναι η ποίηση:
Μαργαριτάρι ατίμητο που το γεννάει και το θρέφει (μπας και γιατρευτεί) η αγιάτρευτη πληγή κι ο αβάσταχτος πόνος.

‘Το συγκλονιστικό προσωπικό δράμα του Χριστιανόπουλου (Κωνσταντίνου Δημητριάδη) παραδομένο, ως έσχατη υποταγή, στην ποίηση’.

Πώς γίνεται, που να πάρει, ένας άνθρωπος που με τους στίχους του ψαύει τον ουρανό, να βγάζει με τη συμπεριφορά του τόση ‘κακία’, τόσο ‘μίσος’, τόση ‘μικρότητα’;

ΑΝ είναι όντως κακία, μίσος και μικρότητα.

Ανοίγετε, αγαπητέ ΣΑΘ, ένα μεγάλο θέμα ξανά: ο δημιουργός είναι το έργο του; Ή είναι ένας άνθρωπος ανάμεσά μας, με τα πάνω του και τα κάτω του, με τις αντιφάσεις του κλπ, που μπορεί (εκ πρώτης όψεως, τουλάχιστον) να μην έχει σχέση με το έργο που μας έχει δώσει;

Γνωρίζω τον κ. Χριστιανόπουλο (από μακριά) καμιά 30αριά χρόνια. Πολλές φορές, όταν έμενα στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, συναντιόμαστε και ανταλλάσσαμε καλησπέρες. Είναι ένας ευγενέστατος αστός, παλαιάς κοπής, σας διαβεβαιώ. Ο οποίος, όταν μιλάει για ομοτέχνους του ή για πολιτικούς ή για «το κράτος» μετατρέπεται σε τσογλάνι (ούτως ειπείν), βοηθούντος και του ιδιαιτέρου χαρακτήρος του.

Προσωπικά βλέπω μια στάση άμυνας (προϊόν μιας δύσκολης ζωής, το ωραιότερο κομμάτι της οποίας αναγκάστηκε να περάσει κρυπτόμενος) αλλά και αδιαπραγμάτευτης αξιοπρέπειας. Όλοι ήξεραν τις απόψεις του για τα βραβεία – κι αν δεν ήξεραν ας ρωτούσαν να μάθουν. Ας ενημέρωναν τον ίδιον.

Επιτρέψτε μου και κάτι άλλο: τον θεωρώ, ως έχει, τον σημαντικότερο εν ζωή Θεσσαλονικιό, την εμβληματική μορφή της Θεσσαλονίκης. Φυσικά, αν συναντηθούμε ποτέ, δεν θα του το πω – για να αποφύγω το αναπόφευκτο σιχτίρισμα…

*

Να που δεν είναι απόλυτος:

«Ηταν συμβιβασμός η αποδοχή της τιμής που του έγινε από τη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου, όταν τον ανακήρυξε επίτιμο διδάκτορα; Ηταν μία ύστερη υποχώρηση, ένα αντίδωρο σ’ αυτούς που τον πρότειναν, επειδή τον εκτιμούν; Ο ίδιος έχει απαντήσει για τούτη την αυτοαναίρεση».

http://www.naftemporiki.gr/news/cstory.asp?id=2126256

*

“Τουλάχιστον είμαι σίγουρος ότι όλοι αυτοί που με πρότειναν με αγαπούν και με εκτιμούν. Να κάτσω τώρα να τους κογιονάρω;”

http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=620064

Συμπέρασμα: κάθε κανόνας έχει και τις εξαιρέσεις του.

Επειδή ο Ηλίας Κανέλης σε ανύποπτο χρόνο (5 Φεβρουαρίου 2011) διατύπωσε με όμορφα τρόπο όσα κατά καιρούς έχω σκεφτεί για έναν άνθρωπο του οποίου το έργο εκτιμώ πολύ περισσότερο από το προφίλ του, τα αναδημοσιεύω κι εδώ. Δεν κατακρίνω, προσπαθώ να περιγράψω ενόσο με εντυπωσιάζουν πάντα τα λόγια του ανθρώπου-ποιητή.
O ναρκισσισµός της αθυροστοµίας
Παιδί ήταν του κατηχητικού. Ο κατηχητής του, ο πατήρ Λεωνίδας Παρασκευόπουλος, εξανέστη όταν έµαθε ότι το χριστιανόπουλο, που τότε λεγόταν Κωνσταντίνος Δηµητριάδης, εξέδωσεµόνοςτου ποιητικήσυλλογή: «Πρόκειται για κάθαρµα. Πατήστε το σαν κατσαρίδα!», είπε όταν έµαθε την «παρεκτροπή» του. Η βία εκείνη τον σηµάδεψε. Αλλά πώς έφτασε να αποκαλεί δηµόσια τεµπέλη τον Ελύτη και να τον χειροκροτούν γι’ αυτό; Μοιάζει προκλητικός, οι δηµοσιογράφοι όταν γράφουν γι’ αυτόν τον αποκαλούν αιρετικό –ενώ εκείνος είναι, απλώς, εριστικός. Για πολλά απ’ όσα τον τσατίζουν ίσως και να ‘χει δίκιο, για πολλά άλλα απλώς γκρινιάζει – ακκισµός και νάζι ταυτόχρονα. Γέννηµα θρέµµα της Θεσσαλονίκης, από τα πρόσωπα που διαµόρφωσαν το σύγχρονο πνευµατικό προφίλ της πόλης στον αντίποδα ενός περασµένου κοσµοπολιτισµού, δρων από το 1949. Μανιακός των γραµµάτων, εκδότης, ιδιοκτήτης της γκαλερί του περιοδικού «Διαγώνιος» που ο ίδιος εξέδιδε, οργανοπαίκτης, τραγουδιστής ρεµπέτικων κυρίως του Τσιτσάνη. Προπάντων ποιητής. Και δοκιµιογράφος.

Δεν κρύβει την οµοφυλοφιλία του, την προβάλλει κιόλας µέσα από τα ποιήµατά του. Ελληνοκεντρικός. Αντικοµµουνιστής. Κουτσοµπόλης. Σίγουρα νάρκισσος – αρκεί να διαβάσει κανείς µερικές συνεντεύξεις του. Αλλά δεν είναι παραδοξολόγος, κι ας τον θεωρούν έτσι πολλοί. Ούτε γραφικός, κι ας λέει πολύ συχνά γραφικότητες.
Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ.
Τις προάλλες, «κατέβηκε» στηνΑθήνα όπουαπήγγειλε ποιήµατά του σε ένα θεατράκι στο Γκάζι – καιτο γέµισε. Ο κόσµος, από τους µαθητές του «Καυλυκείου», όπως λέει το Λύκειο, µέχρι ψυχοψαγµένους παλαίµαχους, κι ανάµεσά τουςκαι µερικούς κατασταλαγµένους, διψάει για είδωλα που πιστεύει ότιέχουν κάτι να του πουν. Κι ηαλήθεια είναι ότι ο Ντίνος Χριστιανόπουλος πάντα έχει κάτι να πει. Εστω κι αν το ‘χει ξαναπεί, ο τρόπος και η έµφαση δικαιολογούν, σε µεγάλο βαθµό, το ενδιαφέρον του κοινού. Αλλά, φυσικά, το πρόβληµα πάντα είναι τι µένει όταν τελειώσουν τα ανέκδοτα.
Τι µένει δηλαδή από µια αποστροφή τύπου «χαζοµάρες αριστερής προέλευσης αλά Ρίτσος»;Ή από τους αφορισµούς τηςπρόσφατης βραδιάς, για τονΕλύτη που «ήταντεµπέλης κι έτρεχεµε πιτσιρίκες» ή για τον Σεφέρη που «έγλειφε» για να πάρει τοΝοµπέλ; Αν δεν σκέπαζε τις εντυπώσεις µια µικρή µοχθηρία, ενδεχοµένως να έµενε χώρος για επιχειρήµατα. Από τηνάλλη πλευρά, όµως, ο Χριστιανόπουλος κάνει ένα είδοςποιητικού σόου. Και στα σόου, εκείνο πουπροηγείται είναι το ξάφνιασµα. Τι εντύπωση θα κάνει στο κοινό.
Η αλήθεια είναι ότι δεν χρειάζεται να κάνει εντύπωση. Κι αυτές τις απόψεις τις έχει πει δηµόσια πολλές φορές, τις πιστεύει. Αλλά ακόµα κι αν Σεφέρηςκαι Ελύτηςδιέθεταν «καπατσοσύνη», γι’ αυτό πήραν το βραβείο, οφείλει να ξέρει ότι η αξία των καλλιτεχνικών έργων δενέχει να κάνει πάνταµε τα έργα καιτις ηµέρες των δηµιουργών τους – αν ήταν έτσι, ο Σελίν ή ο Εζρα Πάουντ θα έπρεπε να έχουν καεί. Προφανώς, η διαφωνία του είναι βαθύτερη, ποιητική, για νατην εκφράσει όµως µε ακρίβεια χρειάζεται ψαγµένα και λογικά επιχειρήµατα, όχι αφορισµούς γηπέδου. Επιχειρήµατα σαν εκείνα που επικαλείται όταν εκφράζει την πίστη του και τον θαυµασµό του στον Καβάφη (τον οποίον όµως δεν θαυµάζει a priori, έστω κι αν καµιά φορά τον αντιπαραβάλλει µε τον εαυτό του: «ενώ εγώ, απ’ όλο το χριστιανισµό, πήρα µόνο την ηθική, ο Καβάφης απ’ όλη την ηθική πήρε µόνο την αξιοπρέπεια») ή τον Σολωµό (για τον οποίο πιστεύει ότι, τελικά, είναι ο σηµαντικότερος έλληνας ποιητής, κι ας µην έχει ούτε ένα τελειωµένο ποίηµα, ας είναι τα ποιήµατά του ένας σωρός– γλωσσικών – ερειπίων).
Το θέµα είναι,βεβαίως, ότι εκτός από αναγνώστηςκαι κριτικόςείναι κι ο ίδιος ποιητής. Κι όταν πρέπει να βάλεις τα ποιήµατά σου στη ζυγαριά, τότε χρειάζεσαι κουράγιο. Ο Χριστιανόπουλος το έχει. Κι έχει πολλά στιχάκια, για πολλές καταστάσεις: γιατον ανεύρετοέρωτα και τον πόνο («απ’ όλα τα αφηρηµένα ουσιαστικά / πειράζει να εξαιρέσουµε τη µοναξιά;»), γιαεφήµερες συνευρέσεις («λογιώ λογιώ κουµάσια / γύρω απ’τα τζιου-µποξ // άλλος µπανίζει άλλος διπλαρώνει / κανείς δε νοιάζεται για µουσική»), για προδοσίες («σε πήρα να µ’ επισκευάσεις / κι εσύµε ξεχαρβάλωσες»), για τον τυφλό πόθο («Νύχτα, χάρισέ µου ένα κορµί, / δεν εξετάζω αν το στήθος είναι όµορφο, / αν τα µπράτσα είναι ψηµένα στη δουλειά / ούτεκαι νοιάζοµαι γιατων µατιών το χρώµα, / όνοµα, επάγγελµα και ηλικία»), για έναν ιδιότυπο φετιχισµό («Μην καταργείτε την υπογεγραµµένη / ιδίως κάτω από το ωµέγα / είναι κρίµα να εκλείψει / η πιο µικρή ασέλγεια /του αλφαβήτου µας»). Και για πολλά ακόµα, µέχρι και στιχάκια πουµπορεί να τα δει κανείς γκραφίτι στουςτοίχους έχει γράψει («τα πρόβατα απήργησαν / ζητούν καλύτερεςσυνθήκες σφαγής»).
Είναι όλα αυτά ποίηση ή,µήπως, απλώς έξυπνα, ψαγµέναγνωµικά; Με άλλα λόγια, ποιητής ή σοφολογιότατος; Πώς και τι θα µείνει,δηλαδή, από το έργο του;
Η ΠΌΛΗ Καί τό ίδίωμα. Για να καταλάβει κανείς τι µένει από έναν ποιητή, µπορεί να αρχίσει και ανάποδα – να δει τι δεν έχει, σε σχέση µε τους οµοτέχνους του. Για τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, η σωστή σύγκριση οφείλει να αρχίζει από την πόλη του. Δεν έχει τον καίριο λόγο του Μανόλη Αναγνωστάκη, που τροφοδοτήθηκε από και τροφοδότησε την ιστορική συγκυρία. Δεν έχει το απελπισµένο πάθος του Ασλάνογλου. Δεν έχει τη στοχαστική ενατένιση της Καρέλλη. Το δικό του ιδίωµα είναι το ιδίωµα του µικρόκοσµου. Οσο κι αν επικαλείται την πνευµατικότητα, εκεί είναι άνισος, δεν ξέφυγε από τον µικροαστισµό ούτε από την ηθικολογία (ενδεικτικός ο στίχος:«καηµένε Μακρυγιάννη να‘ξερες / γιατί το τζάκισες το χέρι σου // το τζάκισες για να χορεύουνσέικ / τα κωλόπαιδα».
Αντίθετα, µε τα γήινα τα καταφέρνει καλύτερα. Αλλά τα γήινα στη Θεσσαλονίκη, ατυχώς, δεν έχουν ανοιχτούς ορίζοντες. Ο Χριστιανόπουλος είναι κατά βάσιν βιωµατικός ποιητής: ένα παιδί που γεννήθηκε το 1931,που υπέστη την πρέσα του κατηχητικού, που έζησε συνεχώς στην ίδια πόλη, που διεκδίκησε τον έρωτα στον Βαρδάρη χωρίς να το κρύβει (το υπερτονίζει µάλιστα, η αρβύλα και η καταπίεση είναι µόνιµο µοτίβο της ποιητικής του), που αποστράφηκε την πολιτική, που προτίµησε τη δική του βιωµατική προσέγγιση στα πράγµατα, χάρη σ’ αυτή µάλιστα «κέρδισε» την έχθρα των ακραίων της Δεξιάς («Είναι ένας Καρατζαφέρης, ο οποίος µε έχει περιλούσειαρκετές φορές. Κι ούτε που τον ξέρω. Ούτε στη φάτσα. Αλλά τι µε νοιάζει; Φαντάζοµαι θα ‘ναι κάνα σκατόµουτρο», λέει χαρακτηριστικά). Φτάνειγια να κερδίσεις την αθανασία;
Ισως δεν έχει και τόσο σηµασία. Φτάνει για να γεµίσει η ζωή, ναχειραφετηθεί και να κάνει και κάποιους εχθρούς. Πες µου,πάντως, τους εχθρούς σου να σου πω ποιος είσαι. Γιατί αν δεν είναι έγκυροι – αλίµονο.

Συμβαίνουν και αυτά τα ορέα… 😉

(Δείτε, παραπάνω, το σχόλιο του ΣΑΘ, στις 24/1/2012, 12.26μμ, ο οποίος αγαπάει την ποίηση, αλλά δεν έχει χαμπάρι – και καλά κάνει- από εσω-καλλιτεχνικά μαχαιρώματα…)

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s