Χούντα

Η απολογία του Γκύντερ Βάρλαφ

wallrafleaveskorydallos

Η έξοδος από τις φυλακές του Κορυδαλλού

Ο Γκύντερ Βάρλαφ είναι Γερμανός, γνωστός δημοσιογράφος (1) Τον Μάιο του 1974 αλυσοδέθηκε στην Πλατεία Συντάγματος και μοίραζε προκηρύξεις κατά τις χούντας (2) Η δίκη του έγινε την 23η Μαΐου 1974 στο έκτακτο στρατοδικείο Αθηνών. Παρίσταντο ξένοι δημοσιογράφοι, αλλά δεν επιτράπηκε να δημοσιευθεί το παραμικρό στον ελληνικό τύπο.  Ο Βάρλαφ καταδικάστηκε σε φυλάκιση 14 μηνών και απελευθερώθηκε με την πτώση της δικτατορίας (3) Πρόσφατα επισκέφτηκε την Ελλάδα και τη φυλακή του Κορυδαλλού (4) Η απολογία του στο στρατοδικείο είναι ένα συγκλονιστικό ντοκουμέντο, που δεν υπήρχε ως τώρα στο διαδίκτυο. Δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή», στις  13.8.1974. Τη μετέγραψα από το βιβλίο του Σόλωνα Γρηγοριάδη (3)

… Όταν αλυσοδέθηκα στο στύλο της Πλατείας Συντάγματος, στην αρχή ένοιωσα χαμένος, εκτός τόπου. Γιατί οι πρώτοι που με πρόσεξαν, ήταν Αμερικανοί τουρίστες με τις φωτογραφικές και τις κινηματογραφικές τους μηχανές επί τα ίχνη της κλασικής αρχαιότητος. Γέλασαν, σκεπτόμενοι ίσως ότι ο ελληνικός Τουρισμός μπορεί να είχε οργανώσει κάτι για να τραβήξει το ενδιαφέρον τους. Ωστόσο, οι Έλληνες περαστικοί, στους οποίους και έδινα τις προκηρύξεις, δεν γελούσαν. Αμέσως κατάλαβαν τι συμβόλιζε αυτή η πράξη, έπαιρναν τις προκηρύξεις, προχωρούσαν λίγο και μόλις ένοιωθαν τον εαυτό τους ασφαλή τις διάβαζαν στα γρήγορα, μερικοί μάλιστα γύριζαν να πάρουν κι άλλες  να τις δώσουν και σ’ άλλους. Για μένα, ο τρόπος με τον οποίο αντιδρούσαν τότε σήμαινε επιδοκιμασία και συγχρόνως φόβο’ φυσικά δεν φοβόντουσαν εμένα (γιατί εγώ στο κάτω κάτω ήμουν αλυσοδεμένος), αλλά τους πράκτορες της μυστικής αστυνομίας που αστραπιαία βρέθηκαν εκεί. Προχώρησαν, βγάλανε επιδεικτικά τις ταυτότητές τους και σκόρπισαν την ανησυχία και τον τρόμο. Αρχίζοντας να με χτυπάνε, μου έσπασαν τα γυαλιά μου και συνέχισαν χτυπώντας το κεφάλι μου στην γωνιά του τσιμεντένιου στύλου. Όταν άρχισα να φωνάζω, επιχείρησαν να αποκαταστήσουν τον νόμο και την τάξη δίνοντάς μου κλωτσιές στο στομάχι, ενώ συγχρόνως μου έκλειναν το στόμα.

Το πρόσωπο του φασισμού

Όταν εργαζόμουν σ’ ένα γερμανικό εργοστάσιο, γνώρισα Έλληνες εργάτες. Εξετίμησα τον χαρακτήρα τους, τον τρόπο με τον οποίο εκφράζανε τον εαυτό τους χορεύοντας ή τραγουδώντας, τον ενθουσιασμό τους για τον Θεοδωράκη – που η μουσική του δεν απαγορεύτηκε τυχαία από τη χούντα. Αγάπησα την Ελλάδα χωρίς να έχω έρθει εδώ. Συγχρόνως γνώρισα το φόβο των Ελλήνων εργατών – ακόμα και στη Γερμανία. Το φόβο για τους εγκάθετους της στρατιωτικής δικτατορίας, που θα τους κατέδιδαν αμέσως αν προσχωρούσαν σε κάποια οργάνωση στη χώρα μας, ή αν μιλούσαν εναντίον του καθεστώτος. Φοβόνταν μήπως τους συλλάβουν όταν θα γύριζαν’ φοβόνταν ότι οι συγγενείς τους θα είχαν τραβήγματα με την στρατιωτική αστυνομία, ότι θα βασανίζονταν. Συγχρόνως παρατήρησα την άγνοια, την πλήρη άγνοια των Γερμανών τουριστών που παίρνουν ταξιδιωτικούς χάρτες και παγωμένοι από δέος μπρος στην αποκαθισταμένη και ωστόσο καταρρέουσα αρχαιότητα, δεν βλέπουν καν το πρόσωπο του σημερινού Φασισμού. Κατά μέγα μέρος η πληροφόρηση απλώς απουσιάζει, η σκοπιμότητα αποκρύπτεται. Οι μόνες πληροφορίες που υπάρχουν στις εφημερίδες μας σχετικά με την Ελλάδα είναι η συνεχής υπόμνηση του τρόμου και των βασανιστηρίων που γίνονται, με αποτέλεσμα το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού να έχει συνηθίσει την τρομοκρατία όπως ο τυφλός στο σκοτάδι. Με την πράξη μου θέλησα να κινήσω τον τροχό, όπως λέμε, έτσι ώστε να δώσω στον κόσμο μια ευκαιρία να μιλήσει κατά τις δικτατορίας, να γράψει εναντίον της, ίσως ακόμα να κάνει κάτι για να την τερματίσει. Εν μέρει πέτυχα το σκοπό μου, και όσο περισσότερο με φυλακίσετε – και παρακαλώ μη σας εμποδίσουν οι ξένοι ανταποκριτές που βρίσκονται εδώ να μου επιβάλετε τη μεγαλύτερη ποινή, όπως θα κάνατε για οποιονδήποτε ανώνυμο Έλληνα – τόσο πιο γρήγορα θα προκύψουν ενέργειες, όπως το μποϋκοτάρισμα του τουρισμού και άλλα μέσα αντιστάσεως.

Κρατούμενοι και βασανιστήρια

Το οφείλω στις δύο εβδομάδες που έμεινα στη φυλακή (και επομένως σε σας) ότι η εικόνα που έχω σήμερα για τον αριθμό και την κατάσταση των πολιτικών κρατουμένων είναι πολύ πιο ακριβής από ό,τι πριν την πράξη μου. Μίλησα με πολιτικούς κρατουμένους που υποβλήθηκαν σε βασανιστήρια (ηλεκτροσόκ, στέρηση ύπνου επί μέρες, ξύλο μέχρι θανάτου) για να τους αποσπάσουν ομολογίες. Επεκτείνετε τη διεστραμμένη ηθική σας στα θύματά σας. Είστε τελείως ανίκανοι να φαντασθείτε ότι κάποιος, από δική του πρωτοβουλία,  χωρίς καμιά εξωτερική προτροπή και χωρίς υλικά κίνητρα μπορεί να διακινδυνεύσει υπό ορισμένες περιστάσεις και τη ζωή του. Εδώ, στη φυλακή, οι κρατούμενοι εκτίουν ποινές για εγκλήματα που ποτέ δεν διέπραξαν – γιατί δεν μπόρεσαν να ανθέξουν στα βασανιστήρια και ομολόγησαν πράγματα που εσείς θέλατε να τους ακούσετε να λένε. Στη φυλακή, στο γυναικείο τμήμα, βρίσκεται μια γυναίκα από τη Χιλή – η Σάρα Αράγια. Το σώμα της είναι γεμάτο από τα σημάδια που άφησαν εκεί οι «σπεσιαλίστες» σας στα βασανιστήριά τους: καψίματα από τσιγάρα που σβήνονταν επάνω της για να μαρτυρήσει.

Στο γκαράζ με τα άρματα

Δεν είναι όμως μόνο οι ειδικοί μέσα στην ΕΣΑ που ξέρουν την τεχνική των βασανιστηρίων. Καλώ τους δημοσιογράφους που βρίσκονται σ’ αυτήν την αίθουσα: προσπαθήστε να μπείτε στο υπόγειο γκαράζ του αρχηγείου της αστυνομίας, που είναι κοντά στην Αμερικανική Πρεσβεία. Δέστε τον ματωμένο πάγκο που βρίσκεται στην αριστερή γωνία στο βάθος του γκαράζ, δέστε τον ματωμένο τοίχο. Οι κρατούμενοι, δεμένοι σ’ αυτόν τον πάγκο, δέρονται συγχρόνως ή διαδοχικά από 6-10 ειδικούς με γκλομπς ή πέτσινα μαστίγια ώσπου να ομολογήσουν. Μπείτε στα νέα κελιά του Πειραιώς! Εκεί οι πολιτικοί κρατούμενοι υποβάλλονται κάθε μέρα στο βασανιστήριο των ηλεκτροσόκ. Έμεινα φυλακισμένος σε μια σκοτεινή τρύπα με τσιμέντο χάμω. Εκεί γνώρισα φοιτητές που χωρίς καμιά δικαιολογία, χωρίς καμιά εξήγηση για τους λόγους για τους οποίους τους υποπτεύονταν, συνελήφθησαν στο δρόμο ή στο σπίτι τους και χωρίς να ειδοποιηθεί ένας δικηγόρος ή συγγενής τους, περιμένουν να φύγουν για ένα στρατιωτικό στρατόπεδο. Εκατοντάδες φοιτητές λέγεται πως καταδικάστηκαν μ’ αυτόν τον τρόπο. Έχει κανείς την εντύπωση ότι και το τελευταίο πρόσχημα νομιμότητος έχει πέσει, έτσι ώστε το είδος αυτό της τρομοκρατίας να απλώσει φόβο και τρόμο, ώστε κάθε δυνατή αντίσταση να κόβεται στην αρχή της. Μέσα στη σκοτεινή αυτή εικόνα, ένα πράγμα είναι σαφές: η χούντα δεν έχει που να στηριχθεί. Δεν έχει το παραμικρό στήριγμα ανάμεσα στον λαό. Αντί γι’ αυτό έχει τις μυστικές υπηρεσίες και τους πληροφοριοδότες της. Έχει τον κατάσκοπο που κατασκοπεύει και τον κατάσκοπο που κατασκοπεύεται από τον κατάσκοπο. Ούτε και στους πιο καλοπληρωμένους ανθρώπους τους δεν μπορούν να βασιστούν. Το κατάλαβα αυτό πολύ έντονα στις πέντε ανακρίσεις που πέρασα, υπό εξαιρετικά δυσάρεστες συνθήκες. Ένας ανώτερος που έμεινε μόνος μαζί μου, με άφηνε να καταλάβω ότι ο ίδιος ανέμενε το τέλος αυτού του καθεστώτος. Έπρεπε να τον συγχωρήσω, ήταν τυπικό καθήκον, ήταν ζήτημα στρατιωτικών κανονισμών. Το μυαλό μου βρισκόταν σε τέτοια αναστάτωση – ερωτήσεις επί δεκαπέντε ώρες συνέχεια, χωρίς ύπνο και χωρίς φαϊ, ύστερα από βασανιστήρια -, ώστε ήμουν έτοιμος να βάλω τα κλάματα μπρος σ’ αυτήν την απροσδόκητη κατάσταση. Συγκρατήθηκα εγκαίρως, φέρνοντας στο νου μου ότι μετά τον πόλεμο οι Γερμανοί δολοφόνοι που κάθονταν στα γραφεία τους, είχαν χρησιμοποιήσει κατά καιρούς τις ίδιες λέξεις για να υπερασπίσουν τον εαυτό τους. Τελικά πάντως – είτε θεληματικά είτε όχι – ήταν υπεύθυνοι για τη συντήρηση του μηχανισμού της εξολοθρεύσεως. Ένας άλλος ανώτερος, αφού διάβασε την κατηγορία για την οποία με συνέλαβαν, χωρίς να πει τίποτα μου έπιασε το χέρι.

[…]

Απαντώντας στις κατηγορίες σας ότι, ξένος εγώ, αναμείχθηκα στις εσωτερικές ελληνικές υποθέσεις, έχω μια μόνο μικρή παρατήρηση: είναι το θέμα της περιφρονήσεως και της παραβιάσεως της Διεθνούς Συνθήκης περί των ανθρωπίνων δικαιωμάτων – στην οποία η Ελλάς ανήκει από το 1947 και από την οποία, καθ’ όσον γνωρίζω, δεν έχει ακόμα αποχωρήσει – που απαιτεί την «παρέμβαση» των άλλων. Τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν μπορούν να τα εμποδίσουν τα εθνικά σύνορα’ ούτε τα διατάγματα, ούτε η τρομοκρατία, ούτε ο εξαναγκασμός’ ούτε η επιδίωξη των καλύτερων ιδεολογικών στόχων δεν δίνει σε κανένα κράτος στον κόσμο το δικαίωμα να θέτει τον εαυτό του υπεράνω των βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Όταν η σοβιετική κυβέρνηση κλείνει πολιτικούς αντιπάλους της σε ψυχιατρεία, είναι και αυτό κάτι που επίσης πρέπει να καταγγελθεί κατά τον πιο έντονο τρόπο’ ζητεί φωνάζοντας παρέμβαση.

Βία κατά της βίας

Όπως συνηθίζεται να κάνει ένας εγκληματίας που ομολόγησε την πράξη του, θα ήθελα και εγώ, τελευταίο από όλα, να εκφράσω κάτι σαν λύπη για ό,τι έκαμα. Η πράξη μου ήταν ένας τρόπος διαμαρτυρίας. Αφετηρία μου στάθηκε  η αρχή της μη βίαιης αντιστάσεως ως μέσου πειθούς. Εν τω μεταξύ πρέπει να διερωτηθώ αν η εκλογή του μέσου ήταν η σωστή. Γιατί υπάρχει ένας βαθμός κτηνωδίας που ερμηνεύει αυτή την αρχή ως ηλιθιότητα και αδυναμία. Ίσως, όταν διάλεγα τον τρόπο αυτό, να μην διάλεξα σωστά, να μην βρήκα τη γλώσσα που θα καταλάβαιναν καλύτερα οι αντιπρόσωποι της χούντας και οι συνεργάτες τους. Παραδείγματος χάριν, στην πρώτη μου ανάκριση με τις χειροπέδες και μια αλυσίδα στο λαιμό ο σπεσιαλίστας ανακριτής – εκπαιδευμένος στο καράτε – μου έδωσε μια γροθιά στο στόμα. Με ένα φιλικό χαμόγελο του υπέδειξα να μη ξεχάσει και το άλλο μέρος του προσώπου μου, ώστε να κρατήσω την ισορροπία μου, βρήκε την ευκαιρία να μου δώσει μια κλωτσιά, όσο μπορούσε πιο δυνατή, στο υπογάστριο. Για να κατανοούν ο έναν τον άλλον, οι άνθρωποι πρέπει να μιλάνε την ίδια γλώσσα. Πέρα απ’ αυτό, το μόνο μέσον για να γίνεις αντιληπτός από κάποιον που μιλάει μα τα τεθωρακισμένα και τα όπλα, είναι, φοβάμαι, να απαντήσεις χρησιμοποιώντας κι εσύ την βία.

Σημειώσεις

  1. https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%BA%CF%8D%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%81_%CE%92%CE%AC%CE%BB%CF%81%CE%B1%CF%86
  2. http://diskoryxeion.blogspot.gr/2014/07/gunter-wallraff.html Στην ανάρτηση υπάρχει μια ακόμα περικοπή από την απολογία του Βάλραφ: (…) Με βασάνισαν. Ήθελαν να τους πω με ποιους Έλληνες ήρθα σε επαφή. Δυο ειδικοί με πολιτική περιβολή –μάλλον της ΕΣΑ, δεν μου συστήθηκαν– χτύπησαν το κεφάλι μου στην κόχη του τραπεζιού και στο πάτωμα μέχρι που μάτωσε. Με χτύπησαν και με την αλυσίδα που είχα δεθεί. Με χτύπησαν στο στομάχι και τη σπλήνα. Με χτύπησαν με μια σιδερένια ράβδο στα δάχτυλα του ποδιού. Τα σημάδια στο κεφάλι και τα δάχτυλα είναι ακόμα ορατά. Από τότε έχω συνεχώς πονοκεφάλους. Γνωρίζω ότι ως πολίτης ξένης χώρας και μετά από διάβημα της πρεσβείας μου είχα διακριτική μεταχείριση. Αν ήμουν Έλληνας θα είχα παραδοθεί στην ΕΣΑ, όπου θα είχα βασανιστεί μέχρι θανάτου, και δεν θα είχα τη δυνατότητα να παρουσιαστώ ενώπιόν σας».
  3. Σόλων Γρηγοριάδης, Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας 1941-1974, Τόμος 12, Έκδ. «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», σελ. 104-108. Οι υπότιτλοι της ανάρτησης υπάρχουν στο βιβλίο.
  4. http://www.efsyn.gr/arthro/o-gkinter-valraf-epistrefei-ston-korydallo
Advertisements

2 thoughts on “Η απολογία του Γκύντερ Βάρλαφ”

  1. Ο Γρηγοριάδης παραθέτει ένα τμήμα της απολογίας του Wallraff, ένα αρκετά μεγαλύτερο μέρος της έχει δημοσιευθεί στο περιοδικό Index on Censorship (Vol 3, Issue 3), την 1η Σεπτεμβρίου του 1974.

    Παραθέτω εδω τις πρώτες παραγράφους, στα αγγλικά, από το εν λόγω περιοδικό,

    Gentlemen of the Court. In order that you may do full justice to my action, I ask you to have the patience to listen to me and note my motives in detail. In return for this, I promise to make a confession and be completely open in what I have to say. If you, therefore, are kind enough to hear me out, I will also take the time to serve the sentence you hand down.

    In the indictment you accuse me of offending
    against Paragraph One of your new military constitution
    of the 4 and 17 November 1973. That
    frightens me. In the constitution of my country –
    the Federal Republic of Germany – the first article
    runs as follows: ‘ The dignity of every human being
    is inviolable. It is the duty of the state to observe
    this and to protect it.’ I would consider it a serious
    crime to offend against this article.

    Your first paragraph, however, runs as follows:
    ‘ It is forbidden to make propaganda against the
    Greek nation, to publish information liable to spread
    dissatisfaction among the Greek population.’

    In distributing my leaflets – containing according
    to you ‘ information inimical to the state’ – I am
    supposed to have spread fear and unrest among
    Greek citizens, with the aim of organising hostile
    propaganda against the Greek nation.

    Somewhere here there is a misunderstanding.
    For it was my intention to provide, in my own way,
    a small contribution to German-Greek friendship.
    If this has turned out to be an object lesson on
    fascism, that is not my fault. As a writer and
    journalist my approach is not to report things
    second-hand or from hearsay; my first consideration
    is to set down in my publications what I
    myself have experienced, what I can testify to,
    what I can vouch for. And after all, your experiences
    — what you yourself live through — bring
    about quicker, more compelling conclusions than
    what you’ve just heard or read about.

    If, after my short time in Greece, I am much
    further along the path of political experience and
    readiness to act, then I owe this to the reaction
    of the military junta’s executive organs to my
    action, apparently so banal.

    When I chained myself to the lamp post in Syntagma
    Square, I at first felt rather lost and out of
    place. Because the first people who took any
    notice were American tourists with their cameras
    and movie cameras, on the trail of ‘ classical
    antiquity’. They laughed, probably assuming that
    the Greek Foreign Tourist Office was about to
    turn on a special attraction for their benefit. The
    Greek passers-by, to whom I then handed out the
    leaflets, did not laugh.

    They immediately understood what this action
    symbolised, took the leaflets, moved away a few
    steps, where they thought themselves safe, had a
    quick look at the contents, and some came back
    to get further copies to hand on. To me, their
    reactions suggested approval and at the same time
    fear: not fear of me (because I was after all
    chained up), but rather fear of the agents of the
    secret police. In an amazingly short time they were
    on the scene; they pushed their way through,
    flashing their official identification, and spreading
    unrest and terror by clubbing me to the ground, stamping on my spectacles, and repeatedly beating
    my head against the concrete edge of the lamp
    post. When I began to cry out, they sought to
    re-establish law and order by kicking me in the
    stomach and ribs, while at the same time forcibly
    clamping my mouth shut.

    […]

    Αρέσει σε 1 άτομο

  2. Μερικά ακόμα αποσπάσματα.

    When working in German factories I also got to
    know Greek workers – the so-called ‘guest
    workers’. I came to value their temperament, their
    generous hospitality, their way of expressing themselves
    in dance and music, their enthusiasm for
    Theodorakis — whose music is not banned for
    nothing by the junta. I grew to love Greece without
    needing to have spent any time there. At the
    same time, I grew to know the fear of the Greek
    workers – even in Germany; the fear of the military
    dictatorship’s informers, who could denounce
    them if they organised themselves in a union in
    our country, or if they made critical observations
    about the regime. They were afraid of arrest if they
    were to return; afraid that their relatives would be
    questioned by the military police, put under pressure,
    tortured (in Germany during the Third Reich,
    this was called Sippenhaft – ‘ arrest of kin’.) At
    the same time I observed the lack of knowledge, to some extent also the complete ignorance on the
    part of German tourists, who take charter trips to
    Greece and, frozen with awe at the sight of
    restored yet crumbling antiquity, take no notice
    of the face of present-day Fascism. For the most
    part, information is simply lacking, or deliberately
    withheld. Our newspapers contain no information
    except for the odd mention of terror and torture in
    Greece; with the result that the majority of the
    population has become accustomed to the horror
    like a blind man is to the dark.

    With my action I wanted to set the ball rolling,
    so to speak, so that once again people might
    speak out against the dictatorship in Greece,
    write about it, perhaps even as a result, do something
    to stop it.

    In part I’ve succeeded in this, and the longer
    you imprison me – and please don’t be unduly
    restrained because of the foreign reporters
    gathered here, but impose the maximum penalty,
    as in the case of any anonymous Greek – the
    sooner such actions as a tourist-boycott and other
    measures of resistance will result.

    […]

    In spite of this gloomy picture, one thing
    becomes clear: the junta has no basis on which it
    can rely for support. It has not the slightest backing
    among the population; its place is filled by
    secret services and informers. The spy who spies
    and the spy who spies on the spy. Even their own
    most highly paid people can no longer be relied
    upon. During my five interrogations I have often
    experienced this in the unlikeliest situations. One
    investigating official who was left alone with me,
    indicated that he himself was waiting for the end
    of this regime; I was to forgive him, he was only
    doing his duty, it was all a matter of the military
    regulations. (Because of my state of mind – interrogations
    for fifteen hours on end, without sleep or
    food, beginning with torture – I was close to bursting
    into tears in the face of this unexpected
    human impulse. But 1 stopped myself in time,
    pointing out that after the war the German murdererswho had sat at their desks had time
    and again used precisely those words as their
    defence; but in the long run they – whether willingly
    or not – were responsible for keeping the
    whole machinery of extermination running.)
    Another official, after reading through the indictment
    on the warrant for my arrest, silently pressed
    my hand.

    […]

    In reply to your accusations that, as a foreigner
    I ‘ intervened in the internal affairs of the Greek
    state’, just a short observation: if it is a question
    of disregard for, and violation of, human rights,
    the international convention on human rights — to
    which, since 1947, Greece also belongs and from
    which, as far as I know, it has not as yet withdrawn
    – expressly calls for the ‘ intervention ‘ of
    others. The realisation of human rights cannot be
    repealed by national boundaries; neither by decree,
    nor by terror, nor by conditioning. Even the best
    ideological aims give no state in the world the right
    to set itself above elementary human rights. When
    the Soviet Union ships individual unpopular critics
    off to asylums, this too must be similarly condemned
    in the strongest terms; it cries out for
    intervention.

    As is proper for a criminal who has confessed,
    I should last of all like to express something like
    regret for my act. This action was my way of protesting.
    My starting-point was the principle of nonviolent
    resistance as a persuasive force. In the
    meantime I must ask myself whether my choice
    of means was the right one. For there is a degree
    of brutality which interprets such a principle as
    stupidity and weakness. It may be that in my
    choice of means, I have chosen wrongly, have not
    found the language which will be understood by the representatives of the junta and their accomplices.

    For example, at my first interrogation – handcuffed
    and with a chain round my neck – the
    specialist interrogator smashed me in the mouth
    with a karate-trained fist. With a conciliatory smile,
    I suggested to him not to forget the other half of
    my face so that J could keep my balance: whereupon
    he took the opportunity to kick me as hard
    as possible in the testicles.

    In order to understand each other, people must
    speak the same language. In the long run, the only
    means of making oneself understood to someone
    who talks only with armoured cars and guns is, I
    fear, to use force in return.

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s