Μετά

Υπόθεση Ασπίδα

Μια σχετικά άγνωστη φωτογραφία του Στ. Παττακού το 1963 στο Γουδί, όταν ήταν διοικητής του ΚΕΤΘ

Μέσα στη γενικευμένη αντίδραση που δημιούργησε στο έως τότε καθεστώς η άνοδος της Ενώσεως Κέντρου στην εξουσία τον Φεβρουάριο του 1964, ήταν αναπόφευκτη και η αντίδραση που συνδεόταν με τον πολιτικό έλεγχο του στρατού. Ο έλεγχος αυτός ήταν, ήδη από το τέλος του εμφύλιου πολέμου, δεδομένο ότι ασκούνταν από τον θρόνο μέσω ενός στεγανού μηχανισμού στον οποίο συμμετείχαν ανώτατοι αξιωματικοί και επιλεγμένα πολιτικά πρόσωπα.

Ηταν δηλαδή ο στρατός ένας εκ των βασικών πυλώνων, αν όχι ο κυριότερος, του ελληνικού βαθέος κράτους, το οποίο έως το 1967 ελεγχόταν από το παλάτι και από την πλέον ακραία και αντιδημοκρατική πλευρά του αντικομμουνιστικού μετώπου που κυριάρχησε μετά το 1949.

Σε μια κινδυνολογική και τελικά ιδιοτελή πολιτικά λογική σε όφελος της Δεξιάς, το Κέντρο, ως μη επαρκώς εθνικόφρον, κρατήθηκε μακριά από τα ανώτατα κλιμάκια του στρατού, του οποίου τον έλεγχο είχε -ή νόμιζε τελικά πως είχε- η μοναρχική Δεξιά.

Οι αξιωματικοί, πέραν των ηγετικών κλιμακίων και όσων είχαν στενή και ηθική σχέση με τον θρόνο, θα μπορούσαν να χωριστούν σε δύο ακόμη γενικές κατηγορίες: η μικρότερη κατηγορία ήταν οι νομιμόφρονες και επαγγελματίες και η πολύ μεγαλύτερη οι αδιάφοροι επαγγελματικά, οι οποίοι, στερούμενοι βαθμολογικής εξέλιξης, διατελούσαν σε οικονομική δυσπραγία και βίωναν μια κοινωνική ακύρωση όσο εξασθενούσε το κύρος του νικητή στρατού εναντίον των κομμουνιστών.

Με αυτήν την αριθμητικά πολλή μεγαλύτερη συνδέθηκε ο συνωμοτικός μηχανισμός που στηρίχτηκε στον παλαιό ΙΔΕΑ και που από τη δεκαετία του 1950 κρατούσε ένα ισχυρό δίκτυο σε λειτουργία, αποτελούμενο από ανώτερους κυρίως αξιωματικούς που, ευρισκόμενοι σε θέσεις-κλειδιά, όριζαν τις τύχες και την καριέρα όσων αξιωματικών ανήκαν στη δεύτερη κατηγορία και τους ήταν πιστοί.

Σταδιακά, ο συνωμοτικός μηχανισμός αυτός, με επικεφαλής τον Γεώργιο Παπαδόπουλο, ισχυροποιήθηκε και κατέστη απαραίτητος στην εκάστοτε ηγεσία του στρατεύματος και στον θρόνο, αφού τους εξασφάλιζε την ετοιμότητα του στρατεύματος εναντίον του εσωτερικού εχθρού, ο οποίος είχε σαφώς το πρόσωπο της κοινοβουλευτικής ΕΔΑ, αλλά και της ανερχόμενης και απολύτως αστικής Ενώσεως Κέντρου. Επίσης, ο μηχανισμός κατέστη απαραίτητος στον θρόνο και στην κρατούσα κατάσταση, ελέγχοντας τη λειτουργία του σώματος των αξιωματικών μέσα από τη νομιμοποίηση, λόγω των εξυπηρετήσεων που προσέφερε σε αξιωματικούς, και των απειλών που διέσπειρε.

Ολη αυτή η συνωμοτική και σκοτεινή λειτουργία ενδύθηκε όχι μόνο τον αντικομμουνισμό αλλά και την επίκληση του κομμουνιστικού κινδύνου και της απειλής μιας επικείμενης κομμουνιστικής επίθεσης. Η κορυφαία συμβολή του μηχανισμού στη διατήρηση των συνθηκών που εξυπηρετούσαν τη μοναρχική Δεξιά ήταν η εφαρμογή του Σχεδίου Περικλής κατά τη διενέργεια των εκλογών του 1961, όπου η κάθε είδους κινητοποίηση του στρατού σε όφελος της ΕΡΕ συνέβαλε ουσιαστικά στο να ονομαστούν οι εκλογές αυτές «εκλογές βίας και νοθείας».

Στο πολιτικό αυτό τοπίο, και παρά τη λυσσώδη αντίδραση του στρατιωτικού συνωμοτικού μηχανισμού, εξελέγη τελικά η Ενωση Κέντρου τον Φεβρουάριο του 1964. Οι προσπάθειες τής καθ’ όλα αστικής και συμβατικής κυβέρνησης να αποκτήσει και η δική της παράταξη πολιτική οντότητα στο εσωτερικό του στρατού κρίθηκαν εξ αρχής ως απειλή για τα στεγανά εκείνα που διασφάλιζαν το δεξιό πολιτικό πρόσημο του στρατού.

Ωστόσο, όσο το παραδοσιακό και το ανατρεπτικό Κέντρο παρέμεναν μαζί και η Ενωση Κέντρου ομονοούσε, η απειλή αυτή δεν προκαλούσε κινητοποιήσεις. Οταν όμως η οντότητα του Ανδρέα Παπανδρέου απέκτησε ανατρεπτική ταυτότητα και ακούστηκαν οι πρώτοι ανταγωνιστικοί τριγμοί στην ηγετική ομάδα του κόμματος, τότε εκδηλώθηκε η αποκάλυψη της κεντρώας συνωμοσίας στον στρατό και η ύπαρξη της μυστικής οργάνωσης ΑΣΠΙΔΑ.

Οι δημοκρατικοί αξιωματικοί

Αυτή καθεαυτή η οργάνωση ήταν μια συνωμοσία μικρής έκτασης και απήχησης, παρά τον μεγαλόπνοο τίτλο της: Αξιωματικοί Σώσατε Πατρίδα Ιδανικά Δημοκρατία Αξιοκρατία. Πρωτοστάτησαν στη δημιουργία της κατώτεροι αξιωματικοί έως τον βαθμό του λοχαγού και η αφελέστατη πρόθεσή τους ήταν η δημιουργία ενός αντιδικτύου για τον περιορισμό της παντοδυναμίας της συνωμοσίας που διατηρούσε η εξέλιξη του ΙΔΕΑ. Παράλληλα, υπόσχονταν και αυτοί τη διευκόλυνση των μελών τους, κυρίως στα θέματα των μεταθέσεων.

Βασικό ατού της δύναμης που διέδιδε ότι είχε ο ΑΣΠΙΔΑ ήταν η ηθική υποστήριξη προς την κεντρώα κυβέρνηση, αλλά και οι στενές, κατά δήλωσή τους, σχέσεις των επικεφαλής με βασικά στελέχη του νεωτερικού κέντρου και ιδιαίτερα με τον Ανδρέα Παπανδρέου. Απευθυνόταν κατά κύριο λόγο στην ομάδα των επαγγελματιών αξιωματικών οι οποίοι, όντας εκτός δεξιάς συνωμοσίας, εμποδίζονταν στις μετεκπαιδεύσεις που επιθυμούσαν να έχουν.

Τόπος της κύριας συγκρότησης υπήρξε -καθόλου τυχαία- το τελευταίο έρεισμα του ελληνικού αλυτρωτισμού, η Κύπρος και οι ελλαδικές μονάδες εκεί, οι οποίες το 1964-1965 ήταν δύο ειδών: Το ένα είδος ήταν η νομίμως εγκαταστημένες, μετά την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, μονάδες στο πλαίσιο της Συνθήκης της Ζυρίχης του 1959, ως μονάδες της εγγυήτριας δύναμης Ελλάδας.

Το άλλο είδος ήταν οι μονάδες της «κρυφής» μεραρχίας που εστάλη με πρωτοβουλία της κυβέρνησης της Ενώσεως Κέντρου το 1964 για να εδραιώσουν τη δυνατότητα ελλαδικής ισχύος έναντι της Τουρκίας. Οι μονάδες και των δύο ειδών στελεχώθηκαν τελικά από δύο διαφορετικά και αλληλοεπιβλεπόμενα είδη αξιωματικών: αφενός από τους νεαρούς αξιωματικούς που εθελοντικά στελέχωσαν τις μονάδες πιστεύοντας στην Ενωση Κέντρου και στον νέο αλυτρωτισμό που ενέπνεε την εξωτερική πολιτική της και αφετέρου από συνωμότες δεξιούς αξιωματικούς, οι οποίοι βρέθηκαν στην Κύπρο εν είδει ποινής από τη νέα κυβέρνηση, στην προσπάθειά της να εκκαθαρίσει έστω και λίγο τους μηχανισμούς του στρατού.

Ολα αυτά υπό την προεδρική σκέπη του αρχιεπισκόπου Μακαρίου και υπό την αρχιστρατηγική σκέπη του στρατηγού Γρίβα, που διοικούσε ο ίδιος και τις νόμιμες αλλά τις παράνομες μονάδες, και βεβαίως, με τις νόμιμες τουρκικές και βρετανικές δυνάμεις παρούσες στο νησί.

Σε αυτό το συνολικά εκρηκτικό αλλά και θολό μείγμα, ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου διέταξε τον Φεβρουάριο του 1965 τον υπουργό Αμυνας Πέτρο Γαρουφαλιά να προβεί στη διενέργεια έρευνας σχετικά με τον φάκελο του Σχεδίου Περικλής που βρέθηκε στο υπουργείο, πλήρης λεπτομερειών που όριζαν τις παρεμβάσεις του στρατού για την αποφυγή εκλογικών αποτελεσμάτων αντίθετων με την τότε κυβέρνηση.

Ο υπουργός φάνηκε απολύτως συνεπής στις εντολές του προέδρου του και το αποτέλεσμα της έρευνας αφενός έθεσε άμεσα την ΕΡΕ στον ρόλο του απολογούμενου και αφετέρου αποκάλυπτε, έστω και έμμεσα, την ανοχή του θρόνου σε τέτοιες μεθοδεύσεις. Η απάντηση της Δεξιάς ωστόσο ήταν άμεση και καλύτερα εδραιωμένη στην αντικομμουνιστική λογική, αφού η αποκάλυψη μιας κεντρώας συνωμοσίας στα θεμέλια του βασιλικού στρατού, του θεματοφύλακα του καθεστώτος, ήταν απολύτως επικίνδυνη για μια συντηρητική κοινωνία.

Στις 18 Μαΐου 1965 στην προσκείμενη στην ΕΡΕ εφημερίδα της Λάρισας «Ημερήσιος Κήρυξ» δημοσιεύτηκε αποκαλυπτικό άρθρο με τίτλο «Αριστερή και Κεντρώα οργάνωσις υπήρχεν εις τον στρατόν». Η αντίδραση του Τύπου της Δεξιάς ήταν άμεση και στην οργάνωση αποδόθηκε η πρόθεση της πραξικοπηματικής κατάληψης της εξουσίας. Αυτομάτως, ένα από τα κύρια όπλα του Κέντρου και της Αριστεράς των προηγούμενων δεκαετιών, που αφορούσε την καταγγελία για διαρκή μοναρχική και δεξιά συνωμοσία στον στρατό, έγινε τώρα ισχυρό εργαλείο εναντίον της νέας κυβέρνησης. Η ΕΡΕ και ο φιλικά προσκείμενος σε αυτήν Τύπος συνέδεσαν άμεσα την κεντρώα συνωμοτική οργάνωση με τα πρόσωπα που κατ’ εντολήν της νέας κυβέρνησης προσπαθούσαν να φέρουν σε όφελος της δημοκρατίας μια ισορροπία στα ανώτατα κλιμάκια του στρατού.

Ο Γ. Παπανδρέου διέταξε άμεση έρευνα σε αντιστράτηγο της Στρατιωτικής Δικαιοσύνης και μετά από εξέταση μαρτύρων σε Ελλάδα και Κύπρο, το πόρισμα υποστήριξε ότι όντως η οργάνωση ΑΣΠΙΔΑ υπήρξε και ότι επρόκειτο για ομάδα μωροφιλόδοξων αξιωματικών με ιδιοτελείς σκοπούς και ατομικά συμφέροντα. Μόνο δύο εκ των μαρτύρων δήλωσαν με θάρρος ότι ο θόρυβος για ένα ήσσονος σημασίας γεγονός είναι σκόπιμος προκειμένου να καλυφθεί η δράση του «νέου» ΙΔΕΑ, του οποίου η κυριαρχία απειλούνταν μετά την άνοδο της Ενώσεως Κέντρου στην εξουσία.

Στόχος ο Ανδρέας

Στη συνέχεια η υπόθεση κινήθηκε δυναμικά μέσα στην πίστα συγκρούσεων μεταξύ της Δεξιάς και του Κέντρου, αλλά και στη νέα πίστα σύγκρουσης που αφορούσε τη νεότευκτη έριδα για την κυριαρχία εντός του κυβερνώντος κόμματος. Ετσι, η φιλοκυβερνητική εφημερίδα «Ελευθερία» κυκλοφόρησε στις 28 Ιουνίου 1965 με πρωτοσέλιδο τίτλο

«Ο Ανδρέας είναι ο οργανωτής του ΑΣΠΙΔΑ». Η καταγγελία ήταν απότοκο των πολιτικών σχέσεων του γιου του πρωθυπουργού με νεαρούς αξιωματικούς και της γοητείας που ασκούσε στην προοδευτική και διεκδικητική μερίδα των οπαδών του Κέντρου. Εμπνευστής του άρθρου θεωρήθηκε ο υπουργός Οικονομικών Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ο αδιαμφισβήτητος διάδοχος του Γεωργίου Παπανδρέου έως την εμφάνιση του Ανδρέα Παπανδρέου στην πολιτική σκηνή. Στη συνέχεια, οι ενεχόμενοι αξιωματικοί συνελήφθησαν και ανακρίθηκαν και κάποιοι από αυτούς δήλωσαν κατά πληροφορίες ότι όντως είχαν σχέση με τον Ανδρέα Παπανδρέου.

Επίσης, σταδιακά δημοσιοποιήθηκαν πληροφορίες ότι την ενορχήστρωση των καταγγελιών κατά του ΑΣΠΙΔΑ είχε αναλάβει η ΚΥΠ. Η συνέχεια έως την πτώση της κυβέρνησης είναι γνωστή. Ο βασιλιάς αρνήθηκε στον πρωθυπουργό να αναλάβει το υπουργείο Αμυνας λόγω της εμπλοκής του γιου του σε μια υπόθεση που χειριζόταν το εν λόγω υπουργείο και ενώ ο πρωθυπουργός απειλούσε με παραίτηση, ο άναξ έσπευσε και έκανε την παραίτηση δεκτή.

Ηταν φυσικό και εν μέρει αναμενόμενο η συμμαχία μεταξύ Δεξιάς και Κέντρου, που συγκροτήθηκε μεσούντος του εμφύλιου πολέμου με αντικείμενο τον πόλεμο κατά της κομμουνιστικής Αριστεράς, να διαρραγεί μέσα από τον στρατό, όταν πλέον ακόμη και η σκέψη για κομμουνιστική απειλή είχε εκλείψει. Ηταν φυσιολογικό το μέτωπο του αντικομμουνισμού να χωρίσει όταν οι γενιές που γεννήθηκαν μέσα στον εμφύλιο πόλεμο είχαν πλέον ενηλικιωθεί και είχαν κατακλύσει τις σχολές και τα πανεπιστήμια της χώρας. Ηταν επίσης βέβαιο ότι ο βασιλιάς και ο πολιτικός μηχανισμός που έλεγχε τον στρατό θα αντιδρούσε στην όποια ενέργεια θα απειλούσε έστω και υποτυπωδώς την κυριαρχία του στον ένοπλο βραχίονα του αντικομμουνισμού.

Αυτό ωστόσο που δεν ήταν αναμενόμενο από κανέναν ήταν η αυτονόμηση αυτού του ένοπλου συνωμοτικού βραχίονα, που το Παλάτι και η Δεξιά εξέθρεψαν για δεκαετίες και που τελικά, η ενέργειά του τον Απρίλιο του 1967 ανάγκασε, με μεγάλο τίμημα, τον αστικό κόσμο να καταλάβει ότι ο στρατός χρειάζεται να λειτουργεί όπως και οι υπόλοιποι θεσμοί και δομές της χώρας.

*Ιστορικός, υπεύθυνος των Ιστορικών Αρχείων του Μουσείου Μπενάκη

Πηγή: Υπόθεση Ασπίδα | Η Εφημερίδα των Συντακτών

*

Η υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ*

Ο κατηγορούμενος λοχαγός Αρ. Μπουλούκος με τον αδελφό του Διονύσιο και τον συνήγορο υπεράσπισης Ευάγγελο Γιαννόπουλο στη δίκη του ΑΣΠΙΔΑ.Το Στρατοδικείο τον καταδίκασε σε 18 χρόνια κάθειρξη.

Στην αρκετά μακρά ιστορία των μυστικών οργανώσεων που ταλάνισαν το εσωτερικό του ελληνικού στρατού από το 1909 έως το 1974, μία –αν και έχει περάσει μισός αιώνας από την αποκάλυψή της– εξακολουθεί να καλύπτεται από αχλύ μυστηρίου. Η οργάνωση ΑΣΠΙΔΑ (Αξιωματικοί Σώσατε Πατρίδα Ιδέα Δημοκρατία Αξιοκρατία) ώς τα τέλη της δεκαετίας του 1980 αντιμετωπιζόταν ως απόλυτο ψεύδος, ως μια σκευωρία που άνοιξε τον δρόμο για τη δικτατορία του 1967. Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη, και το παρόν άρθρο θα επιχειρήσει να βοηθήσει στην καλύτερη κατανόηση της υπόθεσης αυτής. Τον Φεβρουάριο του 1964 η Ενωσις Κέντρου με αρχηγό τον Γ. Παπανδρέου κέρδισε τις εκλογές με το σαρωτικό 52,8%. Η δημοτικότητα της νέας κυβέρνησης στον Στρατό ήταν αμφίβολη λόγω και της ρητορικής του Ανένδοτου Αγώνα, που θεώρησε τον Στρατό κομματική μηχανή της ΕΡΕ. Βέβαια η Ε.Κ. είχε και υποστηρικτές εντός του στρατεύματος, οι οποίοι θεωρούσαν πως στα ανώτατα κλιμάκια κυριαρχούσαν φανατικοί αντίπαλοι του Κέντρου έτοιμοι ακόμη και να ανατρέψουν την κυβέρνηση. Γι’ αυτόν τον λόγο τόσο ο υπουργός Εθνικής Αμυνας Π. Γαρουφαλιάς, όσο και ο υφυπουργός του Μ. Παπακωνσταντίνου κατακλύστηκαν από υπομνήματα αξιωματικών που ζητούσαν σαρωτικές μεταβολές στη σύνθεση της διοίκησης του Στρατού. Τελικά, η συμβιβαστική έναντι των Ανακτόρων τακτική του Γ. Παπανδρέου προκάλεσε δυσαρέσκεια στους νεότερους και δυναμικότερους οπαδούς της Ε.Κ. στο στράτευμα. Ενας από αυτούς, ο 32χρονος λοχαγός Α. Μπουλούκος, τον Ιούλιο του 1964, επικαλούμενος τον φόβο δεξιού πραξικοπήματος, προχώρησε στην ίδρυση της οργάνωσης ΑΣΠΙΔΑ.

Η συγκρότηση μιας περίεργης κίνησης στρατιωτικών

Ο Μπουλούκος, παλαιός οπαδός του Γ. Γρίβα, διατηρούσε εχθρική στάση έναντι των κυβερνήσεων Καραμανλή για την εγκατάλειψη της ενωτικής προοπτικής στο Κυπριακό. Οταν ο Γρίβας το 1960 εμφανίστηκε ως ένας από τους ηγέτες της κεντρώας αντιπολίτευσης, ο Μπουλούκος ενθουσιωδώς συμμετείχε στη δημιουργία μιας συνωμοτικής ομάδας αξιωματικών η οποία φαίνεται πως στόχευε ακόμη και σε δυναμική αναμέτρηση με την κυβέρνηση. Η «κίνηση Γρίβα» έγινε εύκολα αντιληπτή και διαλύθηκε μέσω δυσμενών μεταθέσεων ευάριθμων στελεχών· η σύντομη αυτή εμπειρία πάντως υπήρξε καθοριστική για τον Μπουλούκο, ο οποίος προφανώς δεν μετέβαλε την πίστη του στην αναγκαιότητα σύμπηξης συνωμοτικών ομάδων μέσα στον Στρατό.

Αρχικά, ο αρχηγός του ΑΣΠΙΔΑ στράφηκε στους παλαιούς συντρόφους του από την «κίνηση Γρίβα» και κατάφερε να επανασυγκολλήσει τον πυρήνα της. Πιθανότατα ο (διαβόητος τη δεκαετία του 1980) λοχαγός διαβιβάσεων Θ. Τόμπρας ανέλαβε τη σύνταξη του όρκου της οργάνωσης. Σε ομολογουμένως περίεργα ελληνικά και με έντονη επιρροή από το αντίστοιχο κείμενο του ΙΔΕΑ, δινόταν έμφαση στην προστασία της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου από οιανδήποτε επιβουλή (κομμουνιστική ή μη), στην ανάγκη δημιουργίας μιας Μεγάλης Ελλάδας (μια σαφής αναφορά στη φιλοδοξία της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα) και στην υποχρέωση ένταξης στην οργάνωση αποκλειστικά αποφοίτων της Σχολής Ευελπίδων. Με βάση τις μαρτυρικές καταθέσεις βαθμοφόρων που βολιδοσκοπήθηκαν από τον Μπουλούκο, η οργάνωση δήλωνε αντίθετη προς τη Δεξιά και την Αριστερά, δεν είχε αντιμοναρχική στόχευση και ως βασικό της σκοπό έθετε την εξυπηρέτηση των μελών της σε θέματα ευνοϊκών τοποθετήσεων και προαγωγών. Μέχρι το φθινόπωρο του 1964, ο Μπουλούκος, εκμεταλλευόμενος τη θητεία του στην Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΚΥΠ), είχε καταφέρει να μυήσει τουλάχιστον 40 κατώτερους αξιωματικούς, ακόμη και μέσα στο Γενικό Επιτελείο Στρατού (ΓΕΣ).

Ταυτοχρόνως, ο επικεφαλής της οργάνωσης επιδίωξε να έρθει σε επαφή με πολιτικά πρόσωπα και στράφηκε στον φιλόδοξο, ραγδαία ανερχόμενο, αλλά άπειρο περί τα πράγματα της χώρας, υπουργό Προεδρίας Ανδ. Παπανδρέου. Η σχέση Μπουλούκου – Παπανδρέου εξακολουθεί να έχει σκοτεινές πτυχές. Καθώς φαίνεται, ο αρχηγός του ΑΣΠΙΔΑ αποκάλυψε την ύπαρξη της οργάνωσης στον υπουργό και ζήτησε τη βοήθειά του, κάτι που δεν σημαίνει και ανάληψη της πολιτικής αρχηγίας εκ μέρους του υπουργού. Ο Ανδρέας δεν απέρριψε, ως ώφειλε, την επαφή με τον Μπουλούκο, πιθανόν θέλοντας πληρέστερη ενημέρωση για τα ενδότερα στο Στράτευμα. Ομως, μέσα στους επόμενους μήνες του 1964, οι επαναλαμβανόμενες αντιΝΑΤΟικές αναφορές του Ανδρέα τον αποξένωσαν από τον φιλοδυτικό Μπουλούκο.

Αποκάλυψη της οργάνωσης και πολιτικές επιπτώσεις

Ο Μπουλούκος, είτε γιατί προξενούσε προβλήματα στα κεντρικά της ΚΥΠ είτε γιατί θέλησε να επεκτείνει την επιρροή του ΑΣΠΙΔΑ, μετατέθηκε στην Κύπρο στα τέλη του 1964. Στη Μεγαλόνησο όμως υπηρετούσαν πολλοί αντιπαπανδρεϊκοί αξιωματικοί και οι συνωμοτικές κινήσεις του έγιναν αντιληπτές. Ο παλαιός του πάτρωνας Γρίβας έπαυσε να τον καλύπτει και την άνοιξη του 1965 ο Α/ΓΕΣ Γεννηματάς έλαβε τις πρώτες καταγγελίες για τον υπερκινητικό λοχαγό. Τελικά, τον Μάιο του 1965 ο Γρίβας κατηγόρησε ευθέως τον Μπουλούκο για συνωμοσία, αφήνοντάς τον όμως να γυρίσει ανενόχλητος στην Ελλάδα, και την ίδια ώρα ενημέρωσε τον βασιλιά και τον υπουργό Εθνικής Αμυνας, όχι όμως και τον πρωθυπουργό Γ. Παπανδρέου.

Την πρωτοβουλία κινήσεων πήρε πλέον ο Γαρουφαλιάς, που προφανώς δεσμεύθηκε απέναντι στον Γ. Παπανδρέου ότι θα φρόντιζε να μην αναμειχθεί το όνομα του Ανδρέα στην υπόθεση. Απομάκρυνε τους ελάχιστους ανώτερους αξιωματικούς που ήταν αφοσιωμένοι στην κυβέρνηση στον τομέα των πληροφοριών και ανέθεσε στον, ανεπίληπτης εθνικοφροσύνης, αρχηγό του Στρατιωτικού Δικαστικού Σώματος, αντιστράτηγο Σίμο, τις ανακρίσεις. Το πόρισμα Σίμου απέδωσε μικρή σημασία στην οργάνωση και πρότεινε πειθαρχικά μέτρα για ελάχιστους αξιωματικούς, με πρώτο φυσικά τον Μπουλούκο. Η όποια ελπίδα για μυστικές ανακρίσεις κατέρρευσε νωρίς και αντιπολιτευόμενες εφημερίδες αποκάλυψαν την υπόθεση, κατηγορώντας τον Ανδρέα Παπανδρέου ως ηγέτη της οργάνωσης.

Η υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ όμως εμφανίστηκε σε μια ταραχώδη εποχή και η ψύχραιμη αντιμετώπισή της αποτέλεσε πολυτέλεια. Οι σχέσεις μεταξύ βασιλιά Κωνσταντίνου και κυβέρνησης επιδεινώνονταν ραγδαία λόγω της επιθυμίας του πρώτου να έχει βαρύνοντα λόγο στα θέματα των Ενόπλων Δυνάμεων. Μόλις η καταγγελία για την ύπαρξη συνωμοσίας στο στράτευμα διέρρευσε, ο βασιλιάς και η ΕΡΕ (που από καιρό θεωρούσε την Ε.Κ. οιονεί επαναστατικό κόμμα) ένιωσαν δικαιωμένοι. Την ίδια ώρα, ο κεντρώος Τύπος αντιμετώπισε τον ΑΣΠΙΔΑ ως κατασκευασμένη σκευωρία και τον Α/ΓΕΣ Γεννηματά ως υπεύθυνο για μεγαλοποίηση της υπόθεσης. Σε αυτή τη γραμμή προσχώρησε τελικά και ο Γ. Παπανδρέου, με αποτέλεσμα η επιθυμία του για ανάληψη από τον ίδιο του υπουργείου Εθνικής Αμυνας και για αντικατάσταση του Γεννηματά να οδηγήσει στην πλήρη ρήξη με το Στέμμα τον Ιούλιο του 1965.

Σε ένα φορτισμένο κλίμα οι ανακρίσεις για τον ΑΣΠΙΔΑ συνεχίστηκαν από τον στρατιωτικό ανακριτή Λαγάνη. Οι εκατοντάδες μαρτυρικές καταθέσεις που συσσωρεύθηκαν όμως ελάχιστη βοήθεια προσφέρουν μέχρι και σήμερα στην κατανόηση του τι ακριβώς ήταν ο ΑΣΠΙΔΑ: στη συντριπτική τους πλειονότητα οι μάρτυρες κατηγορίες ασχολούνταν με τα πολιτικά φρονήματα των υποτιθέμενων συνωμοτών και όχι με πραγματικές πτυχές της δράσης τους. Το βούλευμα που εκδόθηκε στα τέλη Σεπτεμβρίου 1966 πρότεινε την παραπομπή σε δίκη 27 αξιωματικών με τη βαρύτατη κατηγορία της εσχάτης προδοσίας, προσδιορίζοντας ως αρχηγούς τους συνταγματάρχες Παπατέρπο και Αναγνωστόπουλο, ουσιαστικούς επικεφαλής της ΚΥΠ επί Ε.Κ. Είναι αυτονόητο πως για τις εφημερίδες της Κεντροδεξιάς οι κατηγορούμενοι ήταν ένοχοι, ενώ για εκείνες του Κέντρου και της Αριστεράς θύματα του δεξιού παρακράτους. Την ίδια στιγμή, αντίθετα με την επίσημη γραμμή του κόμματός τους, σε συνομιλίες τους με Αμερικανούς διπλωμάτες, τόσο ο Ανδρέας όσο και ο Μ. Παπακωνσταντίνου αναγνώριζαν τον ΑΣΠΙΔΑ ως πραγματική οργάνωση, αλλά με μόνο στόχο την αλληλοβοήθεια μεταξύ των μελών της, χωρίς πολιτική ατζέντα.

Η δικαστική διερεύνηση και η ετυμηγορία για τους 27

Η δίκη των εμπλεκομένων ξεκίνησε τον Νοέμβριο του 1966 και διήρκεσε πέντε μήνες. Τόσο η αμερικανική, όσο και η βρετανική πρεσβεία στην Αθήνα ήλπιζαν πως από την ακροαματική διαδικασία θα προέκυπτε καταφανής ανάμειξη του Ανδρέα που θα οδηγούσε στον εξοβελισμό του από την πολιτική ζωή και σε ομαλοποίηση της κατάστασης. Κάτι τέτοιο δεν συνέβη: οι μαρτυρίες δεν βοήθησαν σε μια πιο διαφωτιστική προσέγγιση της οργάνωσης, ενώ οι αλληλοκατηγορίες και η διαρκής ένταση μεταξύ κατηγορουμένων και έδρας δεν άφηναν τη διαδικασία να εξελιχθεί. Οταν μάρτυρας κατηγορίας υπονόησε ότι εμπλεκόμενος στη συνωμοσία ήταν και ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Αμυνας, αντιστράτηγος Τσολάκας, το Στρατοδικείο αποφάσισε να συνεχιστεί η διαδικασία κεκλεισμένων των θυρών, συσκοτίζοντας ακόμη περισσότερο την αλήθεια. Η ετυμηγορία ανακοινώθηκε στα μέσα Μαρτίου του 1967 και περιελάμβανε την αθώωση 12 εκ των 27 κατηγορουμένων και ποινές που ξεκινούσαν από 18 χρόνια κάθειρξη (για τους Παπατέρπο και Μπουλούκο) και κατέληγαν στα δύο χρόνια φυλάκισης για άλλους κατηγορουμένους. Οι ποινές ήσαν μάλλον χαμηλές δεδομένης της βαρύτητας των κατηγοριών. Ας σημειωθεί πως οι καταδικασμένοι αξιωματικοί συμπεριελήφθησαν στην αμνηστία που χορήγησε η Χούντα τον Δεκέμβριο του 1967. Η άρση της ασυλίας του Α. Παπανδρέου προκειμένου να προσαχθεί σε δίκη ως πολιτικός αρχηγός της συνωμοσίας του ΑΣΠΙΔΑ αποτέλεσε τροχοπέδη στις απόπειρες συνεννόησης μεταξύ των μεγάλων αστικών κομμάτων και θεωρείται μία από τις αιτίες κατάρρευσης της υπηρεσιακής κυβέρνησης Παρασκευόπουλου, που άνοιξε τον δρόμο για νέα όξυνση των πολιτικών παθών.

Συμπερασματικά, η υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ προκάλεσε αναταράξεις δυσανάλογες του μεγέθους της και της δράσης της οργάνωσης. Κατά πάσα πιθανότητα κεντρική επιθυμία του εμπνευστή της συσσωμάτωσης Μπουλούκου ήταν η διαμόρφωση ενός δικτύου αλληλοϋποστήριξης, όπως είχε καταλήξει ο ΙΔΕΑ. Είναι εντυπωσιακό το πώς από τους κατηγορουμένους της δίκης ελάχιστοι είχαν πραγματική σχέση με την οργάνωση: οι περισσότεροι διώχθηκαν μάλλον για τα φρονήματά τους παρά για την όποια συνωμοτική ζύμωση. Η Ε.Κ. έχασε τα αδύναμα ερείσματά της στον τομέα των μυστικών υπηρεσιών και οι σχέσεις της με την ΕΡΕ δηλητηριάστηκαν, εμποδίζοντας την απαραίτητη μετά τα Ιουλιανά του 1965 καταλλαγή στην πολιτική ατμόσφαιρα. Ουσιαστικά, ωφελημένοι από την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ ήταν δύο παράγοντες: Αρχικά, η ομάδα του Γ. Παπαδόπουλου που πρωταγωνίστησε στην εξουδετέρωση της ομάδας Μπουλούκου αποδεικνύοντας τη χρησιμότητά της στους πάτρωνές της: στελέχη που έγιναν πασίγνωστα μετά την 21η Απριλίου όπως οι Θεοφιλογιαννάκος, Στειακάκης, Παλαιολόγος υπήρξαν δυναμικοί μάρτυρες κατηγορίας στη δίκη. Ο άλλος ωφελημένος ήταν ο ίδιος ο Α. Παπανδρέου: οι οξείες επιθέσεις που δέχθηκε δεν τον αποδυνάμωσαν. Για τις μάζες του Κέντρου και της Αριστεράς ήταν ο ριζοσπάστης ηγέτης που φόβιζε το «κατεστημένο», το οποίο για να τον αποδυναμώσει στρεφόταν σε μηχανορραφίες, όπως η «σκευωρία» του ΑΣΠΙΔΑ.

*Ο κ. Δημήτρης Παπαδιαμάντης είναι διδάκτωρ Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας του Εθνικού – Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Πηγή: http://www.kathimerini.gr/882322/article/epikairothta/ellada/h-ypo8esh-aspida

Advertisements

1 thought on “Υπόθεση Ασπίδα”

  1. «Οι προσπάθειες τής καθ’ όλα αστικής και συμβατικής κυβέρνησης να αποκτήσει και η δική της παράταξη πολιτική οντότητα στο εσωτερικό του στρατού κρίθηκαν εξ αρχής ως απειλή για τα στεγανά εκείνα που διασφάλιζαν το δεξιό πολιτικό πρόσημο του στρατού.»

    Ο Σακελλαρόπουλος με το παραπάνω απόσπασμα προσπαθεί να εμφανίσει την ίδρυση του ΑΣΠΙΔΑ ως μία επιλογή εκπορευόμενη από τα ανώτερα κλιμάκια της ΕΚ. Το πολύ πιο αναλυτικό όμως άρθρο του Παπαδιαμάντη διαψεύδει πλήρως αυτή την θέση, ότι επρόκειτο δηλαδή για κίνηση εκπορευόμενη από τα ηγετικά κλιμάκια της ΕΚ.

    «Οταν όμως η οντότητα του Ανδρέα Παπανδρέου απέκτησε ανατρεπτική ταυτότητα και ακούστηκαν οι πρώτοι ανταγωνιστικοί τριγμοί στην ηγετική ομάδα του κόμματος, τότε εκδηλώθηκε η αποκάλυψη της κεντρώας συνωμοσίας στον στρατό και η ύπαρξη της μυστικής οργάνωσης ΑΣΠΙΔΑ.»

    Αυτό είναι εμπειρικά εσφαλμένο, οι πρώτοι τριγμοί είχαν ηδη ξεκινήσει από την άνοιξη, αρχές καλοκαιριού του ’64, λόγω της Κύπρου. Η υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ όμως ήρθε στο φως της δημοσιότητας ένα ολόκληρο χρόνο αργότερα, την άνοιξη του ΄65. Η προσπάθεια σύνδεσης που επιχειρεί ο Σακελλαρόπουλος μεταξύ των τριγμών που προκαλούσε ο υποτιθέμενος ριζοσπαστισμός του Ανδρέα Παπανδρέου και η χρονική συγκυρία που δημοσιοποιήθηκε η υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ δεν είναι πειστική, ακριβώς γιατί όταν ήρθε στο προσκήνιο η όλη ιστορία με την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ οι τριγμοί λόγω Παπανδρέου είχαν φανεί στον ορίζονταν τουλάχιστον 1 χρόνο πριν. Πιο πειστική βρίσκω την θέση ότι η χρονική συγκυρία που ήρθε στο φως η υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ δεν είχε τόσο να κάνει με τους όποιους τριγμούς προκαλούσε η πολιτική παρουσία του ΑΠ οσο με την απόπειρα των δεξιών συνωμοτικών πυρήνων που υπήρχαν μέσα στο στράτευμα να απαλλαγούν από ένα συνωμοτικό πυρήνα με διαφορετική πολιτική φυσιογνωμία. Με την απόπειρα σύνδεσης αυτού του πυρήνα με τον ΑΠ, οι υπόλοιποι δεξιοί συνωμοτικοί πυρήνες χτυπούσαν με ένα σμπάρο δύο τρυγόνια: πρώτον, με το να συνδέουν τον ΑΣΠΙΔΑ με ένα πολιτικό ενοχλητικό για το τότε πολιτικό κατεστημένο, αυξάνανε την επικινδυνότητα του ΑΣΠΙΔΑ στα μάτια αυτού του κατεστημένου, καθιστώντας το έτσι πολύ πιο πρόθυμο να ενισχύσει τους δεξιούς συνωμοτικούς πυρήνες. Δεύτερον, με το να εμπλέκουν ένα πολιτικό, που και αυτοί οι ίδιοι έβρισκαν πολύ ενοχλητικό, με την ύπαρξη και δράση μίας συνωμοτικής ομάδας εντός του στρατού, επιχειρούσαν να πλήξουν τον τελευταίο με το να τον παρουσιάζουν ως ένα ραδιούργο συνωμότη, και αρα να τον εξουδετερώσουν πολιτικά.

    Αλλά και ο ίδιος ο Σακελλαρόπουλος, λίγο παρακάτω στο κείμενό του, αποδίδει την αποκάλυψη της υπόεσης ΑΣΠΙΔΑ όχι στους όποιους τριγμούς προκαλούσε ο υποτιθέμενος ριζοσπαστισμός του Ανδρέα Παπανδρέου αλλά στην έρευνα που ξεκίνησε στις αρχές του ’65 για το σχέδιο Περικλής σε σχέση με τις εκλογές του ’61, έρευνα η οποία θα έπληττε πολύ άσχημα την εικόνα του τότε κόμματος της κοινοβουλευτικής Δεξιάς, της ΕΡΕ. Οπότε η τελευταία είχε κάθε κίνητρο να μεγαλοποιήσει την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ, όχι μόνο γιατί έτσι έπληττε την ΕΚ (εκθέτοντας την στην κατηγορία ότι δημιουργούσε συνωμοτικούς πυρήνες μέσα στο στρατό) αλλά και επειδή έτσι έκρυβε τις δικές της μεγάλες ευθύνες για την νοθεία στις εκλογές του ’61. Και έτσι αντί να είναι η ΕΡΕ απολογούμενη για τα πεπραγμένα της το ’61 ήταν η ΕΚ που βρέθηκε κατηγορούμενη.

    «οι ελλαδικές μονάδες εκεί, οι οποίες το 1964-1965 ήταν δύο ειδών: Το ένα είδος ήταν η νομίμως εγκαταστημένες, μετά την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, μονάδες στο πλαίσιο της Συνθήκης της Ζυρίχης του 1959, ως μονάδες της εγγυήτριας δύναμης Ελλάδας.

    Το άλλο είδος ήταν οι μονάδες της «κρυφής» μεραρχίας που εστάλη με πρωτοβουλία της κυβέρνησης της Ενώσεως Κέντρου το 1964 για να εδραιώσουν τη δυνατότητα ελλαδικής ισχύος έναντι της Τουρκίας. Οι μονάδες και των δύο ειδών στελεχώθηκαν τελικά από δύο διαφορετικά και αλληλοεπιβλεπόμενα είδη αξιωματικών: αφενός από τους νεαρούς αξιωματικούς που εθελοντικά στελέχωσαν τις μονάδες πιστεύοντας στην Ενωση Κέντρου και στον νέο αλυτρωτισμό που ενέπνεε την εξωτερική πολιτική της και αφετέρου από συνωμότες δεξιούς αξιωματικούς, οι οποίοι βρέθηκαν στην Κύπρο εν είδει ποινής από τη νέα κυβέρνηση, στην προσπάθειά της να εκκαθαρίσει έστω και λίγο τους μηχανισμούς του στρατού.

    Ολα αυτά υπό την προεδρική σκέπη του αρχιεπισκόπου Μακαρίου και υπό την αρχιστρατηγική σκέπη του στρατηγού Γρίβα, που διοικούσε ο ίδιος και τις νόμιμες αλλά τις παράνομες μονάδες, και βεβαίως, με τις νόμιμες τουρκικές και βρετανικές δυνάμεις παρούσες στο νησί»

    Εδω ο Σακελλαρόπουλος δεν αντέχει άλλο πλέον και του ξεφεύγει ο έλεγχος, η διάκριση που κάνει μεταξύ «νομίμως εγκατεστημένων» και «παρανόμως εγκατεστημένων» στρατιωτικών μονάδων στην Κύπρο υπονοεί ότι για τα οσα συνέβαιναν τότε στην Κύπρο πάνω κάτω ήταν η ελληνική πλευρά που φέρει την ευθύνη, η οποία «προκαλούσε» τους Τούρκους με τις διάφορες «παρανομίες» της, με την αποστολή, π.χ., της μεραρχίας εκεί. Προφανώς, για τον Σακελλαρόπουλο, όπως υπόρρητα αφήνει να εννοηθεί, οι τούρκοι καμία ευθύνη δεν έφεραν για την ανάγκη να σταλεί εκεί η μεραρχία (εντάξει, οι δικές τους στρατιωτικές δυνάμεις εκεί ήταν «νόμιμες», για άλλου τύπου παρανομίες εκ μέρους τους ας μην χαλάμε τώρα τις καρδιές μας…), όλα καλώς καμωμένα από την μεριά τους, ο ελληνικός «αλυτρωτισμός» ήταν που έφταιγε για όλα τα κακά, οι άλλοι ήταν κύριοι.

    Επιπλέον, η αποστολή της μεραρχίας δεν ήταν ακριβώς «κρυφή», ούτε και αποτελούσε φυσικά κίνηση της κυβέρνησης της ΕΚ (απόρροια, τάχα, του ελληνικού «αλυτρωτισμού») χωρίς την σύμφωνη γνώμη των Αμερικάνων ή των βρετάνων, ήταν κίνηση για την οποία και οι μεν και οι δε ήταν απόλυτα ενήμεροι και είχε την συναίνεσή τους. Και αυτό γιατί η μεραρχία δεν είχε ως μόνο σκοπό την άμυνα του νησιού σε περίπτωση τουρκικής εισβολής αλλά επιπλέον ήταν και το μέσο για τον πειθαναγκασμό του Μακάριου, σε περίπτωση που επέρχονταν συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας (με τες ευλογίες πάντα ΗΠΑ και Βρετανίας) και αυτός αρνούνταν να εφαρμόσει τα συμφωνηθέντα.

    Μία λεπτομερειακή ανάλυση για την μεραρχία στην Κύπρο είναι η παρακάτω, του Άγγελου Συρίγου,

    Η ελληνική μεραρχία στην Κύπρο (1964-68) και ο ρόλος των μεγάλων δυνάμεων

    http://www.academia.edu/9785904/_Η_ελληνική_μεραρχία_στην_Κύπρο_1964-68_και_ο_ρόλος_των_μεγάλων_δυνάμεων

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s