Πρόσωπα, Ποίηση

Οι πολιτικές αναφορές του Γιώργου Σεφέρη 

(Επιλεγμένα αποσπάσματα. Δείτε ολόκληρη την εργασία της Ελένης Νικολαϊδου – και τις βιβλιογραφικές αναφορές – στην πηγή)

Εισαγωγή

Στο έργο του Γ. Σεφέρη αποτυπώνεται ανάγλυφα και χωρίς αμφιβολία η εκπληκτική ικανότητα που έχει στη γραφή. Είναι βαθειά λυρικός, αισθαντικός, η χρήση των λέξεων, ο συνδυασμός τους, η φαντασία και το πλάσιμο των εννοιών είναι εξαιρετικές, αξεπέραστες και μοναδικές. Έμειναν μάλιστα κληρονομιά ως ένα μοναδικό ποιητικό αποτύπωμα.

Στα περισσότερα ποιήματά του και σε πλήθος σημείων στα πεζά του κείμενα ο Γ. Σεφέρης ασκεί κριτική για τα πολιτικά γεγονότα της εποχής. Γεγονότα τα οποία ζει από κοντά λόγω της διπλωματικής του ιδιότητας. Στα ποιήματα λόγω και της χρήσης της γλώσσας η κριτική γίνεται συγκαλυμμένη, με μεταφορές, συμβολισμούς κ.λπ.

Στα πεζά του κείμενα απουσιάζει η «μαγειρική» του λόγου, ο ποιητής είναι πιο ανοικτός στην προφορική γλώσσα και εκφράζει πιο άμεσα την άποψή του.

Το πρώτο που καταλαβαίνει ο αναγνώστης των έργων του είναι ότι ο Γ. Σεφέρης επιδίδεται συστηματικά στην κριτική των προσώπων και όχι στην πολιτική τους σκέψη και πράξη όπως θα φανεί παρακάτω αναλύοντας το έργο του.

Η σοδειά των χαρακτηρισμών και των φράσεων που χρησιμοποιεί ο Γ. Σεφέρης για να εκφράσει τη γνώμη του για πολιτικά πρόσωπα είναι κάτι παραπάνω από πλούσια. Ας δούμε ορισμένες πλευρές της αντίληψής του για πρόσωπα και καταστάσεις όπως αποτυπώνονται στα γραπτά του.

Οι πολιτικοί για το Γ. Σεφέρη είναι «οι ελεεινοί»[3]  που ζουν «παπαρδελίζοντας»[4] ενώ η πολιτική είναι  ένα «κούφιο ζωντανό»[5]. Ο ίδιος λέει ότι είναι «περιστοιχισμένος  από διάφορους παράγοντες και μύγες της ‘πολιτικής αποστολής΄. Είναι κιόλας για καρπάζωμα»[6] (εννοεί το Μιχαλόπουλο, υφυπουργό Τύπου και Πληροφοριών). Τα επίθετά του είναι καυστικά και τα χρησιμοποιεί σαν παρατηρητής, ξένος από όλα, ξένος από τη «θλιβερή πολιτική»[7] όπως την ονομάζει. Συχνά κάνει σχόλια επί προσωπικού επιπέδου, χωρίς κριτική στην πολιτική θέση γενικά αλλά όπως αυτή εκφράζεται μέσα από την προσωπικότητα του καθενός. Για παράδειγμα «ο Σοφούλης που τον πρωτοείδα στην Πρεσβεία, βγαίνοντας από την ορκωμοσία μου μοιάζει ένας αστός της επαρχίας, με τα νερά του κάμποσο χαμένα» και λίγο πιο κάτω μιλάει για τους «δύο ελεεινούς ναυάρχους που στον απληροφόρητο κοσμάκη παρουσιάζονται σαν άνθρωποι πυγμής»[8], «ανθρώπινες χαλκομανίες που λέγονται άρχοντές μας» (εννοεί τον Τσουδερό)[9], «ένα κουβάρι από σκουλήκια»[10], «πολιτικατζήδικα τερτίπια, μικρά και τριμμένα»[11] όταν αναφέρεται σε πράξεις υπουργών.  Για το Σοφούλη (όταν ήταν υπουργός Κοινωνικής Πρόνοιας και Αντιλήψεως) λέει ότι είχε «φάτσα υπερτροφικού σαμιαμιδιού»[12].

Δεν χαρίζεται σε κανέναν όταν αναφέρεται για ένα βράδυ που πήγε στο ΄Σέπαρντ΄[13] ότι ήταν εκεί «και οι διάφορες τσούλες της πολιτικής»[14], ότι «είναι όλοι για κλάματα»[15] και η «σημερινή κουζίνα»[16] είναι η πολιτική του Παπανδρέου. «Η μερμηγκοφωλία της ΄Μπρετάνιας΄[17] εξακολουθεί να παραπατά χωρίς απόφαση»[18] και «σε πιάνει η βρώμα από το λαιμό»[19], με την «κοινωνία των ικετών»[20] και τους «ηλίθιους [που]κρατούν τα πόστα»[21].

Για το βασιλιά Γεώργιο λέει ότι είναι «άνθρωπος με νοημοσύνη ασφαλώς, αλλά χωρίς ρίζες στον τόπο, χωρίς πνοή, χωρίς ακτινοβολία, έρημος, αδιάφορος, απομονωμένος από το χαρακτήρα του και τις ατυχίες της ζωής του, έκαμε τίμιες εκλογές, και, μόλις σκόνταψε στις πρώτες δυσκολίες, βολεύτηκε και κόλλησε στην πιο εύκολη λύση: τη δικτατορία»[22].

Για τον Ι.Μεταξά λέει ότι «ο Μεταξάς ήταν ο μόνος αγνός, ο μόνος πιστός»[23] (εννοεί για το βασιλιά) και «το μόνο λαϊκό στήριγμα του Μεταξά ήταν η κούραση του κόσμου. Δεν είχε λαό μαζί του, ούτε τώρα, ούτε παλαιότερα»[24], «ο Μεταξάς, ως άτομο, ήταν, νομίζω, ο πιο δυνατός από τους γνωστούς πολιτικούς που είχαν απομείνει. Αυταρχικός, εγωκεντρικός, φανατικός, εμπαθής, βέβαια. Αλλά είχε και το περισσότερο μυαλό και το περισσότερο σθένος»[25].

Ο Γ. Σεφέρης συχνά μέσα από τα γραπτά του αναφέρεται στη δουλειά του. Από αυτά φαίνεται να πιστεύει ότι ο σκοπός της εργασίας του είναι να προσφέρει υπηρεσίες όσο καλύτερα μπορεί, χωρίς να επηρεάζεται[26]. Πολλές φορές δίνει την εντύπωση μέσα από το ημερολόγιό του ότι πηγαίνει από λέσχη σε λέσχη, από ξενοδοχείο σε ξενοδοχείο.

Στο ημερολόγιό του αναφέρει «ακούω πως με κατηγορούν προσωπικώς ότι κάνω βασιλική πολιτική. Ξέρετε, αλλά θα ήθελα να το επαναλάβω ότι το Γραφείο δεν κάνει πολιτική»[27] (μιλάει στο Βούλγαρη, υπουργό Αεροπορίας). Πως γίνεται ένας άνθρωπος να εκτελεί ψυχρά εντολές χωρίς να συμμετέχει ή να επηρεάζεται; Και πως εκτελεί τόσο άψογα εντολές από ανθρώπους που τους θεωρεί τόσο ανάξιους;

Σημειώνει επίσης ότι «δεν κάνω πολιτική ως υπάλληλος αλλά είμαι –οι πεποιθήσεις μου είναι- φιλελεύθερες και δημοκρατικές»[28].  Μιλάει για την υπηρεσία τύπου σαν να είναι κάτι ξεχωριστό και ξεκομμένο από την ελληνική κυβέρνηση.

(…)

Οι πολιτικές αναφορές και τα σχόλια του Γιώργου Σεφέρη μέσα από το έργο του ανά έτος

1941

Ιανουάριος 1941

Στις 17 Ιανουαρίου 1941 υπογράφεται το σύμφωνο μη επίθεσης μεταξύ Βουλγαρίας και Τουρκίας ενώ στις 29, πεθαίνει ο Ιωάννης Μεταξάς[37].

Ο Γιώργος Σεφέρης μιλάει στα γραπτά του για όλους τους πολιτικούς που βρίσκονται στο υπουργείο εξωτερικών. Συγκεκριμένα λέει ότι είναι «μωροφιλόδοξοι, βλάκες, άνθρωποι που ήταν κίτρινοι από το φόβο τους όταν πήγαινε να ξεσπάσει η καταιγίδα, κάνουν τον παλικαρά, και κορδώνουνται, και θέλουν να βρίσκουνται ολοένα στο προσκήνιο, τώρα που άλλοι πολεμούν και τους προστατεύουν»[38]. Η επικριτική ματιά του δεν αφήνει αχαρακτήριστο ούτε τον πρωθυπουργό Αλέξανδρο Κορυζή που τον στολίζει με τα επίθετα «στεγνός και πελιδνός»[39]. Λίγες μέρες μετά αναφέρει για το Θεολόγο Νικολούδη (υπουργός Τύπου και Τουρισμού στην κυβέρνηση του Μεταξά) ότι είναι Simplicissimus[40] (δηλαδή αφελέστατος). Για το θάνατο του Μεταξά κάνει την αναφορά «πέθανε ο Μεταξάς… και μας άφησε την κοπριά του»[41].

Φεβρουάριος 1941

Στις 11 Φεβρουαρίου του 1941 τα γερμανικά στρατεύματα φτάνουν στη Βόρεια Αφρική[42]. Λίγες μέρες μετά ο Γιώργος Σεφέρης σχολιάζει για την πρόβλεψη που θα έπρεπε να κάνουν οι πολιτικοί και για τα μέτρα που ίσως θα έπρεπε να πάρουν σχετικά με τη Βουλγαρία και την Τουρκία. Αλλά για τον Γιώργο Σεφέρη «με τις ιδιοσυγκρασίες τους, τις ψοφοδεείς, πως μπορούν να διευθύνουν την πολιτική του λαού που πολεμά»[43]; Και λίγες αράδες πιο κάτω για τους ίδιους πολιτικούς που είναι αυτοί που συνεργάζονταν με το Μεταξά ότι «δουλεύουν με τις συνήθειες των πεθαμένων στιγμών ενός πεθαμένου»[44].

Ο Γ.Σεφέρης γράφει ένα ποίημα στις «Μέρες Δ» χωρίς να του έχει βάλει έναν τίτλο και το γράφει για τους Έλληνες, την Ελλάδα, την αλληλεγγύη, τον αγώνα του ελληνικού λαού και δηλώνει τη συμπαράστασή του και τη θέλησή του να είναι ένα σώμα με όλους τους αγωνιστές του μετώπου[45].

Το ποίημα:

Αυτό το δέντρο με τα κλαδιά που σπάζουν και που ματώνουν

εσείς κι εγώ: είμαστε όλοι μαζί αυτό το δέντρο

κι ο άνεμος φυσά κουρελιάζοντας ένα χρώμα ρόδινης κατανιάς.

ό,τι μου πείτε το λέω κι ό,τι γυρέψετε το γυρεύω

με το μαρτύριο της σάρκας και τα παγωμένα δάχτυλα στη σκέψη

και φτερουγίσματα πουλιών που δε γνωρίσαμε ποτέ

παίζοντας παίζοντας παίζοντας μέσα στο αίμα.

και ο θάνατος –πόσο παράξενο- που χρόνια κάθουνταν σ΄ ένα σκαμνί κοντά μου

έγινε στάχτη, έγινε καταχνιά, και καταργήθηκε.

Αηδία που δυναμώνει με τα «μετόπισθεν»

Και λίγες μέρες μετά στο «Μέρες Δ΄», στις 26 Φεβρουαρίου 1941, γράφει:

«Από χρυσάφι, κεχριμπάρι, φίλντισι

Και με χρυσάφι πλουμισμένες τούτες οι ασπίδες

Τις πήραμε με τις φτωχιές τις ασπιδούλες μας»[46].

Εξυμνεί τα κατορθώματα του ελληνικού λαού ο οποίος αβοήθητος κατάφερε ό,τι κατάφερε[47]. Ο Γιώργος Σεφέρης όταν μιλάει για τις θυσίες του ελληνικού λαού, τους αγώνες του, μόνο ύμνους μπορεί να γράψει. Αυτά όλα, όμως, μέσα σε ένα γενικό πλαίσιο, αφηρημένης έννοιας του λαού και όχι με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά όπως η ένοπλη αντίσταση του λαού.

Μάρτιος 1941

Στα τέλη του Μαρτίου του 1941 η γιουγκοσλαβική κυβέρνηση προσχωρεί στο Τριμερές Σύμφωνο που είχαν συνάψει η Γερμανία, η Ιταλία και η Ιαπωνία (27/9/40) δηλ. στον Άξονα. Η αμοιβή της θα ήταν η έξοδος στο Αιγαίο μέσα από τη Θεσσαλονίκη (σύμφωνα με δήλωση του Χίτλερ που έγινε στις 4/5/41). Η γιουγκοσλαβική κυβέρνηση και ο αντιβασιλιάς Παύλος ανατράπηκαν δύο μέρες αργότερα (27/3/41) από την αγανακτισμένη αντίδραση του γιουγκοσλαβικού λαού. Την ίδια περίοδο στην Βόρεια Αφρική (30-3 μέχρι 15-4-1941) λαμβάνει χώρα η επίθεση του γερμανικού «αφρικανικού σώματος» και των ιταλικών στρατευμάτων.

Για το γεγονός της προσχώρησης της Γιουγκοσλαβίας στο Τριμερές Σύμφωνο ο Γ.Σεφέρης σχολιάζει αρνητικά λέγοντας «ο Μαυρουδής και ο Κύρου χτυπούν τα δόντια και σωπαίνουν, εκτός όταν πρόκειται να σπείρουν τον πανικό.  Ο Μαυρουδής έχει διαλυθεί, ο Κύρου ποθεί και πιστεύει στη γερμανική επικράτηση. Ο Κορυζής ανύπαρχτος»[48].

Αυτή την εποχή ο Γ. Σεφέρης βρίσκεται ακόμη στην Αθήνα και στο ημερολόγιό του παραθέτει χαρακτηρισμούς πολιτικών όπως «πρόσωπα πεθαμενατζήδων, ωχρά και κίτρινα. Νευρικές φυσιογνωμίες χαρτοπαίχτη προς την αυγή, όταν έχει ρίξει την τελευταία του δεκάρα στο τραπέζι»[49].

Για την κατάσταση που επικρατεί στο μέτωπο γράφει στις 7 Μαρτίου «στη ΄Μπρετάνια΄ η ίδια ατμόσφαιρα πανικού, όπως όλες αυτές τις μέρες, όπως πάντα σε κρίσιμες στιγμές. Αντίθετα το ηθικό του μετώπου και του λαού καταπληκτικό» και συνεχίζει να εξάρει το ήθος του ελληνικού λαού και κλείνει τη μέρα του με την ευχή «ας αφήσουμε τους νεκροθάφτες»[50].

Απρίλιος 1941

Ο Απρίλιος του 1941 είναι ένας μήνας γεμάτος γεγονότα τα οποία θα καθορίσουν την πορεία της Ελλάδας τα επόμενα χρόνια. Ο Γ. Σεφέρης όπως και οι υπόλοιποι πολιτικοί και διπλωμάτες των υπουργείων, αλλά και οι Άγγλοι σύμμαχοι, είναι υπ΄ ατμόν, έτοιμοι να φύγουν και μέχρι το τέλος του Απριλίου θα έχουν αδειάσει την Αθήνα.

Στις 6 Απριλίου σημειώνεται η γερμανική εισβολή στην Ελλάδα[51]. Δέκα ημέρες μετά, στις 16 Απριλίου, έχουμε την απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης να εγκαταλείψει την Ελλάδα. Η εγκατάλειψη της χώρας από την κυβέρνησή της, μετά την εισβολή των Γερμανών, δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο. Σχεδόν το σύνολο των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων αυτοεξορίστηκαν. Σύμφωνα με τον Πρ. Παπαστράτη «από την έναρξη του πολέμου, με τη γερμανική επίθεση στην Πολωνία το Σεπτέμβριο του 1939 μέχρι και την κατάληψη της Κρήτης το Μάιο του 1941 έχουν συγκροτηθεί μια σειρά από κυβερνήσεις εξορίας οι οποίες εγκαθίστανται τελικά στο Λονδίνο»[52]. Οι Άγγλοι είχαν αρχίσει να προετοιμάζουν την αποχώρησή του στρατού τους, πριν την επίθεση των Γερμανών στην Ελλάδα, από το Μάρτιο του 1941[53]. Στις 18 ανακοινώνεται η αυτοκτονία του πρωθυπουργού Αλέξανδρου Κορυζή[54] και ο Κώστας Κοτζιάς γίνεται πρωθυπουργός για λίγες ώρες. Σύμφωνα με τον Γιώργη Αθανασιάδη «κατά τη βραχύτατη πρωθυπουργία του Κοτζιά είχε συγκεντρωθεί πλήθος κόσμου μπροστά στο ξενοδοχείο της Μεγάλης Βρετανίας, που εκεί ήταν το Γενικό Στρατηγείο και ζητούσαν όπλα για να συνεχίσουν τον αγώνα»[55].

Στις 21 Απριλίου υπογράφεται η συνθηκολόγηση του ελληνικού στρατού και στις 23 ο βασιλιάς και ο Εμμ. Τσουδερός φεύγουν για την Κρήτη, ήδη από τις 17 και 18 του Απριλίου είχαν φύγει οι πρίγκιπες και οι πριγκίπισσες. «Ο βασιλιάς Γεώργιος με τον Τσουδερό και το Βρετανό πρεσβευτή Πάλαιρετ αναχωρούν με βρετανικό υδροπλάνο για την Κρήτη τα χαράματα της 23ης Απριλίου»[56] ενώ τις τελευταίες ημέρες του μήνα τα αγγλικά στρατεύματα εκκενώνουν την Ελλάδα (24-29/4/1941).

Αυτό το μήνα οι Άγγλοι κουβεντιάζουν με τους Τούρκους για τα νησιά του Αιγαίου και με ποιο τρόπο θα τα γλύτωναν από τους Γερμανούς[57]. Ενώ ο Ιανουάριος κλείνει με την ορκομωσία της κατοχικής κυβέρνησης Τσολάκογλου στις 30 Απριλίου[58].

Ο Γ. Σεφέρης σχολιάζει το γρήγορο σχηματισμό της εξόριστης κυβέρνησης όπου «η κυβέρνηση σχηματίζεται στο άψε-σβήσε» και την αγωνία των Άγγλων για το σχηματισμό της. Στάζει ειρωνεία για το υπουργικό συμβούλιο αφού «τα υπουργεία περισσεύουν. Τα δίνουν όσα-όσα»[59]. Την ημέρα που εγκρίνεται η εκκένωση από το Υπουργικό Συμβούλιο, ο Γ.Σεφέρης ενημερώνει τον υπουργό του, το Θ. Νικολούδη, πως σκοπεύει να φύγει μαζί με την κυβέρνηση[60]. Αυτός μετά βίας θα τον πάρει μαζί του και έτσι ο Γ.Σεφέρης και η Μάρω, η γυναίκα του, θα δυσκολευτούν μέχρι να φύγουν[61]. Ο Ρ.Μπήτον δικαιολογεί την πίεση που άσκησε ο Γ.Σεφέρης για να φύγει από την κατεχόμενη Ελλάδα λέγοντας ότι κινδύνευε από τους Γερμανούς και ότι «στο ημερολόγιό του ο Γιώργος γράφει πως πλησίασε ακόμη και τον Ντέιβιντ Γουάλας, το Βρετανό ακόλουθο τύπου, ο οποίος βρέθηκε και εκείνος τελικά στο ίδιο πλοίο»[62]. Ο Γ. Σεφέρης έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να φύγει.

Την ώρα που μπαίνουν οι Γερμανοί στην Ελλάδα ο Γ. Σεφέρης περιγράφει την κατάσταση που επικρατεί στο υπουργείο. «Σε τέτοιες ώρες ούτε μια γενναία χειρονομία εδώ. Ο Νικολούδης γυρίζει από το Στρατηγείο σα να γυρίζει από ξόδι»[63] και μερικές μέρες μετά στις 16 Απριλίου γράφει: «Στην κυβέρνηση νεύρα. Κανένας ψύχραιμος άνθρωπος. Δεν ξέρουν καλά-καλά γιατί φεύγουν και τι θα κάνουν εκεί που θα πάνε. Δεν υπάρχει κανένα σχέδιο, καμιά προετοιμασία. Ο αγέρας της Κρήτης είναι γι΄αυτούς βραχνάς. Ο υπουργός λογαριάζει πως θα κουβαλήσει τις δεκαπέντε τόσες κασέλες του, υπηρέτριες και τα ρέστα. Για την Υπηρεσία δε φροντίζει κανείς»[64]. Ο Γ. Σεφέρης αναφέρει στο ημερολόγιό του το λόγο για τον οποίο ζήτησε να φύγει μαζί με την κυβέρνηση που τόσο απεχθάνεται. «Συλλογίστηκα πολύ αν θα ΄φευγα μαζί τους. Ο συγχρωτισμός μ΄ αυτούς τους ανθρώπους μου φέρνει σηψαιμία. Έπειτα παραδέχτηκα πως αν μείνω οι Γερμανοί θα με αχρηστέψουν από την πρώτη μέρα. Ο πόλεμος δεν πρόκειται να τελειώσει με τη μάχη στα ελληνικά χώματα. Αναρωτήθηκα που θα ήμουν πιο χρήσιμος και πιο συνεπής και τ΄ αποφάσισα»[65]. Σε αυτό το σημείο της απόφασης του Γ. Σεφέρη, να ακολουθήσει την ελληνική κυβέρνηση στο εξωτερικό, αναφέρεται και ο Ρ. Μπήτον ο οποίος λέει ότι αν έμενε ο Γ. Σεφέρης κινδύνευε. «Στην παραζάλη που ακολουθεί, ο Γιώργος είναι τώρα αναγκασμένος να επιμείνει πως το όνομά του βρίσκεται στη “μαύρη λίστα” των Γερμανών. Δεν ήταν βεβαίως δυνατόν να γνώριζε τότε το παραμικρό για το υπόμνημα που είχε σταλεί από τις Sicherheitsdienst, τις γερμανικές υπηρεσίες ασφαλείας, στο Γερμανό υπουργό Εξωτερικών κατά την περίοδο της ελληνικής ουδετερότητας. Η ύπαρξη ωστόσο, του υπομνήματος αποδεικνύει πως οι προειδοποιήσεις που είχε λάβει από διαφόρους ενδιαμέσους την εποχή εκείνη ήταν δικαιολογημένες»[66].

Πουθενά στα κείμενα του Γ.Σεφέρη, δεν φαίνεται ούτε ο παραμικρός προβληματισμός για να μείνει στη χώρα του. Είναι προφανές ότι η καταγωγή του, η μόρφωσή του αλλά και η θέση του, που του έδινε τη δυνατότητα να φύγει, ήταν ανασταλτικοί παράγοντες, για να σκεφτεί αυτό που σκέφτηκαν χιλιάδες άλλοι που πήραν μέρος στην αντίσταση. Στην πορεία του Γ. Σεφέρη κατά τη διάρκεια της εξορίας του θα φανεί μέσα από τα γραπτά του το είδος της αντίστασης και της βοήθειας που προσέφερε. Βέβαια, είναι απορίας άξιον, πόσο μπορεί κανείς να βοηθήσει μία εθνική υπόθεση που τη διευθύνουν άχρηστοι, κατ΄ αυτόν, άνθρωποι! Ο ίδιος πίστευε πάντως ότι συνεχίζει τον αγώνα αν φύγει[67].

Στα τέλη Απριλίου βρίσκεται στην Κρήτη και επισημαίνει ότι «κάνει εντύπωση η έλλειψη κάθε πολεμικής προετοιμασίας εδώ. Η κυβέρνηση δεν έκαμε τίποτε. Ήταν το φυσικό της. Αλλά οι Άγγλοι[68].

Ο Εμμ. Τσουδερός στη νέα του κυβέρνηση δέχτηκε ως υπουργούς ανθρώπους της κυβέρνησης του Ι.Μεταξά, όπως τον  Κ. Μανιαδάκη, τον Κ.Κοτζιά, το Θ. Νικολούδη, το Δ. Δημητράτο. Με την πράξη του αυτή όχι μόνο δεν καταδίκαζε το φασιστικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου αλλά το συνέχιζε[69]. Ο Γ. Σεφέρης αναφέρει σχετικά «οι παλιοί στυλοβάτες του καθεστώτος που είχαν εξαφανιστεί, ξεφυτρώνουν σαν τα μανιτάρια»[70].  Επίσης, ο Γ.Αθανασιάδης αναφέρει ότι ο Κ.Μανιαδάκης και οι άντρες του στην Αίγυπτο προκαλούσαν πολλούς τραμπουκισμούς[71].

Ο Γ.Αθασιάδης περιγράφοντας τη φυγή της βασιλικής οικογένειας και της ελληνικής κυβέρνησης από την Αθήνα σχολιάζει ότι «η κυβέρνηση και ο βασιλιάς δεν πίστευαν σε πραγματική συνέχιση του πολέμου»[72].

Μάιος 1941

Το τελευταίο δεκαήμερο του Μαΐου του 1941 λαμβάνει χώρα η μάχη της Κρήτης. Στις 20 αρχίζει η ρίψη Γερμανών αλεξιπτωτιστών στην Κρήτη[73] και την ίδια μέρα ο Γ. Σεφέρης φτάνει μαζί με τη Μάρω στην Αλεξάνδρεια. Το ίδιο, φυσικά, και η κυβέρνηση και ο βασιλιάς που έφυγαν μόλις άρχισε η μάχη της Κρήτης και στις 23 Μαΐου έφτασαν στην Αλεξάνδρεια. Στο τέλος του Μαΐου, στις 31, όταν ο Γ. Σεφέρης βρισκόταν ασφαλής μαζί με την κυβέρνηση και το βασιλιά στην Αλεξάνδρεια, ο Μανώλης Γλέζος και ο Λάκης Σάντας ξεσκίζουν τη φασιστική σημαία από την Ακρόπολη, δίνουν το σύνθημα της έναρξης της αντίστασης και γεμίζουν περηφάνια τον αθηναϊκό λαό[74].

Για την κυβέρνηση Τσολάκογλου ο Γ. Σεφέρης λέει ότι «πρώτα δεν έπρεπε να είναι αυτοί, οι αρχηγοί του στρατού της Αλβανίας, οι προδότες: υπήρχαν άλλοι. Και δεύτερο: πως θα πολεμήσουμε εμείς όταν σκεφτόμαστε έτσι[75]. Και συνεχίζει λέγοντας «τέτοια νιάτα, και να κρατούν το τιμόνι οι πιο ανάπηροι, οι πιο άψυχοι άνθρωποι που έβγαλε ποτέ ο τόπος. Τι κατάρα»[76]. Οι ίδιοι οι πολιτικοί έδωσαν τη μεγαλόνησο, «αλλά δεν ήθελαν να κρατήσουν την Κρήτη, δεν ήθελαν τα νησιά, δεν ήθελαν τίποτε. Τ΄ άκουσμα μονάχα του Γερμανού τους νέκρωνε τα νεύρα και οι περισσότεροι που ήρθαν μαζί μας δε γυρεύουν τίποτε άλλο παρά να πετύχουν μιαν ήσυχη γωνιά στο εξωτερικό για να περάσουν τις μέρες του πολέμου»[77]. Αυτό το τελευταίο σχόλιο του Γ. Σεφέρη φαίνεται, και είναι φυσικά, ειρωνικό και σαρκαστικό για μια μερίδα ανθρώπων που κινούνταν, σίγουρα, με αυτά τα ελατήρια. Διαβάζοντας, όμως, κανείς το έργο του, αυτήν την περίοδο, δεν μπορεί παρά να μειδιάσει σε τούτο το σχόλιο, γιατί και ο ίδιος δίνει αυτή ακριβώς την εντύπωση. Του ανθρώπου, δηλαδή, που κατάφερε και ξέφυγε από τα χειρότερα.

Ο Γ.Σεφέρης πίστευε ότι ο λαός και η ελληνική κυβέρνηση είναι δύο διαφορετικοί κόσμοι. «Είναι παράξενο και υπέρογκο να το συλλογίζεται κανείς: ο λαός έκανε μόνος του αυτό που έκανε-μόνος του. Οι έξι μήνες του πολέμου ήταν δύο πράγματα ολότελα ξεχωριστά. Από το ένα μέρος ένα άνθισμα, μια ανώνυμη ανάσταση, και από το άλλο μέρος, ο καρκίνος της ‘Μπρετάνιας’ με τους σκοτεινούς διαδρόμους και τις απελπιστικές χειρονομίες. Από το τελευταίο δεν έχουμε ακόμη καθαριστεί και δε θα καθαριστούμε παρά όταν τελειώσει ο πόλεμος, όταν νικήσουμε»[78].

Ακολουθεί σχόλιο για τη φυγή της κυβέρνησης από την Κρήτη «μα δεν μπορώ να καταλάβω γιατί ήρθε η κυβέρνηση εδώ, αφού δεν είχε σκοπό να μείνει. Τώρα είναι ελεεινό να βλέπει ο κόσμος αυτή την ατμόσφαιρα φυγής»[79].

Στην Κρήτη, σύμφωνα με το Γ. Αθανασιάδη, σχηματίστηκε Λαϊκή Επιτροπή η οποία συναντήθηκε με τον Τσουδερό και με υπόμνημά της ζητούσε «να ακυρωθούν τα διατάγματα της 4ης Αυγούστου.

-Να γίνει ανασχηματισμός της κυβέρνησης. Να αντικατασταθούν αμέσως οι μεταξικοί υπουργοί.

– Να γίνει ανασύσταση της Βουλής του 1936 που διαλύθηκε από το Μεταξά»[80].

Αυτό το γεγονός ο Γ.Σεφέρης δεν το αναφέρει, δεν αναφέρει ούτε την αντίδραση του Τσουδερού που ζήτησε τη διάλυση της Επιτροπής.

Ο Κ.Μανιαδάκης είχε σταλεί από την κυβέρνηση πιο νωρίς στην Αίγυπτο και μαζί με αστυνομικούς που είχε μαζί του από την Ελλάδα έφτιαχνε καταλόγους με όσους αντιμεταξικούς Έλληνες υπήρχαν στην Αίγυπτο[81]. Η κριτική του Γ.Σεφέρη, όπως άρχισε να φαίνεται, αλλά όπως σίγουρα θα γίνει κατανοητό στις επόμενες σελίδες, είναι προσωπική, βασίζεται σε επίθετα και δεν αναφέρει ή κρίνει πράξεις όπως π.χ. την αποστολή του Μανιαδάκη στην Αίγυπτο.

Στην Αλεξάνδρεια ο Γ. Σεφέρης γράφει το πρώτο του ποίημα, αυτής της περιόδου που εξετάζουμε, το «Μέρες του Ιουνίου ΄41». Το οποίο το τελειώνει στην Πρετόρια. Σ΄ αυτό το ποίημα δίνει εικόνες της μάχης της Κρήτης την οποία παρακολουθεί στα καθημερινά δελτία ειδήσεων που φτάνουν στο ξενοδοχείο “Windsor”.

ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΝΙΟΥ ΄41[82]

Βγήκε το νέο φεγγάρι στην Αλεξάνδρεια

κρατώντας το παλιό στην αγκαλιά του

κι εμείς πηγαίνοντας κατά την Πόρτα του Ήλιου

μες στο σκοτάδι της καρδιάς-τρεις φίλοι.

Ποιος θέλει τώρα να λουστεί στα νερά του Πρωτέα;

Τη μεταμόρφωση τη γυρέψαμε στα νιάτα μας

με πόθους που έπαιζαν σαν τα μεγάλα ψάρια

σε πέλαγα που φύραναν ξαφνικά.

Πιστεύαμε στην παντοδυναμία του κορμιού.

Και τώρα βγήκε το νέο φεγγάρι αγκαλιασμένο

με το παλιό. Με τ΄ όμορφο νησί ματώνοντας

λαβωμένο. Το ήρεμο νησί, το δυνατό νησί, το αθώο.

Και τα κορμιά σαν τσακισμένα κλαδιά

και σαν ξεριζωμένες ρίζες.

Η δίψα μας

ένιππος φύλακας μαρμαρωμένος

στη σκοτεινή πόρτα του Ήλιου

δεν ξέρει να ζητήσει τίποτε: φυλάγεται

ξενιτεμένη εδώ τριγύρω

κοντά στον τάφο του Μεγάλου Αλεξάντρου.

Κρήτη-Αλεξάνδρεια-Νότιος Αφρική, Μαΐους-Σεπτ. ΄41

Ιούνιος 1941

Τον Ιούνιο οι Γερμανοί κατέχουν στρατιωτικά όλη την Ελλάδα. Στην Κρήτη αρχίζουν τα αντίποινα για την ηρωική αντίσταση των κατοίκων με αποτέλεσμα στις 3 Ιουνίου να καταστρέψουν το χωριό Κάνδανο, όπου εκτελούν 300 κατοίκους[83]. Στις 22 αρχίζει η επίθεση της Γερμανίας εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης και η Ιταλία κηρύσσει τον πόλεμο κατά της Σοβιετικής Ένωσης[84]. Αυτές τις μέρες της επίθεσης της Γερμανίας κατά της Σοβιετικής Ένωσης ο Γ. Σεφέρης, και συγκεκριμένα στις 27 Ιουνίου, αναχωρεί από το Σουέζ με προορισμό τη Νότιο Αφρική[85]. Στο ίδιο πλοίο ταξιδεύει η βασιλική οικογένεια και ο Εμμ. Τσουδερός. «Η κυβέρνηση Τσουδερού, αμέσως μετά την άφιξή της στην Αλεξάνδρεια, αναγγέλλει τη μετάβασή της στο Λονδίνο»[86] όπου από την Πρετόρια, στα τέλη του Ιουλίου,  αναχωρεί με προορισμό το Λονδίνο. Αρκετές μέρες πριν είχε αναχωρήσει η βασιλική οικογένεια. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους, στις 28, τα χιτλερικά στρατεύματα κυριεύουν το Μινσκ[87].

Ο Γ. Σεφέρης  σχεδόν όλο τον Ιούνιο βρίσκεται στο Κάιρο. Ο ίδιος αναφέρει ότι τον διόρισαν Γενικό Γραμματέα του Υπουργικού Συμβουλίου[88].

Η κρίση του για τη βασιλική οικογένεια στάζει ειρωνεία[89]. Συγκεκριμένα αναφέρει για τις μέρες που ταξίδευε στο πλοίο μαζί τους ότι «είναι και όλο το πριγκιπολόι που περνοδιαβαίνει ακατάπαυτα μπροστά σου. Διάφοροι ρωτιούνται αν πρέπει κάθε φορά να υποκλίνονται»[90]. «Πλάι μας μαζεύτηκε σιγά-σιγά η βασιλική οικογένεια, πρίγκιψ Γεώργιος και πρ. Μαρία στην αρχή, ο Παύλος κι έπειτα ο Βασιλιάς. Μιλούν μεταξύ τους αγγλικά, γαλλικά και λίγα ελληνικά, κάποτε. Θα είμαστε, υποθέτω, γι αυτούς, οι ιθαγενείς»[91]. Καμία εκτίμηση δεν φαίνεται να τρέφει για τη βασιλική οικογένεια. Για το ταξίδι της οικογένειας στο Λονδίνο σχολιάζει: «μεθαύριο θα πάνε στο Λονδίνο ο Βασιλιάς και οι τραπεζίτες. Θα φροντίσουν να είναι “προ παντός μετριόφρονες” και θα συνεχίσουν την πολιτική των υψηλών συγγενειών ή της κατεργαριάς. Ας πάνε στο καλό μία ώρα αρχύτερα»[92]. Όπως αναφέρει και ο Πρ.Παπαστράτης «η βασιλική οικογένεια και η κυβέρνηση αποφασίζουν να ταξιδέψουν κάνοντας το γύρο της Αφρικής, δηλώνοντας ότι δεν βιάζονται και ότι ήθελαν να έχουν τις οικογένειές τους μαζί. Τελικά ο βασιλιάς και η κυβέρνηση Τσουδερού φτάνουν στην Αγγλία στις 23/9/1941 τρεις μήνες περίπου από τότε που αποχώρησαν από το Κάιρο»[93].

Ο Γ. Αθανασιάδης αναφέρει το λόγο για τον οποίο η ελληνική κυβέρνηση αναγκάστηκε να φύγει από την Αίγυπτο. Λέει, λοιπόν, ότι «η αιγυπτιακή κυβέρνηση, με πρωθυπουργό τότε τον Σίρι πασά, δεν ενέκρινε την εγκατάσταση της ελληνικής κυβέρνησης στην Αίγυπτο (τέλη Ιουνίου του 1941). Έτσι ο Τσουδερός και η βασιλική οικογένεια, κατά τις τελευταίες ημέρες του Ιουνίου, επιβιβάστηκαν  στο υπερωκεάνιο ΄Νέο Άμστερνταμ΄ και έφυγαν από το Σουέζ για τη Νότια Αφρική. Εγκαταστάθηκαν προσωρινά στο Γιοχάνεσμπουργκ και κατόπιν στο Λονδίνο. Μόνο το Μάρτιο του 1943 συγκατατέθηκε η αιγυπτιακή κυβέρνηση, με πρωθυπουργό τον Ναχάς πασά, να μείνει η ελληνική κυβέρνηση στο Κάιρο»[94].

Αρχές Ιουνίου 1941 ανασχηματίζεται η κυβέρνηση Τσουδερού και απομακρύνονται στελέχη της μεταξικής κυβέρνησης όπως ο Θ.Νικολούδης και ο Κ.Μανιαδάκης.

Ιούλιος 1941

Τον Ιούλιο συγκροτείται η 6η Ολομέλεια της Κ.Ε. του ΚΚΕ η οποία καλεί στη συγκρότηση εθνικού απελευθερωτικού μετώπου[95]. Αυτό το μήνα στα γραπτά του κείμενα ο Γ. Σεφέρης φαίνεται να εκτιμά ελάχιστα τον Εμμ. Τσουδερό. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι είναι «χαμένος στο οφίκιό του, σα να του φόρεσαν ξαφνικά ένα φράκο υπέρογκα μεγάλο, ανήξερος από τους μανταρινισμούς της διπλωματίας… καμία περιέργεια, έστω και για το γούστο, να γνωρίσει τι ανθρώπους έχει μαζί του»[96]. Πιο κάτω σχολιάζει ότι «αν είχε κανείς την όρεξη να πει δυνατά και σταράτα τη σκέψη του, θα την είχα την όρεξη αν ήμασταν στην Ελλάδα. Αλλά σε τέτοιες ώρες…»[97]. Και φυσικά μετά από αυτό το σχόλιο του Γ. Σεφέρη αναρωτιέται εύλογα κανείς όταν ήταν στην Ελλάδα και δούλευε στην κυβέρνηση Μεταξά, δεν χρειάστηκε τότε να πει δυνατά και σταράτα τη γνώμη του;

Συνεχίζει ένα υβρεολόγιο για τον Εμμ.Τσουδερό για τον οποίο λέει ότι είναι «στεγνός, ψυχρός, άψυχος». Και λίγες σειρές πιο κάτω αναφέρει ότι «είναι μικρός άνθρωπος, χωρίς αέρα, χωρίς καμία πλατιά χειρονομία. Τώρα νομίζει πως έχει κερδίσει την εύνοια του Βασιλιά και πως θα μείνει πρωθυπουργός επί ζωής. Τσακίζεται για την κορόνα. Ο μωρός. Προτιμώ που δεν πάω μαζί του. Όπου και να ταξιδέψουν, θα κουβαλούν πάντα μαζί τους το ίδιο δηλητήριο της αυλοδουλείας και της μικροπολιτικής»[98]. Ο Τσουδερός ήταν αυτός που έστειλε το Γιώργο Σεφέρη στη Νότια Αφρική. Όταν πρόκειται να γράψει για τον Τσουδερό, λοιπόν, δεν σταματάει η πένα του σε απλά επίθετα. Χαρακτηριστικά αναφέρει «χτες βράδυ έφυγε ο Τσουδερός, οι υπουργοί του και η ακολουθία του. Ας πάνε στο καλό και μακάρι να μην ξαναβρεθούμε όσο που να λευτερωθεί ο τόπος. Διπρόσωπος, μικροπολιτκός πέρα για πέρα. Ένας φάντης, όπως θα έλεγε ο λαός…. Τρομαλέος, νευρικός και δολοπλόκος» ο οποίος χρησιμοποιεί «μέσα μικρά και ανάξια και ελεεινά… κουζίνα και φόβος των Άγγλων που τον πήραν μυρωδιά και τον κάνουν ό,τι θέλουν»[99].

Για την κατάσταση που επικρατούσε στην Ευρώπη έγραψε ότι «και η Ευρώπη έγινε ένα μαντρί από λύκους που ασελγούσαν και πρόβατα πανικόβλητα. Η μόνη εξαίρεση ο ελληνικός λαός: ο λαός μόνος του, αμόλευτος, και τόσο ξεχωριστός από τους άρχοντές του, όποιοι κι αν ήταν στην κυβέρνηση ή στα σπίτια τους»[100].

Ακολουθεί μία σκληρή και απαξιωτική πρόταση, «άνθρωποι που αν δεν είχανε γίνει υπουργοί, απροσδόκητα, θα περνούσαν το υπόλοιπο της ζωής τους σ΄ ένα ελληνικό χωριουδάκι κουβεντιάζοντας με τον αστυνόμο, περιμένοντας την προχτεσινή εφημερίδα της Αθήνας»[101].

Αύγουστος / Σεπτέμβριος 1941

Όσο ο Γ. Σεφέρης βρίσκεται στη Νότιο Αφρική, τον Αύγουστο του 1941, οι Γερμανοί εκτελούν στην Κρήτη πάνω από 2.000 πατριώτες[102] ενώ στα τέλη του Σεπτεμβρίου, στις 27/28, ιδρύεται το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ) από μικρές αριστερές πολιτικές δυνάμεις[103]. Στα τέλη του Σεπτεμβρίου, 28 και 29, εξεγείρονται 2.000 κάτοικοι του νομού Δράμας εναντίον της κατοχής των Βουλγάρων. Η εξέγερση αυτή πνίγηκε στο αίμα[104]. Από τις 29 Σεπτεμβρίου μέχρι και τις 1 Οκτωβρίου γίνεται στη Μόσχα η συνδιάσκεψη μεταξύ ΕΣΣΔ, ΗΠΑ και Αγγλίας για το ζήτημα των αμοιβαίων στρατιωτικών προμηθειών[105]. Στις 30 αρχίζει η μάχη της Μόσχας ενώ μέρες πριν, στις 8/9/1941, αρχίζει ο αποκλεισμός του Λένινγκραντ[106].

Ο Γ. Σεφέρης εξακολουθεί να βρίσκεται στην Πρετόρια όπου γράφει το δεύτερο ποίημα σε αυτή την πόλη το «Υστερόγραφο». Θα είναι το δεύτερο ποίημα της συλλογής «Ημερολόγιο Καταστρώματος Β΄».

Όπως σημειώνει και ο Ρ. Μπήτον «πρόκειται για μια πικρόχολη καρικατούρα του Τσουδερού και του περίγυρού του»[107]. Το ποίημα είναι γραμμένο σε μορφή προσευχής και με επωδό τη φράση «Κύριε, όχι μ΄ αυτούς». Αναφέρεται σε όλους αυτούς που ταξίδευαν μαζί του με το πλοίο από το Σουέζ στο Ντουρμπάν. Παρακαλεί το θεό όχι με αυτούς, αυτούς που η φωνή τους δεν βγαίνει από το στόμα, είναι αδύναμη και στέκεται κολλημένη στα κίτρινα δόντια τους. Αυτοί που έχουν μάτια κάτασπρα χωρίς ματόκλαδα.

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ[108]

Αλλά έχουν μάτια κάτασπρα χωρίς ματόκλαδα

και τα χέρια τους είναι λιγνά σαν τα καλάμια.

Κύριε, όχι μ΄ αυτούς. Γνώρισα

τη φωνή των παιδιών την αυγή

πάνω σε πράσινες πλαγιές ροβολώντας

χαρούμενα σαν μέλισσες και σαν

τις πεταλούδες, με τόσα χρώματα.

Κύριε, όχι μ΄ αυτούς, η φωνή τους

δε βγαίνει καν από το στόμα τους.

Στέκεται εκεί κολλημένη σε κίτρινα δόντια.

Δική σου η θάλασσα κι ο αγέρας

μ΄  ένα άστρο κρεμασμένο στο στερέωμα,

Κύριε, δεν ξέρουνε πως είμαστε

ό,τι μπορούμε να είμαστε

γιατρεύοντας τις πληγές μας με τα βότανα

που βρίσκουμε πάνω σε πράσινες πλαγιές,

όχι άλλες,  τούτες τις πλαγιές κοντά μας.

Πως ανασαίνουμε όπως μπορούμε ν΄ ανασάνουμε

με μια μικρούλα δέηση κάθε πρωί

που βρίσκει τα΄ ακρογιάλι ταξιδεύοντας

στα χάσματα της μνήμης-

Κύριε όχι μ΄ αυτούς. Ας γίνει αλλιώς το θέλημά σου.

11 Σεπτεμβρίου ΄41

Οκτώβριος 1941

Τον Οκτώβριο του 1941 όλη η χώρα υπομένει την τριπλή κατοχή, ο λιμός στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις έχει αρχίσει. Οι εκτελέσεις από τους Γερμανούς είναι καθημερινό φαινόμενο. Οι Γερμανοί στις 17 Οκτωβρίου εκτελούν 222 άντρες της Νιγρίτας, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και ύστερα τους εκτέλεσαν μπροστά στα μάτια των δικών τους[109]. Στις 28, στην πρώτη επέτειο από την έναρξη του πολέμου, πραγματοποιείται η πρώτη μαζική εκδήλωση στην Αθήνα για την επέτειο της επίθεσης του Μουσολίνι κατά της Ελλάδας. Την επομένη της εκδήλωσης, στις 29, οι ανάπηροι, οδηγούμενοι από τις αδελφές νοσοκόμες πάνω στα αναπηρικά καροτσάκια, απωθούν τους Ιταλούς στρατιώτες και καταθέτουν στεφάνι στον Άγνωστο Στρατιώτη[110]. Στην Αθήνα το κατοχικό καθεστώς απολύει τον πανεπιστημιακό Κωνσταντίνο Τσάτσο, γαμπρό του Γιώργου Σεφέρη[111]. Τον ίδιο μήνα  συγκροτείται στην Αίγυπτο η Αντιφασιστική Στρατιωτική Οργάνωση (ΑΣΟ) υπό την καθοδήγηση στελεχών του ΚΚΕ[112].

Ο Γ. Σεφέρης όσο βρίσκεται στην Πρετόρια γράφει το «Χειρόγραφο Σεπ. 41» το οποίο το ξεκινάει το Σεπτέμβριο του 1941 και το συνεχίζει μέχρι το Δεκέμβριο.

Σύμφωνα με τον Ρ. Μπήτον  το «Χειρόγραφο Σεπ.΄41» «αφορά κυρίως στην πολιτική ζωή της Ελλάδας και την προσωπική σχέση του Γιώργου μ΄ αυτήν. Περισσότερο από το μισό το αποτελεί μια οξυδερκέστατη ανάλυση των αντιφάσεων και των σποραδικών παραλογισμών των τελικών σταδίων του καθεστώτος Μεταξά, τα οποία γνωρίζει από προσωπική πείρα»[113].

O Γ. Σεφέρης όσο ήταν γραμματέας της ελληνικής πρεσβείας στην Πρετόρια, της Νότιας Αφρικής, έγραψε το ποίημα «Kerk str.oost, Pretoria, Transvaal». Σε αυτό αναφέρει για τον Τσουδερό ότι είναι ένας «τσαλαπατημένος πρωθυπουργός στο ζωολογικό κήπο του Καΐρου».

KERK STR.OOST, PRETORIA, TRANSVAAL[114]

Οι τζακαράντες παίζοντας καστανιέτες και χορεύοντας

ρίχναν γύρω στα πόδια τους ένα μενεξεδένιο χιόνι.

αδιάφορα όλα τ΄ άλλα, κι αυτό

το Βενουσμπεργκ της γραφειοκρατίας με τους διπλούς

τους πύργους και τα διπλά του επίχρυσα ρολόγια

ναρκωμένο βαθιά σαν ιπποπόταμος μες στο γαλάζιο.

Και τρέχαν τ΄ αυτοκίνητα δείχνοντας

γυαλιστερές πλάτες όπως τα δελφίνια.

Στο τέλος του δρόμου μας περίμενε

δρασκελώντας αργόσχολα μες στο κλουβί του

ο ασημένιος φασιανός της Κίνας

ο Ευπλόκαμος Νυχθήμερος, όπως τον λένε.

Και να σκεφτείς πως ξεκινήσαμε αποχαιρετώντας

με την καρδιά γεμάτη σκάγια

τον Ονοκρόταλο τον Πελεκάνο – αυτόν

που είχε ένα ύφος τσαλαπατημένου πρωθυπουργού

στο ζωολογικό κήπο του Καΐρου.

(οι τελευταίοι στίχοι είναι αναφορά για όλη την εξόριστη κυβέρνηση που έδρευε στο Κάιρο)

Οχτώβρης ΄41

Νοέμβριος 1941

        To Νοέμβριο του 1941 το τουρκικό φορτηγό «Κουρτουλούς«, ναυλωμένο από το Διεθνή Ερυθρό Σταυρό, κάνει πέντε ταξίδια από την Κωνσταντινούπολη στον Πειραιά μεταφέροντας συνολικά κάπου 6.736 τόνους τρόφιμα, κυρίως φασόλια, ρεβύδια, κρεμμύδια. Στο έκτο ταξίδι βουλιάζει με όλο το φορτίο του[115]. Τον ίδιο μήνα ο Άρης Βελουχιώτης στέλνεται στη Ρούμελη για να μελετήσει τις δυνατότητες οργάνωσης και ανάπτυξης του ανταρτοπολέμου[116]. Στις 11 Νοεμβρίου ιδρύεται ο Εθνικός Δημοκρατικός Ελληνικός Σύνδεσμος (ΕΔΕΣ)[117]. Στην Αθήνα, στις 17 Νοεμβρίου, ύστερα από απόφαση της Πανσπουδαστικής συγκέντρωσης που έγινε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, με πρωτοβουλία των φοιτητών του Πολυτεχνείου, κηρύχθηκε παμφοιτητική απεργία. Στην απεργία πήραν μέρος πάνω από 4.000 φοιτητές του Πολυτεχνείου, του Πανεπιστημίου και του Παντείου[118].

Δεκέμβριος 1941

Στον τελευταίο μήνα του 1941, στις 7 Δεκεμβρίου, γίνεται η επίθεση του ιαπωνικού στόλου στο Περλ Χάρμπορ. Έτσι αρχίζει ο πόλεμος στον Ειρηνικό ωκεανό[119]. Στις 16 και 17 Δεκεμβρίου του 1941 έχουμε αγγλοσοβιετικές συνομιλίες στη Μόσχα («αποστολή Ήντεν»)[120].

1942

Φεβρουάριος 1942

Στις αρχές του Φεβρουαρίου του 1942 ο βασιλιάς Γεώργιος και ο Εμμ. Τσουδερός δημοσιεύουν ερμηνευτική πράξη για την κατάργηση του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου[121]. Ο Γ.Σεφέρης αυτή την ακύρωση, με συντακτική πράξη, του διατάγματος της 4ης Αυγούστου που ανέστειλε τις ελευθερίες του ελληνικού λαού δεν την αναφέρει πουθενά. Αυτό το μήνα φτάνουν από την Ελλάδα στην Αίγυπτο οι προγραμματικές θέσεις του ΕΑΜ[122]. Επίσης από τους πρώτους μήνες του 1942 παρατηρείται έντονη πολιτικοποίηση των ενόπλων δυνάμεων.

Μάρτιος 1942

Το Μάρτιο του 1942 και με την ευκαιρία της εθνικής επετείου, στις 25,  πραγματοποιείται μαχητική διαδήλωση του αθηναϊκού λαού. Οι Ιταλοί καραμπινιέροι τους επιτίθενται[123].  Αυτές τις μέρες ο βασιλιάς Γεώργιος και ο Εμμ. Τσουδερός έρχονται από το Λονδίνο στη Μέση Ανατολή και πηγαίνουν στην Παλαιστίνη για να γιορτάσουν με το στρατό την 25η Μαρτίου[124]. Ο Γ. Σεφέρης στις «Μέρες Δ΄» αναφέρει για τον Τσολάκογλου ότι «ο κόσμος περιμένει τη νίκη και ανέχεται τον Τσολάκογλου, βλέποντας πως κάνει ό,τι μπορεί για ν΄ αλαφρύνει τη μιζέρια του λαού. Ο Τσολάκογλου κλείνει και δεν κλείνει τα μάτια για τις διάφορες κινήσεις φοιτητών, αποδράσεις αξιωματικών κλπ»[125].

Στις ελάχιστες αναφορές του Γιώργου Σεφέρη για το Μεταξά όχι μόνο δεν κάνει αρνητική κριτική για τον ίδιο και τις πράξεις του αλλά ο τρόπος που τον παρουσιάζει είναι επιεικής και διπλωματικός. Παραθέτει μία ομιλία του Μεταξά που δεν δείχνει έναν δικτάτορα αλλά έναν πατριώτη, ίσως και δημοκράτη. Αναφέρει: «Κύριοι με κατηγόρησαν για δύο πράγματα: πρώτα πως είμαι γερμανόφιλος και δεύτερο πως δεν έχω φαντασία και συναίσθημα όπως ο Βενιζέλος. Είναι αλήθεια πως ανατράφηκα στη Γερμανία και πως είχα πολλούς δεσμούς με αυτή τη χώρα. Αλλά όπως μισεί κανείς ένα φίλο που δεν στάθηκε στο ύψος της φιλίας του περισσότερο από έναν αδιάφορο άνθρωπο, έτσι μισώ τώρα τους Γερμανούς. Όσο για το άλλο, είμαι βέβαια Κεφαλλονίτης και το έχω φυσικό να τα βάζω κάτω τα πράγματα και να τα ζυγιάζω. Αλλά είναι στιγμές που αφού τα ζυγιάσει κανείς και τα μετρήσει όλα, πρέπει να αφήσει την καρδιά του να υπαγορεύσει την τελειωτική απόφαση. Και η καρδιά μου μου λέγει πως δεν μπορώ να προδώσω μία ιστορία τριών χιλιάδων χρόνων. Όποιος δεν συμφωνεί μαζί μου μπορεί να παραιτηθεί»[126]. Και μερικές γραμμές πιο κάτω τον παρουσιάζει ως πατριώτη[127]. Σε μία αναφορά του για το καθεστώς της 4ης Αυγούστου λέει για «την ανόητη προσπάθεια της 4ης Αυγούστου για να σβήσει και να θάψει και να παραμορφώσει όχι μόνο την πρόσφατη ιστορία αλλά και την αρχαία»[128].

Απρίλιος 1942

Στις 18 Απριλίου του 1942 ο Παν. Κανελλόπουλος φτάνει στο Κάιρο μέσω Σμύρνης, Χαλεπιού και Βηρυττού, μια βδομάδα νωρίτερα από το Γ. Σεφέρη[129]. Στην κατεχόμενη Ελλάδα από τις 12 μέχρι τις 21 Απριλίου κηρύσσεται πανελλαδική απεργία των δημοσίων υπαλλήλων στην οποία παίρνουν μέρος 50.000 απεργοί. Πρόκειται για τον πρώτο μεγάλο απεργιακό αγώνα της κατοχής[130]. Στις 25 ο Γιώργος Σεφέρης, μαζί με τη Μάρω, επιστρέφει στο Κάιρο από τη Νότιο Αφρική.

Ο Ρ. Μπήτον αναφέρει ότι ο Γ. Σεφέρης έγινε φίλος με τον Π.Κανελλόπουλο και παρέμεινε φίλος του για όλη του τη ζωή, όπως φίλος τους ήταν και ο Σ.Μ. Γουντχάουζ[131]. Με το νέο ανασχηματισμό της ελληνικής εξόριστης κυβέρνησης ο Π.Κανελλόπουλος παίρνει τα τρία πολεμικά υπουργεία και γίνεται αντιπρόεδρος της κυβέρνησης. Οι υπόλοιποι της κυβέρνησης όπως ο Εμμ.Τσουδερός, οι υπουργοί Κ.Βαρβαρέσος, Στ.Δημητρακάκης, Ανδρέας Μιχαλόπουλος, Γ.Μαντζαβίνος και ο Α.Αγνίδης μένουν στο Λονδίνο. Στην κυβέρνηση υπάρχει και υπουργός Παιδείας, ο Σέκερης, που μένει στην Αμερική[132].

Ο Γ. Σεφέρης αναφέρει ένα σχόλιο για τον Τσολάκογλου όπου λέει ότι «κάνει την πολιτική των Γερμανών και επειδή φοβάται μήπως του πάρουν την κυβέρνηση άλλοι που είναι με το μέρος των Ιταλών, προσπαθεί να κολακέψει τους Ναζί, γι΄ αυτό δεν μπορεί να κάνει την πολιτική που πρέπει: υποκύπτει πάντα, και όταν ακόμη θα μπορούσε να αντισταθεί»[133].

Μάιος 1942

Το Μάιο του 1942 η Γ΄ Κομμουνιστική Διεθνής στηρίζει το αντάρτικο πολέμου, ως βοηθητικό των συμμαχικών στρατευμάτων[134]. Στην Ελλάδα έχουμε «οργάνωση από το ΕΑΜ διαδήλωσης στην Αθήνα για την Εργατική Πρωτομαγιά»[135], ενώ στις 14, έχουμε σύσκεψη στελεχών στη Λαμία με εισηγήτη τον Άρη Βελουχιώτη. Συγκροτείται η πρώτη αντάρτικη ομάδα στη Ρούμελη και λίγες μέρες αργότερα στις 23, τα ξημερώματα, στον Σπερχειό, συγκροτείται η πρώτη ομάδα του ΕΛΑΣ[136]. Στην Αφρική έχουμε τη γερμανοϊταλική επίθεση στη Δυτική Έρημο, την εκστρατεία του Ρόμελ κατά της Αιγύπτου, όπου επικεφαλής των συμμάχων ήταν ο Μοντγκόμερι[137]. Στις 26 Μαΐου υπογράφεται στο Λονδίνο σοβιετοαγγλικό σύμφωνο συμμαχίας στον πόλεμο εναντίον της χιτλερικής Γερμανίας και των συνενόχων της στην Ευρώπη, καθώς και συνεργασίας και αμοιβαίας βοήθειας ύστερα από τον πόλεμο[138]. Το 1942 η Αντιφασιστική Στρατιωτική Οργάνωση (ΑΣΟ) στέλνει δύο υπομνήματα στην εξόριστη ελληνική κυβέρνηση, ένα το Μάιο και το άλλο το Σεπτέμβριο με αίτημα την εκδημοκρατισμό[139].

Ιούνιος 1942

Τον Ιούνιο του 1942 το Μεξικό κηρύσσει τον πόλεμο εναντίον του «Άξονα»[140]. Στις 16 Ιουνίου έχουμε κινητοποίηση μισθωτών Αθήνας και Πειραιά. 20.000 υπάλληλοι, εργάτες και φοιτητές θα διαδηλώσουν στην οδό Μητροπόλεως, στο κέντρο της Αθήνας και θα συγκρουστούν με την αστυνομία και τους καραμπινιέρους[141]. Τον ίδιο μήνα ο Μολότοφ (υπουργός εξωτερικών της ΕΣΣΔ) υποβάλει το αίτημα, σε ΗΠΑ και Αγγλία, ν΄ ανοίξουν δεύτερο μέτωπο στην Ευρώπη για ν΄ αντέξει το σοβιετικό[142]. Ο δε Εμμ. Τσουδερός ταξιδεύει στη Αμερική και συζητά το επισιτιστικό πρόβλημα της Ελλάδας με το Φ.Ντ. Ρούσβελτ[143].

Για την πολιτική κατάσταση που επικρατεί ο Γ. Σεφέρης σχολιάζει σχετικά ότι «το μόνο που με στενοχωρεί είναι ότι από τις κουταμάρες των Εγγλέζων στρατηγών εξαρτάται αν θα καταστραφεί ο μισός ή ολόκληρος ο πληθυσμός του τόπου μου»[144].

Στις 20 Ιουνίου 1942, στο Κάιρο, γράφει το ποίημα «Ένας γέροντας στην ακροποταμιά»[145].

Η άφιξη του Κανελλόπουλου στο Κάιρο παρουσιάζεται θετικά από τον ποιητή ως «το σπουδαιότερο γεγονός που μας συνέβηκε από τον καιρό της Κρήτης. Η υποδοχή που του έγινε από τους ελληνικούς πληθυσμούς της Μ.Α. ήταν καταπληκτική, και ιδιαίτερα θερμή από τους Άγγλους»[146]. Αυτή την εποχή στο Κάιρο επικρατεί μία «ατμόσφαιρα στουμπωμένη με μηχανορραφίες: κόλπα των Άγγλων, κόλπα των Ελλήνων πολιτικατζήδων, ακαταστασίες στο στρατό…»[147].

Ο Ρόμελ νίκησε τους Βρετανούς και έφτασε με το στρατό του έξω από την Αλεξάνδρεια, έτσι τον Ιούνιο του 1942 «οι περισσότεροι Έλληνες αξιωματούχοι και πολιτικοί που βρίσκονται στο Κάιρο θα διασχίσουν σε μία μαζική, σπασμωδική έξοδο τη Διώρυγα του Σουέζ υπό συνεχείς αεροπορικές επιδρομές, για να πάνε στα Ιεροσόλυμα, εκεί θα περάσουν ο Γιώργος και η Μάρω τον επόμενο μήνα»[148]. Στο τέλος του μήνα η λεγόμενη «Αναδίπλωσις» τερματίζεται και επιστρέφει στο Κάιρο.

Αύγουστος 1942

Η Βραζιλία κηρύσσει τον πόλεμο εναντίον της Γερμανίας και της Ιταλίας[149].

Σεπτέμβριος 1942

Στην Αθήνα και τον Πειραιά, από τις 7 μέχρι τις 14 πραγματοποιείται μαζική απεργία. Το σύνολο των απεργών ανέρχεται σε 60.000, στη διαδήλωση κατεβαίνουν 20.000 απεργοί[150]. Στις 20 Σεπτεμβρίου μέλη της ΠΕΑΝ ανατινάζουν τα γραφεία της φασιστικής οργάνωσης ΕΣΠΟ[151], δύο μέρες μετά, στις 22, ο Γ.Σεφέρης διορίζεται Γενικός Διευθυντής Τύπου Μέσης Ανατολής.

Αυτή την περίοδο σχολιάζει ότι «λείπουν οι χρήσιμοι άνθρωποι. Οι βλαβεροί είναι πολλοί: οι μεταπράτες, οι λαγουμιτζήδες, οι εγωμανείς, οι σχοινοβάτες, οι προπέτασμα-της-φλυαρίας, οι σακάτηδες, οι αφήστε-με-ήσυχο, οι παράσιτοι, τόσοι άλλοι»[152].

Οκτώβριος 1942

Στις 23 Οκτωβρίου αρχίζει η αγγλική επίθεση στο Αλαμέιν. Η νίκη της 8ης Στρατιάς μετά την επίθεση του Μοντγκόμερι (στρατηγού τότε) στο Αλαμέιν κατέληξε στη διάλυση των γερμανοϊταλικών δυνάμεων που διοικούσε ο στρατάρχης Ρόμελ και την αιχμαλώτιση ολόκληρων εχθρικών μεραρχιών. «Η ελληνική ταξιαρχία μπήκε στη μάχη δύο ώρες πριν αρχίσει η γενική επίθεση»[153]. Πέντε μέρες μετά στην Αθήνα δεκάδες χιλιάδες Αθηναίοι γιορτάζουν με διαδηλώσεις την επέτειο του όχι[154]. Την επόμενη μέρα, στις 29, δίνεται η μάχη στο Κρίκελο του Καρπενησίου, ο ΕΛΑΣ με επικεφαλής τον Άρη εξοντώνει ιταλική διμοιρία[155].

Βρισκόμαστε πάντα στο Κάιρο και σύμφωνα με το Γ. Σεφέρη η Φρειδερίκη διαπιστώνει ότι «η προπαγάνδα μας είναι αφημένη στην τύχη και πως μιλούμε με τόνο υπερβολικά κλαψιάρικο για την πείνα, ενώ οι Γιουγκοσλάβοι έχουνε χαλάσει τον κόσμο με τον Μιχαήλοβιτς. Είναι έξυπνη γυναίκα και έχει δίκιο»[156] θα σχολιάσει ο ίδιος. Την ίδια μέρα ο Γιώργος Σεφέρης γράφει στο ημερολόγιό του για την εκπομπή του διαδόχου στο ραδιόφωνο. Κάνει μία απλή αναφορά χωρίς κάποια κρίση. Γεγονός σπάνιο γι αυτόν, αν σκεφτούμε ότι σχολιάζει όσους αναφέρει.

Αλλά για τους Έλληνες πολιτικούς έχει να πει ότι «το Λονδίνο σαμποτάρει, οι άνθρωποί τους στην Αλεξάνδρεια σαμποτάρουν»[157].

Νοέμβριος 1942

Στις 8 Νοεμβρίου 1942 αρχίζει η επιχείρηση για την επανάκτηση των γαλλικών αποικιών της Β. Αφρικής (Μαρόκο, Τυνησία, Αλγερία) με 110.000 στρατιώτες στους οποίους συμμετείχαν και επτά αμερικάνικες μεραρχίες[158]. Στις 13 Νοεμβρίου τα αγγλικά στρατεύματα μπαίνουν στο Τομπρούκ (Λιβύη)[159] ενώ στις 25 έχουμε την ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοπόταμου[160]. Δύο μέρες μετά, στις 27, οι Γάλλοι ναύτες βυθίζουν το στόλο τους στην Τουλόν[161]. Τον ίδιο μήνα στην Ελλάδα ιδρύεται η ΕΚΚΑ[162].

Ο Γ. Σεφέρης δεν αργεί να ασκήσει κριτική και στον Π. Καννελόπουλο, για τον οποίο λέει ότι είναι «τρομερά νερουλός. Φράσεις, φράσεις χρώμα καταχνιάς. Κι αυτή η αμετροέπεια όταν έλεγε το θαυμασμό του και τα ευχαριστώ του για την Αγγλία»[163]. Φανερά απογοητευμένος από όλους τους πολιτικούς σημειώνει ότι «πρέπει νομίζω να το πάρω απόφαση, μια για πάντα: σοβαρότητα και πολιτική είναι δυο πράγματα τέλεια ξεχωρισμένα»[164] και ότι «το Λονδίνο (η εκεί κυβέρνηση) όταν στέλνει κανένα τηλεγράφημα, σου κάνει την εντύπωση ενός βαθιά κοιμισμένου που κάνει μιαν απροσδιόριστη χειρονομία, κι έπειτα πάλι αποχαυνώνεται, ακίνητος»[165].

Δεκέμβριος 1942

Στις 17 Δεκεμβρίου, στον Πειραιά, 7.000 εργάτες διαφόρων κλάδων κατεβαίνουν σε απεργία και διαδηλώνουν με αίτημα τη χορήγηση τροφίμων[166]. Στις 18 έχουμε τη μάχη του Μικρού Χωριού όπου τμήμα του ΕΛΑΣ χτυπά την εμπροσθοφυλακή ιταλικού συντάγματος και το νικά. Αυτή είναι η πρώτη μάχη σε ανοιχτό χώρο της αντίστασης[167]. Στις 22, στην Αθήνα, έχουμε συγκρούσεις έξω από το υπουργείο Εργασίας το οποίο «καταλήφθηκε». Ο πρώτος νεκρός φοιτητής είναι ο Μήτσος Κωνσταντινίδης και αργότερα ο φοιτητής της Ιατρικής Γεώργιος Φίλης (Βασίλης), στη διαδήλωση παίρνουν μέρος 40.000 άνθρωποι[168]. Τον ίδιο μήνα παραιτείται ο Τσολάκογλου και τον διαδέχεται ο γιατρός Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος[169].

Στις 16 Δεκεμβρίου 1942 ο Γ. Σεφέρης γράφει στο ημερολόγιό του για τους Άγγλους ότι γι αυτούς «δεν λογαριάζουμε περισσότερο από τους τρόφιμους ενός στρατοπέδου προσφύγων, και τους δικούς μας ταγούς τους κυβερνά πάντα ο φόβος μην προκαλέσουν δυσμένειες…»[170].  Λίγες γραμμές πιο κάτω αναφέρει ότι ο Π. Κανελλόπουλος ήταν «γενναίος και διορατικός πολιτικός» και στην επόμενη παράγραφο εύχεται «η τακτική του Κανελλόπουλου (θα) μπορούσε να μην ήταν τόσο επιπόλαια οχλαγωγική»[171] πρόκειται για τις αντιφάσεις στις κρίσεις του σχετικά με τον Κανελλόπουλο, γεγονός που δεν συμβαίνει με κανέναν άλλον, ίσως σε μικρότερη έκταση με τον Γ. Καρτάλη, όπως θα δούμε παρακάτω. Δείχνει, δηλαδή, μία αστάθεια στην κρίση του σε διάστημα λίγων σειρών.

Συνεχίζοντας την κριτική του για τον Εμμ. Τσουδερό γράφει: «λέει ο Τσουδερός, να έχει κανείς μεγάλο στομάχι για να χωνεύει τις ανεξήγητες και θλιβερές ενέργειες των μεγάλων συμμάχων μας. Κανείς δεν θα μπορούσε να γράψει καλύτερο επίγραμμα της κακομοιριάς μας»[172].

Καυστικός όπως πάντα δίνει ρεσιτάλ περιγραφής για την πολιτική κατάσταση όταν λέει ότι «η πολιτική είναι όπως το πορνείο, πρέπει να κάνουμε τη δουλειά μας με τις περιστάσεις της στιγμής»[173].

Χωρίς να χρησιμοποιεί έντονους χαρακτηρισμούς όπως στους υπόλοιπους πολιτικούς, ωστόσο, λέει για τον Κανελλόπουλο ότι «ένα από τα ελαττώματα του Κανελλόπουλου (τα πολιτικά) είναι ίσως πως δημιουργεί γύρω του μιαν ατμόσφαιρα αγοράς, όχι μιαν ατμόσφαιρα εμπιστοσύνης. Τα λέει όλα σε όλους»[174].

Πιο κάτω σχολιάζει τα αντίποινα των Γερμανών αλλά και τη δική του απραξία «τουφέκισαν τρακόσους στην περιοχή του Γοργοποτάμου, γιατί βοήθησαν τους αντάρτες που τίναξαν το γεφύρι. Η ΥΠ. δεν έχει καμία πληροφορία… κάθε φορά που γίνεται κάτι τέτοιο με τσακίζει ο θυμός για την καταναγκαστική φυτοζωΐα όπου μας έχουν καταντήσει. Με όλα αυτά τα τέλματα που δημιουργεί η βλακεία και η μικροψυχία, είμαι σαν άρρωστος από τη δουλειά μου»[175].

1943

Ιανουάριος 1943

Από τις 14 μέχρι τις 24 Ιανουαρίου διεξάγεται η Συνδιάσκεψη της Καζαμπλάνκας, στην οποία παίρνουν μέρος ο Φ.Ντ. Ρούσβελτ και ο Ου. Τσόρτσιλ και στην οποία αποφασίζεται η απόβαση στη Σικελία με τον κωδικό «Βραχνή Φωνή»[176]. Τις ίδιες μέρες, στις 18, τα σοβιετικά στρατεύματα διασπούν τον αποκλεισμό του Λένινγκραντ[177] και στις 23 τα αγγλικά στρατεύματα μπαίνουν στην Τρίπολη της Λιβύης[178]. Τον ίδιο μήνα στην Αίγυπτο, στο Κάιρο, ιδρύεται ο Ελληνικός Απελευθερωτικός Σύνδεσμος (ΕΑΣ) ο οποίος συνεργάζεται με την ΑΣΟ[179].  Στο τέλος του Ιανουαρίου o Τσώρτσιλ συναντά στα Άδανα τον πρωθυπουργό και τον υπουργό της Τουρκίας Ινονού και Σαράτσογλου αντίστοιχα. Κατά τους Times (2/2/43) συζητήθηκαν και ζητήματα που αφορούν την Ελλάδα και τα ελληνικά νησιά χωρίς να έχει την παραμικρή γνώση η ελληνική κυβέρνηση[180].

Για τη Σύσκεψη των Αδάνων ο Γ. Σεφέρης λέει: «αναρωτιέται κανείς ποιος εμπνέει περισσότερο σεβασμό: ο Τσολάκογλου στους Γερμανούς ή η Ελεύθερη Ελληνική Βασιλική Κυβέρνηση στους Άγγλους»[181].

Κάθε αναφορά του στους πολιτικούς είναι τσουχτερή, ουσιαστικά αποκαλεί ψεύτη τον Εμμ. Τσουδερό και κάνει τη διαπίστωση ότι ο Α.Μιχαλόπουλος «έχει ένα αλλιώτικο είδος χαζομάρας»[182].

Αυτή τη χρονιά, το 1943, γράφει  «Το άλλοθι ή ελεύθεροι Έλληνες, ΄43» στο οποίο καυτηριάζει τη μη συμμετοχή στα προβλήματα του Γεωργίου Β΄ ή του Εμμ. Τσουδερού-αδιευκρίνιστο ποιον από τους δύο εννοεί.

ΤΟ ΑΛΛΟΘΙ Ή ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΄43[183]

Στα νερά του Τάμεση

στα νερά του Νείλου

ένιβε τα χέρια του

κι έλεγε: δεν είμ΄ εγώ

κι έλεγε: δεν είμ΄ εγώ

Φεβρουάριος 1943

Στις 10 Φεβρουαρίου αρχίζει η απεργία πείνας τριών εβδομάδων του Γκάντι σε ένδειξη διαμαρτυρίας εναντίον της πολιτικής των αγγλικών αποικιακών αρχών στις Ινδίες[184]. Στις 27 πεθαίνει ο εθνικός ποιητής Κωστής Παλαμάς. Η κηδεία του γίνεται στις 28 και μετατρέπεται σε μεγάλη πατριωτική εκδήλωση[185].

Την ίδια εποχή ο Γ. Σεφέρης μαθαίνει το διωγμό που υπέστη ο Ι.Κακριδής και σχολιάζει: «για τη δίκη των τόνων που έκαναν στον Κακριδή ο Εξαρχόπουλος και άλλοι γλωσσαμύντορες. Δεν είναι τσιμπούρια, είναι μύγες του αποπάτου αυτά τα όντα. Για σκέψου»[186].

Μάρτιος 1943

Το Μάρτιο του 1943 εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια της ανταρσίας στις ελληνικές Ταξιαρχίες που είχαν βάσεις στην Αίγυπτο και την Παλαιστίνη[187]. Στις 5 Μαρτίου πραγματοποιείται δπεριτριγυρισμένος περιτριγυρισμένος περιτριγυρισμένοςιαδήλωση διαμαρτυρίας 200 χιλιάδων Αθηναίων εναντίον της επιβολής καταναγκαστικής εργασίας από τους Γερμανούς κατακτητές. Στις συγκρούσεις έχουμε 18 νεκρούς και 135 τραυματίες[188]. Λίγες μέρες μετά τα γεγονότα της Αθήνας ο Γ. Σεφέρης δίνει διάλεξη για τον Κωστή Παλαμά, ενώ στις 21 αρχίζει η αγγλοαμερικανική επίθεση στην Τυνησία[189]. Στην εθνική επέτειο, στις 25 Μαρτίου, 300.000 λαού διαδήλωσαν στους δρόμους της Αθήνας. Ο απολογισμός της διαδήλωσης είναι 32 νεκροί και 180 τραυματίες[190]. Η ιστορία είναι γεμάτη με συγκρούσεις του ΕΛΑΣ με Γερμανούς και Ιταλούς όπως είναι και γεμάτη με τα φριχτά αντίποινα  των κατακτητών.

Όσο ο Εμμ. Τσουδερός πρωταγωνιστεί στην πολιτική σκηνή δεν φεύγει από την καυστική πέννα του Γ. Σεφέρη. Λέει σχετικά: «ξυπνώντας σήμερα το πρωί, ένα μότο για τον Τσουδερό: ΄διάλυε για να κυβερνάς΄. Το όπλο του είναι η αποσύνθεση. Κάθε του πράξη μυρίζει πτωμαϊνη»[191].

Στο «Πολιτικό Ημερολόγιο Α» αυτό το μήνα αναφέρει και το εξής: «είχα μέσα στο φάκελό μου μυστικές εφημερίδες του Ζέρβα που έβριζαν ελεεινά το Βασιλέα. Τον έλεγαν «ηλίθιο» και τον μνημόνευαν ως ‘Γ.Γλυξβούργο’»[192].

Για τον Κανελλόπουλο λέει ότι «δεν μετρά τα πράγματα με το ανάστημα του ανθρώπου, όπως στις αρχαίες πολιτείες και στο Μακρυγιάννη»[193].

Το κίνημα στο στρατό ο Γ. Σεφέρης το αναφέρει ως «επανάσταση», ότι κύριο αίτημά τους είναι «κάτω οι φασίστες», ότι τους κέντριζαν οι ταξίαρχοι για ιδιοτελείς σκοπούς και ότι από όλη αυτή την κατάσταση βλάφτηκε πολιτικά ο Κανελλόπουλος[194].

Για τον Εμμ. Τσουδερό «βιολογικά μου κάνει την εντύπωση –ακριβώς- ενός υπέρογκου χαμωλέοντα με μαύρο καπέλο»[195].

Με πηγή τον Γ. Αθανασιάδη μαθαίνουμε ότι ο Γληνός στο περιοδικό «Νέοι Πρωτοπόροι» για την ομάδα που είναι γύρω από τον Κ.Τσάτσο και Π.Κανελλόπουλο αναφέρεται ως η ομάδα των «αρχειοφιλοσόφων» οι οποίοι χρησιμοποιώντας μία «προοδευτική» φρασεολογία στην ουσία τρέφουν φασιστικές αντιλήψεις και τους ονόμαζε ως «ανθυποφιλόσοφους του φασισμού»[196].

Απρίλιος 1943

Στις 7 Απριλίου ο Ι.Ράλλης αντικαθιστά τον Κων. Λογοθετόπουλο στην κατοχική κυβέρνηση[197] και στις 20 Απριλίου του 1943 ιδρύεται το Σύνταγμα 5/42 στην Παρνασσίδα[198].

Μάιος 1943

Το Μάιο του 1943 συγκροτείται το Γενικό Στρατηγείο του  ΕΛΑΣ με τον Στέφανο Σαράφη, τον Άρη Βελουχιώτη και τον Βασίλη Σαμαρινιώτη[199]. Στην Ουάσιγκτον από τις 11 μέχρι τις 19 έχουμε συνομιλίες των Τσώρτσιλ και Φ.Ντ.Ρούσβελτ[200]. Στις 12-13 Μαΐου πραγματοποιείται η συνθηκολόγηση της γερμανικής ομάδας στρατιών «Άφρικα» στην Τυνησία[201] και στις 19 ο Γ. Σεφέρης δίνει τη διάλεξή του για το Μακρυγιάννη στο Κάιρο, λυπάται που είχε λίγο κόσμο, γύρω στους 500, σε αντίθεση με αυτή που έδωσε στην Αλεξάνδρεια, στον κινηματογράφο «Ριάλτο», στις 16 Μαΐου που είχε γύρω στους 1.400 ανθρώπους[202].

Iούνιος του 1943

Στις 25 Ιουνίου του 1943, στην Αθήνα 400.000 περίπου λαού κατεβαίνουν σε διαδήλωση διαμαρτυρίας για τους εκτελεσθέντες στο Κούρνοβο. Απολογισμός 40 νεκροί, 250 τραυματίες[203]. Μία μέρα πριν, στις  24 Ιουνίου 1943, ο Γ.Σεφέρης γράφει το ποίημα «Μέρες τ΄ Απριλίου ΄43» στο οποίο παρουσιάζει το γενικότερο κλίμα των μηχανορραφιών που επικρατούσαν στην εξόριστη κυβέρνηση του Καΐρου. Κάνει αναφορά στα πολιτικά γεγονότα που ακολούθησαν την εξέγερση του ελληνικού στρατού στη Μέση Ανατολή και την πολιτική πτώση του Παναγιώτη Κανελλόπουλου.  Εκείνη την εποχή ο Γ.Σεφέρης ήταν προϊστάμενος της Κεντρικής Υπηρεσίας Τύπου.

ΜΕΡΕΣ Τ΄ ΑΠΡΙΛΗ ΄43[204]

Τρουμπέτες, τραμ, βορβορυγμοί, τρίξιμο φρένων

χλωροφορμίζουν το μυαλό του όπως μετράς

όσο βαστάς κι έπειτα χάνεσαι

στη νάρκη και στο έλεος του χειρούργου.

Στους δρόμους περπατά με προσοχή, να μη γλιστρήσει

στις πεπονόφλουδες που ρίχνουν αδιαφόρετοι αραπάδες

ή πρόσφυγες πολιτικάντηδες και το σινάφι,

παραμονεύοντας: θα τηνε πατήσει;-δε θα την πατήσει;

Όπως μαδάς μια μαργαρίτα,

προχωρεί

κουνώντας μιαν υπέρογκη αρμαθιά ανωφέλευτων κλειδιών,

το στεγνό γαλάζιο μνημονεύει

ρεκλάμες ξεβαμμένες της Ελληνικής Ακτοπλοΐας,

παράθυρα μανταλωμένα πάνω σε πρόσωπα ακριβά,

ή λίγο καθαρό νερό στη ρίζα ενός πλατάνου.

Προχωρεί πηγαίνοντας στη δουλειά του καθώς

χίλια λιμάρικα σκυλιά του κουρελιάζουν τα μπατζάκια

και τον γυμνώνουν.

Προχωρεί, παραπατώντας, δαχτυλοδειχτούμενος,

κι ένας πηχτός αγέρας φέρνει γύρα

σκουπίδια, καβαλίνα, μπόχα και καταλαλιά

Κάιρο, Σάρια Εμάντ ελ Ντιν, 24 Ιουνίου ΄43

Ιούλιος 1943

Στις 9 Ιουλίου 1943 γίνεται απόβαση αγγλικών και αμερικανικών δυνάμεων στη Σικελία[205]. Στις 22 Ιουλίου 500.000 Αθηναίοι κατεβαίνουν σε μαχητική απεργία και διαδήλωση στην Αθήνα ενάντια στην επέκταση της βουλγαρικής φασιστικής κατοχής και στην υπόλοιπη Μακεδονία. Ο απολογισμός της διαδήλωσης είναι 53 νεκροί, 80 τραυματίες και 500 συλληφθέντες[206]. Στη γειτονική Ιταλία, στις 24-25, έχουμε γκρέμισμα της φασιστικής κυβέρνησης, σύλληψη του Μουσολίνι και σχηματισμός της κυβέρνησης Π.Μπαντόλιο. Στα τέλη του Ιουλίου, στις 25, αρχίζουν οι μαζικές επιδρομές της αγγλοαμερικανικής αεροπορίας εναντίον του Αμβούργου[207].

Η μόνη αναφορά που κάνει ο Γ.Σεφέρης για την πτώση και σύλληψη του Μουσολίνι και τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας είναι η παρακάτω: «σήμερα ξυπνώντας η εφημερίδα: MUSSOLINI A DEMISSIONNE με υπέρογκα κεφαλαία»[208].

Αύγουστος 1943

Στις 9 Αυγούστου, πραγματοποιείται η άφιξη των Ελλήνων ανταρτών στο Κάιρο. Από το ΕΑΜ ήρθαν οι Α. Τζίμας, Π. Ρούσος, Ηλ. Τσιριμώκος, Κ. Δεσποτόπουλος, από τον ΕΔΕΣ ο Κ.Πυρομάγλου, από την ΕΚΚΑ ο Γ. Καρτάλης, και ο Γ.Εξηντάρης[209] ως εκπρόσωπος των αρχηγών των πολιτικών κομμάτων του Κέντρου, οι οποίοι διατύπωσαν και το αίτημά του δημοψηφίσματος[210]. Στις 14 Αυγούστου του 1943 τα σοβιετικά στρατεύματα απελευθερώνουν το Κουρσκ[211]. Στις  17 Αυγούστου τα αγγλοαμερικανικά στρατεύματα ολοκληρώνουν την κατάληψη της Σικελίας ενώ αρχίζει στις 17 και ολοκληρώνεται στις 25 η αγγλοαμερικανική διάσκεψη στο Κεμπέκ[212]. Στις 19 η κυβέρνηση του Εμμ. Τσουδερού συμφωνεί με τη δήλωση που έχουν υπογράψει στο Κάιρο οι αντιπρόσωποι της αντίστασης, ο Π. Κανελλόπουλος και ο Γ. Εξηντάρης ως εκπρόσωπος των αστικών κομμάτων στην Ελλάδα περί μη επιστροφής του βασιλιά χωρίς δημοψήφισμα. Από τις 22 μέχρι τις 24 Αυγούστου, στην Αθήνα και τον Πειραιά, οι τροχιοδρομικοί κατεβαίνουν σε γενική απεργία. Κανένα τραμ δεν κινείται. Αίτημα; Να μη σταλούν εργάτες στη Γερμανία[213].

Ο Γ. Σεφέρης αναφέρει για την άφιξη των έξι ανταρτών από την Ελλάδα ότι οι Άγγλοι ούτε που τους ειδοποίησαν «οι Άγγλοι το ονομάζουν, αυτόν τον ερχομό, ΄συμπτωματικό γεγονός΄»[214].

Τον Αύγουστο του 1943, ο Γ.Σεφέρης γράφει το ποίημά του «Θεατρίνοι Μ.Α.» στο οποίο μιλάει για την κατάσταση που επικρατούσε στο Κάιρο, τη στημένη παράσταση. Και όπως λέει ο Ρ. Μπήτον «η Ελλάδα και τα ελληνικά ζητήματα έχουν πλέον υποχωρήσει στα παρασκήνια, δεν είναι παρά ένα σκηνικό που εύκολα μπορεί να αποκαθηλωθεί και να συσκευαστεί»[215].

ΘΕΑΤΡΙΝΟΙ Μ.Α.[216]

Στήνουμε θέατρα και τα χαλνούμε

όπου σταθούμε κι όπου βρεθούμε

στήνουμε θέατρα και σκηνικά,

όμως η μοίρα μας πάντα νικά.

Και τα σαρώνει και μας σαρώνει

και τους θεατρίνους και το θεατρώνη

υποβολέα και μουσικούς

στους πέντε ανέμους τους βιαστικούς.

Σάρκες, λινάτσες, ξύλα, φτιασίδια,

ρίμες, αισθήματα, πέπλα, στολίδια,

μάσκες, λιογέρματα, γόοι και κραυγές

κι επιφωνήματα και χαραυγές.

Ριγμένα ανάκατα μαζί μ΄ εμάς

(πες μου που πάμε; Πες μου που πας;)

πάνω από το δέρμα μας γυμνά τα νεύρα

σαν τις λουρίδες ονάγρου ή ζέρβρα.

Γυμνά κι ανάερα, στεγνά στην κάψα

(πότε μας γέννησαν; Πότε μας θάψαν;)

και τεντωμένα σαν τις χορδές

μιας λύρας που ολοένα βοίζει. Δες

και την καρδιά μας, ένα σφουγγάρι,

στο δρόμο σέρνεται και στο παζάρι

πίνοντας το αίμα και τη χολή

και του τετράρχη και του ληστή.

Μέση Ανατολή, Παρασκευή 6 Αυγούστου 1943

Η άφιξη των ανταρτών στο Κάιρο γίνεται έμπνευση για να γράψει τον Αύγουστο του 1943 το ποίημά του «Ανάμεσα στα κόκαλα εδώ». Τα βουνά που επικαλείται είναι οι αντάρτες και «η νεκρή και ξεραμένη από κόκαλα γη υποδηλώνει τόσο την αιγυπτιακή έρημο όσο και το μουχλιασμένο θανάσιμα στάσιμο κόσμο της εξόριστης κυβέρνησης»[217].

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΑ ΚΟΚΑΛΑ ΕΔΩ[218]

Ανάμεσα στα κόκαλα

μια μουσική:

περνάει την άμμο,

περνάει τη θάλασσα.

Ανάμεσα στα κόκαλα

ήχος φλογέρας

ήχος τυμπάνου απόμακρος

κι ένα ψιλό κουδούνισμα,

περνάει τους κάμπους τους στεγνούς

περνάει τη θάλασσα με τα δελφίνια.

Ψηλά βουνά, δε μας ακούτε!

Βοήθεια! Βοήθεια!

Ψηλά βουνά θα λιώσουμε, νεκροί με τους νεκρούς!

Κάιρο, Αύγουστος 1943

Ο Γ.Σεφέρης γράφει ένα σαρκαστικό ποίημα το «Αντάρτες στη Μ.Α.». Αναφέρει τον Πέτρο Ρούσο ως Ρούκο, τον Ανδρέα Τζήμα ως Ντύμα, τον Πυρομάγλου ως Πύρο, τον Κώστα Δεσποτόπουλο ως Δεσπότη και τον Ηλία Τσιριμώκο ως Τζίρο. Παρουσιάζει την ελληνική ηγεσία του Καΐρου χωρίς καμία συμμετοχή στο γεγονός, ως άσχετη και ανίκανη.

ΑΝΤΑΡΤΕΣ ΣΤΗ Μ.Α.[219]

(αφήγηση για τα παιδιά)

Ήσυχοι ήμασταν, ας πούμε,

εδώ που λαχε να ζούμε

μες στη ζέστη την ογρή

μες στη Μέση Ανατολή.

Φούσκωνε και το ποτάμι,

φούσκωναν και τα μυαλά

κι ήμασταν σαν το καλάμι

Στην παχιά ακροποταμιά.

όταν ήρθανε οι αντάρτες

με πιστόλες και με χάρτες

να ταράξουν τη ζωή μας.

Ήρθε ο Ρούκος ήρθε ο Ντύμας,

ο Καρτάλης με τον Πύρο,

κι ο Δεσπότης με τον Τζίρο,

και τους βάλαν στ΄ αψηλά

με χαφιέδες και δροσιά

να θυμούνται τα βουνά.

«Τι γυρεύουν; Τι γυρεύουν;»

Φώναζαν στις παροικίες.

«Τι γυρεύουν; Τι γυρεύουν;»

φώναζαν στις νταχαμπίες.

«Ποιος τους έφερε δω-πέρα

Να μας πάρουν τον αέρα;»

«Μην τους φέραν οι Συμμάχοι;»

«Αλλ΄ αυτοί μας αγαπούν

και δε θέλουν την αμάχη

στους λαούς που πολεμούν

για να ζήσει η ανθρωπότη

Έξω απ΄ της σκλαβιάς τα σκότη».

«Μην τους φέραν οι Αραπάδες

Για να πάρουνε μπαξίσι;»

«Αδερφέ μου, οι Ελληνάδες

που γλεντούν σε κάθε κρίση,

αυτοί πάλι βρήκαν κάτι

να μας κόψουν το ραχάτι».

Κίτρινος και σιωπηλός

όταν τον ρωτήσουν κάτι,

μ΄ένα νεκρωμένο μάτι

τους κοιτάει και τους ρωτά:

«Που τα βρήκατε όλα αυτά;

τι ΄ναι αυτός ο λουκουμάς;

άρτζι μπούρτζι και λουλάς,

πράσινα άλογα και θειάφι,

δεν τ΄ αφήνετε στο ράφι

με μια τρύπια κατσαρόλα,

μ΄ ένα πράσο, με μια φόλα

μολονότι ορθόν θα ήτονα

να ρωτήστε και το γείτονα,

να ρωτήστε το χασάπη,

να ρωτήστε τον αράπη

που πουλάει ζεστά σουδάνια

καλοχώνευτα και σπάνια».

Οι αντάρτες σαν τον είδαν

πήγε να τους φύγει η βίδα.

Μέρα-νύχτα συζητούσαν,

μέρα-νύχτα πολεμούσαν

για να βρούνε κάποια λύση

στης Ανατολής την κρίση

που ήταν πια μασκαραλίκι.

Μα οι Εγγλέζοι που τους θρέφαν

χωρίς να πλερώνουν νοίκι,

έπαψαν να παίζουν πρέφα

και σα να μοιραζαν κόλλυβα

τους εμάζεψαν αθόρυβα

και τους στείλανε ξανά

στα ψηλά τους τα βουνά.

«Τα Περιστέρια» 5.9-24.10.1943

«Το απόγευμα στο «Eden House» όπως το βάπτισα, στο 8ο πάτωμα, όπου κατοίκησαν τους αντάρτες»[220] και λίγο πιο κάτω λέει για τον Καρτάλη «τρομερά αδύνατος και πίνει το καταπέτασμα»[221].

Ο Γ. Σεφέρης δείχνει μια εμμονή να ονομάζει «εμφύλιο πόλεμο» τις πολιτικές διαφορές ή τις συγκρούσεις των ανταρτών. Το ίδιο κάνει και τώρα όταν λέει «Στο ΄Shepheard’s’  χτες και άλλοι. Μεγάλη βαρυθυμία: δεν μπορούν να σηκωθούν ψηλότερα. Άλλοι με τις προσωπίδες του ιδιαίτερου αγώνα τους, του δράματος που παίζεται σήμερα, άλλοι, χειρότεροι, σαρακωμένοι από παλιές ιδιοτέλειες, που έχουνε γίνει τώρα πια ανυπόστατες. Έκδηλα σημάδια πραγματικού εμφύλιου σπαραγμού, κάτω από το γενικό πόλεμο που μοιάζει να αλλοιώνεται τούτες τις μέρες και να παίρνει καινούρια χαραχτηριστικά»[222].

Σεπτέμβριος 1943

Το Σεπτέμβριο του 1943 αγγλικά στρατεύματα κάνουν απόβαση σε Καστελόριζο, Σάμο, Κω, Λέρο[223]. Ανάλογη επιχείρηση στην Ικαρία απέτυχε. Στις 26 Οκτωβρίου  οι Σοφούλης και Μπουρδάρας πηγαίνουν στη Σάμο ενώ στις 22 Νοεμβρίου αποχωρούν με πολλές απώλειες μετά από συνδυασμένες γερμανικές επιθέσεις από αέρα και θάλασσα[224]. Στις 8 ανακοινώνεται η συνθηκολόγηση της Ιταλίας[225]. Στην Αθήνα στις 24 και στις 27 δυνάμεις της Ειδικής Ασφάλειας επιτέθηκαν σε φοιτητές στο πανεπιστήμιο της Αθήνας. Αποτέλεσμα; Δύο νεκροί και δέκα τραυματίες[226].

Οκτώβριος 1943

Στις αρχές του Οκτωβρίου του 1943 τα τάγματα ασφαλείας οπλίζονται από τους Γερμανούς και μπαίνουν κάτω από τις διαταγές του γερμανού Στρόοπ. Όλη αυτή την περίοδο οι Γερμανοί εκτελούν και θα εκτελούν, μέχρι να φύγουν, πατριώτες στο σκοπευτήριο της Καισαριανής[227]. Από τις 10 Σεπτεμβρίου μέχρι και το Φεβρουάριο του 1944 έχουμε συγκρούσεις μεταξύ ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ[228]. Στις 13 Οκτωβρίου η Ιταλία (κυβέρνηση Μπαντόλιο) κηρύσσει τον πόλεμο στη Γερμανία[229]. Στη Μόσχα από τις 19 μέχρι και τις 30 λαμβάνει χώρα η διάσκεψη των υπουργών εξωτερικών της ΕΣΣΔ, ΗΠΑ και Αγγλίας[230]. Στην Ελλάδα έχουμε μαζικές διαδηλώσεις για την επέτειο του ΟΧΙ[231].

Ο Γ. Σεφέρης αναφέρει ότι γίνεται εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα. Δεν λέει κάτι συγκεκριμένο ποιοι με ποιους αλλά αυτός ο εμφύλιος κρατά από το Σεπτέμβριο. «Εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα-εδώ τέλειο χάος»[232].

Ασκεί κριτική για τα όπλα που δίνουν οι Άγγλοι στο ΕΑΜ στη Σάμο, «οι Άγγλοι αρνιούνται να δεχτούν την πρόταση της κυβέρνησης να στείλει αξιωματικό και να κάνει ταχτική στρατολογία και δίνουν όπλα στους αντάρτες, όλους ΕΑΜίτες  που από 500 στις μέρες της κατοχής έγιναν τώρα καθώς λένε, 2.000. Και οι ασυναρτησίες πληρώνουνται ακριβά, όπως πληρώνουμε τώρα την ασυνάρτητη οργάνωση του ανταρτοπόλεμου στην Ελλάδα. Ρωτιέται κανείς γιατί δεν τους τα χτυπάει στα μούτρα Βασιλιάς και Κυβέρνηση, αφού μας έχουν καταντήσει στο τελευταίο σκαλί του εξευτελισμού»[233]. Ύστερα από όσα έχει πει για την κυβέρνηση και τη σχέση της με τους Άγγλους η ερώτησή του είναι αφελής ή τυπική;

Στη συνέχεια υποστηρίζει ότι για την αποτυχία των συνομιλιών των ανταρτών υπεύθυνα είναι τα κόμματα της Αθήνας ότι «μπήκαμε σε έναν εμφύλιο πόλεμο» και ότι η «΄ελεύθερη΄ ελληνική κυβέρνηση κάνει τον κουτό, νίβει τα χέρια της, χάνεται σε μικροκαυγάδες και είναι ευχαριστημένη κατά πάσα πιθανότητα που την αγνοούν γιατί της αρέσει να φυλάγεται από τις κακοτοπιές»[234].

Νοέμβριος 1943

Στις 6 Νοεμβρίου του 1943 οι δυνάμεις του Κόκκινου Στρατού απελευθερώνουν το Κίεβο[235]. Στις 10 Νοεμβρίου, σύμφωνα με το Γιώργη Αθανασιάδη, «οργανώθηκε σύσκεψη από τον ίδιο τον Άγγλο λοχαγό (εννοεί τον Ντόναλντ Στοτ) με συμμετοχή του αξιωματικού της Γκεστάπο. Σ΄ αυτή πήραν μέρος αντιπρόσωποι των νεοϊδρυμένων ταγμάτων ασφαλείας, της χωροφυλακής, της αστυνομίας πόλεων, του ΕΔΕΣ Αθήνας (Παπαγεωργίου-Παπαθανασόπουλος), που πέρασε ανοιχτά στη συνεργασία του κατακτητή, της Χ, της ΡΑΝ, της Εθνικής Δράσης. Κατά τον Χρ. Ζαλοκώστα (το χρονικό της σκλαβιάς, σελ.240-241) η σύσκεψη έγινε στις 10/11/1943 στο σπίτι του πεθερού του Σιφναίου»[236]. Από τις 22 μέχρι τις 26 Νοεμβρίου γίνεται διάσκεψη στο Κάιρο με τους Ου. Τσόρτσιλ, Φ.Ντ.Ρούσβελτ και Τσαγκ Καισέκ. Δύο μέρες αργότερα γίνεται η διάσκεψη των αρχηγών των κυβερνήσεων ΕΣΣΔ, ΗΠΑ και Αγγλίας στην Τεχεράνη[237]. Στο τέλος του μήνα, στις 30, τα Τάγματα Ασφαλείας κάνουν επιδρομές στα νοσοκομεία που νοσηλεύονται ανάπηροι πολέμου, συλλαμβάνουν 1.700 και τους κλείνουν στις φυλακές Χατζηκώστα[238].

Ο Γ. Σεφέρης αναφέρεται στην εξολόθρευση της υπαίθρου στην Ελλάδα από τους Γερμανούς, στην τραγωδία της Κω, στις εμπρηστικές βόμβες στην Κέρκυρα, στην καταστροφή της Λέρου και σχολιάζει τη νοοτροπία των Άγγλων γράφοντας «όταν κάποιος παρατήρησε ότι οι πληθυσμοί θα πρέπει να υποφέρουν πάρα πολύ στα μέρη αυτών των μετώπων ο αξιωματικός που έκανε τις δηλώσεις αποκρίθηκε με ύφος πολύ προστατευτικό: ΄My dear young man, there; Sο a war going on and somebody has to suffer.”  Ποιος; Οι διάφοροι natives φυσικά. Ποτέ δεν ένιωσα την κατάσταση και τις αντιδράσεις του εξανδραποδισμένου όσο τούτες τις μέρες, όχι τόσο σαν άτομο αλλά σαν έθνος, η Ελλάδα, το εξανδραποδισμένο Έθνος»[239].

Δεκέμβριος 1943

        Από τις 4 μέχρι τις 6 Δεκεμβρίου του 1943 πραγματοποιείται συνάντηση Ου. Τσόρτσιλ και Φ.Ντ.Ρούσβελτ με τον πρόεδρο της Τουρκίας Ινονού στο Κάιρο[240]. Λίγες μέρες μετά στην Ελλάδα, από τις 9 μέχρι τις 13 του ίδιου μήνα, σημειώνεται το αποτρόπαιο έγκλημα των Γερμανών, το ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων, με 1.100 νεκρούς[241]. Στις 12 ο  Σ. Μ. Γουντχάουζ διαδέχεται τον ταξίαρχο Μάιερς ως διοικητής της Βρετανικής Στρατιωτικής Αποστολής στην κατεχόμενη Ελλάδα[242].

1944

Ιανουάριος 1944

        Το 1944 ξεκινάει με σφοδρές συγκρούσεις μεταξύ του ΕΛΑΣ και των Γερμανών[243].

Στις 26 Ιανουαρίου του 1944 κηρύσσεται απεργία των δημοσίων και τραπεζιτικών υπαλλήλων[244] και στις 27 τελειώνει ο αποκλεισμός του Λένινγκραντ.[245]

Για τις άσχημες ειδήσεις που φτάνουν από την κατεχόμενη Ελλάδα ο Γ. Σεφέρης σχολιάζει ως εξής: «φρικτές καταστροφές στην Ελλάδα: Καλάβρυτα, Αγία Λαύρα, Μέγα Σπήλαιο. Χωριά θερισμένα. Γερμανοί τουφεκίζουν άνδρες από 12 και επάνω. Τις γυναίκες και τα παιδιά σ΄ ένα σχολείο όπου βάζουν φωτιά. Γιατί Εαμίτες εξετέλεσαν 82 Γερμανούς αιχμαλώτους»[246]. Η τελευταία πρόταση στην παράγραφο αυτή, η κατακλείδα, οδηγεί στην αιτία για το αποτέλεσμα των γερμανικών σφαγών; Διατυπώνει μία περίεργη κρίση, λογικό βέβαια αφού είναι τόσο μακριά από την κατεχόμενη Ελλάδα και δεν γνωρίζει τις συνθήκες ούτε και τους όρους της αντίστασης.

Μερικές σελίδες πιο πέρα, για το ίδιο γεγονός, λέει: «πληροφορούμαι άλλες λεπτομέρειες αιτίων καταστροφής Καλαβρύτων: όχι γιατί το ΕΑΜ σκότωσε Γερμανούς αιχμαλώτους, όπως το διατυμπάνιζε ο Balfour. Υπάρχει κάτι άλλο πριν από αυτό. Οι Γερμανοί σκότωναν ακατάπαυτα ομήρους. Οι αντάρτες τους ειδοποίησαν ότι αν εξακολουθήσουν, θα αναγκαστούν για αντίποινα να εκτελέσουν αιχμαλώτους. Και το έκαναν. Έπειτα οι Γερμανοί χάλασαν τα Καλάβρυτα. Ποιος λέει την αλήθεια; Ζούμε διαρκώς μέσα στο ψέμα»[247]. Αυτή η παράγραφος δεν διορθώνει την προηγούμενη κρίση του για τη σφαγή των Καλαβρύτων. Ουσιαστικά αντιμετωπίζει με το ίδιο μέτρο και τους Γερμανούς και το ΕΑΜ.

Για τα Τάγματα Ασφαλείας όμως έχει άποψη για τα οποία «δεν πρέπει να ξεχνούμε πως είναι πατριώται αξιωματικοί σ΄ αυτά (Διάμεσης, Δερτιλής)»[248].

Μέσα στο 1944 εκδίδει στην Αλεξάνδρεια το «Ημερολόγιο Καταστρώματος Β΄».

Φεβρουάριος 1944

Από τις 15 μέχρι τις 18 Φεβρουαρίου υπογράφεται συμφωνία μεταξύ των οργανώσεων ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ γνωστή ως «Συμφωνία της Πλάκας» για την κατάπαυση των ένοπλων συγκρούσεων[249].

Μάρτιος 1944

Στις 4 Μαρτίου 1944 στην Αθήνα πραγματοποιείται απεργία των σιδηροδρομικών υπαλλήλων, με 18.000 απεργούς, σημειώνονται συγκρούσεις με τους ταγματασφαλίτες οι οποίες τελειώνουν με 300 συλλήψεις[250]. Από τις 6 μέχρι τις 9 Μαρτίου γίνεται η μάχη της Κοκκινιάς, αποτέλεσμα της οποίας ήταν 1.500 άνθρωποι να σταλθούν στα στρατόπεδα θανάτου στη Γερμανία[251]. Στις 11  Μαρτίου σχηματίζεται η ΠΕΕΑ[252]. Ενώ στο τέλος του Μαρτίου, στις 31, τα στρατιωτικά σώματα της Μέσης Ανατολής συντονισμένα με την απόφαση της ΠΕΕΑ, υποβάλλουν υπόμνημα στον Εμμ.Τσουδερό υπογραμμένο από τους περισσότερους στρατιώτες και αξιωματικούς με το οποίο ζητείται παραίτηση της κυβέρνησής του και άμεση συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής ενότητας[253]. Επίσης στο τέλος του μήνα εκδίδεται στο Κάιρο το δοκίμιο του Γ.Σεφέρη «Δοκιμές».

Για τους αντάρτες και την κυβέρνηση Καΐρου γράφει «θα τριβούν συλλογίζονταν το Λονδίνο και οι εδώ για τους άλλους. Οι άνθρωποι με τη νοοτροπία της λίμας. Και δως του και τριβόμαστε όλοι μαζί. Παράξενο τούτο-κανείς δεν το καταλαβαίνει. Ξέχασαν το μύθο της γάτας που έγλειφε αυτό το σιδερικό. Τρίβουνται κι εκείνοι που δεν φταίνε, οι μόνοι που νιώθουν το πετσί τους ματωμένο»[254].

Και κλείνει το μήνα με την απαισιόδοξη πρόβλεψη «μελαγχολία: ιδέα τρίτου καλοκαιριού ανάμεσα σε τούτη την καβαλίνα, αλόγων και πολιτικατζήδων»[255].

Απρίλιος 1944

Στις 4 Απριλίου 1944 παραιτήθηκε ο Σοφοκλής Βενιζέλος από υπουργός Ναυτικών[256]. Μεταξύ 5 και 8 του ίδιου μήνα έχουμε τριήμερες συγκρούσεις του ΕΛΑΣ σε Καισαριανή, Ζωγράφου, Κουπόνια, Ν.Ελβετία και Γούβα με γερμανοτσολιάδες. Στις 6 Απριλίου τα Τάγματα Ασφαλείας εκτελούν 50 κομμουνιστές[257]. Ο βασιλιάς Γεώργιος φτάνει στο Κάιρο στις 11[258] και τρεις μέρες αργότερα, στις 14, αναλαμβάνει πρωθυπουργός ο Σοφοκλής Βενιζέλος[259]. Στις 17 Απριλίου ο ΕΛΑΣ διαλύει την ΕΚΚΑ με θύμα τον ίδιο τον Ψαρρό[260]. Στις 18 γίνεται ανασχηματισμός της ΠΕΕΑ με πρόεδρο τον Αλέξανδρο Σβώλο[261] ενώ στην Αίγυπτο τέσσερις μέρες μετά έχουμε κατάληψη 3 πλοίων και ο Σοφοκλής Βενιζέλος καλεί αντιπροσώπους της ΠΕΕΑ και του ΕΑΜ στη Μ. Ανατολή[262]. Στις 25 Απριλίου δίνεται εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στο Γεώργιο Παπανδρέου ο οποίος αναλαμβάνει στις 27. Μία μέρα μετά, στις 28, ο Γ.Παπανδρέου διώχνει το Γ. Σεφέρη από τη Διεύθυνση Τύπου[263]ακριβώς την ίδια μέρα που στην Αθήνα πέφτει το «κάστρο» του Υμηττού[264]. Μέσα στον Απρίλιο οι Ρώσοι πήραν την Οδησσό και οι Άγγλοι χτύπησαν τις ελληνικές δυνάμεις που στασίασαν στην Αίγυπτο και τις διέλυσαν. Πρόκειται για την πρώτη φάση ανοιχτής ένοπλης επέμβασης των Άγγλων στις εσωτερικές υποθέσεις της Ελλάδας[265].

Ο Γ.Σεφέρης γράφει ότι «για την ώρα το μόνο που τραβάει εμπρός είναι το χάος μας που φουσκώνει, φουσκώνει με καταπληκτική ταχύτητα, χωρίς κανένας από τους παράγοντες αυτής της τρικυμίας να προσπαθεί να το σταματήσει. Το αντίθετο, ο καθένας ξεβουλώνει ένα φλασκί κακών ανέμων. Τα δύο άκρα συνεργάζονται θαυμάσια κι είμαστε κάτι σαν τους Γιρονδίνους, όπως έλεγε ενας φίλος. Καταδικασμένοι στον αποκεφαλισμό και από τους δυο φανατισμούς, αλλά δεν ξέρω αν βλέπει που πηγαίνει ο Βενιζέλος. Εμένα μου φαίνεται πως το παιχνίδι το κατευθύνει κιόλας η άκρα δεξιά»[266] .

Μιλάει για τη στάση στο Ναυτικό, αναφέρει ονόματα, σχετικούς διαλόγους χωρίς ιδιαίτερες κρίσεις[267]. Η εντύπωση που του δίνεται είναι ότι οι Άγγλοι έχουν πάρει την κατάσταση στα χέρια τους[268].

«Οι κομμουνιστές από το ένα μέρος με τα συστηματικά τους λαγούμια που μπόρεσαν να εκμεταλλευτούν όλες μας τις αδυναμίες και τις ελεεινότητες. Ο Γεώργιος από το άλλο, απόμακρος θεατής και αποτελεσματικός συνεργός αυτής της τραγωδίας. Τριγύρω ένα σωρό ιδιοτελείς, ηλίθιοι ή υστερικοί-ασυνείδητοι. Και το θλιβερότατο υπόλοιπο: τα αθώα παλικάρια που σκοτώνουνται από τον εχθρό ή από τ΄ αδέρφια τους και που θα τα πάρουν από τη λαμαρίνα για να τα παν στο συρματόπλεγμα»[269].

Και πάλι τα δύο άκρα και στη μέση ο λαός.

Παρακάτω κάνει ένα σχόλιο για τη δράση των ταγμάτων ασφαλείας, «μαθαίνω πως τα Τάγματα Ασφαλείας έχουν το δικαίωμα να εκτελούν στην Ελλάδα οποιονδήποτε νομίζουν ΕΑΜίτη, χωρίς διαδικασία, χωρίς ευθύνη, επί τόπου. Ποιος οργάνωσε τα Τάγματα Ασφαλείας; Guarda e passa (κοίτα και προσπέρνα)»[270].

Για τις ευθύνες των Άγγλων γράφει στο ημερολόγιό του την ημέρα που έφτασε ο Γεώργιος στο Κάιρο, «ποιος οργάνωσε τους αντάρτες, ποιος έφερε την αντιπροσωπεία των ανταρτών για να τους φερθεί τόσο αισχρά έπειτα, ποιος τα θαλάσσωσε με το ζήτημα του βασιλιά; Κατάφεραν σε τέτοιες δύσκολες ώρες να δημιουργήσουν ανάμεσα στους Έλληνες μιαν τέτοιαν αντιπάθεια που ούτε ο μεγαλύτερος εχθρός τους δεν θα την ευχότανε»[271].

Για τη συνεχιζόμενη στάση του στρατού λέει «είναι δράμα να σκέπτεται κανείς αυτή την τραγωδία που δημιούργησαν πέντε δέκα παλιόπαιδα, που δεν θα ήταν άξια να πουλούν μήτε στραγάλια στο Ζάπειο και που βρέθηκαν εδώ να διακυβερνούν τις τύχες της Ελλάδος μόνο και μόνο επειδή ψέλλιζαν πέντε ελληνικά και ανήκαν σε μία μεγάλη δύναμη. Κι έπειτα από αυτά τα καμώματα, αυτών των γελοίων σαλτιμπάγκων, έπειτα από τόσα αίματα και καταστροφές προδώσαμε την πολεμική προσπάθεια. Αυτά χωρίς να μιλώ για τα δικά μας λάθη. Τώρα λογαριάζουν να διαλύσουν την Ταξιαρχία με επίθεση βαριών αρμάτων μάχης»[272].

Στις 14 Απριλίου που ορκίζεται η νέα κυβέρνηση Βενιζέλου μιλάει για «μία κατάσταση άθλιου σάλου. Ο Τσουδερός σαν καταστηματάρχης που βιάζεται να κάμει την τελευταία ταχτοποίηση για να κλείσει το μαγαζί του»[273].

Ο Γ.Σεφέρης αναφέρει στο ημερολόγιό του ότι στις 23 Απριλίου 1944 με την επίθεση των Άγγλων έληξε το κίνημα του στρατού με πολλούς νεκρούς και τραυματίες[274].

Για το θάνατο του Ψαρρού αναφέρει ότι «τον σκότωσαν σε ενέδρα. Τον κάλεσαν για διαπραγματεύσεις και τον ξεμπέρδεψαν»[275].

Οι μέχρι τώρα κρίσεις του δείχνουν ότι κανένας πολιτικός δεν είναι αρκετά ικανός γι αυτόν. Η αρνητική κριτική του δεν ολοκληρώνεται με μία θετική αντιπροσφορά.

Για τον Παπανδρέου λέει: «τώρα θα δούμε τι θα πράξει ο Παπανδρέου που μοιάζει να έχει κιόλας τριβεί μέσα στο ελάχιστο διάστημα που είναι εδώ. Τον κοροϊδεύουν ανοιχτά στους διαδρόμους»[276].

Στέκεται ιδιαίτερα κριτικός για τη στάση της κυβέρνησης απέναντι στους νεκρούς του κινήματος του στρατού. Πιο συγκεκριμένα λέει «στο σημερινό ‘Φως’ περιγραφή της κηδείας των νεκρών της περασμένης Κυριακής. Αντιγράφω: «Έξ από τα φέρετρα ήσαν καλυμμένα με σημαίες του ένδοξου Βασιλικού Ναυτικού (…) άνθη και στεφάνια κατετέθησαν πολλά, μονάχα γι αυτά. Τα τρία άλλα φέρετρα γυμνά, ολόγυμνα, χωρίς καν ένα λουλούδι παρουσιάζουν καταφάνερα την αδυσώπητη τιμωρία…» κτλ. Πόμπεμα νεκρών. Χειρότερο: λάθος. Αν τουλάχιστον είχαν διαβάσει Αισχύλο: «μνησιπήμων πόνος» (ο πόνος που φέρνει την ανάμνηση του πόνου) – βλάκες»[277].

Γράφει ότι στους δημοσιογραφικούς κύκλους τον Παπανδρέου τον αναφέρουν ως «straw-man» (αχυράνθρωπος)[278]. Στη συνέχεια ενώ μιλάει για την Πολιτική Επιτροπή χωρίς σχόλιο, δείχνει τη λύπη του για το θάνατο του Ψαρρού. Σαν να λέει έμμεσα ότι αυτοί φταίνε που πέθανε ο Ψαρρός. Άλλωστε η συμπάθειά του προς την ΕΚΚΑ θα φανεί και με την εκτίμηση που θα δείξει στο πρόσωπο του Γ. Καρτάλη που θα είναι και ο μοναδικός στο ημερολόγιό του που θα τον κοσμήσει με φιλικά και κολακευτικά επίθετα εκτός μιας ελάχιστης περίπτωσης όπως θα δούμε παρακάτω. «Μαθαίνω πως Σβώλος, Ασκούτσης, Άγγελος Αγγελόπουλος ενώθηκαν με την Πολιτική Επιτροπή-πρόεδρος Σβώλος. Με βαθιά θλίψη και αγανάκτηση συλλογίζομαι το φόνο του Ψαρρού»[279].

Ο Γ. Σεφέρης αναφέρει ότι ο Γ.Παπανδρέου «δεν έχει ιδέα πως λειτουργεί η υπηρεσία» και λίγες σειρές πιο κάτω παραθέτει ένα διάλογο του Παπανδρέου με το Γ.Σεφέρη που ουσιαστικά τον παρουσιάζει ως άσχετο και επιπόλαιο[280] και συνεχίζει γράφοντας ότι  «ο Παπανδρέου πάντα μονολιθική κυβέρνηση, βραχώδικα απομονωμένη», «ο Τσουδερός σήμερα είναι πια ο Παπανδρέου»[281].

Ο Ρ. Μπήτον γράφει για την οξεία κριτική που ασκεί ο Γ. Σεφέρης προς τον Γ.Παπανδρέου. «Ο λόγος της αντιπάθειας του Γιώργου ήταν προσωπικός και επαγγελματικός: είναι γεγονός ότι μία από τις πρώτες ενέργειες του Παπανδρέου αφού ανέλαβε την πρωθυπουργία ήταν η απόλυσή του»[282].

Μάιος 1944

Από τις 14 μέχρι τις 27 Μαΐου του 1944 συγκαλείται το Συμβούλιο στις Κορυσχάδες της Ευρυτανίας που επικυρώνει την εξουσία της ΠΕΕΑ ως αντιπροσωπευτικής κυβέρνησης με έδρα την Ελλάδα[283]. Από τις 17 μέχρι τις 20 Μαΐου πραγματοποιείται το Συνέδριο του Λιβάνου και σχηματίζεται η Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας. Η διάσκεψη στο Λίβανο στην οποία συμμετείχαν και εκπρόσωποι του ΚΚΕ, της ΠΕΕΑ και του ΕΛΑΣ κατέληξε σε συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής ενότητας με πρωθυπουργό το Γ.Παπανδρέου. Η οποία διάσκεψη οργανώνεται και ελέγχεται με κάθε λεπτομέρεια από τον Λήπερ[284]. Στις 24 ορκίζεται στο Κάιρο η νέα κυβέρνηση εκτός από τους υπουργούς του ΕΑΜ.

Ο Γ.Σεφέρης αναφέρει ότι στο υπουργείο δεν λένε τίποτα γι αυτόν γιατί τον νομίζουν πολύ αριστερό[285]. Έχουν χαθεί οι σημασίες των λέξεων.

Για την κατάσταση που επικρατεί λέει ότι «δεν μπορεί να γίνει τίποτε αν δεν πάρουμε ένα δυνατό καθαρτικό αλήθειας. Το ψέμα από όλες τις μεριές είναι ένας τρομαχτικός βραχνάς επάνω μας και μας γαγγραινιάζει»[286].

«Σήμερα πρωί έφυγε Παπανδρέου και Βενιζέλος. Προμηνύεται μεγάλος πόλεμος στη Μπουρμάνα του strong man και όλων των άλλων χωρίς εξαίρεση. Μόνο ο Μεταξάς έφερε τέτοια ένωση όλων των πολιτικών εναντίον του. Σημείο των καιρών»[287], εδώ κάνει σύγκριση Μεταξά και Παπανδρέου.

Τι λέει για την πολιτική του παλατιού για τους αντάρτες «το σύστημα είναι εξόγκωση με πατριδοκαπηλικό τρόπο των Βουλγαρικών διεκδικήσεων και μείωση προσβλητική του ρόλου των ανταρτών που τόσα στοίχισαν στον τόπο. Συμπέρασμα: Ο Βασιλιάς μόνος θα μας σώσει από τους αντάρτες που θέλουν να μας πουλήσουν στους Βουλγάρους»[288].

Για το γυρισμό των αντιπροσώπων από τη Βηρυτό λέει χαρακτηριστικά «κατά τις πέντε κατέβηκαν δύο αεροπλάνα σα μεγάλες μύγες που έχεζαν πάνω στην κίτρινη άμμο Έλληνες πολιτικούς»[289] δήλωση που δείχνει την περιφρόνησή του προς τα πρόσωπά τους.

Τόσο σπάνια δείχνει να χαίρεται για άνθρωπο και να λέει καλά λόγια που κάνει εντύπωση η εκτίμηση που δείχνει προς το πρόσωπο του Γιώργου Καρτάλη.

Για τη στάση του ΕΑΜ λέει ότι «οι Εαμίτες και οι αριστεροί βρέθηκαν μπροστά στα ενωμένα πυρά όλων των άλλων και αναγκάστηκαν να βάλουν νερό στο κρασί τους (εννοώ οι εδώ αντιπρόσωποι). Καταδίκασαν και αυτοί το κίνημα και συμφώνησαν στις κυρώσεις που θα επιβληθούν στους εδώ στασιαστές. Αλλά στην Ελλάδα ο στρατός του ΕΑΜ δεν διαλύεται για την ώρα, για να μη μειωθεί η αντίσταση. Αυτό το θέλει και το αγγλικό στρατηγείο. Το μίσος μένει ακέραιο και από τις δύο μεριές»[290].

«Από το τέλος Απριλίου (28) παραιτημένος από τη Διεύθυνση Τύπου. Όλο το μήνα βουτημένος ως τα μπούνια στην ελληνική κρίση της Μέσης Ανατολής, που ξεπέρασε όλες τις άλλες, σάρωσε τον Τσουδερό, σάρωσε τον Σ. Βενιζέλο, έφερε σαν τον φάντε μπαστούνι τον Παπανδρέου, πρόεδρο και κυβέρνηση και σκόρπισε στους τέσσερις ανέμους το μοναδικό σώμα της πατρίδας που μας απόμενε εδώ στην προσφυγιά,, το στρατό και το ναυτικό μας. Τώρα έχει αρχίσει η «συνδιάσκεψη της Μπουρμάνας». Ο Θεός να βάλει το χέρι του»[291].

Περιγράφει όσα του είπαν για το πώς πέθανε ο Ψαρρός. Χωρίς καμία κρίση αλλά η περιγραφή είναι από μόνη της κρίση. Όλοι και όλα μπαίνουν και χωρούν σε ένα τσουβάλι για το Γ. Σεφέρη. Κάνει μία ανατριχιαστική περιγραφή του θανάτου του Ψαρρού και των συντρόφων του παρά την ισοπεδωτική λογική του ότι όλοι είναι ίδιοι, η περιγραφή των βασανιστηρίων και των σαδισμών είναι έντονη και από μόνη της δείχνει ότι δεν είναι όλοι ίδιοι. «Τον Ψαρρό τον έγδαραν για να μαρτυρήσει που έχει κρυμμένες τις λίρες. Τους ανθρώπους που έπιασαν μαζί του τους ξέκαμαν σιγά σιγά βιδώνοντάς τους βίδες στους κροτάφους. Διηγούνται και άλλα περιστατικά αυτού του περιβολιού των βασανιστηρίων: ρίξιμο ανθρώπων σε ξεροπήγαδα κι έπειτα ασβέστη και νερό. Αργοί ακρωτηριασμοί. Τη μια μέρα με διακοπές. Σταμάτημα ως την άλλη μέρα. Και συνέχεια με τον ίδιο ρυθμό, όσο να θάψουν τον μισοπεθαμένο, που ανασαίνει ακόμη. Σκηνές όπου ι άβγαλτοι υποχρεώνουνται να δώσουν κι αυτοί μια μαχαιριά στο νεκρό για να μοιραστούν την ευθύνη του αίματος. Ξεκοιλιάσματα και τύλιγμα των άντερων στα κεφάλια των θυμάτων… αυτά λένε οι μισοί που υπέγραψαν το «εθνικό συμβόλαιο» του κ. Παπανδρέου, εναντίον των άλλων μισών που υπέγραψαν επίσης το «εθνικό συμβόλαιο» του κ. Παπανδρέου. Οι μισοί, καθώς λένε οι άλλοι μισοί, τα έκαναν αυτά. Και μπροστά σε τούτη τη φρίκη που βεβαιώνουν πως είναι ολόγυμνη η αλήθεια, παζαρρεύουν, ραδιουργούν, λογαριάζουν θέσεις και υπουργεία. Και όλα μπερδεύουνται, και όλα θολώνουν και χάνουνται σ΄ ένα βραχνά. Στο μεταξύ τα μικρά παιδιά, οι έφηβοι στην Ελλάδα γυρίζουν τη νύχτα με τα πιστόλια και χτυπιουνται. Είμαι βουτηγμένος σήμερα, βιολογικά, ως τα ρουθούνια μέσα σ΄ αυτό το φονικό»[292]. Γιατί δεν αναφέρει και την άλλη πλευρά πως πέθανε ο Ψαρρός; Δεν ρώτησε; Δεν τους πιστεύει; Και όσο για τα παιδιά που κάνουν αντίσταση… δεν ήξερε τι γινόταν στην Ελλάδα. Αγνοούσε το μέγεθος της αντίστασης; Αγνοούσε ότι οι έφηβοι πήραν μέρος στην αντίσταση;

Στις 6 Μαΐου 1944 ο Γ. Σεφέρης γράφει το ποίημα «Χορικό από τον ΄Μαθιό Πασκάλη Δεσμώτη΄»[293] στο οποίο παρουσιάζει το ιστορικό φόντο από την καταστολή του κινήματος στις Ένοπλες Δυνάμεις και τις συνακόλουθες κυβερνητικές κρίσεις.

Ιούνιος 1944

Στις 4 Ιουνίου του 1944 τα συμμαχικά στρατεύματα μπαίνουν στη Ρώμη και δύο μέρες μετά έχουμε τη συμμαχική απόβαση στη Νορμανδία. Ανοίγει το δεύτερο μέτωπο[294]. Στις 8 Ιουνίου ο Γ.Καρτάλης γίνεται υπουργός Τύπου και Πληροφοριών, ετοιμάζεται να ταξιδέψει στην Αγγλία μαζί με το Γ.Σεφέρη ο οποίος θα έχει την «ιδιότητα του διπλωματικού συμβούλου αλλά και του προσωπικού φίλου»[295]. Όλο τον Ιούνιο έχουμε επιδρομές σε Κοκκινιά, Καισαριανή, Γούβα, Παγκράτι, Αμπελόκηπους, Καλλιθέα και αλλού[296].

Ο Γ. Σεφέρης υποθέτει ότι ο Παπανδρέου είχε συμφωνήσει με τους Άγγλους να χτυπηθούν οι αντάρτες «Παπανδρέου στον Ant. Ζητώντας να κηρυχτούν βουνά (οι αντάρτες) υπεύθυνα για τη διακοπή, να σταματήσει κάθε εφοδιασμός και να εφαρμοστεί ο όρος που συμφωνήθηκε πριν αναλάβει την Κυβέρνηση (φαντάζομαι  να χτυπηθεί το βουνό)»[297].

Ιούλιος 1944

Στις 14 Ιουλίου του 1944 ο Γιώργος Σεφέρης φεύγει μαζί με το Γ. Καρτάλη για την Αγγλία[298]. Στις 27 στην έδρα του ΕΛΑΣ φτάνει σοβιετική στρατιωτική αποστολή ως κλιμάκιο της Σοβιετικής στρατιωτικής αποστολής της Γιουγκοσλαβίας[299].

Ο Γ.Σεφέρης γράφει ότι «ο Παπανδρέου, φορώντας τις παρωπίδες του Καΐρου, δεν καταλαβαίνει τίποτε, ακούει ό,τι του πει ο Leeper, σα να ήταν η Αγία Γραφή, ρητορεύει και κάνει μαλαγανιές βλαχοδημάρχου»[300].

«Ρητορεύει σα μεθυσμένος»[301] συνεχίζει να γράφει για τον Παπανδρέου «είναι φρίκη να σκέπτεται κανείς με πόση επιπολαιότητα κρίνουνται τα πιο σπουδαία εθνικά μας ζητήματα»[302], «η ανικανότητα και η μυωπία των ανθρώπων που μας κυβερνούν έχει μια διαλυτική δύναμη που δεν θα το πίστευα πως είναι τόσο μεγάλη»[303].

Ο Γ. Σεφέρης όλο τον Ιούλιο είναι στην Αγγλία και λέει για τον Καρτάλη ότι «ο Γιώργος πάλι στο κορίτσι του. Ένας άνθρωπος με εξαιρετικές ικανότητες που σκορπιέται, σπαταλιέται, θρυμματίζεται. Θα του είναι δύσκολο, φαντάζομαι, να κρατήσει κοντά του σοβαρούς ανθρώπους. Μηδενιστής που τον κρατούν ορθό η γενναιοψυχία και η εξυπνάδα»[304] επίσης λέει για τον Καρτάλη ότι είναι «έξυπνος, ικανός βέβαια αλλά χωρίς δύναμη δουλειάς και συχνά μηδενιστής»[305] και ότι «έχει μια ακατάπαυστη ανάγκη τοξικών» [306].

Αύγουστος 1944

Στις 2 με 3 Αυγούστου του 1944 στη συνεδρίαση της ΚΕ του ΚΚΕ αποφασίζεται η συμμετοχή εκπροσώπων του ΚΚΕ, του ΕΑΜ και της ΠΕΕΑ στην «Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας». Στις 9 γίνεται η μάχη της Καλαμάτας με τα τάγματα ασφαλείας ενώ στις 12 αναχωρεί ο Γ. Σεφέρης μαζί με το Γ.Καρτάλη για το Κάιρο. Τρεις μέρες μετά γίνεται απόβαση συμμαχικών στρατευμάτων στη νότια Γαλλία[307] ενώ ο Γεώργιος Παπανδρέου συναντάται στη Ρώμη με τον Τσώρτσιλ[308]. Στις 21 Αυγούστου τα συμμαχικά στρατεύματα φτάνουν στον ποταμό Σικουάνα και τον περνούν ενώ στις 26 οι ΗΠΑ και η Αγγλία αναγνωρίζουν ντε φάκτο την κυβέρνηση του ντε Γκωλ[309].

Ο Γ. Σεφέρης για την πολιτική κατάσταση της εξόριστης κυβέρνησης χρησιμοποιεί φράσεις όπως «είναι στην αφάνταστα μικρή, μυωπική, ραγιάδικη πολιτική μας»[310], «στο μεταξύ στο Κάιρο πολιτική βλαχοδημάρχων»[311].

Για τον Παπανδρέου αναφέρει «αν δεν είμαι ο άρχοντας στο προσκήνιο, θα είμαι ο άρχοντας στο παρασκήνιο»[312] (υποτίθεται ότι αυτά είναι λόγια του Παπανδρέου). Ο Παπανδρέου λέει είναι «φιλοκόλακας»[313].

Για το Δραγούμη είπε «ρωτιέται κανείς τι δουλειά έχει αυτός ο ευπρεπής άνθρωπος και –τίποτε- άλλο στο Υπουργείο Εξωτερικών»[314]. Αυτή είναι και η μόνη ευγενική φράση προς το Δραγούμη γιατί τέσσερις μέρες μετά γράφει στο ημερολόγιό του «φρικτή ανεπάρκεια του Δραγούμη και ρητορική τσαπατσουλιά του Υπουργού Εξωτερικών (εννοεί τον Παπανδρέου) που δεν εννοεί να κατατοπιστεί σε τίποτε, τραβάει υπογραφές στο βρόντο που θαλασσώνουν τα πάντα… η αλήθεια είναι πως βρίσκεται σε μία κατάσταση μέθης ή υπνοβασίας, κυρίως ύστερα από τον κοσμοξακουσμένο παραλληλισμό που του έκανε ο Τσώρτσιλ με το Βενιζέλο. Ο Θεός να βάλει το χέρι του»[315]

Για το κλίμα που επικρατεί για την αναχώρηση της κυβέρνησης στη Νάπολη «τέλεια χαύνωση, παρακμή, αηδία, κατάπτωση, εξευτελισμός, θεομπαιχτισμός του πολιτικού μας κόσμου»[316], «φριχτά αηδιασμένος, φριχτή ατμόσφαιρα ναίδων Υπουργείου»[317].

«Το παρανοϊκό ταξίδι στην Ιταλία (αυτό το ανεξήγητο δώρο του Churchill) έχει διαλύσει τα πάντα, μυαλά και δουλειές, μια λένε έτσι, και μια αλλιώς, είναι ένας χαώδης κυματισμός φρενοβλάβειας… αφήνω τον ανεκδιήγητο Δραγούμη-παραπάνω είναι τα σύννεφα της ρητορείας του Παπανδρέου. Και παραπάνω ο Δίας με το πούρο που κάνει δώρα ή απειλεί με αστραπόβροντα. Κι αυτά όταν περνάει το έθνος τις πιο κρίσιμες στιγμές του. έχει όρεξη να ολολύζεις από το κακό σου. Σε σταματά μόνο η απέραντη τριγύρω σου ερημιά… θα περάσουμε άθλιες μέρες με αυτό το μπουλούκι»[318].

Σεπτέμβριος 1944

Στις 2 Σεπτεμβρίου του 1944 ορκίστηκαν οι υπουργοί του ΕΑΜ, η Π.Ε.Ε.Α διαλύεται και συμμετέχει στην  Κυβέρνηση (Εθνικής  Ενότητας) Γεωργίου  Παπανδρέου οπότε στις 3 σχηματίστηκε η νέα κυβέρνηση[319]. Πέντε μέρες μετά, στις 8, η νέα κυβέρνηση μεταφέρεται στην Ιταλία[320]. Από τις 11 μέχρι τις 15 πραγματοποιείται η δεύτερη διάσκεψη των Ου. Τσόρτσιλ και Φ.Ντ.Ρούσβελτ στο Κεμπέκ[321]. Ο Γιώργος Σεφέρης φτάνει, στις 16, στην Cava dei Tirreni[322]. Από τις 17 μέχρι τις 26 Σεπτεμβρίου έχουμε την ανεπιτυχή επίθεση των συμμάχων στο Άρνεμ[323] και στις 26 υπογράφεται η συμφωνία «στην Καζέρτα της Ιταλίας, όπου εξασφαλίστηκε ότι ο ΕΛΑΣ θα εκτελούσε τις βρετανικές εντολές κατά την απελευθέρωση»[324].

«Το ταξίδι στην Ιταλία είναι μόνο για να ικανοποιηθεί φιλοδοξία ελέφα (εννοεί τον Παπανδρέου)»[325], «ρωτιέται κανείς τι χρειάζουνται στην Κυβέρνηση όλα αυτά τα όντα»[326]. “Ο Δραγούμης έχει αναμφισβήτητα πολλά παθολογικά συμπλέγματα μέσα του»[327].

Για την Καζέρτα κάνει μία μικρή αναφορά χωρίς σχόλια και χωρίς λεπτομέρειες «χτες Καζέρτα χωρίστηκαν οι ζώνες δράσης των ανταρτών»[328] και πιο κάτω μιλάει πάλι για το Δραγούμη ο οποίος «ολοένα περισσότερο (είναι) ένα φλασκί γεμάτο υποκίτρινη χολή»[329].

Οκτώβριος 1944

Στις 8 Οκτωβρίου του 1944 γίνεται η μάχη του Βουρλιά στη Λακωνία.  Στις 12 Οκτωβρίου 1944 οι Γερμανοί εγκαταλείπουν την Αθήνα[330] ενώ στις 14 ο Άρης πηγαίνει πίσω στη Ρούμελη μετά από 5 1/2 μήνες στο Μοριά[331]. Στις 23 του μήνα οι κυβερνήσεις των ΕΣΣΔ, ΗΠΑ και Αγγλίας αναγνωρίζουν την προσωρινή κυβέρνηση της Γαλλίας[332]. Στις 18 η νέα κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας αποβιβάζεται από το θωρηκτό «Αβέρωφ» στην Αθήνα[333] στην οποία ήδη ήταν στρατιωτικός διοικητής ο στρατηγός Σκόμπι[334] και στις 22 ο Γ.Σεφέρης με τη Μάρω βρίσκονται στην Αθήνα[335].

Στο δρόμο -τον Οκτώβριο 1944- προς την Cava dei Tirreni, στο πλοίο που πήρε ο Γ.Σεφέρης μαζί με τους υπόλοιπους από το Κάιρο, αρχίζει να γράφει το ποίημα «Τελευταίος σταθμός» και το ολοκληρώνει στην Cava dei Tirreni.  Εκτός από την αναδρομική εικόνα του πολέμου που τελειώνει, το ποίημα εκφράζει με επιφυλακτικό τρόπο το διορατικό φόβο του για τον επικείμενο εμφύλιο. Σε αυτό το ποίημα χρησιμοποιεί τη, μάλλον αγαπημένη του φράση, «μνησιπήμων πόνος»[336] που σημαίνει «ο πόνος που φέρνει την ανάμνηση του πόνου» και την είχε χρησιμοποιήσει για την αντιμετώπιση που έτυχαν οι νεκροί του κινήματος του στρατού[337]. Σε αυτό κάνει αναφορά για την πληρωμή που ήρθε η ώρα να γίνει. Μας μεταφέρει μία αναδρομική εικόνα του πολέμου που τελειώνει αλλά επίσης εκφράζει, επιφυλακτικά, το φόβο του για τον εμφύλιο πόλεμο που φαίνεται ότι είναι προ των πυλών. Κλείνει το ποίημα με αναφορά στο λαό και την πολύτιμη προσφορά του στον αγώνα της πατρίδας.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ[338]

Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ΄αρέσαν.

Τ΄ αλφαβητάρι των άστρων που συλλαβίζεις

όπως το φέρει ο κόπος της τελειωμένης μέρας

και βγάζεις άλλα νοήματα κι άλλες ελπίδες,

πιο καθαρά μπορείς να το διαβάσεις.

Τώρα που κάθομαι άνεργος και λογαριάζω

λίγα φεγγάρια απόμειναν στη μνήμη

νησιά, χρώμα θλιμμένης Παναγιάς, αργά στη χάση

ή φεγγαρόφωτα σε πολιτείες του βοριά ρίχνοντας κάποτε

σε ταραγμένους δρόμους ποταμούς και μέλη ανθρώπων

βαριά μια νάρκη.

Κι όμως χτες βράδυ εδώ, σε τούτη τη στερνή μας σκάλα

όπου προσμένουμε την ώρα της επιστροφής μας να χαράξει

σαν ένα χρέος παλιό, μονέδα που έμεινε για χρόνια

στην κάσα ενός φιλάργυρου, και τέλος

ήρθε η στιγμή της πλερωμής κι ακούγονται

νομίσματα να πέφτουν πάνω στο τραπέζι.

Σε τούτο το τυρρηνικό χωριό, πίσω από τη θάλασσα του Σαλέρνο

πίσω από τα λιμάνια του γυρισμού, στην άκρη

μιας φθινοπωρινής μπόρας, το φεγγάρι

ξεπέρασε τα σύννεφα, και γίναν

τα σπίτια στην αντίπερα πλαγιά από σμάλτο.

Σιωπές αγαπημένες της σελήνης.

Είναι κι αυτός ένας ειρμός της σκέψης, ένας τρόπος

ν΄ αρχίσεις να μιλάς για πράγματα που ομολογείς

δύσκολα, σε ώρες όπου δεν βαστάς, σε φίλο

που ξέφυγε κρυφά και φέρνει

μαντάτα από το σπίτι κι από τους συντρόφους,

και βιάζεσαι ν΄ ανοίξεις την καρδιά σου

μη σε προλάβει η ξενιτιά και τον αλλάξει.

Ερχόμαστε απ΄ την Αραπιά, την Αίγυπτο την Παλαιστίνη τη Συρία.

το κρατίδιο

της Κομμαγηνής που ΄σβησε σαν το μικρό λυχνάρι

πολλές φορές γυρίζει στο μυαλό μας,

και πολιτείες μεγάλες που έζησαν χιλιάδες χρόνια

Κι έπειτα απόμειναν τόπος βοσκής για τις γκαμούζες

Χωράφια για ζαχαροκάλαμα και καλαμπόκια.

Ερχόμαστε από την άμμο της έρημος απ΄ τις θάλασσες του Πρωτέα,

Ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες,

Καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μες στο κλουβί του.

Το βροχερό φθινόπωρο σ΄ αυτή τη γούβα

Κακοφορμίζει την πληγή του καθενός μας

ή αυτό που θα ΄λεγες αλλιώς, νέμεση μοίρα

ή μοναχά κακές συνήθειες, δόλο και απάτη,

ή ακόμη ιδιοτέλεια να καρπωθείς το αίμα των άλλων.

Εύκολα τρίβεται ο άνθρωπος μες στους πολέμους.

Ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο.

Χείλια και δάχτυλα που λαχταρούν ένα άσπρο στήθος

μάτια που μισοκλείνουν στο λαμπύρισμα της μέρας

και πόδια που θα τρέχανε, κι ας είναι τόσο κουρασμένα,

στο παραμικρό σφύριγμα του κέρδους.

Ο άνθρωπος είναι μαλακός και διψασμένος σαν το χόρτο,

άπληστος σαν το χόρτο, ρίζες τα νεύρα του κι απλώνουν.

Σαν έρθει ο θέρος

προτιμά να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ΄ άλλο χωράφι.

Σαν έρθει ο θέρος

άλλοι φωνάζουνε για να ξορκίσουν το δαιμονικό

άλλοι μπερδεύουνται μες στ΄ αγαθά τους, άλλοι ρητορεύουν.

Άλλα τα ξόρκια τ΄ αγαθά τις ρητορείες,

σαν είναι οι ζωντανοί μακριά, τι θα τα κάνεις;

Μήπως ο άνθρωπος είναι άλλο πράγμα;

Μην είναι αυτό που μεταδίνει τη ζωή;

Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν.

Πάλι τα ίδια και τα ίδια, θα μου πεις, φίλε.

Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμαλώτου τη σκέψη

του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια

Δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς.

Ίσως και να ΄θελε να μείνει βασιλιάς ανθρωποφάγων

ξοδεύοντας δυνάμεις που κανείς δεν αγοράζει,

να σεργιανά μέσα σε κάμπους αγαπάνθων

ν΄ακούει τα τουμπελέκια κάτω από το δέντρο του μπαμπού,

καθώς χορεύουν οι αυλικοί με τερατώδεις πρσωπίδες.

Όμως ο τόπος που τον πελεκούν και που τον καίνε σα το πεύκο, και τον βλέπεις

είτε στο σκοτεινό βαγόνι, χωρίς νερό, σπασμένα τζάμια,

νύχτες και νύχτες

είτε στο πυρωμένο πλοίο που θα βουλιάξει καθώς το δείχνουν οι στατιστικές,

ετούτα ρίζωσαν μες στο μυαλό και δεν αλλάζουν

ετούτα φύτεψαν εικόνες ίδιες με τα δέντρα εκείνα

που ρίχνουν τα κλωνάρια τους μες στα παρθένα δάση

κι αυτά καρφώνουνται στο χώμα και ξαναφυτρώνουν.

Ρίχνουν κλωνάρια και ξαναφυτρώνουν δρασκελώντας

λεύγες και λεύγες.

Ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας.

Κι αν σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές

είναι γιατί τ΄ ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη

δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή

γιατί είναι αμίλητη και προχωράει

στάζει τη μέρα, στάσει στον ύπνο

μνησιπήμων πόνος.

Να μιλήσω για ήρωες να μιλήσω για ήρωες: Ο Μιχάλης

που έφυγε με ανοιχτές πληγές από το νοσοκομείο

ίσως μιλούσε για ήρωες όταν, τη νύχτα εκείνη

που έσερνε το ποδάρι του μες στη συσκοτισμένη πολιτεία,

ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας. «Στα σκοτεινά

πηγαίνουμε, στα σκοτεινά προχωρούμε…»

οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά.

Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ΄ αρέσουν

Cava dei Tirreni, 5 Οκτωβρίου 1944

Όσο διαρκεί η παραμονή τους στο Cava dei Tirreni ο Γ.Σεφέρης σχολιάζει στα γραπτά του την κατάσταση. Λέει, λοιπόν, ότι βλέπει «στο μπουλούκι σημάδια πλήξης, δεν ξέρουν τι να τις κάνουν τις ώρες τους. Η Ελλάδα μοιάζει σαν ένα νησί της Ουτοπίας, όπου μπορεί να ξεμπαρκάρουμε μέσα από τον ύπνο τούτης της σημερινής νύχτας, όπου όλα είναι πιθανά»[339].

«Κάνεις να μισανοίξεις ένα παράθυρο να μπει λίγος καθαρός αέρας και γεμίζεις βρωμόμυγες, τις άπειρες βρωμόμυγες τούτου του συρφετού των πολιτικατζήδων»[340].

«Δεν χρειαζόταν πολύ μυαλό για να προβλέψει κανείς τούτα που παθαίνουμε, αλλά ο μεσσιανισμός του Παπανδρέου τα κάλυψε όλα» και ενώ σχολιάζει ότι το μόνο που τους ενδιαφέρει στην ουσία είναι τι θα πάρει ο καθένας του από τη NAAFI, όταν τους είδε το απόγευμα στις 1 Οκτωβρίου να φοράνε τα ίδια ρούχα που πήραν από τη NAAFI έγραψε ότι έμοιαζαν με «οικοτρόφους ενός ορφανοτροφείου που φόρεσαν καινούρια χειμωνιάτικα»[341], «η μοίρα μου, εμένα που δεν είμαι πολιτικός –να προσπαθώ να βοηθήσω ανθρώπους της γενιάς μου που βουλιάζουν. Κι αυτοί είναι οι καλύτεροι (πιθανόν να εννοεί τον Καρτάλη). Οι άλλοι ας μη μιλάμε: στραγαλατζήδες»[342], «Δραγούμης, ο ασπρομάλλης αυτός παίδαρος»[343], «την αποφάσισε αυτή τη μετοικεσία ο νάρκισσος καπετάνιος μας, όπως ο κόρακας άφησε να πέσει το τυρί μέσα στο στόμα της αλεπούς»[344], «συμπεραίνω πως το χαρακτηριστικό της εποχής μας είναι ότι κυβερνιόμαστε από ανθρώπους που είτε δεν θέλουν, είτε δεν έχουν τη δύναμη να ιδούν. Χρεοκοπημένους»[345], «Δραγούμης –φριχτή ανεπάρκεια αυτού του ανθρώπου. Στην κουβέντα του αψυχολόγητος, αδέξιος, μωρός. Με παγώνει μόλις πλησιάζει»[346].

Την όλη κατάσταση που επικρατεί στο χωριό Cava dei Tirreni ο Γ.Σεφέρης την περιγράφει γλαφυρά και καυστικά στο ποίημά του «Το απομεσήμερο ενός φαύλου» που έγραψε στις 7 Οκτωβρίου 1944. Σε αυτό ειρωνεύεται τη στάση που κρατάει ο Γεώργιος Παπανδρέου, το ρόλο που έπαιξε η ΝAAFI[347] στις  συνειδήσεις των Ελλήνων αξιωματούχων. Η NAAFI (Navy, Army and Air Force Institute) ήταν καντίνες και πρατήρια για τις Ένοπλες Δυνάμεις και κατά προέκταση βασικές πηγές της μαύρης αγοράς στα κατεχόμενα εδάφη ή στις απελευθερωμένες περιοχές. Κοροϊδεύει και σαρκάζει τους πολιτικούς, λυπάται για την πατρίδα του που έχει αυτούς τους πολιτικούς που το μόνο που έχουν στο νου τους είναι το προσωπικό κέρδος.

ΤΟ ΑΠΟΜΕΣΗΜΕΡΟ ΕΝΟΣ ΦΑΥΛΟΥ[348]

Τράβα αγωγιάτη, καρότσα τράβα,

τράβα να φτάσουμε γοργά στην Κάβα!

Φύσα βαπόρι, βόα μηχανή,

να ΄ρθούμε πρώτει εμείς!-οι στερνοί.

Τα στερνοπαίδια και τ’  αποσπόρια

και τ΄ αποβράσματα και τ΄ αποφόρια

μιας μάχης που ήτανε γι  άλλα κορμιά

για μάτια αλλιώτικα κι άλλη καρδιά.

Πολιτικάντηδες, καραβανάδες,

ψιλικαντζήδες, κολλυβιστάδες,

μούργοι, μουνούχοι και θηλυκά-

τράβα αγωγιάτη! Βάρα αμαξά!

Φτωχή Πατρίδα, στα μάγουλά σου

μαχαίρια γράφουνε το γολγοθά σου,

μάνα λιοντόκαρδη, μάνα ορφανή,

κοίτα αν αντέχεις τέτοια πομπή:

το ματσαράγκα, το φαταούλα

με μπογαλάκια και με μπαούλα

τη χύτρα που έβραζε κάθε βρωμιά

λες και την άδειασαν όλη μεμιά

σ΄ αυτούς ανάμεσα τους ήπιους λόγους

όπου μας κλεισανε σαν υποτρόφους

ενός αδιάντροπου φρενοβλαβή

που στο βραχνά του παραμιλή.

Δες το σελέμη, δες και το φάντη

πως θυμιατίζουνε τον ιεροφάντη

που ρητορεύεται λειτουργικά

μπρος στα πιστά του μηρυκαστικά.

Μαυραγορίτες από τα Νάφια

της προσφυγιάς μας άθλια σινάφια,

γύφτοι ξετσίπωτοι κι αρπαχτικοί,

λένε, πατρίδα, πως πάνε εκεί

Στα χώματά σου τα λαβωμένα

γιατί μαράζωσαν, τάχα, στα ξένα

και δεν μπορούνε χωρίς εσέ-

οι φαύλοι: τρέχουνε για το λουφέ

Cava dei Tirreni, 7.10.1944

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Η επιστροφή του Γ. Σεφέρη στην Αθήνα φέρνει τον ποιητή σε μία συνάντηση με την πόλη του που πια δεν είναι η ίδια μετά τα τριάμισι σκληρά χρόνια της κατοχής. Σε όλο του το έργο, και κυρίως στο «Πολιτικό Ημερολόγιο» αλλά και τις «Μέρες Δ΄», δεν φαίνεται πουθενά, έστω και όχι ευθέως, ένας προσωπικός απολογισμός, για τη φυγή του από τη χώρα, για την αντίσταση που επιθυμούσε να κάνει και τις υπηρεσίες που θα προσέφερε.

Οι Γερμανοί μέχρι και το πρώτο δεκαήμερο του Νοεμβρίου του 1944 έχουν εγκαταλείψει την Ελλάδα.

Στις 5 Δεκεμβρίου 1944 έχουμε τη στρατιωτική επέμβαση των Άγγλων με αποτέλεσμα τα Δεκεμβριανά.

Τον επόμενο χρόνο ένα μήνα, σχεδόν, από τη λήξη των Δεκεμβριανών, στις 12 Φεβρουαρίου 1945 υπογράφεται η συμφωνία της Βάρκιζας, τέσσερις μήνες μετά δημοσιεύεται στο Ριζοσπάστη η αποκήρυξη του Άρη και τέσσερις μέρες αργότερα πεθαίνει. Ο Γ.Σεφέρης συνεχίζει να γράφει ποιήματα και πεζά κείμενα. Το 1963 βραβεύεται με το Νόμπελ Λογοτεχνίας και το Σεπτέμβριο του 1971 πεθαίνει.

Στο σύνολο του έργου του που εξετάσαμε, τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, ο Γ.Σεφέρης ασκεί κριτική στους ανθρώπους του συστήματος αποφεύγοντας οποιαδήποτε κριτική στο σύστημα που τους διατηρεί, στην ουσία, δηλαδή, το αφήνει στο απυρόβλητο. Ρίχνει μία διεισδυτική ματιά στα πρόσωπα, σε μικρότητες πολιτικών και σε άλλα θέματα που έχουν σχέση από τον πρωθυπουργό μέχρι  και τον πιο μικρό αξιωματούχο αποφεύγει όμως τα βέλη της κριτικής του να τα ρίξει στο σύστημα το οποίο τους έχει γεννήσει και είναι κομμένοι και ραμμένοι για να το υπηρετούν. Βέβαια αυτό δεν σημαίνει ότι το κάνει επίτηδες, πιθανόν πολιτικά να μην μπορεί να δώσει άλλη εξήγηση για τα όσα συμβαίνουν την ελληνική πολιτική σκηνή.

(…)

Πηγή: Οι πολιτικές αναφορές του Γιώργου Σεφέρη | AlfaVita – Εκπαιδευτικό Ενημερωτικό Δίκτυο

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s