Πρόσωπα

Υπεράσπιση Σιάντου

1944_Ο Περικλής Ροδάκης γράφει για τον Σιάντο (Η έκθεση του Σιάντου για τα Δεκεμβριανά και η έκθεση της 8ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ για τη μάχη της Αθήνας)

Επιμέλεια: Grenade

Ο Γιώργης Σιάντος, ο θρυλικός Γέρος της Κατοχής, ο γραμματέας της ΚΕ του ΚΚΕ στα δύσκολα εκείνα χρόνια, γεννήθηκε το 1890 στην Καρδίτσα. Οι γονείς του ήσαν φτωχοί αγρότες.  Ο πατέρας του καταγόταν από το Σερμενικό και η μάνα του από την Πεζούλα και τα δύο ορεινά άγονα χωριά της Θεσσαλίας. Δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να τον σπουδάσουν. Έτσι παρόλο που γράφτηκε στο Σχολαρχείο δεν μπόρεσε  να συνεχίσει. Βγήκε πολύ νωρίς στη βιοπάλη. Στα 13 του χρόνια τον βρίσκουμε σε καπνομάγαζο της Καρδίτσας. Και εκεί, θα δουλεύει, στη σκληρή και ανθυγιεινή δουλειά του καπνεργάτη. ως το 1911, που επιστρατεύθηκε. Το 1905, σε ηλικία μόλις 15 χρόνων γίνεται μέλος του καπνεργατικού σωματείου,  που ιδρύθηκε στην Καρδίτσα. Και από τότε αρχίζει τους συν δικαλιστικούς του αγώνες.

 

Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1900 η Θεσσαλία βρισκόταν σε επαναστατικό αναβρασμό που κορυφώθηκε στα γεγονότα του Κιλελέρ (6/3/1910). Ήταν η εποχή που οι αγρότες αγωνίζονταν για την απαλλοτρίωση των τσιφλικιών και τα πρώτα εργατικά σωματεία της Θεσσαλίας τάχτηκαν στο πλευ-ρό τους. Ο νεαρός Γ. Σιάντος, πρωτοπόρος συνδικαλιστής της Καρδίτσας παίρνει ενεργό μέρος στα γεγονότα, ζυμώνεται μέ-σα στους λαϊκούς αγώνες και διαμορφώνει χαρακτήρα και συνείδηση.

Το 1911 στρατεύεται. Και θα μείνει στο στρατό ως το 1920, με κάποιες προσωρινές απολύσεις και ξαναεπιστρατεύσεις. Έτσι παίρνει μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913 και αργότερα, μετά το σχηματισμό της Κυβέρνησης Εθνικής Άμυνας στη Θεσσαλονίκη και στον πόλεμο κατά των δυνάμεων του Άξονα στο Μακεδονικό Μέτωπο. Μετά την απόλυσή του από το στρατό επιστρέφει στην Καρδίτσα, όπου εκλέγεται Πρόεδρος του σωματείου καπνεργατών Καρδίτσας (1920). Την ίδια εποχή προσχωρεί στο Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδας (ΣΕΚΕ) που είχε ιδρυθεί στις 17/11/1918 και θα μετονομαστεί αργότερα σε ΚΚΕ. Την εποχή αυτή ο Γ. Σιάντος αναπτύσσει έντονη συνδικαλιστική, αλλά και πολιτική δράση. Κι ακριβώς χάρη σ’ αυτή του τη δραστηριότητα θα εκλεγεί το 1922 γενικός γραμματέας της Καπνεργατικής Ομοσπονδίας Ελλάδας και μέλος της ΚΕ του ΣΕΚΕ- ΚΚΕ. Έτσι από το 1922 και μετά ο Γ. Σιάντος θα παίρνει μέρος στις εργασίες όλων των σωμάτων και συνεδρίων του ( ΣΕΚΕ-ΚΚΕ.)

Την περίοδο αυτή το ΣΕΚΕ-ΚΚΕ περνάει βαθειά κρίση ταυτότητας και προσδιορισμού του, πράγμα άλλωστε που το εμπόδισε να συλλάβει τελικά τα επαναστατικά μηνύματα του καιρού του. Στο ΣΕΚΕ-ΚΚΕ συγκρούονται δύο τάσεις, που είναι εγγενείς από την ίδρυσή του. Η μια, η δεξιά, είναι να μείνει το ΣΕΚΕ ένα σοσιαλιστικό κόμμα στα πλαίσια της Β’ Διεθνούς. Και η άλλη, η προλεταριακή-αριστερή, να μεταβληθεί σε λενινιστικό κόμμα κατά τα πρότυπα των Μπολσεβίκων και να συνταχθεί στη γραμμή της Τ’ Διεθνούς. Ο Γ. Σιάντος τάχτηκε από την πρώτη στιγμή με τη δεύτερη τάση: δηλαδή με την ανάγκη μπολσεβικοποίησης του ΣΕΚΕ-ΚΚΕ. Έτσι βρίσκεται αντιμέτωπος με τους φορείς της δεξιάς τάσης που ήσαν και η ηγεσία του Κόμματος ως το 1927. Στο 3ο Συνέδριο  (Μάρτης του 1927) η αριστερή παράταξη του ΚΚΕ, που την αποτελούν οι Κούτβιδες και τα συνδικαλιστικά στελέχη, εκδιώκει από την ηγεσία του κόμματος τη δεξιά παράταξη και  παίρνει αυτή την καθοδήγηση με γραμματέα τον Κούτβη Ανδρόνικο Χαϊτά. Τότε εκλέγεται στο Π.Γ. ο Γ. Σιάντος. Και από τη στιγμή αυτή ο ρόλος του στην δράση του ΚΚΕ είναι σημαντικός.

Στο 4ο Συνέδριο του κόμματος (10-15/12/1928) ο Γ. Σιάντος πρωτοστατεί, στη διαγραφή της λεγάμενης Ενωμένης Αντιπολίτευσης (Σ. Μάξιμος, Κ. Σκλάβος, Τ. Χαίνογλου, Λ. Χατζησταύρος, Β. Νικολινάκος, Γρ. Παπανικολάου, Ν. Νικολαΐδης και Β. Πολυχρονάκης). Με τον τρόπο αυτό εκκαθαρίζεται οριστικά το κόμμα από τη δεξιά παράταξη. Η εκκαθάριση τότε του κόμματος γινόταν στα πλαίσια πού και ο Στάλιν διέγραφε τη δική του αντιπολίτευση.

Μετά από αυτή την εκκαθάριση το ΚΚΕ περνάει σε μια νέα κρίση στην οποία πρωταγωνιστικό ρόλο παίζει ο Σιάντος. Την κρίση αυτή η Γ’ Διεθνής, που τότε παρεμβαίνει άμεσα στα εσωτερικά του ΚΚΕ, την ονομάζει «Φραξιονιστική πάλη  χωρίς αρχές»  και αφορά την περίοδο 1929-1931. Στην «έκκλησή» της που δημοσιεύτηκε στο «Νέο Ριζοσπάστη» της 1-3/11/1931 η  Γ’ Διεθνής έλεγε συγκεκριμένα για την ομάδα που ηγούνταν οι  Γ. Σιάντος και Κ. Θέος:

Η ομάδα Θέου-Σιάντου-Πυλιώτη-Αλέξη ευθύς εξ αρχής ήταν ένα μπλοκ στοιχείων που στα βασικά ζητήματα τον Κόμματος αντιπροσώπευαν διάφορες «αριστερές» και δεξιές αντιλήψεις και που συνδέθηκαν στο πεδίο μιας πάλης, . που δεν εμπνεότανε από καμιά αρχή, ενάντια στην ομάδα του Χαϊτά. Το μπλοκ αυτό θεωρούσε την ομάδα τον Χαϊτά σαν η μόνη υπεύθυνη για τις αποτυχίες τον Κόμματος, χωρίς ν’ αντιτάξει στη δεξιά οπορτουνιστική αντίληψη της ομάδας Χαϊτά μια πλατφόρμα των καθηκόντων τον Κόμματος βασισμένη σε μια πραγματική ανάλυση των οικονομικών και πολιτικών γεγονότων και των λαθών που διαπράχθηκαν απ’ τη διοίκηση τον Κόμματος. Ο κύριος ισχυρισμός της ομάδας αυτής συνίστατο στο να λέει ότι κάθε μερική απεργία πρέπει να μετατραπεί σε μια γενική απεργία, δεν υποδείχνει την αναγκαιότητα ότι προηγούμενα πρέπει να εξασφαλιστεί η ύπαρξη συνθηκών που θα καθιστούν δυνατή μια γενική απεργία. Στην πραγματικότητα και η ομάδα αυτή έμεινε επίσης παθητική στο μεγαλύτερο μέρος των απεργιακών κινημάτων. Σε μερικά προσπάθησε να «αναλάβει» την κίνηση ως τη στιγμή της «κήρυξης της γενικής απεργίας». Τέτοια είναι, λόγον χάρη, η περίπτωση μιας κίνησης 3.500 σιδηροδρομικών και τροχιοδρομικών στη Θεσσαλονίκη κατά το τέλος τον 1930.

Στην προπαρασκευή της γενικής απεργίας η αναρχοσυνδικαλιστική σεχταριστική αντίληψη της ομάδας αυτής βρήκε την πλήρη της έκφραση. Όχι μονάχα φάνηκε ανίκανη ν’ αρχίσει μια καθημερινή οργανωτική δουλειά, μια δουλειά του Κόμματος για την προπαρασκευή της μαζικής πολιτικής απεργίας, μα ανήγαγε σε θεωρία την τάση της παραμέλησης της καθημερινής δύσκολης δουλειάς, της οργανωτικής δουλειάς διατυπώνοντας τούτη τη θέση ότι η οργανωτική δουλειά εμποδίζει την πάλη, ότι για την πραγματοποίηση της πάλης δεν υπάρχει ανάγκη οργάνωσης. Στην πράξη, η ομάδα αυτή ευρισκόμενη στη διοίκηση τον Κόμματος κήρυττε τις απεργίες χωρίς καμιά προπαρασκευαστική δουλειά, δεν προσπαθούσε να οργανώσει τις απεργίες που ξέσπαγαν αυθόρμητα και να εξασφαλίσει τη διεύθυνση. Μερικά μέλη της ομάδας αυτής (Θέος) έθεταν στην πρώτη γραμμή τα συμφέροντα των καλύτερα πληρωμένων εργατών (τελευταία απεργία των καπνεργατών). Στους κόλπους της ομάδας αυτής τα διευθυντικά μέλη αντιπροσώπευαν πάνω στα ίδια ζητήματα, διαφορετικές τάσεις, που κατοπινά, προς το κοινό συμφέρον της κοινής πάλης κατά της ομάδας Χαϊτά, συμβιβάστηκαν παρά την έλλειψη μιας βάσης κοινών αρχών. Η ομάδα αυτή ολόκληρη διέπραξε, μαζί με την ομάδα του Χαϊτά, τα λάθη της καμπάνιας της προπαρασκευής της γενικής απεργίας, μα ήθελε κατοπινά να επιρρίψει πάνω στην ομάδα τον Χαϊτά, αποκλειστικά την ευθύνη για τα διαπραχθέντα λάθη, οχυρωνόμενη πίσω από «αριστερές» φράσεις. Όταν η ομάδα αυτή πήρε στα χέρια της την καθοδήγηση δεν έκανε άλλο παρά να οξύνει με την πραχτική της  δουλειά, άμεσα είτε έμμεσα, και παρ’ όλες τις «αριστερές» φράσεις την καθυστέρηση τον Κόμματος απ’ τα γεγονότα.  Η ομάδα αυτή αρνείται την ανάγκη της πάλης στα δυο μέτωπα, ισχυριζόμενη ότι εξ αιτίας της ύπαρξης δεξιών παρεκκλίσεων μέσα στο Κόμμα, οι «αριστερές» θα πρέπει να γίνονται ανεκτές και μάλιστα να ενθαρρύνονται.

Η Γ’ Διεθνής κάλεσε τις δυο αντιμαχόμενες φράξιες του ΚΚΕ στη Μόσχα, με βάση μια έκθεση που έκανε ο Γιάννης Ιωαννίδης και επικύρωσε ο Ν. Ζαχαριάδης που εκείνη την εποχή βρισκόταν στη Μόσχα. Εκεί τους αφαίρεσαν τα Ελληνικά διαβατήρια και τους κράτησαν στη Ρωσία, στέλνοντας για καθοδήγηση του ΚΚΕ τον Ν. Ζαχαριάδη. Στη Μόσχα ο Γ. Σιάντος αποδέχεται πέρα για πέρα την κριτική της Γ’ Διεθνούς και κάνει πειστική αυτοκριτική. Ο Γ. Σιάντος και Κ. Θέος είναι οι μόνοι που θα πείσουν για την ειλικρίνεια της αυτοκριτικής τους και θα τους επιτρέψουν να επανέλθουν’ στην Ελλάδα. Οι υπόλοιποι, 35 τον αριθμό, θα κρατηθούν στη Μόσχα, για να εκτελεστούν αργότερα στις μεγάλες εκκαθαρίσεις του Στάλιν ως συνεργαζόμενοι με την αντιπολίτευση, την οποία και εξόντωσαν.

Ο Γ. Σιάντος αφού έμεινε εκτός Π.Γ του ΚΚΕ από το 1931 ως το 1934, επιστρέφει στην Αθήνα και το 1934 ξαναμπαίνει στο Π.Γ., ενώ παράλληλα γίνεται ο γραμματέας της Κομματικής Οργάνωσης του Πειραιά, που περνούσε τρομερή κρίση.  Όταν πήγε στον Πειραιά ο Γ. Σιάντος, η οργάνωση αριθμούσε μόνο 80 μέλη. Στη διάρκεια της δικής του καθοδήγησης η οργάνωση έφτανε να αριθμεί 1500 μέλη.

Στις εκλογές της 26/1/1936 ο Σιάντος εκλέγεται Βουλευτής  του Παλλαϊκού Μετώπου στα Τρίκαλα. Η δικτατορία του Μεταξά τον βρίσκει μέλος του ΠΓ και βουλευτή. Συλλαμβάνεται τις πρώτες ημέρες της δικτατορίας και στέλνεται εξορία στην Ανάφη. Είναι η τέταρτη στη σειρά εξορία του. Μα αυτή τη φορά δεν θα μείνει για πολύ στην Ανάφη. Με άλλους συντρόφους του οργανώνουν την περίφημη δραπέτευση της Ανάφης.

Βρίσκουν μια μικρή βάρκα και ανοίγονται στο φουρτουνιασμένο πέλαγος. Θα μείνουν μέσα στη βάρκα, παλεύοντας με τα κύματα 20 ημέρες, αλλά τελικά θα βγουν στη στεριά. Το  1937 ξαναβρίσκεται στην Αθήνα και συνδέεται με την παράνομη οργάνωση στην οποία επικεφαλής ήσαν οι Βασίλης Νεφελούδης, Μήτσος Παρτσαλίδης και ο Στέλιος Σκλάβαινας. Ο Σιάντος δούλεψε μαζί τους ως του Απρίλη του 1938 οπότε η Ασφάλεια συνέλαβε την παράνομη ηγεσία του ΚΚΕ.

Στο  διάστημα αυτό ο Σιάντος προορίζεται να σταλεί στο εξωτερικό και γι’ αυτό δεν είχε αναλάβει συγκεκριμένη δουλειά. Για να προφυλαχθεί έχει σταλεί στη Θεσσαλονίκη όπου λειτουργούσε κανονικά μια παράνομη οργάνωση. Γραμματέας της πόλης της Θεσσαλονίκης ήταν ο Δημήτρης Μιχελίδης,  γραμματέας του Μακεδονικού Γραφείου του ΚΚΕ ήταν ο Γρ. Σκαφίδας και στην κεντρική Μακεδονία δουλεύει ο Στέργιος Γραμμένος.

Με τη σύλληψη της Γραμματείας όπως λεγόταν η τριμελή καθοδήγηση του ΚΚΕ (Νεφελούδης, Παρτσαλίδης και Σκλαβαινας), ο Σιάντος αναλαμβάνει την άμεση καθοδήγηση του κόμματος. Και συγκροτεί νέο ΠΓ και νέα ΚΕ από μέλη που δεν είχαν ακόμα πιαστεί και από ανώτερα στελέχη του κόμματος. Η απόφαση για την ανασυγκρότηση της ηγεσίας πάρθηκε στη Θεσσαλονίκη. Η νέα ηγεσία αποφάσισε να καλέσει ολομέλεια της ΚΕ που έγινε στο Νέο Φάληρο. Στην Ολομέλεια πήραν μέρος 9 μέλη της ΚΕ που είχαν εκλεγεί από το 6ο Συνέδριο και 7 άλλα στελέχη που προσλήφθηκαν στην ΚΕ με απόφαση του Σιάντου και των δύο άλλων μελών της ΚΕ, του Μιχελίδη και του Σκαφίδα. Η νέα ηγεσία αποφάσισε να καλέσει  ολομέλεια  της ΚΕ που έγινε στο Νέο Φάληρο. Στην Ολομέλεια πήραν μέρος 9 μέλη της ΚΕ που είχαν εκλεγεί από το 6ο Συνέδριο και 7 άλλα στελέχη που προσλήφθηκαν στην ΚΕ με απόφαση του Σιάντου και των δύο άλλων μελών της ΚΕ, του Μιχελίδη και του Σκαφίδα. Πήραν μέρος ονομαστικά οι Γ. Σιάντος, Κ. Θέος, Δ Μιχελίδης ή Μιχελής, Πλουμπίδης, Σιτοκωνστάντινου, Στ. Γραμμένος, Γκαζές, Μάθεσης, Σκαφίδας, Παπαγιάννης, Γ Παπαρρήγας, Τσουρτσουλής, Ηλ. Καρράς, Κανάκης, Βαρουξής.. Η Ολομέλεια εξέλεξε νέο Π.Γ από τους Σιάντο (γραμματέα) και Θέο, Σκαφίδα, Μιχελίδη, Πλουμπίδη, Σιτοκωνσταντινου και Παπαγιάννη. Και το Π.Γ εξέλεξε γραμματεία που ήταν η ουσιαστική καθοδήγηση από τους Σιάντο, Θέο και Σκαφίδα.

Η Ασφάλεια του Μανιαδάκη που είχε εισχωρήσει στο μηχανισμό του ΚΚΕ χτυπούσε συστηματικά τη παράνομη οργάνωση ο Ζαχαριάδης που είχε πιαστεί από το 1936 υποψιάζεται ως χαφιέ το Μάθεση που ήταν και η γιάφκα της Γ’ Διεθνούς.

Την υποψία του αυτή την ενισχύει η Γραμματεία του ΠΓ (Νεφελούδης, Παρτσαλίδης, Σκλάβαινας) όταν επιάστηκαν και μεταφέρθηκαν στην Κέρκυρα. Ήταν κάτι που επεδίωξε η Ασφάλεια για να απομονώσει το Μάθεση και να ενεργοποιηθεί η εφεδρική γιάφκα της Γ’ Διεθνούς που ήταν ο Κουτσογιάννης ή Δημητριάδης, τον οποίο η υπό τον Σιάντο καθοδήγηση, προφανώς χωρίς να ξέρει το ρόλο του, τον επιστρατεύει για παράνομη δουλειά. Ο χαφιές Κουτσογιάννης είναι πια σε θέση να καρφώνει τις παράνομες οργανώσεις, ενώ παράλληλα προωθείται η απομόνωση του Μάθεση, για να περάσει στα χέρια του Μανιαδάκη και η επαφή με την Γ’ Διεθνή. Ο Ζαχαριάδης ειδοποιεί την παράνομη οργάνωση της Αθήνας να απομονώσει τον Μάθεση. Ο Σιάντος φαίνεται να πρόβαλε κάποιες αντιρρήσεις, αλλά τελικά προχώρησε στην απομόνωση του Μάθεση. Αυτές οι αντιρρήσεις στη γνώμη του Ν. Ζαχαριάδη τον κάνουν και τον ίδιο ύποπτο. Ο Ζαχαριάδης δεν έδινε εξηγήσεις, αλλά μόνο εντολές. Έτσι από τούτη τη στιγμή χρονολογείται η υπόθεση του Ζαχαριάδη ότι ο Σιάντος είναι χαφιές. Το Νοέμβρη του 1939 η Ασφάλεια του Μανιαδάκη χτυπάει τη νέα γραμματεία του ΚΚΕ. Συλλαμβάνονται και οι τρεις  (Σιάντος, Θέος, Σκαφίδας). Μαζί τους χτυπιέται και ο παράνομος μηχανισμός του ΚΚΕ και ιδιαίτερα τα παράνομα τυπογραφεία του Κόμματος. Οι συλλήψεις αυτές δημιουργούν πραγματικό χάος στο χώρο της παράνομης δουλειάς.

Η Ασφάλεια του Μανιαδάκη έχει οργανώσει συστηματικά τη διείσδυση χαφιέδων μέσα στο μηχανισμό του ΚΚΕ. Ο Κουτσογιάννης είναι η σταθερή τους βάση. Την εποχή όμως που χτυπήθηκε ο Σιάντος έχει περάσει στην υπηρεσία της Ασφαλείας ο Μιχάλης Τυρίμος, μέλος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ. Με την επεξεργασία των στοιχείων που δίνονται από τους χαφιέ δες και τους ανθρώπους που πιάνονται και σπάνε (επεξεργασία που γίνεται με τη συμβολή του Τυρίμου), η Ασφάλεια πετυχαίνει θεαματικά χτυπήματα ενώ παράλληλα έχει τη δυνατότητα να δημιουργήσει καχυποψίες για όλα τα στελέχη. Ο Ζαχαριάδης, που κατέχεται από χαφιεδομανία, γίνεται θύμα της τακτικής του Μανιαδάκη. Ο Μανιαδάκης κατόρθωσε να σπάσει τον Μύτλα ένα άλλο ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ και να τον κάνει και αυτόν όργανό τους. Ο Μύτλας κρατούσε τον παράνομο μηχανισμό και ένα προσωπικό αρχείο του Ν. Ζαχαριάδη. Σ’ αυτό ο Ζαχαριάδης κρατούσε με κωδικέ γραφή τις επαφές, τα συνθηματικά των ηγετικών στελεχών του ΚΚΕ σε περίπτωση χτυπήματος. Τα συνθηματικά ήταν μεταξύ δύο ατόμων και υποτίθεται ότι κανένας άλλος δεν τα γνώριζε. Ο Ζαχαριάδης τα είχε κωδικοποιήσει και τα είχε δώσει για φύλαξη στο Μύτλα. Όταν ο Μύτλας έσπασε, έδωσε και το μυστικό αρχείο του Ν. Ζαχαριάδη. Η Ασφάλεια δεν μπόρεσε να αποκρυπτογραφήσει τον κώδικα αμέσως. Χρειάστηκε πολύς χρόνος για να διαβάσει τον κώδικα, αλλά τελικά το πέτυχε. Τώρα ξέρει τα συνθηματικά αναγνώρισης των στελεχών και  μπορεί να παίζει εύκολα ένα πολύ αποτελεσματικό παιχνίδι. Σε καθένα που πιανόταν του δημιουργούσε την εντύπωση (κρατώντας τα συνθηματικά), ότι ο άλλος είχε σπάσει. Και μέσα από το γενικό πλαίσιο του χαφιεδισμού έριχνε επίμονα την ιδέα ότι είχε χαφιέ της ανώτατο ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ. Και επειδή η δράση της συνεχιζόταν και εντεινόταν ακόμα και μετά την απομόνωση του Μάθεση, έμεναν υποψίες και για άλλα ηγετικά στελέχη. Στη λογική αυτή θα κατηγορηθεί ο Σιάντος, ο Παπαγιάννης κ.α.

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα και με βάση τις υποψίες του Ν. Ζαχαριάδη για τις αντιρρήσεις του στο θέμα Μάθεση, δημιουργείται και η υπόθεση ότι ο Σιάντος είναι χαφιές. Βασικό στοιχείο σ’ αυτήν την υπόθεση είναι οι καταγγελίες του Σκαφίδα και Γκαζέ. Ο Σκαφίδας ήταν μέλος της γραμματείας μαζί με το Σιάντο ενώ ο Μισέλ Γκαζές ήταν ο υπεύθυνος του τυπογραφείου της ΚΕ. Υποτίθεται ότι αυτό το τυπογραφείο το γνώριζε μόνο ο Σιάντος. Η Ασφάλεια κατόρθωσε να το χτυπήσει. Ο Γκαζές όταν θα φτάσει στην Κέρκυρα, θα κάνει μια τόσο πειστική έκθεση στο Ζαχαριάδη, που είναι δύσκολο να την απορρίψει κανένας, αν πάρει ως δεδομένα αυτά που θεωρεί ως στοιχεία ο Γκαζές.

Κι όμως η έκθεση Γκαζέ, που τελικά έγινε δεκτή από το Ζαχαριάδη, γιατί είχε την υποψία από τα πριν, ήταν περισσότερο φανταστική. Σε μια υποθετική θέση ότι ο Σιάντος είναι χαφιές, συρράφτηκαν διάφορα στοιχεία. Το 1950-1951 όταν ο αστυνόμος Χαραλαμπίδης δημοσίευσε ένα μεγάλο μέρος του αρχείου της Ασφάλειας λύθηκαν όλα τα ζητήματα που έθεσε ο Γκαζές. Ο κακός δαίμονας της υπόθεσης είναι ο Τυρίμος που γνώριζε τον Γκαζέ και είχαν δουλέψει μαζί στα παράνομα τυπογραφεία. Με την καθοδήγηση του Τυρίμου τελικά εντοπίσανε το ένα από τα δυο παράνομα τυπογραφεία που το κρατούσε ο Βεηζαδές Ζήσης. Ο Βεηζαδές έσπασε και συνεργάστηκε με την Ασφάλεια και τελικά παγίδεψε τον Γκαζέ μέσα στο κρατητήριο. Πηγαίνουν σε ένα κρατητήριο το Γκαζέ. Μέσα βρίσκει το Ζήση Βεηζαδέ με δεμένο το κεφάλι δείχνοντας ότι τον έχουν βασανίσει άγρια. Ο Γκαζές πιστεύει ότι ο Βεηζαδές έχει αντέξει στα βασανιστήρια. Πηγαίνει κοντά του και προσπαθεί να τον παρηγορήσει. Ας παρακολουθήσουμε, όμως, παρακάτω τη σχετική έκθεση του Χαραλαμπίδη, όπως δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο «Αρχείο Μανιαδάκη», στον Εθνικό Κήρυκα, τον Οκτώβριο του 1950.

Γεμάτος πόνο και αγανάκτησιν δια τα… βασανιστήρια που υπέστη, όπως ενόμιζεν, ο σύντροφός τον, ο Γκαζές είπε σιγά στον Βεηζαδέ.

– Μη φοβάσαι Ζήση. Ότι κι αν κάμουν, κι όσους χαφιέδες κι αν διαθέσουν, δεν θα το βρούνε το τυπογραφείο. Ο τραμβαγιέρης έχει κλείσει την καταπακτή, το δε σπίτι το νοίκιασε σ’ ένα «φασίστα» που κανένας δεν μπορεί να τον υποψιασθή… Κι ύστερα, ποιος θα πάη να ψάχνει στα νταμάρια; Μα κι αν πάη ως εκεί, το σπίτι δεν θα το ανακαλύψη αν δεν το ξέρη…

Σ’ αυτό το σημείο ο Γκαζές, που είχε καταλάβει πως προχώρησε πολύ και είπε περισσότερα από όσα έπρεπε να πη, σταμάτησε και άλλαξε θέμα συζητήσεως. Προσπάθησε να παρηγόρηση τον Βεηζαδέ και τον συνέστησε να έχη θάρρος και να επιμείνη μέχρι τέλους στη σιωπή τον.

Το πρωί της επομένης ο Βεηζαδές εκλήθη εκ νέου προς ανάκρισιν, οπότε εξιστόρησε λεπτομερώς τα της συζητήσεως τον με τον πονηρόν σύντροφόν του, ο οποίος όμως αυτή τη φορά, είχε πιασθή στην παγίδα.

Ήτο πλέον φανερό ότι το δεύτερο τυπογραφείο ευρίσκετο στην περιοχήν των νταμαριών της Ηλιουπόλεως και ότι η σύζυγος τον Γκαζέ επήγε ως εκεί γι’ αυτό τον σκοπό. Έπρεπε λοιπόν να αρχίσουν αμέσως έρευνες για την ανακάλυψιν του μυστηριώδους σπιτιού.

ΕΠΙ ΤΑ ΙΧΝΗΖαχαρι’αδης

Σ’ αυτό το δύσκολο έργον τους εβοήθησε και πάλιν ο Βεηζαδές.

– Η γνώμη μου είναι, είπε, ν’ ανέβουν μερικοί αστυνομικοί στις ταράτσες διαφόρων σπιτιών της περιοχής και να προσέξουν ποιο σπίτι έχει καμινάδα από τσίγκο, επάνω στο φουγάρο της οποίας υπάρχει ένα κοκοράκι από τσίγκο επίσης, που έχω φτιάξει ο ίδιος, καθ’ όλα όμοιο μ’ εκείνο που είδατε στο φουγάρο του δικού μου σπιτιού.

Ύστερα από αυτό οι αστυνομικοί έστειλαν στο σπίτι τον Βεηζαδέ και απέσπασαν το φουγάρο με το κοκοράκι τον εξαεριστήρος, το οποίον επέδειξαν εις ομάδα αστυνομικών, με την πληροφορίαν ότι ένα παρόμοιον, μικροτέρων όμως διαστάσεων, πρέπει να είναι τοποθετημένον σε κάποιο σπίτι κοντά στα νταμάρια της Ηλιουπόλεως. Ακολούθως τους εχώρισαν οε ομάδες με επικεφαλής αξιωματικούς και έδωσαν σε κάθε ομάδα ορισμένη περιοχήν προς έρευναν. Μόλις έφθασαν οι αστυνομικοί εις την συνοικίαν αυτήν και εις το σημείον όπου είχαν χαθή τα ίχνη της Ρετζίνας, ανήλθον στις υψηλότερες ταράτσες των σπιτιών. Και μετά προσεκτική έρευναν αντελήφθησαν ένα τέτοιο φουγάρο με κοκοράκι. Αμέσως έτρεξαν περιεκύκλωσαν το σπίτι και ειδοποίησαν τους προϊσταμένους των, οι οποίοι έσπευσαν εκεί.

ΤΟ ΥΠΟΠΤΟ ΣΠΙΤΙ

Κτύπησαν την πόρτα τον υπόπτου σπιτιού και άρχισαν αμέσως λεπτομερή έρευναν. Από της πρώτης στιγμής αντελήφθησαν ότι το μυστικό τυπογραφείο δεν ευρίσκετο εις την επιφάνειαν. Συμπέραναν λοιπόν, σύμφωνα άλλωστε και με τις αποκαλύψεις τον Βεηζαδέ, ότι θα ευρίσκετε ο σε υπόγειον, κάτω από το πλυσταριό.

Πρέπει να σημειωθή ότι οι ένοικοι τον σπιτιού αυτού ήσαν τελείως ξένοι προς την υπόθεσιν αυτήν και αγνοούν παντελώς την ύπαρξιν τον κομμουνιστικού τυπογραφείου εκεί μέσα.

Είναι φανερόν ότι το ΚΚΕ προσεπάθησε να παραπλανήση την Ασφάλειαν. Και δια να αποκλείση από τους αστυνομικούς κάθε υπόνοιαν ότι στο σπίτι αυτό ήτο δυνατόν να υπάρχη τίποτε το ύποπτον εφρόντισε να ενοικιασθή προσφάτως εις εθνικόφρονα πολίτην αμέμπτου διαγωγής. Και από τους διαφόρους ενοικιαστάς που το είχαν επισκεφθή μόλις ετοποθέτησαν έξω από την πόρτα τον ενοικιαστήριον επροτίμησαν έναν πολιτικόν υπάλληλον της Ανωτέρας Διοικήσεως Χωροφυλακής Στερεάς Ελλάδος, άνθρωπον ανώτερον πάσης υπονοίας.

Οι αστυνομικοί εξήγησαν εις τους ενοίκους ότι η έρευνα δεν στρέφεται εναντίον των, αλλ’ ότι προτού κατοικήσουν εκεί υπήρχε κάποια μυστηριώδης καταπακτή, την οποίαν προσπαθούσαν να ανακαλύψουν.

Διεπιστώθη τότε ότι ιδιοκτήτης της οικίας ήτο κάποιος τροχιοδρομικός ονόματι Κ. Παλούκης, ο οποίος κατ’ εντολήν του ΚΚΕ είχε κλείσει την καταπακτήν κατά τρόπον που να μην είναι εύκολον να ανακαλυφθή. Και για να την καμουφλάρη είχε τοποθετήσει επάνω από αυτήν λουτρόν με καταιονιστήρα.

Βέβαιοι ότι το μυστικόν τυπογραφείον ευρίσκετο κάτω από το λουτρόν οι αστυνομικοί έσκαψαν και μετά πολλάς προσπάθειας ανακάλυψαν την καταπακτήν. Έσπασαν την πλάκα και κατήλθον εις το υπόγειον, όπου πράγματι ήτο εγκατεστημένον το δεύτερον παράνομον τυπογραφείον του κομμουνισμού. Ως δε εξηκριβώθη κατόπιν, η καταπακτή ελειτουργούσε με την βοήθειαν ειδικού μοχλού.

Η ΑΝΑΚΑΛΥΨΙΣ

Εντός τον υπογείου αυτού ανεβρέθησαν δύο πιεστήρια χειροκίνητα, εκ των οποίων το εν ήτο μεγάλων διαστάσεων ικανόν να εκτυπώση εφημερίδα μεγάλου σχήματος, ικανός αριθμός κασσών στοιχείων, χιλιάδες αντίτυπα του περίφημου μανιφέστου των αρχηγών των αστικών κομμάτων οίτινες συνειργάζοντο μετά των κομμουνιστών δια την ανατροπήν του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου.

Επίσης υπήρχεν ολόκληρος ηλεκτρική εγκατάστασις και τέλειον σύστημα εξαερισμού.

Κατόπιν ερεύνης αυτής οι αστυνομικοί προέβησαν εις την σύλληψιν του ιδιοκτήτου της οικίας Παλούκη, όστις ανακρινόμενος κατέθεσε τα κάτωθι:

Το δεύτερον αυτό τυπογραφείου κατεσκευάσθη παρά του Βασιλείου Νεφελούδη, ειργάσθησαν προσωπικώς δια την κατασκευήν του, εκτός άλλων, και οι Γεώργιος Σιάντος, Γκαζές και ο Παλούκης. Η όλη εργασία εξετελέσθη κατά το 1937, ο δε Παλούκης εδέχθη εν γνώσει του να χρησιμοποιηθή η οικία του δια την παράνομον αυτήν εργασίαν του ΚΚΕ λόγω ίδιων ιδεολογικών και φιλικών δεσμών του με τον Νεφελούδην, με τον οποίον ήσαν συνάδελφοι. Μετά το πέρας της εργασίας εγκατεστάθη εις την οικίαν αυτήν ο Γκαζές μετά της συζύγου του Ρετζίνας, αμφότεροι δε ησχολούντο με την εκτύπωσιν των παρανόμων κομμουνιστικών εντύπων και την μεταφοράν των εις διάφορες γιάφκες προς διανομήν. Επίσης εκ της ανακρίσεως και εκ των κατασχεθέντων στοιχείων εις την οικίαν του Γκαζέ διεπιστώθη ότι το ζεύγος Γκαζέ, το οποίον είχεν αναπτύξει σοβαρωτάτην δράσιν εις Θεσσαλονίκην, καταδιωκόμενον, έφθασεν εις Αθήνας το έτος 1935. Έκτοτε εχρησιμοποιείτο εις τον παράνομον εκδοτικόν μηχανισμόν του ΚΚΕ.

Κατά την εποχήν εκείνην ο Γκαζές εθεωρείτο ένα εκ των σοβαροτέρων στελεχών του ΚΚΕ. Είχεν εκπαιδευθή εις την Μόσχαν ειδικώς δια την οργάνωσιν παρανόμου εκδοτικού μηχανισμού και είχεν εκλεγή βουλευτής του ΚΚΕ. Καθ’ όλον αυτό το χρονικόν διάστημα από της μεταβολής της 4ης Αυγούστου μέχρι της ημέρας της συλλήψεώς των, το ζεύγος Γκαζέ ειργάζετο εις το πλέον εμπιστευτικόν πόστο του ΚΚΕ. Και διά να παραπλανούν τας αστυνομικάς αρχάς ήλλαξαν πολλάς κατοικίας. Ούτω κατ’ αρχάς εγκατεστάθησαν εις τον Κολωνόν και εις την οδόν Κερατσινίου, όπου εδήλωσαν ότι ο Γκαζές ήτο συνταξιούχος δημοδιδάσκαλος. Ακολούθως εγκατεστάθησαν εις την οδόν Κουντουριώτου 74 εις Πειραιά και εκείθεν εις την οδόν Θεάτρου 19 παρά την Καστέλλαν. Ακολούθως επανήλθον εις Αθήνας και εγκατεστάθησαν εις την οδόν Σύμης 10 και εκείθεν εις μίαν αδιέξοδον πάροδον της οδού Συκίνου εις την οικίαν ενός Γερμανού. Εκ της οικίας αυτής εγκατεστάθησαν εις την Ηλιούπολιν εις την οικίαν Παλούκη και τελικώς εις την οδόν Κασταλίας και Κρέσνας ένθα συνελήφθησαν.

Η Ρετζίνα ενεφανίζετο υπό το όνομα Μαρία και ενοίκιαζε τα σπίτια. Δια να αποφεύγουν δε τα σχόλια ως προς την εθνικότητα και το θρήσκευμά των, διετήρουν εις τα δωμάτιά των πλουσιώτατον εικονοστάσιον και ήναπτον τακτικά τα καντήλια! Επίσης προς παραπλάνησιν των αστυνομικών, τας επαφάς των με τα διάφορα στελέχη και την μεταφοράν του εντύπου υλικού τας επραγματοποίουν δια του εξής τεχνάσματος: Το ζεύγος Γκαζέ εξήρχετο εις περίπατον δήθεν και παρελάμβανον και το βρέφος των, το οποίον ετο ποθέτουν εντός χειραμαξίου, κάτωθεν δε του στρώματος ετοποθέτουν τα κομμουνιστικά έντυπα και τα διάφορα σημειώματα, ώστε ποτέ να μην είναι δυνατόν να υποπτευθούν οι αστυνομικοί έναν… οικογενειάρχην που πηγαίνει περίπατο με την γυναίκα τον, σέρονοντας το καρροτσάκι του παιδιού του!

Τελευταίως όμως ο Γκαζές όπως και πολλά άλλα στελέχη του ΚΚΕ είχον υποπέσει εις την δυσμένειαν της ηγεσίας τον ΚΚΕ εξ αφορμής της συγχύσεως που επεκράτει συνέπεια των αλλεπαλλήλων πληγμάτων και δια τον λόγον αυτόν αντικατεστάθη. Έτσι και ο Γκαζές ήτο δυσαρεστημένος. Παρ’ όλα ταύτα, ο Γκαζές ήτο πολύ φανατισμένος και ετήρει αδιάλλακτον στάσιν. Απέφευγε να προβεί εις αποκαλύψεις και εις τας σχετικάς ερωτήσεις των αστυνομικών, απαντούσε:

– Να μη σας ενδιαφέρουν τα εσωκομματικά μας! Αν εμείς τσακωνόμαστε είναι δική μας δουλειά.

Όπως όμως αναφέραμεν, οι αστυνομικοί είχαν σοβαρούς λόγους να επιρρίψουν την ευθύνην  της αποκαλύψεως του πρώτου τυπογραφείου εις τον Γκαζέν, δια να αποσείσουν τας υπονοίας του ΚΚΕ από τον Τυρίμον. Και γι’ αυτό απεφάσισαν να μηχανευθούν κάποιον τρόπον να του αποσπάσουν ομολογίας.

Για την υπόθεση αυτή θα κατηγορηθεί ο Σιάντος ως χαφιές και θα παρθεί μάλιστα επίσημα απόφαση του ΚΚΕ στην Γ’ Συνδιάσκεψη του 19501 Αλλά όλα αυτά είναι για αργότερα.Μετά τη σύλληψη του, ο Σιάντος μεταφέρεται στις φυλακές της Κέρκυρας, όπου κρατούνταν και τα άλλα ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ. Παρά τις καταγγελίες του Γκαζέ και του Σκαφίδα, ο Ζαχαριάδης δεν τολμάει να του ανακοινώσει την άποψή του και τις καταγγελίες. Ο Σκαφίδας στο μεταξύ έχει κάνει δήλωση και η μαρτυρία του αδυνάτιζε. Έτσι ο Σιάντος παραμένει ως ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ.

Το Σεπτέμβριο του 1941 ο Σιάντος μεταφέρεται από την Κέρκυρα στην Αθήνα. Η χώρα μας είχε κατακτηθεί από τους Γερμανούς και Ιταλούς φασίστες και είχε αρχίσει η Αντίσταση. Ο ενωματάρχης που μεταφέρει το Σιάντο έχει ουσιαστικά αποδεχθεί την Αντίσταση. Στο δρόμο ο Σιάντος τον πείθει να δραπετεύσουν μαζί. Ο Ενωματάρχης δέχεται. Και ο Σιάντος  ξαναβρίσκεται παράνομος στην Αθήνα. Για τον Γκαζέ είναι και τούτο ύποπτο. Πιστεύει ότι τον βγάζει η Ασφάλεια! Περίεργο, γιατί τώρα πια δεν υπάρχει ο Μανιαδάκης.

‘Όι απόψεις του Σκαφίδα και Γκαζέ έχουν φτάσει και στις παράνομες οργανώσεις της Αθήνας. Ο Ζαχαριάδης δεν έχει τολμήσει να πει τη δική του άποψη. Και γι’ αυτό υπάρχει πραγματική σύγχυση. Ο Σιάντος κρύβεται, αλλά δεν ενεργοποιείται στις παράνομες οργανώσεις που έχουν ανασυγκροτηθεί μετά την κατάρρευση του Μετώπου και την Κατοχή και έχουν επικεφαλής προσωρινό γραμματέα τον Ανδρέα Τσίπα. Ο Τσίπας που έχει λάβει γνώση των καταγγελιών των Γκαζέ και Σκαφίδα και έχει πληροφορηθεί ότι τις απόψεις αυτές τις δέχεται και ο Ζαχαριάδης, αρνείται να τον δεχθεί. Ο Ανδρέας Τσίπας κρατιόταν ως την Γερμανική εισβολή στην Ακροναυπλία. Ήταν Σλαβομακεδόνας. Με την κατάκτηση της χώρας μας από τους Γερμανούς, μερικοί Σλαβομακεδόνες αποφυλακίστηκαν ως Βούλγαροι. Ανάμεσά τους ήταν και ο Τσίπας, τον οποίον εξουδιοδότησε ο Γιάννης Ιωαννίδης να αναλάβει την ανασυγκρότηση του ΚΚΕ. Ο Τσίπας πραγματικά ανασυγκρότησε νέα ΚΕ από όσους πρόλαβαν και δραπέτευσαν, έκανε την 6η Ολομέλεια τον Ιούλιο του 1941 και την 7η τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου. Με την 7η Ολομέλεια προωθήθηκε η ίδρυση του ΕΑΜ. Παρόλο που ο Σιάντος ήταν ελεύθερος δεν εκλήθηκε να πει έστω τη γνώμη του. Ο Σιάντος ζητάει επίμονα να εργαστεί και ενημερώνει σχετικά τον Ιωαννίδη στην Ακροναυπλία. Ο Ιωαννίδης, που δεν έχει λάβει καμιά επίσημη εντολή από τον Ζαχαριάδη απευθύνεται στον Τσίπα και του λέει όχι μόνο να τον δεχθεί, αλλά να του παραδώσει και τη γραμματεία αφού ο Σιάντος ήταν μέλος του ΚΓ. Ενώ οΤσίπας ήταν μόνο μέλος της ΚΕ. Ο Τσίπας με σημειώματα εκθέτει στον Ιωαννίδη τα όσα λένε για το Σιάντο και μάλιστα ότι τα δέχεται και ο Ζαχαριάδης. Ο Ιωαννίδης δίνει εντολή να παραδώσει τη γραμματεία του κόμματος στον Σιάντο. Τελικά αυτό έγινε στην Α’ Συνδιάσκεψη (Δεκέμβρης του 1941). Από τη Συνδιάσκεψη αυτή ο Σιάντος γίνεται Γραμματέας της ΚΕ του ΚΚΕ, θέση που θα κρατήσει ως τον ερχομό του Ν. Ζαχαριάδη το 1945. Ο Γ. Σιάντος παρουσιάζεται στην αρχή ως Γενικός Γραμματέας του ΚΚΕ, δηλαδή ότι ανέλαβε τη θέση του Ν. Ζαχαριάδη. Ο Ιωαννίδης και τα άλλα παλιά στελέχη που δραπέτευσαν από τους τόπους κράτησής τους, αντέδρασαν στις φιλοδοξίες του Σιάντου και τελικά του επέβαλαν να διατηρήσει τον τίτλο του γραμματέα της ΚΕ. Σε ολη την κατοχή ο Γ. Σιάντος είναι ο επικεφαλής του κόμματος και σε προέκταση του Εθνικοαπελευθερωτικού κινήμα τος που εκφράστηκε με το ΕΑΜ. Ως τη δραπέτευση του Ιωαννίδη (Καλοκαίρι του 1942) ο Γ. Σιάντος είναι ο απόλυτα υπεύθυνος όλου του αγώνα. Από την απελευθέρωση του Ιωαννίδη και μετά, ο Σιάντος κρατάει τον τίτλο του γραμματέα της ΚΕ του ΚΚΕ, αλλά ουσιαστικός καθοδηγητής του ΚΚΕ και όλου του κινήματος είναι ο Ιωαννίδης. Στη γενική.συγκρότηση του ΚΚΕ υπάρχει μια διπλή ηγεσία: η φυσική που εκλέγεται από  τα όργανα και μια κρυφή ηγεσία που ορίζεται από την Γ’ Διεθνή. Αυτοί που αποτελούν τη μυστική καθοδήγηση είναι ταυτόχρονα μέλη του Σοβιετικού Κόμματος (ΚΚΣΕ) και έχουν την ευθύνη της καθοδήγησης του ΚΚΕ δίνοντας λόγο στο ΚΚΣΕ. Σ αυτή τη θέση, μέχρι και την κατοχή, ήσαν ο Ζαχαριάδης, Ιωαννίδης και Π. Ρούσος. Ως καθοδήγηση, η μυστική αυτή ομάδα, ποτέ δεν εμφανίζεται δημόσια. Είναι μόνιμα στο Π.Γ και λειτουργεί ως χωριστή φράξια. Τα αλλα μέλη της καθοδηγησης, που λίγο πολύ το γνωρίζουν τους δέχονται. Έτσι και ο Σιάντος είναι υποχρεωμένος να αποδέχεται την καθοδήγηση τών Ιωαννίδη-Ρούσου. Άλλωστε τη θέση του στο ΚΚΕ την οφείλει αποκλειστικά στην παρέμβαση του Ιωαννίδη. Ο Γ. Σιάντος στην Κατοχή ηγήθηκε του λαμπρού εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα που έκανε το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ και φυσικά έχει τις βαριές ευθύνες των τραγικών λαθών που διεπράχτηκαν και ουσιαστικά οδήγησαν αυτό το λαμπρό κίνημα στη σφαγή των Δεκεμβριανών. Δεν ήταν προδότης όπως τον χαρακτήρισε αργότερα ο Ζαχαριάδης. Απλά οι πλάτες του δεν σήκωναν ένα τέτοιο έργο. Ο Σιάντος ήταν αγράμματος. Κι ακόμα, δεν είχε κάνει για πολύ καιρό σε φυλακές και εξορίες για να διαβάσει κάτι. Ήταν ένας απλός πρακτικιστής, ψημένος  στους συνδικαλιστικούς αγώνες. Αλλά πρέπει να τονίσουμε οτι για τα τραγικά λάθη της Κατοχής την ευθύνη την έχουν κύρια και αποφασιστικά οι Ιωαννίδης και Ρούσος που επέβαλαν αυτήν την τακτική, επικαλούμενοι την επαφή με τη Σοβιετική Ηγεσία.

Ο Γ. Σιάντος έδειξε αρκετή ευρύτητα σκέψης στο διάστημα που ήταν μόνος του στην καθοδήγηση (ως τη στιγμή που βγήκε ο Ιωαννίδης). Τον θεωρούσαν όλοι αντί-Άγγλο. Συγκέντρωνε γύρω του πολλούς διανοούμενους και ουσιαστικά έβαλε τις βάσεις για μια μελέτη από την ηγεσία της ΕΑΜικής Αντίστασης και της Ελληνικής πραγματικότητας. Η_κίνηση αυτή ανακόπηκε από την εμφάνιση του Ιωαννίδη. Οι Ιωαννίδης-Ρούσος έβαλαν το πρόβλημα των θέσεων του 7ου συνεδρίου της Γ’ Διεθνούς, όπου έθετε το καθήκον της δημιουργίας Λαϊκών Μετώπων. Ερμήνευσαν λανθασμένα τις θέσεις αυτές, που αφορούσαν την πριν από τον πόλεμο κατάσταση, όταν ανέρχονταν ο φασισμός και το καθήκον των προοδευτικών δυνάμεων ήταν να ανακόψουν αυτήν την άνοδο του φασισμού. Το  Λαϊκό Μέτωπο γινόταν με όλες τις αντιφασιστικές δυνάμεις. Την εποχή που επαναθέτουν αυτό το πρόβλημα στη χώρα μας η κατάσταση έχει ανατραπεί. Η χώρα έχει κατακτηθεί και ο πολιτικός κόσμος έχει τοποθετηθεί στο πλευρό των κατακτη τών, κρατώντας παράλληλα και κάποια επαφή με τους Άγγλους και την εξόριστη κυβέρνηση. Το πρόβλημα που έμπαινε ήταν απλό: ποιοι θα αγωνιστούν κατά των κατακτητών. Ο παλιός πολιτικός κόσμος της χώρας ή έφυγε στο Κάιρο με την εξόριστη κυβέρνηση ή έμεινε εδώ και συνεργάστηκε με την κυβέρνηση των προδοτών, τις κατοχικές κυβερνήσεις, Τσολάκογλου-Λογοθετόπουλου-Ράλλη. Με τους πολιτικούς αυτούς δεν υπήρχε θέμα συνεργασίας των αντιστασιακών. Η κατοχική ηγεσία, ανάμεσα στην οποία είναι και ο Σιάντος κάνει επίμονο αγώνα να πετύχουν συνεργασία με τον παλιό πολιτικό κόσμο. Είναι τραγικό λάθος. Εκεί που τα πράγματα παίρνουν τραγική μορφή είναι η θέση της απέναντι στους Άγγλους. Ενώ οι Άγγλοι με έργα και με λόγια είναι λυσασμένος εχθρός του λαϊκού κινήματος, η κατοχική ηγεσία επιμένει στη συμπαράταξη με τους Άγγλους. Αγωνίζονταν να πείσουν τους Άγγλους ότι ο ΕΛΑΣ είναι τμήμα του Συμμαχικού Στρατού και ότι έπρεπε να  ενταχθεί σ’ αυτόν. Αγωνίζονταν να εντάξουν τον ΕΛΑΣ στον αγγλικό στρατό, να παίρνει διαταγές από τους Άγγλους. Οι Άγγλοι αρνούνται επίμονα στην αρχή. Ξαφνικά άλλαξαν στάση όταν έμαθαν ότι έφτανε Γιουγκοσλαβική αποστολή στα ,ελληνικά βουνά. Οι Άγγλοι φοβήθηκαν ότι θα προσχωρούσε ο ΕΛΑΣ στο Βαλκανικό Σύμφωνο και έσπευσαν να εντάξουν τον ΕΛΑΣ στο Στρατό Μ. Ανατολής. Φυσικά απαιτούσαν να εκτελεί τις εντολές του ΣΜΑ. Όταν ο κίνδυνος του Βαλκανικού παρείλθε, οι Άγγλοι στράφηκαν ακόμα πιο βίαια κατά του ΕΛΑΣ. Κι όμως η Κατοχική ηγεσία επέμεινε να ζητάει την ένταξη του στο συμμαχικό στρατό(!) Όταν οι Άγγλοι διαπίστωσαν ότι παρά την απόφασή τους δεν μπορούσαν να χτυπήσουν τον ΕΛΑΣ και ότι σε μια στιγμή- όταν ο Τίτο δημιούργησε ελεύθερη κυβέρνηση στα τέλη του 1943 αρχές 1944 – το ΚΚΕ και το ΕΑΜ προχωρούν στην συγκρότηση της ΠΕΕΑ (της Κυβέρνησης του Βουνού), οι Άγγλοι στήνουν την παγίδα του Λιβάνου. Καλούν το ΕΑΜ σε μια «Πανεθνική Συνδιάσκεψη», που θα αποφάσιζε για τη δημιουργία μιας Εθνικής Κυβέρνησης. Και τότε η κατοχική ηγεσία του ΚΚΕ, παρά τη δύναμη που είχε η ΠΕΕΑ και παρά το ότι τους καλούσαν να πάρουν μέρος με 5 αντιπροσώπους σε μια σύσκεψη από τριάντα αντιπροσώπους, όλοι εκτός των 5, φανατικοί αντικομμουνιστές, δέχεται να πάει στο Λίβανο και να διαλύσει την ΠΕΕΑ. Ήταν μια πράξη παράδοσης του λαικού κινήματος στους Άγγλους. Την ευθύνη αυτή την απέδωσε ο Ζαχαριάδης στο Σιάντο, ενώ δεν είναι δική του ή καλύτερα δεν είναι μόνο δική του. Ουσιαστικά την ευθύνη γι’ αυτή την τραγικά εγκληματική πράξη την έχει ο Ιωαννίδης και ο Ρούσος. Ο Ιωαννίδης, ως Πυθία προσπαθεί να μαντέψει τις προθέσεις της ΕΣΣΔ. Στις 25/3/1944 ο Στάλιν έστειλε το τυπικό ευχητήριο μήνυμα για την εθνική μας γιορτή στο βασιλιά. Ο Ιωαννίδης ερμήνευσε το μήνυμα αυτό ως θέληση της ΕΣΣΔ να ενταχθούν και αυτοί στην Κυβέρνηση του Κάιρου. Έτσι αποφασίζεται να σταλεί αντιπροσωπεία στο Λίβανο, (βλ. Ιωαννίδη «Αναμνήσεις» σελ. 244-246).

Ο Σιάντος και όλη η ΚΕ του ΚΚΕ επιμένουν και επιφορτίζουν την αντιπροσωπεία (Π. Ρούσο-Μιλ. Πορφυρογιάννη) γραπτές εντολές ότι δεν θα συμφωνήσουν σε καμιά λύση αν δεν πάρει το ΕΑΜ το 50,1% των εδρών της Εθνικής Κυβέρνησης. Κι όμως ο Π. Ρούσος ο ένας των καθοδηγητών του ΚΚΕ, μόλις έφτασε στο Λίβανο έγραψε στα παλιά του τα παπούτσια τις γραπτές εντολές και ξεπούλησε ολοκληρωτικά το κίνημα στους Άγγλους, φτάνοντας ως την έσχατη χυδαιότητα να στείλει στον Τσόρτσιλ ένα δουλικότατο τηλεγράφημα! Ο Σιάντος και η ηγεσία στην Ελλάδα κατάγγειλαν τον Π. Ρούσο. Ο Ιωαννίδης δέχεται την καταγγελία. Και όμως, μόλις επιστρέφει ο Ρούσος τα πράγματα αλλάζουν. Ο Ρούσος υποστηρίζει στον Ιωαννίδη ότι ήρθε σε επαφή με την καθοδηγηση ΚΚΣΕ και ενέκριναν τη θέση του. Ο Ιωαννίδης αλλάζει στάση και υποστηρίζει το Ρούσο. Και όταν ο Σιάντος θα επιμένει να δικαστεί για προδοσία ο Ρούσος, ο Ιωαννίδης θύμωσε τόσο πολύ που απείλησε να τραβήξει πιστόλι. Ο Σιάντος υπόκυψε. Καθοδήγηση ήταν ο Ιωαννίδης. Έπρεπε να πειθαρχήσει.

Παρόλο που ο Σιάντος δεν ενέκρινε τελικά τη συμφωνία του  Λιβάνου, όλοι φόρτωσαν τις ευθύνες σ’ αυτόν. Στην Γ’ συνδιάσκεψη του ΚΚΕ (1950) όταν το ΚΚΕ υπό την καθοδήγηση του Ζαχαριάδη θα βγάλει προδότη και χαφιέ το Σιάντο, ο  Ιωαννίδης και ο Ρούσος θα ρίξουν την κατηγορία της προδοσίας του Λιβάνου στο Σιάντο, σ’ αυτόν που την καταπολέμησε.

Με το Λίβανο το ΚΚΕ και το λαϊκό κίνημα οδηγείται στην καταστροφή. Ο Ιωαννίδης θα δικαιολογήσει τη μεταστροφή του με τον ερχομό στη χώρα μας μιας ρωσσικής αποστολής υπό τον Ποπόφ και Τσερνίτσεφ (Βλ. Γ. Ιωαννίδη «Αναμνήσεις» σελ. 249-254). Η συμμετοχή στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας με μια μειοψηφία σε μια συντριπτική πλειοψηφία παθιασμένων αντικομμουνιστών ήταν παράδοση «άνευ όρων» ολόκληρου του κινήματος στους δηλωμένους εχθρούς του.

Ύστερα ήρθε η σειρά της Καζέρτας. Και πάλι τις ευθύνες τις φόρτωσαν στο Σιάντο, παρόλο που και τώρα οι εντολές στο Ζεύγο ήταν να μην κάνει καμιά υποχώρηση. Για άλλη μια φορά ο Ιωαννίδης θα καλύψει το ακόμα χειρότερο ξεπούλημα που έκανε ο Ζεύγος στην Καζέρτα. (Βλ. Γ. Ιωαννίδη «Αναμνήσεις» σελ. 273-283),

Αυτό που θα μπορούσαμε να καταλογίσουμε στο Σιάντο είναι ότι ο ίδιος δεν ήταν ικανός να κάνει πολιτικές εκτιμήσεις και τελικά σερνόταν σε ότι του πρότειναν. Ο Ιωαννίδης χρησιμοποίησε το μαστίγιο της κομματικής πειθαρχίας, για να εξαναγκάζει το Σιάντο να ακολουθεί αποφάσεις που δεν ενέκρινε. Δεν είχε τη δύναμη να αντισταθεί. Δεν είχε τη δύναμη να συλλάβει πολιτικά νοήαατα. Ήταν ένα συνδικαλιστικό-ορνανωτικό στέλεχος κατάλληλο να εκτελεί εντολές και όχι να παίρνει αποφάσεις. Και είχε όλα τα θετικά και αρνητικά ενός εκτελεστικού οργάνου.

Αυτό που πρέπει να τονίσουμε είναι ότι ο Σιάντος στην Κατοχή έδειξε πολύ άσχημο προσωπικό χαρακτήρα και εκδικητική μανία. Εκτέλεσε «εν ψυχρώ» όλους όσους είχαν εκφραστεί εναντίον του. Έτσι ο Σκαφίδας, που μετά τη δήλωση του είχε αφεθεί ελεύθερος, εκτελέστηκε, γιατί είχε πει ότι ο Σιάντος είναι προδότης. Την ίδια τύχη θα έχει και ο Π. Δαμασκόπουλος για τους ίδιους λόγους. Η εκδικητική του μανία επεκτείνεται σε κάθε έναν που μπορεί να του αμφισβητήσει την ηγετική του θέση.

Εκεί που ο χαρακτήρας του τον οδήγησε σε πραγματικά ολισθήματα είναι η πίστη του σε ανθρώπους που κατά την εκτίμησή του είχαν γνώσεις και κρίσεις. Έτσι θα πέσει θύμα του Ευρ. Μπακιρτζή, του ανθρώπου της Ιντελιτζενς Σέρβις, με καταστροφικές συνέπειες για το ίδιο το κίνημα, όπως ο Ιωαννίδης είναι το θύμα του άλλου ανθρώπου των Άγγλων, του Αλ. Σβώλου, που θα τον πείσει τελικά να δεχθεί να σταλεί η αντιπροσωπία στο Λίβανο.

Ο Σιάντος δεν πήρε την προσωπική απόφαση που να μπορεί να χαρακτηρισθεί προδοσία. Έχει όμως μεγάλες ευθύνες για την εξέλιξη του λαϊκού κινήματος στην Κατοχή γιατί, τυπικά τουλάχιστον ήταν ο επικεφαλής του ΚΚΕ και του λαϊκού κινήματος. Εκεί που έχει πραγματικά μεγάλες  ευθύνες είναι τα Δεκεμβριανά του 1944. Και αυτό όχι στην απόφαση να συρθούμε στα Δεκεμβριανά, όσο στον τρόπο που εξελίχτηκαν. Εδώ η ευθύνη του είναι απόλυτη. Από τη στιγμή που καταργεί το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ και διώχνει τους φυσικούς ηγέτες του, το Σαράφη και τον Άρη (τους στέλνει ενάντια στον Ζέρβα) και αναλαμβάνει ο ίδιος αρχιστράτηγος των Δεκεμβριανών, συγκροτώντας την ΚΕ του ΕΛΑΣ από δύο αξιωματικούς (Μάντακα και Χατζημιχάλη) που δεν διέθεταν στρατιωτικές ηγετικές ικανότητες, είναι υπεύθυνος για όλα.

Η απόφαση για τα Δεκεμβριανά πάρθηκε από το Π.Γ. στις 27 /προς της 28/11/1944. Το μεσημέρι αντιπροσωπία του ΚΚΕ και του ΕΑΜ από τους Ζεύγο, Σβώλο και Τσιριμώκο, επισκέφτηκαν τον Γ. Παπανδρέου και του έδωσαν ένα κείμενο που θα οδηγούσε στην αποστράτευση του ΕΛΑΣ, χωρίς να οδηγηθούμε σε σύγκρουση. Και ενώ όλα έδειχναν ότι λυνόταν κατά ένα τρόπο αυτό το θέμα (και λυνόταν με βάση το νόημα που είχε η Καζέρτα και ο Λίβανος, δηλαδή με ένα είδος παράδοσης), το βράδυ της ίδιας μέρας το Π.Γ. του ΚΚΕ συνεδριάζει και αναιρεί τη θέση του.Πρόσχημα για την αναίρεσή τους αυτή στάθηκε κάποια διατύπωση στην ανακοίνωση του Γ. Παπανδρέου για τη συμφωνία. Έχουν πάρει την πληροφορία ότι κάπου στα τέλη Δεκέμβρη 1944 θα συνερχόταν η Συνδιάσκεψη των Μεγάλων. Έκριναν ότι θα μπορούσαν με διάφορα μέσα να αναβάλουν την παράδοση των όπλων ως τη σύγκληση της Συνδιάσκεψης!  Την πρόταση για την τακτική αυτή την κάνει ο Δ. Παρτσαλίδης. Ή ΓΓ δέχεται την άποψη αυτή. Μα η πράξη αυτή συνάντησε τη βίαιη αντίδραση του Τσόρτσιλ που έδωσε εντολή στο Σκόμπυ να φερθεί σαν σε «κατεχόμενη χώρα». Τα πράγματα μοιραία οδηγούν σε αναμέτρηση. Άγγλοι και Παπανδρέου τραβάνε το σκοινί. Η ηγεσία του ΚΚΕ (ας σημειωθεί ότι σ’ αυτές τις συζητήσεις δεν συμμετέχει ο Ιωαννίδης, γιατί είναι άρρωστος και την ευθύνη της καθοδήγησης έχει ο Π. Ρούσσος), γλυστράει ακόμα μια φορά. Οι ΕΑΜικοί υπουργοί παραιτούνται από την κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας και το ΚΚΕ οργανώνει συλλαλητήρια. Τα συλλαλητήρια τα χτυπάνε και αρχίζει η σύγκρουση. Ο Σιάντος έχει τις ευθύνες του στις μοιραίες αυτές αποφάσεις, αλλά η εισήγηση δεν είναι δική του. Ακολουθεί το Π.Γ. γιατί δεν μπορεί να έχει γνώμη. Μα ενώ δεν έχει ουσιαστικά γνώμη, αλλά σέρνεται στην απόφαση, ανακηρύσσει τον εαυτό του σε στρατάρχη και φυσικά τα κάνει θάλασσα. Εδώ αναμφίβολα οι ευθύνες του είναι απόλυτες. Μεγάλες είναι οι ευθύνες του και στο χειρισμό του ζητήματος στη συνάντηση του μέ τον Τσόρτσιλ (Χριστούγεννα του 1944) και ακόμα πιο μεγάλες στην υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας 12/12/1945.

Ο Σιάντος θα παραμείνει στη θέση του γραμματέα της ΚΕ του ΚΚΕ ως την άφιξη του Ζαχαριάδη (τέλη του Μάη 1945). Με την άφιξη του Ν. Ζαχαριάδη, όλοι -και ο Σιάντος- καταθέτουν τα πάντα μπροστά του. Τυπικά είναι γραμματέας της ΚΕ του ΚΚΕ ως το 7ο Συνέδριο. Στο 7ο Συνέδριο θα παρα μείνει στο Π.Γ. αλλά ουσιαστικά ο Ν.Ζαχαριάδης τον έχει παραμερίσει. Ο Σιάντος δεν ενημερώνεται για την απόφαση προς τον ένοπλο αγώνα. Ο Ζαχαριάδης τον θεωρεί πια χαφιέ και τον απομονώνει. Του ζητάει να βγει έξω, αλλά ο Σιάντος φαίνεται να υποψιάζεται κάτι και δυστροπεί. Ο Σιάντος έχει καταλάβει ότι τον παραμέρισαν και φοβάται να μην έχει και αυτός την τύχη που επιφύλαξε ο ίδιος στο Σκαφίδα και Δαμασκόπουλο στην Κατοχή. Αρνείται να βγει έξω με διάφορα προσχήματα. Τελικά πέθανε από καρδιακή προσβολή στην Αθήνα_και θάφτηκε εδώ το 1947.

Στην Γ’  Συνδιάσκεψη ο Ζαχαριάδης προκειμένου να αποφύγη την κριτική για τον Εμφύλιο Πόλεμο κατηγορεί για προδοσία την ηγεσία της Κατοχής και χαρακτηρίζει χαφιέ και προδότη το Σιάντο. Έντρομα τα στελέχη της κατοχής σπεύδουν να επικροτήσουν τον αρχηγό για να προστατέψουν τον εαυτό τους. Οι πιο κυνικοί σ’ αυτό το παιχνίδι είναι ο Ιωαννίδης και ο Ρούσος που γνώριζαν τα πράγματα.

Μετά την καθαίρεση και τη διαγραφή του Ν. Ζαχαριάδη, αποκατάστησαν σιωπηρά το Σιάντο χωρίς να το ανακοινώσουν επίσημα. Ο αναγνώστης τώρα γνωρίζει ότι όλες οι κατηγορίες ήταν αβάσιμες. Ο Ζαχαριάδης το 1950 γνώριζε τη δημοσίευση του Αρχείου της Ασφάλειας, αλλά το αγνόησε. Χρειαζόταν ένα θύμα για να πιθαναγκάσει τους άλλους να συνταχθούν με τις απόψεις του. Έτσι αν ο Σιάντος ήταν χαφιές, όλα τα στελέχη της ηγεσίας της Κατοχής ήταν αυτοδύναμα ύποπτα. Όποιος τολμούσε να μιλήσει θα εξοντωνόταν πολιτικά.

*

Δείτε επίσης: https://anemourion.blogspot.gr/2016/01/blog-post_59.html

Advertisements

1 thought on “Υπεράσπιση Σιάντου”

  1. Μια αγράμματη καθοδήγηση
    Τί θα μπορούσε κανείς γενικά να πει για το Γ. Σιάντο, σαν πολιτικό ηγέτη; Μα ότι δεν υπήρξε ποτέ πολιτικός και πολύ περισσότερο ηγέτης! Δεν ήταν σε θέση να μελετήσει πολιτικά ένα φαινόμενο και με βάση τα στοιχεία που υπήρχαν να βγάζει πολιτικά συμπεράσματα. Αντικειμενικά, δεν είχε τα προσόντα να ηγηθεί ενός κινήματος σαν κι αυτό της Κατοχής. Και το δυστύχημα είναι ότι κανένα από τα ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ στα χρόνια εκείνα δεν είχε τέτοιες ικανότητες… Οι άνθρωποι που κατείχαν τότε τα ανώτατα κομματικά πόστα ανήκαν στον οργανωτικό μηχανισμό του ΚΚΕ. Ηταν αρκετά επιδέξιοι στο να «στήνουν» οργανώσεις και να μεταφέρουν στη «βάση» τη «γραμμή» που έπαιρναν από το κεντρικό όργανο. Μπορούσαν ακόμα —το πολύ— να κατανοήσουν τις αντιδράσεις των μαζών και να τις διοχετεύσουν στα επιθυμητά κανάλια. Δεν ήταν όμως σε θέση να μελετήσουν συνολικά την κατάσταση, να βγάλουν συμπεράσματα και να χαράξουν σωστή πολιτική. Ο Γ. Ιωαννίδης, στην εξουθενωτική για τον ίδιο αυτοβιογραφία του (την έγραψε το 1951 κάτω από την απειλή της άμεσης διαγραφής του από το κόμμα —τελικά δεν την απέφυγε) ομολογεί μερικές βασικές αλήθειες. Αλήθειες που ισχύουν για τον ίδιο και πολύ περισσότερο για το Σιάντο. Και λέω «περισσότερο για το Σιάντο», επειδή ο Ιωαννίδης είχε μια στοιχειωδέστατη πολιτική κατάρτιση. Όντας κρατούμενος στην Ακροναυπλία είχε παρακολουθήσει μερικές κομματικές «διαλεξούλες» (οπωσδήποτε πρωτόγονες και συνήθως λαθεμένες), που κάτι του είχαν αφήσει. Αντίθετα, ο Σιάντος δεν είχε καμιά ιδεολογική κατάρτιση κι ήταν αγράμματος. Να όμως ποιες είναι οι «ομολογίες» του Ιωαννίδη: «Βασική, κύρια, πρωταρχική αιτία όλων των αδυναμιών, ελλείψεων και λαθών, που παρουσίασα στη δουλεία μου σ’ όλη την κομματική μου σταδιοδρομία και κυρίως των λαθών μου στην περίοδο της πρώτης κατοχής είναι η σοβαρή ανεπάρκεια μου στη θεωρητική, μαρξιστική-λενινιστικη κατάρτιση» μου. Την εξαιρετικά μεγάλη μου αυτή αδυναμία την ένιωσα βαθιά, κυρίως στα τελευταία δέκα χρόνια. Δυστυχώς παρά το γεγονός ότι ένιωσα την αδυναμία μου αυτή και καταλάβαινα πόσο δυσκολευόμουνα στην όλη μου κομματική καθοδηγητική δουλειά και τις συνέπειες που έχει στη μελέτη και αντιμετώπιση των προβλημάτων του κινήματος, δεν έκανα ό,τι θα μπορούσα να κάνω για να μειώσω τις ελλείψεις μου στον τομέα αυτόν. Ένας απαράδεκτος πρακτικισμός κυριαρχούσε στη δουλειά μου. Δεν μπόρεσα να επιβληθώ στον εαυτό μου πάνω στο ζήτημα αυτό. Δεν μπόρεσα να καταλάβω πόσο τρομερές συνέπειες θα είχε στην έκβαση της επανάστασης η ανεπάρκεια μου αυτή. Αυτό δείχνει πόσο υποτιμούσα τη θεωρητική μου κατάρτιση και πόση αυτοϊκανοποίηση ένιωθα με την πείρα που συγκέντρωνα απ’ τη μακρόχρονη πρακτική κομματική δουλειά, την οποία τόσο εσφαλμένα υπερεκτιμούσα. Αυτό ήταν και η κύρια αιτία που μ’ εμπόδισε να κάτσω κάτω και να στρωθώ να μελετήσω συστηματικά, έστω κι αυτά τα λίγα κλασικά έργα του μαρξισμού-λενινισμού, που είχαν εκδοθεί στα ελληνικά. Άλλη, πολύ σοβαρή αδυναμία που έχω και που δεν είναι συντελεστική- για ένα καθοδηγητικό στέλεχος του κόμματος, είναι η μεγάλη δυσκολία μου στο γράψιμο. Αυτή μου η αδυναμία μεγάλωνε στα τελευταία χρόνια, που τα νεύρα μου έχουν σπάσει περισσότερο. Φυσικά και γι αυτή μου την αδυναμία φέρνω ακέραια την ευθύνη, γιατί απ τα παλιά ακόμη χρόνια δε φρόντισα να συνηθίσω να γράφω, δεν έβαλα στον εαυτό μου αυτό το κομματικό καθήκον».
    Άλλο συνδικαλιστής κι άλλο πολιτικός ηγέτης
    Η ουσία των τραγικών λαθών της Κατοχής βρίσκεται σ’ αυτό ακριβώς το σημείο, που επισημαίνει ο Ιωαννίδης: στην αγραμματοσύνη της ηγεσίας του ΚΚΕ. Ο Σιάντος αδυνατούσε να εξετάσει επιστημονικά τα πολιτικά δεδομένα της διαρκώς μεταβαλλόμενης κατάστασης, και δεν μπορούσε να ανταποκριθεί», σαν ηγέτης, στις τεράστιες ευθύνες του τιτάνιου εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Κι αυτή είναι η αιτία των δεινών, που η ηγεσία του Σιάντου, επισώρευσε στο πλατύ λαϊκό κίνημα της Αντίστασης, αλλά και στο ίδιο το ΚΚΕ. Το ίδιο κακό άλλωστε —και για τις ίδιες αιτίες— προκάλεσε και η ασχετότητα των άλλων μελών του ΠΓ του κόμματος… Ο Γ. Σιάντος ήταν ένας πρακτικιστής-συνδικαλιστής, ήταν δηλαδή ο πιο ακατάλληλος άνθρωπος για την ηγεσία ενός κόμματος της εμβέλειας και της φύσης του ΚΚΕ. Συνδικαλιστική νοοτροπία και ηγετικό πολιτικό πόστο είναι πράγματα αντιφατικά και ασυμβίβαστα. Η σκέψη του συνδικαλιστή — αντικειμενικά— κινείται μέσα στα πλαίσια της υπάρχουσας κοινωνικής και πολιτειακής πραγματικότητας. Έχει συντεταγμένες και όρια. Και από την άποψη αυτή ο συνδικαλιστής λειτουργεί —θέλει δε θέλει— σαν οργανικό στοιχείο της δεδομένης κατάστασης. Διεκδικεί βελτιώσεις της θέσης των εργατών ή οποιασδήποτε άλλης τάξης ή στρώματος (ακόμα κι οι κεφαλαιούχοι συνδικαλίζονται σήμερα) και δεν μπορεί να διαρρήξει —στο σύνολο της—την καθορισμένη τάξη πραγμάτων. Ο Σιάντος, σαν ικανότατος συνδικαλιστής, μπορούσε να μανουβράρειται μέσα στις καταστάσεις και να έχει επιτυχίες. Τα άλλα στελέχη του ΚΚΕ, απόφοιτοι της ίδιας συνδικαλιστικής «σχολής» δεν μπορούσαν να αρνηθούν αυτή του τη δεξιοτεχνία και, φυσικά, δεν μπορούσαν να του αντιταχθούν σε πολιτική βάση… Κι εδώ ας ξεκαθαρίσουμε το εξής. Ο πολιτικός πρέπει να είναι πάνω από τη συνδικαλιστική νοοτροπία. Οι πολιτικές λύσεις, ακόμα και μέσα στο υπάρχον κοινωνικό σύστημα, δεν ταυτίζονται μηχανιστικά με τα συμφέροντα μιας τάξης, μιας κατηγορίας, αλλά πρέπει να αναφέρονται στο σύνολο της κοινωνίας, με τα αντιφατικά και κατά κανόνα ανταγωνιστικά συμφέροντα. Εδώ δεν χωράει πρακτικισμός. Χρειάζονται γνώσεις και ικανότητα σύνθεσης, πράγματα που προϋποθέτουν μελέτη και εξυπνάδα. Πράγματα που έλειπαν τόσο από το Σιάντο, όσο κι από τα στελέχη του ΚΚΕ στην Κατοχή. Ο Σιάντος προσπαθούσε ν αντιμετωπίσει τα πελώρια προβλήματα της Αντίστασης, όπως παλιότερα είχε αντιμετωπίσει τις καπνεργατικές διεκδικήσεις. Αυτό μόνο γνώριζε κι αυτό μόνο μπορούσε να κάνει. Γι’ αυτό και σύρθηκε πίσω από το έξυπνο παιχνίδι των παμπόνηρων πολιτικών του αστικού κόσμου και των Άγγλων. Δεν ήταν ούτε «προδότης» ούτε «χαφιές» κανενός, αλλά απλώς μια μετριότητα, που είχε εξφενδονιοτεί στην ηγεσία του μεγαλύτερου κινήματος της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.
    Πού οφείλονται οι πρώτες μεγάλες επιτυχίες του ΚΚΕ
    Κι εδώ λέμε με βεβαιότητα: κατά την πρώτη φάση της Κατοχής —οπότε τη χώρα μάστιζε η πείνα— το ΚΚΕ σίγουρα αναδείχτηκε σε ηγετική δύναμη του λαϊκού κινήματος κι έδοσε σωστά τη μάχη για την επιβίωση των μαζών. Αυτό οφείλεται στο ότι η φύση του αγώνα εκείνου είχε κυρίως συνδικαλιστικό χαρακτήρα κι ήταν στα «μέτρα» των ικανοτήτων του ΚΚΕ. Ακόμα κι ο ανεπαρκέστατος Τσίπας έκανε σωστή δουλειά… Οι κομμουνιστές —τότε— κατόρθωσαν να μπουν επικεφαλής των λαϊκών επιτροπών και να καθοδηγήσουν αποτελεσματικά του διεκδικητικούς λαϊκούς αγώνες. Έτσι έσωσαν τον κόσμο (ιδιαίτερα στην Αθήνα) από τη φυσική εξόντωση που φέρνει η πείνα. Στον τομέα αυτό, ο Σιάντος αναδείχτηκε σε πραγματικό ηγέτη. Έδρασε με ευρύτητα πνεύματος —με βάση τη συνδικαλιστική – πρακτικιστική του εμπειρία— και πέτυχε του στόχους του. Κατόρθωσε να αξιοποιήσει κάθε παρουσιαζόμενη ευκαιρία, κάθε συλλογική προσπάθεια και τελικά οργάνωσε τεράστιο αριθμό αγωνιστών μέσα στο ΕΑΜ. Πρέπει ακόμα να ομολογήσουμε ότι στη δική του τακτική οφείλεται η σχηματοποίηση, όχι μόνο της ιδέας των οικονομικών διεκδικήσεων, αλλά και η ιδέα της παράθεσης βίας στη βία του καταχτητή. Αντιμετώπισε, τέλος, με επιτυχία τα προβλήματα της επιστράτευσης (μόνο η Ελλάδα δεν έστειλε «εθελοντές» στο ρωσικό μέτωπο, από όλες τις κατεχόμενες χώρες) και της επέκτασης των Βουλγάρων στα ελληνικά εδάφη της Μακεδονίας. Όλες όμως —κι ας μην το ξεχνούμε αυτό— οι επιτυχίες του εντάσσονταν στα πλαίσια των συνδικαλιστικών εκείνων ικανοτήτων που είχε, ικανοτήτων που δε θα έβρισκαν τελικά το πολιτικό του διέξοδο. Περισσότερο σύνθετη ήταν η δουλειά της δημιουργίας Λαϊκού Στρατού. Ο Σιάντος είχε, εδώ, την εξυπνάδα να μην πάρει μεγάλες πρωτοβουλίες και ν αφήσει σε άλλους, ικανότερους, τα σχετικά καθήκοντα. Κι είναι γεγονός αναμφισβήτητο, ότι μέσα στις σκληρές συνθήκες της Κατοχής, αναδείχτηκαν λαϊκοί στρατιωτικοί ηγέτες, που ο Σιάντος δεν του έφραξε το δρόμο.
    Η πολιτική ανικανότητα του Σιάντου
    Εκεί που δεν μπόρεσε ούτε καν να σταθεί στα πόδια του είναι στα καθαρά πολιτικά προβλήματα, όπου εμφανίζεται σα ζαλισμένο μαθητούδι, μπροστά στον απαιτητικό δάσκαλο. Και τα ερωτήματα γι αυτόν είναι πολλά: Ποιος είναι ο χαρακτήρας του πολέμου; Ποιο είναι το νόημα του αντιφασιστικού μετώπου; Ποια φύση έχει η συμμαχία ΕΣΣΔ — Δυτικών Δυνάμεων; Ποια πολιτικά προβλήματα βάζει η Εθνική μας Αντίσταση; Ποιες πρέπει να είναι οι σχέσεις του ΚΚΕ με τα αστικά κόμματα και τις άλλες αντιστασιακές δυνάμεις; Εδώ ο Σιάντος τα κάνει «θάλασσα». Νιώθει την ανεπάρκεια του να χειριστεί αυτά τα πολύπλοκα προβλήματα κι αφήνει ανεξέλεκτα του διανοούμενους της Αριστεράς να βγάλουν συμπεράσματα και να διαμορφώσουν θέσεις. Και το κακό είναι ότι δεν μπορεί —όπως άλλωστε κι ο Ιωαννίδης— να καταλάβει τη σημασία των αναλύσεων διανοούμενων του κύρους του Γληνού (πού οπωσδήποτε κι αυτές ήταν —σε πολλά σημεία— προβληματικές).

    ΠΛΑΤΕΙΑ ΚΑΝΙΓΓΟΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1944
    Έτσι διαμορφώνονταν μια παράλογη κατάσταση: το κόμμα βομβαρδίζεται με πληθώρα αντιφατικών αναλύσεων κι εκτιμήσεων, χωρίς να έχει την ικανότητα να τις συνθέσει πολιτικά και να ξέρει τι δρόμους θ’ ακολουθήσει… Το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν τότε; τι νόημα , είχε η Εθνική Αντίσταση και τί προοπτικές εμφανίζονταν για το λαϊκό κίνημα και την Αριστερά, μέσα από τον αντιφασιστικό αγώνα. Η σκέψη του Σιάντου και του Ιωαννίδη (όπως και όλης της τότε ηγεσίας του ΚΚΕ) είναι μπλοκαρισμένη σε προπολεμικά πρότυπα· στα πρότυπα των Λαϊκών Μετώπων, που η Διεθνής είχε θεωρήσει σαν τη μοναδική απάντηση στη φασιστική απειλή.
    Η ιστορία… δεν επαναλαμβάνεται
    Η Εθνική Αντίσταση όμως, ενώ τυπικά εμφανίζεται σαν μια ιδιόρρυθμη προέκταση των προπολεμικών λαΐκομετωπικών προτύπων (συμμαχία της εργατικής τάξης με το προοδευτικό τμήμα της αστικής τάξης, ενάντια στο φασισμό) είναι κάτι τελείως διαφορετικό. Και ποια ήταν η διαφορά; Η αντικειμενική αποτυχία των Λαϊκών Μετώπων (σ’ ότι τουλάχιστον αφορά την αποτροπή της φασιστικής επίθεσης και του πολέμου) δημιουργεί νέα προβλήματα για το κομμουνιστικό κίνημα, μια και παρουσιάζονται αναγκαιότητες αναδόμησης των σχέσεων του με τις άλλες κοινωνικές δυνάμεις και του επίσημους εκφραστές τους. Σχέσεων, που δεν μπορούν πια να εκφράζονται με συμφωνίες «κορυφής». Αυτό το βασικό πρόβλημα δεν μπόρεσε ούτε να το καταλάβει κι ούτε φυσικά να το λύσει η ηγεσία του ΚΚΕ στην Κατοχή.

    ΟΔΟΣ ΔΙΔΟΤΟΥ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1944
    Στάθηκε δέσμια μιας μηχανιστικής αντίληψης για τη συμπαράταξη των πολιτικών δυνάμεων ενάντια στον καταχτητή και δεν κατόρθωσε να συλλάβει αυτό το πολύ απλό πράγμα: ότι μια βαθειά αλλαγή γινόταν μέσα στους κόλπους της ελληνικής κοινωνίας· οι τεράστιες μάζες λαού που εντάσσονταν στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ ουσιαστικά αποδεσμεύονταν από την επιρροή των προπολεμικών πολιτικών δυνάμεων, οι ηγέτες των οποίων έπαυαν ν’ ασκούν οποιαδήποτε επιρροή στις εξελίξεις και «μπαίνουν στη γωνία». Ο Σιάντος και η υπόλοιπη ηγεσία του ΚΚΕ στην Κατοχή —φορείς προπολεμικών αντιλήψεων— δεν ακούει τίποτα από το θόρυβο των μεγάλων αλλαγών. Αγωνίζονται να συγκροτήσουν μέτωπο με «σκιές» του παρελθόντος, με ανθρώπους και φορείς που η ίδια η ιστορική πραγματικότητα είχε αφήσει πίσω. Κι αυτό το λάθος θα σταθεί μοιραίο.
    Οι ζαχαριαδικότεροι του Ζαχαριάδη
    Ο Ζαχαριάδης, μετά τον πόλεμο, θα βγάλει πολλές «αριστερές κορώνες» για να καταγγείλει τα λάθη και μάλιστα να τα ονομάσει «προδοσία». Όμως —για την ώρα— εντοπίζει την «προδοσία» στον «πράκτορα» Σιάντο και φροντίζει «επιμελώς» να μη ρίξει τέτοιες ευθύνες στα άλλα μέλη του ΠΓ του ΚΚΕ. Και εύλογη η απορία: κι αν ακόμα ο Σιάντος ήταν «προδότης» τα άλλα μέλη της κομματικής καθοδήγησης τί έκαναν; Τί έκανε ο Μπαρτζώτας, ο Γούσιας, ο Βλαντάς, ο Κολλιγιάννης; Τί έκαναν αυτοί που στην Γ’ Συνδιάσκεψη του 1950, ζαχαριαδικότεροι του Ζαχαριάδη, κατάγγελναν σαν «χαφιέδες» τον Βαφειάδη και τον Παρτσαλίδη; Τι έκαναν αυτοί, που το 1952, θα διαγράψουν (Γ’ πλατιά ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ) μέχρι και τον Ιωαννίδη;

    ΑΘΗΝΑ ΔΕKΕΜΒΡΙΟΣ 1944
    Tα συγκεκριμένα λάθη που επικαλείται ο Ζαχαριάδης σαν στοιχεία «προδοσίας» του Σιάντου, δεν αφορούν μόνο τον ίδιο, αλλά όλη την κατοχική ηγεσία του ΚΚΕ, μια ηγεσία που είχε αποδείξει πλήρη ανικανότητα να λειτουργήσει σαν πολιτικό όργανο. Μέσα στο σύνολο αυτό, ο Σιάντος είναι επωμισμένος με δυσβάστακτες ευθύνες, που —όπως λέει κι ο Ιωαννίδης— δεν μπορούσε να ελέγξει, μια και του έλειπε το πολιτικό αισθητήριο. Σίγουρα, μεθυσμένος από την αίγλη του πόστου του, ο Σιάντος προσπάθησε πολλές φορές να παίξει το «μεγάλο ηγέτη». Ολοι άλλωστε οι άνθρωποι περιορισμένης αντίληψης, που βρίσκονται σε σπουδαίες θέσεις, αυταρέσκονται να νιώθουν καταξιωμένοι. Κι αυτός δε θα αποτελούσε εξαίρεση. Έτσι, με «φουσκωμένα τα μυαλά» κάνει πολλές φορές πράγματα του κεφαλιού του…
    Δεν ήταν προδότης
    Αυτό που πρέπει να ξεκαθαριστεί είναι ότι ο αγώνας της Κατοχής δε χάθηκε λόγω κάποιων «κακών» χειρισμών του Σιάντου, λόγω κάποιων «κακών» παρεμβάσεων του σε στρατιωτικές επιχειρήσεις και λαϊκές κινητοποιήσεις. Κι αυτά που αναφέρει ο Μακρίδης στην περίφημη έκθεση του για τα λάθη της Κατοχής δεν αποτελούν και τις αιτίες της ήττας. Η ουσία βρίσκεται στις ανεκδιήγητες πολιτικές αποφάσεις του ΚΚΕ που σύραν το κίνημα σε υποταγή στην αγγλική πολιτική. Κι οι αποφάσεις αυτές καθορίστηκαν από την εκτίμηση όλης της κομματικής ηγεσίας, ότι το λαϊκο-μετωπικό όραμα θα πραγματωθεί μετά από σύμπραξη με τους ηγέτες των παλιών πολιτικών κομμάτων… Και φτάνουμε στις τελικές συνέπειες. Οι πολιτικές εκτιμήσεις της τότε ηγεσίας (κι όχι μόνο του Σιάντου) φτάνουν κάποτε στην τραγική του συγκεκριμενοποίηση: στις συμφωνίες του Λιβάνου και της Καζέρτας, που θα καθορίσουν και την τελική ευθεία για τις συγκρούσεις του Δεκεμβρίου 1944. Οι εξελίξεις αυτές ήταν φυσιολογικές, επειδή ακριβώς η ηγεσία του ΚΚΕ ήταν ανίκανη να λειτουργήσει με πολιτική διορατικότητα. Και το πολύ-πολύ που μπορούμε να δεχτούμε είναι ότι μέσα σ αυτήν την ηγεσία, οι ευθύνες του Σιάντου —σαν ηγέτη— καθώς και του Ιωαννίδη —σαν οργανωτή του ΚΚΕ— ήταν βαρύτερες. Η ευθύνη λοιπόν της καθοδήγησης του ΚΚΕ είναι συλλογική και πολιτική. Ας μην ξεχνούμε —στο κάτω κάτω— ότι το Λίβανο τον υπέγραψε ο Π. Ρούσος και την Καζέρτα ο Γ. Ζεύγος. Οι Σιάντος — Παρτσαλίδης έκλεισαν την αυλαία, υπογράφοντας τη Βάρκιζα.
    ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΡΟΔΑΚΗΣ
    ΤΟΤΕ…
    1983

    (από το σύνδεσμο στο τέλος του [ποστ)

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s