Δεκέμβρης

Ιάσονας Χανδρινός: Ο ΕΛΑΣ στη μάχη της Αθήνας-Δεκέμβρης 1944

671A94ED88756EBB31DA041641341667

Από: ΕΛΑΣ Ο ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ ΤΟΜΟΣ Β

Επιμέλεια: Grenade

Ύστερα από τρία σχεδόν χρόνια σκληρού αντάρτικού αγώνα, ο οποίος τον Οκτώβριο του 1944 κατέληξε στην κατάληψη ολόκληρης σχεδόν της ελληνικής υπαίθρου και των επαρχιακών πόλεων, ο ΕΛΑΣ ήταν ο απόλυτος πρωταγωνιστής και κλήθηκε να δώσει τη μεγαλύτερή του μάχη, αυτή τη φορά για τη διεκδίκηση της εξουσίας. Από τις 4 Δεκεμβρίου του 1944 μέχρι τις 7 Ιανουαρίου του 1945 μαίνονταν οι μάχες στην Αθήνα. Αντιμέτωπες ήταν αφενός οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ και αφετέρου μονάδες του ΒΕΣΜΑ (Βασιλικός ΕΣ Μέσης Ανατολής) και βρετανικές στρατιωτικές δυνάμεις, ενισχυμένες από τα Σώματα Ασφαλείας (Αστυνομία και Χωροφυλακή). Εδώ δεν θα παρουσιάσουμε αναλυτικά τις μάχες, αλλά θα περιοριστούμε σε κάποια συμπεράσματα και κρίσεις που αφορούν την πολεμική παρουσία του ΕΛΑΣ στα Δεκεμβριανά.

Στις σκληρότερες οδομαχίες που γνώρισε ποτέ η πρωτεύουσα, οι αντάρτικες δυνάμεις του βουνού που συμμετείχαν σε αυτές, δηλαδή τα συντάγματα 2ο, 94ο, 7ο. 42ο. 52ο. 6ο. 9ο και 11ο πολέμησαν με πρωτοφανή γενναιότητα, αλλά απέδειξαν και την έλλειψη πείρος σε τέτοιας κλίμακας πολεμική σύγκρουση με επίλεκτες βρετανικές  δυνάμεις, την πειθαρχημένη III Ορεινή Ταξιαρχία και τα βρετανικά άρματα μάχης ήταν δυσανάλογη των δυνατοτήτων ενός ελαφρά οπλισμένου ανταρτικού στρατού. Ίσως το μεγαλύτερο μειονέκτημα του ΕΛΑΣ στα Δεκεμβριανά να ήταν «οικονομικό».  Ένας στρατός ο οποίος βάσιζε την τροφοδοσία και εν γένει την επιμελητειακή του υποστήριξη στις εισφορές των χωρικών της υπαίθρου, ήταν λογικό να υποφέρει αρκετά στις συνθήκες της μάχης της Αθήνας. Η πρωτοφανής για τα δεδομένα του ΕΛΑΣ ανάγκη στρατηγικής συγκέντρωσης ολόκληρων μεραρχιών μέσα σε περιορισμένο χώρο και μαζικής τροφοδοσίας τους αναδείκνυε τις ιδιομορφίες και τις ελλείψεις στη δομή του ΕΛΑΣ. Όπως έχει υπογραμμίσει και ο ιστορικός Γιώργος Μαργαρίτης, έχοντας μάθει να πολεμούν «αποκεντρωμένα» και να τρέφονται από το υστέρημα του αγροτικού κόσμου, από τον οποίο έτσι κι αλλιώς προέρχονταν, οι αντάρτες του ΕΛΑΣ ήταν «φθηνή» πολεμική δύναμη. Όταν κλήθηκαν να πολεμήσουν ως τακτικός στρατός και μάλιστα σε παρατεταμένο πόλεμο φθοράς συνάντησαν ανυπέρβλητες δυσκολίες.

ΕΛΛΕΙΨΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΛΕΙΨΕΙΣ

Η ηγεσία του ΕΛΑΣ δεν είχε πραγματοποιήσει καμία ηθική ή στρατιωτική προπαρασκευή για τη σύγκρουση του Δεκεμβρίου. Είναι αναρίθμητες οι μαρτυρίες σχετικά με την άγνοια κομματικών στελεχών γύρω από το διακύβευμα και την έκταση της σύγκρουσης, ενώ ο βρετανικός παράγοντας και η αναμενόμενη παρέμβασή του δεν λαμβανόταν καν υπόψη. Ο καπετάνιος και κομματικός υπεύθυνος του 34ου Συντάγματος, Γιάννης Αλεξάνδρου (Διαμαντής}, σε σύσκεψη στελεχών στον Ασπρόπυργο μια εβδομάδα πριν από την «ώρα μηδέν» συνιστούσε στους μαχητές να αντιμετωπίζουν τους Βρετανούς «σαν κούτσουρα, σαν να μην υπάρχουν»! Μόλις την 6η Δεκεμβρίου, κατά τη διάρκεια της μάχης στις Φυλακές Συγγρού, έπεσαν οι πρώτοι Βρετανοί νεκροί και αυτό όταν ο ΕΛΑΣίτης διοικητής παραβίασε τη διαταγή και διέταξε τη χρήση πυρός.

Η έκταση του πεδίου της μάχης ήταν ένας ακόμα αρνητικός παράγοντας. Ο ΕΛΑΣ δεν είχε ποτέ δώσει μάχη παραπάνω από το επίπεδο μεραρχίας, και αυτό σε ελάχιστες περιπτώσεις και πάντοτε με σαφές αριθμητικό πλεονέκτημα ή με εξασφαλισμένο το στοιχείο του αιφνιδιασμού και της μαζικής χρήσης πυρός. Στην Αθήνα, ο συντονισμός ολόκληρων συνταγμάτων ήταν σχεδόν αδύνατος, με αποτέλεσμα οι δυνάμεις είτε να διασπώνται σε μικρότερα αποσπάσματα μάχης, οπότε η αποτελεσματικότητά τους παρέμενε περιορισμένη, είτε καθηλώνονταν αναμένοντας διαταγές επίθεσης ή ελιγμού οι οποίες δεν έρχονταν ποτέ. Ο τότε διοικητής λόχου του 34ου Συντάγματος, μόνιμος ανθυπολοχαγός (ΠΒ) Απόστολος Κοκμάδης θυμάται: «Όλο το σύνταγμα κατέβηκε στην Αθήνα αλλά έγινε ένα βασικό τακτικό λάθος. Οι Βρετανοί είχανε μείνει σε δύο γκρούπες: πρώτα, στα ξενοδοχεία «Σέσιλ» και «Πεντελικόν» όπου βρισκόταν το αρχηγείο της RAF (και που έπεσαν αμέσως όταν έφτασαν εκεί οι αντάρτες με αποτέλεσμα να αιχμαλωτιστούν σχεδόν όλοι οι αεροπόροι) και η ανατολική γκρούπα σε Φιλοθέη-Ψυχικό-Σχολή Χωροφυλακής και στη γύρω περιοχή. Φαίνεται ότι αυτή την κατεύθυνση, η τότε διοίκηση του Α’ Σώματος Στρατού την είχε υποτιμήσει… Έκοψαν τη II Μεραρχία σε τρία κομμάτια. Ένα έμεινε υπό τη διοίκηση του Α Σώματος Στρατού, ένα υπό τη διοίκηση της Μεραρχίας και ένα που έμεινε στα μετόπισθεν και δεν ήξερε πού υπαγόταν». Η αποστολή ενισχύσεων από την επαρχία στην Αθήνα πραγματοποιείτο με εξαιρετικά αργό ρυθμό και τελικά με απογοητευτικό τρόπο. Εξαντλώντας τις έτσι κι αλλιώς ασθενικές της εφεδρείες, η ΚΕ του ΕΛΑΣ (που καθοδηγούσε τη σύγκρουση), έριχνε στη μάχη ανεκπαίδευτους μαχητές, ΕΠΟΝίτες καιi εφεδροΕΛΑΣίτες και μάλιστα με το «σταγονόμετρο». Όταν πλέον αποφασίστηκε η κάθοδος των θεσσαλικών και μακεδονικών συνταγμάτων προς τον νότο, οι συσχετισμοί είχαν μεταβληθεί.

Ο αγώνας σε κατοικημένη περιοχή ήταν πρωτοφανής εμπειρία για τους μαχητές του βουνού: «Η μάχη μέσα σε πόλη απαιτεί πρώτα από όλα, καλή αναγνώριση του στόχου. Να μη πας, όπως πηγαίναμε μερικές φορές χωρίς να ξέρουμε τι υπήρχε μπροστά μας. Τρεις δρόμοι ανοίγονταν μπροστά και δεν ήξερες ποιον να ακολουθήσεις. Δεν ήταν θέμα έλλειψης συνδέσμων. Δεν υπήρχε προετοιμασία. Όταν έμπαινες στην Αθήνα, στις ανατολικές περιοχές, δεν ήξερες τι θα συναντούσες. Πολύ περισσότερο όταν τα τμήματα που ήρθαν εδώ ήταν αντάρτες από την περιοχή της Στερεός Ελλάδας που δεν είχαν δει Αθήνα ποτέ στα μάτια τους» (μαρτυρία Απόστολου Κοκμάδη, διοικητή 2ου Λόχου του 1/34 Τάγματος).

Από υλικής πλευράς οι συσχετισμοί ήταν επίσης δυσμενείς. Ο οπλισμός που χρησιμοποιήθηκε από τα τμήματα του ΕΛΑΣ που πολέμησαν στην Αθήνα τον Δεκέμβριο του 1944 δεν ήταν τραγικά ανεπαρκής, εντούτοις η υποτίμηση της  σύγκρουσης, η έλλειψη υλικοτεχνικής προετοιμασίας και η λανθασμένη (ή καθόλου) αναδιανομή των βαρέων όπλων στα τμήματα πρώτης γραμμής διαδραμάτισε αποφασιστικό ρόλο στις μάχες. Για τη μεγαλύτερη ίσως σύγκρουση των Δεκεμβριανών, την επίθεση στο Σύνταγμα Χωροφυλακής Αθηνών στου Μακρυγιάννη που ξεκίνησε στις 6 Δεκεμβρίου, τα ελαφρά οπλισμένα τμήματα του ΕΛΑΣ Αθήνας  δεν διέθεταν όλμους, αντιαρματικά τυφέκια, ούτε καν επαρκή αριθμό χειροβομβίδων. Αν και η επίθεση υποστηρίχθηκε από έναν ουλαμό πυροβολικού των 75 χλ. της II Μεραρχίας που είχε ταχθεί κοντά στις φυλακές Βουλιαγμένης, τα πυροβόλα διέθεταν μόλις 20 βλήματα! Η αντιμετώπιση των αρμάτων αποδείχθηκε πραγματικός πονοκέφαλος. Τα καλύτερα όπλα που είχαν να παρατάξουν οι αντάρτες απέναντι στα Sherman ήταν μερικά ελαφρά ιταλικά αντιαρματικά των 47 χλστ. και ελάχιστα βρετανικά Boys που κατέφθαναν τμηματικά και δεν κατανέμονταν ορθολογικά στα τμήματα. Αυτόνομες μονάδες που είχαν αποδεδειγμένη εμπειρία στη χρήση βαρέων όπλων και τις εκρηκτικές ύλες, όπως μερικοί λόχοι του 54ου Συντάγματος ή η «εξειδικευμένη» διλοχία Μηχανικού της I Μεραρχίας που διέθετε επάρκεια σε αντιαρματικές γροθιές (Panzerfaust), έμειναν μακριά από την Αθήνα. Στους δυσμενείς παράγοντες ήρθε να προστεθεί η απουσία εκπαιδευμένων χειριστών και πυροβολητών και φυσικά η πλήρης απειρία σε αντιαρματικό πόλεμο. Οι προσπάθειες να αναπληρωθεί αυτή η έλλειψη με χρήση δυναμίτιδας ή αυτοσχέδιων εκρηκτικών οδήγησε σε απογοητευτικά αποτελέσματα και κόστισε τη ζωή σε πολλούς μαχητές.

Δεν πρέπει να μας διαφεύγουν οι πολιτικές προεκτάσεις της σύγκρουσης, καθώς η αναποφασιστικότητα του ΚΚΕ να εξωθήσει την κατάσταση στα άκρα υπονόμευσε καίρια τον ρόλο του ΕΛΑΣ στα Δεκεμβριανά. Το γεγονός ότι οι ΕΛΑΣίτες δεν είχαν εντολές να εμπλακούν σε μάχη με Βρετανούς, προδίκασε σε μεγάλο βαθμό το αποτέλεσμα της σύγκρουσης. Το αξιόμαχο 2ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ που θα διαδραμάτιζε σημαντικό ρόλο στις μάχες, αφοπλίστηκε το βράδυ της 3ης Δεκευβρίου από το Βρετανικό 6ο Τάγμα Αλεξιπτωτιστών στο Ψυχικό χωρίς να πέσει ούτε ένας πυροβολισμός. Οταν οι 800 πάνοπλοι και εμπειροπόλεμοι αντάρτες του βουνού βρέθηκαν κυκλωμένοι από τις βρετανικές ξιφολόγχες, απλώς παρέδωσαν τα όπλα τούς γιατί δεν είχαν εντολή να πράξουν το αντίθετο.

Η ΜΕΓΑΛΗ ΩΡΑ ΤΟΥ ΕΛΑΣ ΑΘΗΝΑΣ

Μετά τους κατοχικούς ηρωισμούς του, ο ΕΛΑΣ Αθήνας έδωσε το μεγάλο «ραντεβού με την Ιστορία» τα Δεκεμβριανά. Οι περίπου 24.000 άνδρες και γυναίκες που αποτελούσαν τους «αντάρτες πόλης» κλήθηκαν vα δώσουν έναν αγώνα που συνδύαζε την ικανοποίηση των αισθημάτων εκδίκησης για τα εγκλήματα των δωσίλογων με την πολιτική επικράτηση του ΕΑΜ και στην πρωτεύουσα, που είχε προσφέρει τόσα στον βωμό της Αντίστασης. Η ΚΕ του ΕΛΑΣ θεωρούσε τη σύγκρουση προκαταβολικά κερδισμένη και αυτός είναι ο λόγος που επέλεξε τους Αθηναίους μαχητές ως πρωταγωνιστές της μάχης, υποτιμώντας δραματικά τον βρετανικά παράγοντα αλλά και την αποφασιστικότητα των Ελλήνων αντιπάλων.

Στην πραγματικότητα, ο ΕΛΑΣ Αθήνας είχε τη δυνατότητα να κυριαρχήσει στην Αθήνα και τον Πειραιά σε ψυχολογικό και ηθικό επίπεδο, ήταν όμως εντελώς ανέτοιμος να επικρατήσει στρατιωτικά. Δεν υπήρχαν αρκετά αυτόματα όπλα, τα πολυβόλα (και τα πυρομαχικά τους) ήταν μετρημένα , ενώ από το οπλοστάσιο απουσίαζαν εντελώς όλμοι, αντιαρματικά τυφέκια, νάρκες και πυροβολικά: «Δεν είχαμε καθόλου βαρύ οπλισμό. Αντιμετωπίζαμε τα τανκς με το τίποτα. Κρυβόμασταν σε μια μάντρα από πίσω, πετάγαμε καμιά χειροβομβίδα μόνο όταν ήταν ανοικτό το καπάκι και προσπαθούσαμε να πάει μέσα. Καμιά φορά σταματάγανε και τους πετούσαμε καμιά χειροβομβίδα  στις ερπύστριες κι έσπαγε η αλυσίδα. Δεν είχαμε όπλα να τους χτυπήσουμε. Είχαμε μερικά Piat αλλά ήτανε στην Αθήνα, εμείς σε όλο τον Πειραιά δεν είχαμε. Να φανταστείς εγώ είχα από όλη τη διμοιρία ένα μυδράλιοiο γερμανικό με δύο κουτιά -τουρτούρες τα λέγαμε- από εκατό σφαίρες το καθένα και 150 χύμα για να ξαναγεμίσω. Πολεμούσαμε με αυτά τα πράγματα αυτά τα θηρία… Είχα κι έναν ξάδερφο, διμοιρίτη στον ΕΛΑΣ Πειραιά, τον Κώστα τον Τσιτσινάκη που τραυματίστηκε άσχημα. Είχε μπει μέσα σε ένα καζάνι από λαμαρίνα. Βάσταγε ένα αυτόματο. Ενώ ήμουν παραπέρα, στον κινηματογράφο «Καλιφόρνια», είχαμε φυλάκιο, οι Εγγλέζοι με ένα τανκς ήτανε στο εργοστάσιο στου Παπαστράτου.  Ήρθανε, μας βάλανε εμάς και μετά χτύπησαν εκεί. Και πέφτει ένας όλμος και σκάει δίπλα του από το πίσω μέρος και του πήρε την κοιλιά. Μάζεψε τα άντερα με τα χέρια του. Τον πήγαν σε μια σχολή καλογραιών που ήταν εκεί κοντά και έτσι γλίτωσε» (Μαρτυρία Ε.Π, ΕΛΑΣ Πειραιά).

ΟΙ ΑΝΤΙΜΑΧΟΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΕΠΙΤΥΧΙΕΣ ΤΟΥ ΕΛΑΣ

Βασικός αντίπαλος του ΕΛΑΣ ήταν οι δυνάμεις των σωμάτων ασφαλείας, δηλαδή η Βασιλική Χωροφυλακή και η Αστυνομία Πόλεων. Υπαγόμενη στις τακτικές δυνάμεις της Στρατιωτικής Διοίκησης Αττικής, η παρατακτική δύναμη της Χωροφυλακής σε Αθήνα και Πειραιά ανερχόταν σε 3.000 αξιωματικούς και οπλίτες, κατανεμημένους σε διάφορα σημεία της πόλης: Γενική Διεύθυνση Χωροφυλακής, Υπουργείο Εσωτερικών, Αρχηγείο Χωροφυλακής, Ανώτερα Διοίκηση Στερεάς Ελλάδας, Διοίκηση Χωροφυλακής Αθηνών κ.α. Οι ισχυρότερες φρουρές ήταν το Σύνταγμα Χωροφυλακής Αθηνών στου Μακρυγιάννη (517 άνδρες), η Σχολή Χωροφυλακής στη λεωφόρο Μεσογείων (500 άνδρες) και το Σύνταγμα Μετεκπαιδεύσεως (500 άνδρες). Στη δύναμη αυτή προστίθεντο ακόμα 2.500 αστυφύλακες, εκ των οποίων 1.500 στα 24 αστυνομικά τμήματα διεσπαρμένα σε όλη την πόλη (Α-ΚΔ) -τα εννέα από αυτά στον Πειραιά- 200 στην Υποδιεύθυνση Γενικής Ασφάλειας, 500 στις τρεις αστυνομικές σχολές Αστυφυλάκων, Αρχιφυλάκων και Υποστυνόμων και το «επίλεκτο» Μηχανοκίνητο Τμήμα rou διέθετε βαρύ οπλισμό και χειροβομβίδες. Ο οπλισμός χωροφυλάκων και αστυνομικών ήταν ελληνικά τυφέκια Mannlicher, μερικά βρετανικά αυτόματα Sten  20 οπλοπολυβόλα και έξι ατομικοί ολμίσκοι. σχεδόν όλοι μέσα στο κτίριο των στρατώνων τou Μακρυγιάννη.

Οι επιχειρήσεις αρχικά εξελίσσονταν ευνοϊκά. Με βάση τη διαταγή ΑΠ 25/1.12.1944 του Α’ Σώματος Στρατού, ένας λόχος από κάθε σύνταγμα της Αθήνας θα διετίθετο για την πολιορκία καθενός αστυνομικού τμήματος. Έως τις 5 Δεκεμβρίου είχαν καταληφθεί 17 αστυνομικά τμήματα, τα περισσότερα χωρίς σοβαρή αντίσταση. Όλοι οι στόχοι που ήταν μέσα στις δυνατότητες του ΕΛΑΣ προσβλήθηκαν ταχύτατα και μάλιστα με επιτυχία, όπως οι Φυλακές Αβέρωφ, οι Φυλακές Βουλιαγμένης, η Γενική Ασφάλεια, η Σχολή Ευελπίδων, η Ειδική Ασφάλεια, το Αρχηγείο Χωροφυλακής, η Ανώτερα Διοίκηση Στερεός Ελλάδας κ.ά. Στις 4 Δεκεμβρίου ο ΕΛΑΣ Αθήνας αποφάσισε πρώτα να λύσει τους λογαριασμούς του με τις δυνάμεις της «X» -περίπου 400 ένοπλοι-που βρίσκονταν οχυρωμένες στο Θησείο. Οι επιτιθέμενοι διέθεταν ελαφρύ αριθμητικό πλεονέκτημα, ενώ ο ισχυρισμός του Γρίβα για 7.000 κομμουνιστές είναι μάλλον αστείος. Χρησιμοποιώντας χειροβομβίδες και αυτόματα, τρεις λόχοι του 1ου Συντάγματος από Καλλιθέα, Ταύρο και Νέα Σμύρνη εκπόρθησαν με λυσσαλέες επιθέσεις και μάχες από σπίτι σε σπίτι τους μισητούς αντιπάλους τους. Η μάχη ξεκίνησε από του Φιλοπάππου και επεκτάθηκε στο Αστεροσκοπείο και στο υψώματα της Αγίας Μαρίνας, προς την Πνύκα. Η τελική έφοδος έγινε με αλαλαγμούς και πυροβολισμούς στον αέρα. Έπειτα από αγώνα αρκετών ωρών, οι Χίτες εγκατέλειψαν το Θησείο έχοντας 24 νεκρούς και ανεξακρίβωτο αριθμό τραυματιών. Μέχρι τις 8 Δεκεμβρίου, το 4ο Σύνταγμα της II Ταξιαρχίας είχε εξασφαλίσει πλήρως όλα τα δυτικά και βορειοδυτικά προάστια της Αθήνας, από το Χαϊδάρι μέχρι το Μεταξουργείο και τις επόμενες ημέρες οι προφυλακές του οχυρώνονταν στα πρώτα σπίτια της Ομόνοιας αναμένοντας διαταγές. Ομάδες είχαν καταφέρει να διεισδύσουν ακόμα και μέσα στα στενά της Πλάκας. Η ησυχία της  νύκτας πολλές φορές συγκλονιζόταν από σφοδρές ανταλλαγές πυροβολισμών, ενώ οι κυβερνητικοί έμαθαν να φοβούνται επιθέσεις με μαχαίρια από «κομάντος» του ΕΛΑΣ. Μέσα σε μια εβδομάδα από την καταστολή του συλλαλητηρίου της 3ης Δεκεμβρίου, η κατάληψη σημείων μέσα στην πόλη είχε προχωρήσει ταχύτατα, γεγονός που οδήγησε τους Βρετανούς σε μια «πανικοβλημένη» απόφαση για απαγκίστρωση των δυνάμεων τους από την Αθήνα. Από τις 6 Δεκεμβρίου είχε ξεκινήσει η μεγαλύτερη σύγκρουση του «Μεγάλου Δεκέμβρη»: η επίθεση στου Μακρυγιάννη. Η μάχη απορρόφησε ολόκληρο το 1ο Σύνταγμα της I Ταξιαρχίας του ΕΛΑΣ Αθήνας (I Τάγμα Νέας Σμύρνης-Φαλήρου-Βούλας, II Τάγμα Καλλιθέας, III Τάγμα Νέων Σφαγείων), ενισχυμένο από ένα τάγμα του 6ου Συντάγματος Πειραιά και αργότερα ένα τάγμα ανταρτών του ΕΛΑΣ του βουνού. H κατάληψη των στρατώνων ξεπερνούσε τις δυνατότητες του ΕΛΑΣ Αθήνας και η μάχη εξελίχθηκε σε μακελειό που έκρινε αποφασιστικά την έκβαση των επιχειρήσεων στο κέντρο της Αθήνας.

ΕΝΑΣ ΣΚΛΗΡΟΣ ΜΕΤΩΠΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ

Η προοπτική της επικράτησης άρχισε να απομακρύνεται όταν οι τακτικές ελληνικές και βρετανικές δυνάμεις εισήλθαν στο προσκήνιο. Η III Ορεινή Ταξιαρχία (EOT) του συνταγματάρχη Θρασύβουλου Τσακαλώτου (ή Ταξιαρχία «Ρίμινι») με τρία τάγματα και το 8ο Τάγμα Φρουρών που έφτασε από την Αίγυπτο στις 5 Δεκεμβρίου μαζί με το Ιll Σύνταγμα Πεδινού Πυροβολικού (χωρίς τα πυροβόλα) πολέμησε αρχικά το 3ο Σύνταγμα της II Ταξιαρχίας σε Γουδή, Γκύζη και Εξάρχεια αλλά κυρίως το 2ο Σύνταγμα της I Ταξιαρχίας ανατολικών συνοικιών το οποίο υπεράσπιζε με σθένος τις στρατηγικής σημασίας «κόκκινες» συνοικίες ταυ Παγκρατίου, του Βύρωνα και φυσικά της Καισαριανής. Οι 2.500 άνδρες του Τσακαλώτου με το ήμισυ του βαρέος οπλισμού της Ταξιαρχίας (έξι ομαδικούς των 3 ιντσών και 2G ατομικούς όλμους των 2 ιντσών) δυσκολεύτηκαν αρκετά να εκκαθαρίσουν  τις ανατολικές συνοικίες. Στην τελική εξόρμηση του Β’ Συγκροτήματος της III EOT στις 2S Δεκεμβρίου νια να καμφθούν τα υπολείμματα των μαχητών του 2ου Συντάγματος, οι απώλειες του συγκροτήματος ξεπέρασαν τους 50 νεκρούς και τραυματίες σε δύο ημέρες, ενώ οι συνολικές απώλειες της ταξιαρχίας έφθαοαν τούς 163 νεκρούς και τραυματίες. Ενίσχυση στην Ταξιαρχία «Ρίμινι» έδιναν τα 101, 141 και 142 Τάγματα Εθνοφυλακής που ήταν εγκατεστημένα στη Νέα Σμύρνη και στα Παλαιά Ανάκτορα, καθώς και 256 αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και ευέλπιδες I και II Τάξης στο κτίριο της Σχολής Ευελπίδων (Πεδίον του Άρεως) που διέφυγαν την αιχμαλωσία μόνο χάρη στη βρετανική υποστήριξη. Μάχιμοι αλλά «αφανείς» ήταν και οι περίπου 1,000 άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας Αθηνών που παρέμεναν έγκλειστοι και αφοπλισμένοι στους  στρατώνες του Γουδή και στο κτίριο της Σχολής Χωροφυλακής.

Η σύγκρουση του Δεκεμβρίου  δεν ήταν ενδοελληνική, αφού απέναντι στο ΕΑΜ/ΕΛΑΣ τάχθηκε η Βρετανική Αυτοκρατορία, η οποία είχε ήδη επιβάλει την πολιτική και στρατιωτική επικυριαρχία της στη χώρα. Όταν άρχισαν οι συγκρούσεις στην Αθήνα, ο στρατηγός Ρόναλντ Σκόμπι διέθετε υπό τις άμεσες διαταγές του τρεις ταξιαρχίες (23η Τεθωρακισμένη, 2η Αλεξιπτωτιστών και 139 Πεζικού) μειωμένης δύναμης. Πιο αξιόμαχη ήταν η 23η Τεθωρακισμένη Tαξιαρχία, στρατωνιζόταν στα «Παραπήγματα» (στον χώρο που σήμερα βρίσκεται ανάμεσα στο ΝΙΜΤΣ και το Μέγαρο Μουσικής) και διέθετε συνολικά μόλις 25 άρματα μάχης Sherman, τα οποία είχαν φτάσει στην Αθήνα ελάχιστες ημέρες πριν από τη σύγκρουση, για να κατανεμηθούν στα δύο συντάγματα της ταξιαρχίας. Η επίλεκτη 2η Ταξιαρχία Αλεξιπτωτιστών -κοκκινοσκούφηδες- με δύο τάγματα των δύο λόχων επρόκειτο να αναχωρήσει σύντομα για το θέατρο επιχειρήσεων στην Ιταλία ενώ η 139 Ταξιαρχία Πεζικού αποβιβάστηκε στον Πειραιά την πρώτη ημέρα των Δεκεμβριανών (3 Δεκεμβρίου) με μόνο δύο τάγματα, το Durham Light Infantry (DU) και το Leicesters. Υπήρχε ακόμα το 64ο Σύνταγμα Ελαφρού Αντιαεροπορικού Πυροβολικού, το οποίο δρούσε ανεξάρτητα και ήταν οργανωμένο σε πεζικό καθώς δεν διέθετε πυροβόλα, ένας λόχος προστασίας εδάφους της RAF στο Φάληρο και τρεις μοίρες αεροσκαφών δίωξης της RAF, που έδρευαν στο αεροδρόμιο του Χασανίου. Η διοίκηση της RAF βρισκόταν εντελώς απομονωμένη στην Κηφισιά. Αν και αριθμούσαν 4.500 εμπειροπόλεμους άνδρες, οι Βρετανοί αντιμετώπιζαν σοβαρό πρόβλημα λόγω της διασποράς των δυνάμεων τους.

Η ΑΓΝΩΣΤΗ ΜΑΧΗ ΣΤΑ «ΠΑΡΑΠΗΓΜΑΤΑ»

(13 Δεκεμβρίου)

Μια περίπτωση όπου οι Βρετανοί έζησαν πραγματικά δύσκολες ώρες αντιμετωπίζοντας τους μαχητές των πόλεων, ήταν η επίθεση που πραγματοποίησε η I Ταξιαρχία του ΕΛΑΣ Αθήνας τη νύκτα της 13ης Δεκεμβρίου στους στρατώνες των Παραπηγμάτων (δίπλα στο σημερινό Μέγαρο Μουσικής), όπου έδρευε το αρχηγείο της 23ης Τεθωρακισμένης Ταξιαρχίας, ο 33″ Λόχος Εφοδιασμού Μεταφορών, ο 123 Λόχος Μηχανικού, η 463 Πυροβολαρχία και μια διμοιρία όλμων του 11ου Συντάγματος Τυφεκιοφόρων μαζί με σταθμούς διαβιβάσεων, αποθήκες υλικού και πυρομαχικών. Από το βράδυ της προηγούμενης η Αεροπορία παρατηρούσε μεγάλες συγκεντρώσεις ανταρτών στα περίχωρα της πόλης, ενώ μονάδες του ΕΛΑΣ από τις ανατολικές συνοικίες προωθούντο στον χώρο γύρω από το Καλλιμάρμαρο. Τις πρωινές ώρες της 13ης Δεκεμβρίου, πριν ακόμα ξημερώσει, ξεκίνησε η επίθεση των ανταρτών ύστερα από μπαράζ όλμων από τον Αρδηττό. Ο Βρετανός δεκανέας Τζέημς Ρέχιλ, επικεφαλής μιας φάλαγγας αυτοκινήτων που μετέφερε αλεξιπτωτιστές και κομάντος από το Ρουφ, άφησε μια ολοζώντανη περιγραφή: «Εγώ και ένας από τους κομάντος πήγαμε στον αξιωματικό υπηρεσίας του στρατοπέδου ενώ σφαίρες έσκιζαν τον αέρα γύρω και πάνω από τα κεφάλια μας. Ο κομάντο παρατήρησε πως βρισκόμασταν σε διασταυρούμενα πυρά. Ξαφνικά ακούστηκε μια δυνατή έκρηξη, ένας ήχος από τζάμια που πέφτουν και μια κάπως αστεία φωνή: «Επιλοχία! Επιλοχία!». Ήταν ο σκοπός που βρισκόταν 50 γιάρδες μακριά. Τότε όλη η κόλαση ελευθερώθηκε… Εκρήξεις, πυροβολισμοί παντού! […] Στο στενό δρομάκι ακούγονταν εκρήξεις που πρέπει να προέρχονταν από ιταλικές αμυντικές χειροβομβίδες. Ήμασταν πλέον στο μέσο μιας μεγάλης επίθεσης και εγώ ήμουν ακόμη υπεύθυνος εφτά φορτηγών με πολύτιμα πυρομαχικά… Εκρήξεις συνεχίζονταν. Ένα αεροπλάνο έριξε φωτιστικές φωτοβολίδες με αλεξίπτωτα. Τότε είδα ανθρώπους που έτρεχαν και πυροβολούσαν, έμοιαζαν με λάμψεις, σα να βγήκαν από πίνακα του Γουσταύου Ντορέ. Είδα ένα κορίτσι με γούνα και αντάρτικό δίκοχο να κατεβαίνει την πλαγιά κρατώντας μια ξύλινη γερμανική χειροβομβίδα. Πρέπει να χτυπήθηκε γιατί συνέχισε την κατάβασή της με την πλάτη και με μια κέρινη έκφραση στο πρόσωπο πριν η χειροβομβίδα σκάσει στα χέρια της. Έκρυψα το πρόσωπό μου για να μη βλέπω το θέαμα… Τα ρούχα της έγιναν ένας ματωμένος σωρός χωρίς σχήμα. Ένας στρατιώτης έβγαζε κραυγές πόνου. Το χέρι του είχε κοπεί από τον καρπό […] Αντιλήφθηκα ανθρώπους πίσω μου και μια φωνή στα αγγλικά: «Φίλοι είναι. Έλληνες αστυνομικοί, άστους να περάσουν». Ήταν μια ομάδα με ελληνική κράνη, χιτώνια και περικνημίδες. Πέρασαν αμίλητοι και εξαφανίστηκαν στα δεξιά. Σαράντα γιάρδες μακριά μας. ένα φορτηγό τυλίχτηκε στις φλόγες και χάθηκε μέσα σε μια έκρηξη καθώς τα πυρομαχικά ανατινάχτηκαν. Ο οπλίτης Γουάιτ, που είχε βγει να επιθεωρήσει την κατάσταση στο δρόμο, γύρισε λέγοντας: «Ένας καημένος έχασε το χέρι του… Τους σφυροκοπούν εκεί έξω!».

Στις 04.00, οι μαχητές των ανατολικών συνοικιών είχαν ανοίξει ρήγμα στον περίβολο και πολιορκούσαν τους θαλάμους. Ανάμεσα στους επιτιθέμενους ήταν ένοπλοι έφηβοι και γυναίκες από τις εαμοκρατούμενες συνοικίες, δίνοντας σε όλες τις μάχες την εντύπωση παλλαϊκού συλλαλητηρίου. Ο λοχίας Τζωρτζ Βαλλεντάιν, που βρισκόταν σε ένα από τα κτίρια του στρατοπέδου, θυμάται τη μάχη σώμα με σώμα: «Στο θάλαμό μου ήμασταν 21 με τρία οπλοπολυβόλα Bren και 18 Tommygun. Σύντομα ο χώρος έγινε μια φλεγόμενη κόλαση… Κρατήσαμε ως τις 5.30 σκοτώνοντας όσους προσπαθούσαν να περάσουν την πόρτα. Χειροβομβίδες έπεφταν μέσα αφήνοντας νεκρούς και τραυματίες.  Έριχνα με το Tommygun μου μέσα από τις τρύπες του τοίχου και πρόσεξα ότι οι συμμορίτες έστηναν όλμους και μας φώναζαν σε σπασμένα αγγλικά να παραδοθούμε… Ο διμοιρίτης συμφώνησε. Φώναξα στα ελληνικά: «Εντάξει»… Ήταν ταπεινωτικό. Αρκετοί από αυτούς ήταν γυναίκες και  μας αφαιρούσαν στολές και κράνη». Οι αιχμάλωτοι οδηγούντο ομαδικά μέσα από την τρύπα του περιμετρικού τοίχου στις ταράτσες παρακείμενων κτιρίων και από εκεί στις ανατολικές συνοικίες, με σκοπό να προωθηθούν στο Βουνό. Με το πρώτα φως του ηλίου, οι Βρετανοί διέκριναν εκατοντάδες ανθρώπων πou «φορούσαν κάθε είδους στολή», να σκαρφαλώνουν στις πλαγιές του Λυκαβηττού: «Είδα ένα ασθενοφόρο που μάζευε τραυματίες από το έδαφος… [Σύρθηκα μέχρι τα] πτώματα που κείτονταν σχεδόν σε μια ευθεία γραμμή, σα να τους είχε σπείρει ένα γιγάντιο χέρι. Ήταν όλοι ΕΛΑΣίτες. Ένα παιδί γύρω στα 16, είχε ένα διαμπερές και στα δύο πόδια και το παντελόνι του ήταν σαν να έχει περαστεί με μαύρη βαφή από το ξεραμένο αίμα. Είχε ένα γερμανικό τουφέκι. Του το πήρα. Προσπάθησα να γυρίσω έναν κοντό άντρα ανάσκελα. Φορούσε ένα ιταλικό κράνος και στολή – είχε πάθει ακαμψία. Είχε ένα περίεργο χαμόγελο στο πρόσωπό του. Οι άλλοι ήταν επίσης νεκροί. Δύο είχαν πέσει πάνω σε καμένο πετρέλαιο και είχαν φριχτά εγκαύματα στη μέση, τα πλευρά τους έμοιαζαν με παλιό κιτρινισμένο χαρτί» (Τζέημς Ρέχιλ). Η επίθεση τελικά έληξε με την επέμβαση αρμάτων Sherman που άρχισαν να σφυροκοπούν τα κτίρια κατά μήκος της Βασιλίσσης Σοφίας με βλήματα των 75 χλστ. Όταν οι Βρετανοί ανασυντάχθηκαν, διαπίστωσαν πως οι απώλειες τους ήταν περίπου 100 αγνοούμενοι (αιχμάλωτοι), 20 νεκροί και 50 τραυματίες πολλοί σε μάχες σώμα με σώμα μέσα στα κτίρια «Κάποια από τα πτώματα των ανταρτών ανήκαν στους «αστυφύλακες» που είχα δει. Ήταν ΕΛΑΣίτες με στολές αστυνομίας για να καταφέρουν να μπουν στους στρατώνες» (Τζέημς Ρέχιλ). Αυτή η επιτυχημένη τακτική του καμουφλάζ, χαρακτηριστική των ανταρτών του ΕΛΑΣ Αθήνας, ήταν ένα από τα «όπλα» της Κατοχής που εφαρμόστηκε και εναντία, των Βρετανών τον Δεκέμβριο.

Ο ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ ΘΡΙΑΜΒΟΣ

Αντίστοιχα, η μεγαλύτερη επιτυχία των ανταρτών του βουνού υπήρξε η κατάληψη του αρχηγείου της RAF στην Κηφισιά. Στα ξενοδοχεία «Σέσιλ», «Πεντελικόν» και «Απέργη» βρίσκονταν εγκατεστημένοι πάνω από 1.000 άνδρες, πιλότοι και προσωπικό εδάφους, οι οποίοι έγιναν στόχος επίθεσης τη νύκτα της 18ης Δεκεμβρίου, όταν ισχυρές δυνάμεις της II Μεραρχίας και του 5ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ Προαστίων με όλμους και εκρηκτικά επιτέθηκαν στα ξενοδοχεία. Τα δέκα πυροβόλα Botors που είχαν ταχθεί για άμυνα στον περίβολο δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα μπροστά στην ορμητικότητα των επιτιθέμενων. Ανατινάζοντας τους εξωτερικούς τοίχους των κτιρίων, οι ΕΛΑΣίτες εισέβαλαν στα κτίρια και ύστερα από περιορισμένες μάχες εκ του συστάδην, οι Βρετανοί παραδόθηκαν: «Στο «Σέσιλ», κάθε διαθέσιμος όλμος και όπλο συνεισέφερε στον βομβαρδισμό. Καθώς οι εκρήξεις κατάπιναν τους τοίχους και διέλυαν τα τζάμια, οι υπερασπιστές στριμώχτηκαν μέσα στους διαδρόμους για να αμυνθούν. Μασούρια δυναμίτη που πετάγονταν μέσα από τα παράθυρα έσκαγαν με εκκωφαντικό κρότο. Από παντού ξεπηδούσαν φλόγες. Μια θέση πολυβόλου του ΕΛΑΣ χάθηκε μέσα σε ένα σύννεφο σκόνης όταν κατέρρευσε η σκάλα όπου ήταν τοποθετημένο. Ακούστηκε η φωνή από τηλεβόα να θριαμβολογεί και να πλησιάζει. Ένας οπλίτης της RAF πυροβόλησε και τον σώπασε φωνάζοντας: «Είναι κανείς άλλος από σας εκεί έξω; Ελάτε να πάρετε!». Οι αντάρτες άρχισαν να εισβάλλουν στο κτίριο… Η μάχη έληξε. Για πρώτη φορά στην ιστορία της Βρετανικής Αεροπορίας αιχμαλωτιζόταν ένα ολόκληρο αρχηγείο. Όταν ο εχθρός κατέκλυσε το κτίριο, επικεφαλής ήταν ένας γεροδεμένος άνδρας με τεράστια μαύρη γενειάδα γεμάτος περίστροφα και μαχαίρια. Πλησίασε τον σμηνία Τομ Πέρκινς και τον σημάδεψε με ένα Mauser ενώ χαμογελώντας σαρδόνια του είπε στα αγγλικά: «Εξαιρετική μάχη, λοχία, έτσι;“. Ο Πέρκινς απέφυγε να του απαντήσει τι ακριβώς σκεφτόταν εκείνη τη στιγμή…» (Henry Maul, «Scobie, Hero of Greece. The British Campaign 1944-5», 1975, a. 187). Περίπου 30 Βρετανοί σκοτώθηκαν στη νυκτερινή μάχη και πάνω από 500 αιχμαλωτίστηκαν. Οι ενισχύσεις έφτασαν πολύ αργά για να κάνουν ο,τιδήποτε και απλώς περισυνέλεξαν 100 διασκορπισμένους άνδρες από τους οποίους οι 20 ήταν σοβαρά τραυματισμένοι. Η εγγραφή εκείνες της ημέρας στο ημερολόγιο του Σκόμπι δεν θα μπορούσε, να είναι πιο λακωνική: «Αληθινή καταστροφή»·.

Η μαρτυρία ενός από τους αντάρτες του 2ου Συντάγματος (που ανασυγκροτήθηκε μετά τον αφοπλισμό του και συμμετείχε στη μάχη) έρχεται να συμπληρώσει τη βρετανική πλευρά: Όσο οι Εγγλέζοι ήταν μες στο «Πεντελικόν», εμείς δε μπορούσαμε να μπούμε μέσα, μας πετούσαν από τα παράθυρα χειροβομβίδες Mils. Έπειτα βάλαμε το δυναμίτη και γκρεμίστηκε η γωνία του ξενοδοχείου… Πολεμάγανε όμως ακόμα. Και μας βάζανε από τα παράθυρα. Μπήκα μέσα από τους πρώτους, ήταν πίσσα σκοτάδι. Και σκόνταψα πάνω σε κάτι. Ήταν ένας Εγγλέζος σκοτωμένος. Και μέχρι να σηκωθώ απάνω, έβγαινε ένας Εγγλέζος με μια λάμπα θυέλλης,  έφεξε ο τόπος. Και από πίσω του άλλοι Εγγλέζοι με τα χέρια στο κεφάλι, έτοιμοι να παραδοθούν… Μόλις έγινε η ανατίναξη, πήγε ο διμοιρίτης μου ο Σπύρος ο Σφέτσος και άρχισε τις διαπραγματεύσεις με τον Εγγλέζο τον αξιωματικό. Τον θυμάμαι σαν τώρα, σμήναρχος πρέπει να ήταν. Με ένα πουκάμισο ποικιλόχρωμο. Είχε κι ένα διερμηνέα μαζί του, Έλληνα ναύτη από την Κηφισιά θυμάμαι… Ζήτησε ο σμήναρχος να σεβαστούμε τρεις όρους: να τους αντιμετωπίσουμε σαν αιχμαλώτους και να μη σκοτώσουμε κανέναν, να αφήσουμε τους αξιωματικούς να κρατήσουν τα πιστόλια  τους (δεν το δεχτήκαμε) και τρίτον, σε περίπτωση που αργότερα γίνουν ανταλλαγές, να τους προτιμήσουμε, επειδή ήταν το αρχηγείο των αεροπορικών δυνάμεων της ΝΑ Ευρώπης ή κάτι τέτοιο. .. Ο αξιωματικός ήταν ένας τύπος κόκκινος-κόκκινος και δεν το δέχθηκε επειδή μας είδε μικρούς – ήμασταν του Λόχου της ΕΠΟΝ. Και φωνάξαμε τον Τρικούπη, το λοχαγό μας. Ήταν με μια ωραία γενειάδα ο Τρικούπης και δυο αστέρια πάνω στο δίκοχο. Παραδοθήκανε τελικά.. Εκεί πετάξαμε τα γερμανικά χιτώνια που φοράγαμε οι περισσότεροι και ντυθήκαμε αεροπόροι. Βαφτιστήρια! Πήραμε και γεμίσαμε τις τσέπες μας με λουκάνικα, αυγά σε σκόνη (πρώτη φορά το έβλεπα εγώ στη ζωή μου αυτό) και χάρτινες λίρες (που δεν ξέραμε τι ήταν…). Μετά, όταν πήγαμε σε μια ταβέρνα και φάγαμε και ήπιαμε, θέλαμε να πληρώσουμε για το κρασί. Ένας από την ομάδα έβγαλε ένα από αυτά τα πεντόλιρα και το έδωσε στο σερβιτόρο κι εκείνος μας έδωσε όλη τη νταμιτζάνα το κρασί. Δεν ξέραμε ότι υπήρχαν χάρτινες λίρες!» (Προφορική μαρτυρία Ι.Ι., 2ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ).

Το συμπέρασμα πως με αυστηρά στρατιωτικούς όρους ο ΕΛΑΣ δεν είχε καμία ελπίδα να επικρατήσει στη Μάχη της Αθήνας, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Είναι προφανές ότι η αντιπαράθεση με επίλεκτα και άρτια εκπαιδευμένα στρατεύματα σε παρατεταμένο πόλεμο φθοράς υπερέβαινε κατά πολύ τις δυνατότητες ενός ετερόκλητου συνόλου αποφασισμένων αλλά ανέτοιμων ανταρτών, ωστόσο πρέπει κανείς να λάβει υπόψη του τη ρευστή κατάσταση των δύο στρατοπέδων και την αδυναμία εκμετάλλευσης του αρχικού τακτικού και αριθμητικού πλεονεκτήματος που είχε το στρατόπεδο της Αριστεράς. Από άποψη εφοδιασμού, λογιστικής, επιχειρησιακού σχεδίου και υπεροχής σε πυροβολικό και αεροπορία, η έκβαση της αναμέτρησης ήταν μεν προδιαγεγραμμένη, ωστόσο ο φανατισμός και το πείσμα των ανταρτών αντιστάθμιζε σε τόσες περιπτώσεις τις αδυναμίες, ώστε κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει διαφορετική κατάληξη της μάχης σε περίπτωση που υπήρχε στρατηγικό σχέδιο που θα αξιοποιούσε αποτελεσματικότερα το έμψυχο δυναμικό. Το κυβερνητικό στρατόπεδο δεν παρέλειπε να επαναλαμβάνει με ποικίλους τρόπους πως σώθηκε μόνο χάρη στη βρετανική υπεροπλία, ενώ οι Βρετανοί παραδέχθηκαν ρητά τo πολεμικό «μένος» των κομμουνιστών. Οι επίσημες αιτιάσεις για «σύνολο ρακένδυτων συμμοριών» («motley crew»), που θυμίζουν επικίνδυνα τις προπαγανδιστικές γερμανικές αναφορές, μάλλον αναιρούνται από το γεγονός πως οι ίδιοι «συμμορίτες» είχαν επιφέρει στη βρετανική αυτοκρατορία απώλειες σχεδόν 1.000 ανδρών (275 νεκρούς και περίπου 800 αιχμαλώτους). Για το ΚΚΕ, η μάχη της Αθήνας ήταν περισσότερο μια χαμένη πολιτική ευκαιρία παρά συντριπτική στρατιωτική ήττα.

Η ΦΘΟΡΑ ΤΩΝ ΤΜΗΜΑΤΩΝ

Στις φονικές οδομαχίες οι απώλειες ήταν αποθαρρυντικές, αν και λίγες μονάδες δέχθηκαν τόσο σοβαρά πλήγματα ώστε να αποσυντεθούν. Παρότι τα στοιχεία είναι δραματικά ελλιπή, στο τέλος των επιχειρήσεων, τα συντάγματα του βουνού κατέγραψαν περίπου το 1/5 της παρατακτής τους δύναμης εκτός μάχης. Το 52ο Σύνταγμα της XIII Μεραρχίας που από τις 10 Δεκεμβρίου έως τις 6 Ιανουάριου 1945 πολεμούσε χωρίς διακοπή σε ένα από τα δύσκολα μέτωπα της αναμέτρησης, στον Πειραιά, Μοσχάτο, Δραπετσώνα, Φάληρο και Ρέντη, είχε 36 νεκρούς και 116 τραυματίες. Κάποια τάγματα δέχθηκαν ισχυρότερα πλήγματα, όπως το ΙΙΙ/42 που αποδεκατίστηκε στις μάχες γύρω και μέσα στο νοσοκομείο «Σωτηρία», στη λεωφόρο Μεσογείων, και τα I και II Τάγματα του 7ου Συντάγματος που σχεδόν διαλύθηκαν στις φονικές μάχες του Μεταξουργείου εναντίον των Βρετανών της 2ης Ταξιαρχίας Αλεξιπτωτιστών, στις 4 και 5 Ιανουαρίου 1945. Όλα τα τάγματα του 34ου Συντάγματος το οποίο έδρασε ως εμπροσθοφυλακή της II Μεραρχίας και ανέλαβε μεγάλο βάρος των συγκρούσεων, απώλεσαν τους διοικητές τους: Ο Θεοχάρης Πολύχρονος, καπετάνιος του I Τάγματος και αντάρτης της πρώτης ομάδας του Άρη Βελουχιώτη, πυροβολήθηκε από Βρετανό ελεύθερο σκοπευτή μέσα από τον περίβολο της «Σωτηρίας» και πέθανε ακαριαία. Λίγες ημέρες πρωτύτερα, είχαν τραυματιστεί θανάσιμα σε επιδρομή βρετανικών αεροπλάνων ο διοικητής του III Τάγματος, λοχαγός (ΣΣΓ, Τάξη 1933) Κώστας Ζούσης (Κρατερός) και ο γιατρός του Τάγματος, Κώστας Πρυτσάλης, ενώ η διοίκηση του II Τάγματος, Κώστας Αντωνόπουλος (Κρόνος) και λοχαγός Βασίλης Κορνηλάκης, συνελήφθηοαν αιχμάλωτοι μαζί με όλη σχεδόν την ομάδα διοίκησης. Το σύνταγμα, του οποίου οι απώλειες υπολογίζονται χονδρικά στο 1/3 της δύναμής του, υπέφερε και στην υποχώρηση, λόγω των συχνών πολυβολισμών από τα βρετανικά καταδιωκτικά στις ακάλυπτες πλαγιές της Πεντέλης και του Υμηττού. Το I Τάγμα του 5ου Συντάγματος Κορίνθου που τάχθηκε ως επιθετική αιχμή της τελικής εφόδου στου Μακρυγιάννη, θερίστηκε από τα πολυβόλα της φρουράς, αλλά κυρίως από τις νάρκες που είχαν τοποθετηθεί στον μαντρότοιχο από Βρετανούς οπλίτες του μηχανικού. Οι απώλειες αυτές θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί αν υπήρχε σαφέστερο σχέδιο μάχης, αν απουσίαζε η υποτίμηση του αντιπάλου κι αν είχε προηγηθεί κάποια εκπαίδευση σε αγώνα εντός κατοικημένης περιοχής.

«ΓΕΝΝΑΙΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΞΕΠΕΡΝΑ ΤΗΝ ΤΡΕΛΑ»

Θα χρειάζονταν τόμοι ολόκληροι για να αποτυπώσουν τα παραδείγματα αυτοθυσίας των «ξυπόλητων» μαχητών της Αθήνας που έθεσαν σε δοκιμασία υπέρτερες, τακτικές στρατιωτικές δυνάμεις και τις ανάγκασαν αρκετές φορές σε υποχώρηση. Στου Μακρυγιάννη και καταγράφηκαν μερικοί από τους μεγαλύτερους ηρωισμούς στην ιστορία του ΕΛΑΣ Αθήνας. Δεκάδες μαχητές από τους λόχους της Καλλιθέας, του Ταύρου, της Βούλας και της Νέας Σμύρνης σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν στο μακελειό των οδών Μακρυγιάννη, Μητσαίων και Διονυσίου Αρεοπαγίτου πολεμώντας μόνο με τυφέκια, αυτόματα και πιστόλια έναν καλά οχυρωμένο και οπλισμένο αντίπαλο, ενώ εθελοντές «θανάτου» σκαρφάλωναν στον περίβολο με μπουκάλια βενζίνης και δυναμίτιδα, αντιμετωπίζοντας βέβαιο θάνατο από τα πολυβόλα των χωροφυλάκων. Στους νεκρούς βρέθηκαν λοχαγοί και ταγματάρχες του ΕΛΑΣ Αθήνας, νεαροί 20-25 ετών, όπως ο Γιώργος Χυτίρογλου, ο Νίκος Καταγερίτης και ο Μήτσος Στριλάκος που έπεσαν πολεμώντας στην πρώτη γραμμή. Οι συνολικές απώλειες της Χωροφυλακής και της Αστυνομίας στις συγκρούσεις του Δεκεμβρίου 530 και 394 άνδρες αντίστοιχα ήταν κατά κύριο λόγο το αποτέλεσμα των σκληρών μαχών με τον ΕΛΑΣ Αθήνας.

Ακόμα και εναντίον των Βρετανών, η μαχητική επίδοση ήταν πολύ υψηλή και τροφοδοτείτο από συνεχή «εκμάθηση» στο πεδίο της μάχης. Οι Αθηναίοι αντάρτες, εντελώς άπειροι από βομβαρδισμούς, αντιαρματικό πόλεμο ή ναρκοθετήσεις, απέκτησαν ψυχολογία οδομάχων, έμαθαν να εξουδετερώνουν άρματα, να αντιμετωπίζουν το αεροπλάνα της RAF, να χρησιμοποιούν όπλα που έβλεπαν πρώτη φορά, όπως καπνογόνες χειροβομβίδες, τυφέκια με διόπτρες, φωτιστικές φωτοβολίδες, νάρκες κ.ά. Μια εικόνα της τακτικής αλλά και της δυσαναλογίας του οπλισμού μας δίνει ο καπετάνιος του 1ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ Αθήνας, Ορέστης Μακρής (Γιάννης) που πήρε μέρος στη μάχη της Νέας Σμύρνης (19 Δεκεμβρίου), Εκεί χρησιμοποιήθηκαν νάρκες κατά προσωπικού εναντίον των Sherman, οι οποίες αποδείχτηκαν φυσικά άχρηστες: «Οi προφυλακές μας και πιο πίσω οι μπουρλοτιέρηδες των τανκς κοντά στα οδοφράγματα, στις ταράτσες και στα παράθυρα των σπιτιών, με επικεφαλής τον Μιχάλη Παναγιωτίδη, έχουν εντολή: οι πρώτοι να αφήσουν τα τανκς να περάσουν και ν’ ανοίξουν πυρ ενάντια στους πεζικάριους, που θα επιχειρήσουν να ακολουθήσουν, ώστε να τους καθηλώσουν. Οι δεύτεροι να αρχίζουν πυρ με τα μπουκάλια ενάντια στα τανκς, μόλις αυτά πλησιάσουν στα οδοφράγματα. Οι προφυλακές μας πέτυχαν στην αποστολή τους. Το αποικιακό πεζικό δεν έχει ψυχή. Με τις πρώτες ριπές των μαχητών μας υποχωρούν και κρύβονται. Δε μπορούν να ακολουθήσουν τα τανκς. Ένα προωθημένο τανκ περνάει πάνω από μια νάρκη. Χοροπηδάει σαν «μπαλαρίνα» και δεν παθαίνει τίποτα από την έκρηξη, εξακολουθεί να προχωράει. Εκσφενδονίζονται τα μπουκάλια με την βενζίνη. Δεν έχουμε επιτυχία γιατί τα Sherman αποφεύγουν να μπουν στους στενούς δρόμους. Προχώρησαν μόνο 200 μέτρα και κυκλοφορούν αργά εκεί γύρω. Δεν προχωρούν πιο μέσα. Πριν νυχτώσει μαζεύουν τα βρεγμένα τους και γυρίζουν, τανκς και πεζικό, στις κύριες γραμμές τους κοντά στο νεκροταφείο και το χτήμα Κουβέλη».

Οι Βρετανοί είχαν παραδεχθεί συνομιλώντας με Έλληνες πολίτες πως «ο ηρωισμός των ΕΛΑΣιτών ξεπερνούσε την τρέλα». Ιδιαίτερα στα προπύργια του ΕΑΜ της πρωτεύουσας, τις «κόκκινες» συνοικίες που τις υπεράσπιζαν πολεμιστές ανδρωμένοι στα σκληρά χρόνια της κατοχής, σημειώθηκαν πραγματικά ηρωικές στιγμές. Η ανακήρυξη των συνοικιών σε «Στάλινγκραντ» κέντριζε το φιλότιμο ένοπλων  και άοπλων. Ο διοικητής του 3ου λόχου Ζωγραφου, Νίκος Μαραμπότας από τα Κουπόνια (εκτελέστηκε το 1948 στην Κέρκυρα), έμεινε εκείνον τον Δεκέμβριο στη μνήμη πολλών για την «παλικαριά και την παλαβομάρα του: αναρχικός σε όλα του στεκόταν μπροστά σε ένα τανκ που είχε βγει σε μια πάροδο της λεωφόρου με το αυτόματο στο χέρι και να φωνάζει στους Εγγλέζους να κάνουν πίσω. Θα πρέπει να εκτίμησαν την παλικαριά αυτού του τρελού που με μια ριπή θα μπορούσαν να τον εξαπλώσουν… [Θυμάμαι και] τον Νίκο, έναν ομαδάρχη μας από τον Νέο Κόσμο, τον οποία είχα εκπαιδεύσει και στο Μπρέντα μας, με ένα οπλοπολυβόλο στο χέρι στο μπαλκόνι του πρώτου ορόφου ενός δίπατου σπιτιού της λεωφόρου να χτυπά το πρώτο από τα τανκς που κατέβαιναν την λεωφόρο και τους συνοδούς του, να γκρεμίζεται ο όροφος από μια κανονιά του τανκ, να βγαίνει αυτός σώος στο ισόγειο και αναμαλλιασμένος να συνεχίζει βάλλοντας κατά του τανκ. Ώσπου δεύτερη κανονιά γκρεμίζει και το ισόγειο. Μα και πάλι να βγαίνει σώος και να συνεχίζει να ρίχνει στο τανκ καλυπτόμενος από τα χαλάσματα…» (μαρτυρία Μάνου Ιωαννίδη. Πρότυπο Τάγμα ΕΛΑΣ Καισαριανής). Η κούραση, η αϋπνία, οι συνεχείς μάχες, οι βομβαρδισμοί και οι απώλειες έφτασαν τους μαχητές στα όρια της ψυχικής και σωματικής εξάντλησης. «Είχαμε γίνει όλοι σαν τον Γκάντι… Κάνουμε καινούριες τρύπες στις ζώνες μας» (Ορέστης Μακρής). Ξεχωριστή σελίδα έγραψε ο Λόχος Σπουδαστών του ΕΛΑΣ που πήρε το όνομα
«Λόρδος Μπάυρον», ως πικρό σχόλιο για την απoικιοκρατική στάση της Μεγάλης Βρετανίας. Επανδρωμένος από φοιτητές και κυρίως σπουδαστές του πολυτεχνείου, ο λόχος πολέμησε γενναία στην περιοχή των Εξαρχείων, μέσα στο πολυτεχνείο, στην κλινική Σμπαρούνη και αλλού, ενώ περίφημη έμεινε η πολυήμερη αντίσταση στην πολυκατοικία της οδού Διδότου 47, η οποία μετά τα τέλος των μαχών είχε χάσει ολόκληρη την πρόσοψή της από τις Βολές των Sherman.

Η ΥΠΟΧΩΡΗΣΗ ΚΑΙ Ο ΑΦΟΠΛΙΣΜΟΣ

Ο ηρωισμός των ΕΛΑΣιτών δεν ήταν αρκετός να ανατρέψει την πλημμυρίδα των αρμάτων. Οι απώλειες ήταν τρομακτικές, με την I Tαξιαρχία του ΕΛΑΣ Αθήνας να έχει τη μερίδα του λέοντος. Η II Ταξιαρχία δεν υπέφερε λιγότερο. Είναι χαρακτηριστικό πως ο 2ος Λόχος Περιστερίου-Αγίας Βαρβάρας του ΙΙΙ/4 Τάγματος που πολεμούσε για δύο εβδομάδες στην πλατεία Ομόνοιας, κυριολεκτικά στην πρώτη γραμμή, κατέγραψε 33 νεκρούς και ανάλογους τραυματίες – πάνω από τους μισούς άνδρες εκτός μάχης. Πληγωμένοι, και ταλαιπωρημένοι, οι αντάρτες της I και II Ταξιαρχίας άρχισαν να απαγκιστρώνονται από το σφαγείο στις 29 Δεκεμβρίου και περνώντας στην ανατολική Αττική, κατέφυγαν μέσα από το Τατόι στα φιλόξενα χωριά της Στερεάς. Δύο λόχοι του Ι/2 Τάγματος και ο 4ος Λόχος Παγκρατίου που είχαν κυκλωθεί στον Νέο Κόσμο και στον Αρδηττό, έσπασαν τον κλοιό και ενώθηκαν με τους υποχωρούντες το βράδυ της 29ης Δεκεμβρίου. «Η ένδοξη στρατιά των λαϊκών αγωνιστών περνώντας μπροστά απ τις μπούκες των πολυβόλων και των πυροβόλων του εχθρού αρχίζει ν’ ανεβαίνει τον Υμηττό μέσα σε πυκνή χιονοθύελλα. Μαχητές με το πολυβόλο στην πλάτη βοηθάν τους γέρους και τις γριές να σκαρφαλώσουν τα κατσάβραχα. Νοσοκόμες και γιατροί μεταφέρουν τους τραυματίες που σφίγγουν τα δόντια τους, για να μην τους ξεφύγει κανένα βογγητό. Αετόπουλα 10-15χρονών φορτώνονται τις κάσες με τα πυρομαχικά κι αγκομαχάνε μέσα στη χιονοθύελλα. Σε κάθε φωτοβολίδα όλος αυτός ο λαός πέφτει πρηνηδόν πάνω στα χιόνια και τις λάσπες, για να μην τον επισημάνει ο εχθρός» («Οι ανατολικές συνοικίες το Δεκέμβρη ’44». έκδοση της 6ης Αχτίδας της ΚΟΑ, 1945). Από τους 600 άνδρες του Πρότυπου Τάγματος Καισαριανής, μόλις 120 κατάφεραν να φτάσουν στο Πλατύστομο Φθιώτιδας. Η I Ταξιαρχία (ανασυγκροτήθηκε σε έναν καλά εξοπλισμένο λόχο (!) καθώς, εκτός από 200 άνδρες, η υπόλοιπη δύναμη ήταν νεκροί, τραυματίες, άρρωστοι, αιχμάλωτοι, λιποτάκτες, αγνοούμενοι ή διασκορπισμένοι σε διάφορα σημεία. Τις πρώτες ημέρες του Φεβρουάριου του 1945, οι ΕΛΑΣίτες του Α’ Σώματος Στρατού συγκροτήθηκαν σε ένα σύνταγμα, το οποίο υπήχθη στη II Μεραρχία. Με αυτή τη διάταξη πληροφορήθηκαν την υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας, στο Ευπάλιο Δωρίδας. «Ήταν η τραγικότερη στιγμή της μέχρι τότε αγωνιστικής μου πορείας. Σε μια άδεια αποθήκη, στο πίσω μέρος ενός μαγαζιού του κεντρικού δρόμου τούτου του κεφαλοχωρίου, με βουρκωμένα μάτια, πετώ απ’ τους τελευταίους το πιστόλι μου σ’ ένα σωρό από τουφέκια και αυτόματα», έγραψε ένας λοχαγός του Τάγματος Καισαριανής χρόνια αργότερα…

Επίλογος – Συμπεράσματα

Το τελευταίο κεφάλαιο της ιστορίας του ΕΛΑΣ του ΕΛΑΣ. γράφτηκε στις 12 Φεβρουάριου του 1945, με την υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας και την παράδοση των όπλων των ανταρτικών οργανώσεων. Είχε προηγηθεί η «Μάχη της Αθήνας», στην οποία συμμετείχε περίπου το 1/4 των δυνάμεων του ΕΛΑΣ του βουνού -οκτώ συντάγματα- και όλος ο ΕΛΑΣ Αθήνας-Πειραιά. Την παράδοση των όπλων ακολούθησε η αποχαιρετιστήρια ημερήσια διαταγή του Γενικού Στρατηγείου της 16ης Φεβρουάριου, η οποία ολοκληρωνόταν βαφτίζοντας τον ΕΛΑΣ ως «το πιο τρανό δημιούργημα του ελληνικού έθνους». Με βάση το τμήμα της συμφωνίας που αφορούσε την παράδοση του οπλισμού, οι αντάρτες όφειλαν να παραδώσουν τον παντοειδή ατομικό και ομαδικό οπλισμό που συνέλεγαν επί τρία χρόνια. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Στέφανου Σαράφη, παραδόθηκαν στους Βρετανούς 48.973 τυφέκια 1.412 οπλοπολυβόλα, 713 αυτόματα τυφέκια, 419 βάρια πολυβόλα, 81 ομαδικοί όλμοι, 138 ατομικοί όλμοι, 57 αντιαρματικά τυφέκια, 100 πυροβόλα κάθε διαμετρήματος, 17 συσκευές ασυρμάτου και τα σύνολο των αυτοκινήτων και φορτηγών και των σκαφών του ΕΛΑΝ. Αυτοί οι αριθμοί είναι πλασματικοί, αφού ένα μέρος του οπλισμού (με βάση τη σύγκριση με τα αντίστοιχα κυβερνητικά αρχεία ανέρχεται σε 10-20%) αποκρύφθηκε ως μέτρο προφύλαξης.

Οι σκηνές της παράδοσης των όπλων, όπως καταγράφηκαν από το Τμήμα Κινηματογράφησης του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ, με υπεύθυνο τον Δημήτρη Μεγαλίδη και οπερατέρ τον Θανάση Παπαδούκα, ήταν πραγματικά σπαρακτικές. Ελάχιστοι θα έμεναν ασυγκίνητοι βλέποντας τους γενειοφόρους αντάρτες να κλαίνε  μπροστά στον φακό σαν μικρά παιδιά καθώς άφηναν τα όπλα με τα οποία είχαν ελευθερώσει την Ελλάδα από τους κατακτητές. Ήταν μια αυθόρμητη εκδήλωση που αποτύπωνε την οδύνη για ένα κεφάλαιο που έκλεινε και ενδεχομένως τον φόβο για ό,τι θα επακολουθούσε.

Το ειδικό αναμνηστικό μετάλλιο το οποίο είχε υποσχεθεί  στους μαχητές η ΚΕ του ΕΛΑΣ δεν εκδόθηκε ποτέ. Στα χρόνια του Εμφυλίου, οι μαχητές του ΕΛΑΣ σκορπίστηκαν, καταδιώχθηκαν και βασανίστηκαν. Πολλοί από αυτούς σκοτώθηκαν πολεμώντας ως αντάρτες στον ΔΣΕ ή βρέθηκαν σε φυλακές και εξορίες μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1960, με μοναδικό τους έγκλημα τη συμμετοχή στον αντιστασιακό αγώνα. Η μνήμη των κατοχικών αγώνων τους (δηλαδή το μεγαλύτερο ποσοτικά και ποιοτικά κομμάτι της Αντίστασης) ακυρώθηκε και διαγράφηκε από το επίσημο κράτος μέχρι το 1982 και την αναγνώριση του ΕΑΜ ως αντιστασιακής οργάνωσης.

Η ιστορία του ΕΛΑΣ δεν έχει γραφτεί με την πληρότητα ή την πολυμέρεια που της αρμόζει. Ο μελετητής θα πρέπει να συνδυάζει τις αρετές κοινωνικού επιστήμονα και στρατιωτικού αναλυτή, προκειμένου να διατυπώσει σωστά συμπεράσματα που θα διαφοροποιούνται τόσο από τους άκριτους ύμνους όσο και από τις συκοφαντικές λασπολογίες. Θα πρέπει φυσικά να λάβει υπόψη του το δεδομένο πως η δράση του ΕΛΑΣ στράφηκε με την ίδια σφοδρότητα εναντίον των κατακτητών και εναντίον Ελλήνων. Αν εξαιρέσουμε φυσικά τα Δεκεμβριανά ο ΕΛΑΣ έδωσε τις πιο αιματηρές του μάχες στον Μελιγαλά (13-14.9.1944) και στο Κιλκίς (4.11.1944). Ο πόλεμος εναντίον του ΕΔΕΣ που ξέσπασε σε δύο φάσεις (Οκτώβριος 1943-Φεβρουάριος 1944, Δεκέμβριος 1944) κόστισε και στους δύο αντάρτικους στρατούς απώλειες που πιθανότατα ξεπερνούν τους 500 νεκρούς εκατέρωθεν. Ο ΕΛΑΣ Μακεδονίας είχε εμπλακεί από τον Ιούνιο του 1943 σε ατέρμονες μάχες -πάνω από 40 μικρές και μεγάλες συγκρούσεις- με την ΠΑΟ, ενώ το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων του συνταγματάρχη Δημ. Ψαρρού διαλύθηκε τρεις φορές, την τελευταία με τραγικά αποτελέσματα.

Ο ακριβής αριθμός των νεκρών του ΕΛΑΣ στις μάχες του 1942-1944 δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί με κανέναν τρόπο. Σύμφωνα με τον Στέφανο Σαράφη ο ΕΛΑΣ μέχρι τον Νοέμβριο του 1944 είχε 4.500 νεκρούς και 8.000 τραυματίες αντάρτες, εκ των οποίων οι 2.000 έμειναν ανάπηροι. Στον αριθμό αυτό δεν περιλαμβάνονται οι απώλειες πριν από τη συγκρότηση του Γενικού Στρατηγείου (Μάιος 1943) και ένα μέρος των απωλειών από μάχες σε Θράκη. Πελοπόννησο και Κρήτη. Εναντίον των Γερμανών, η πιο αιματηρή ήταν η Μάχη της Αμφιλοχίας (12-13.7.1944), στην οποία σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν 162 αντάρτες και 213 στρατιώτες της Wehrmacht. Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης, όπου σώθηκαν, ονομαστικοί κατάλογοι των απωλειών που υπέστησαν διάφορες μονάδες του ΕΛΑΣ. Οι απώλειες  της XIIΙ Μεραρχίας ανήλθαν σε 437 νεκρούς, τραυματίες και αγνοούμενους. Το 30ό Σύνταγμα Πέλλας έχασε 287 άνδρες σε 60 μάχες και συγκρούσεις με τους Γερμανούς και τους συνεργάτες τους. Το 13ο Σύνταγμα Κιλκίς κατέγραψε 159 νεκρούς σε μάχες που έδωσε, κυρίως με Έλληνες της ΠΑΟ και δωσιλογικά τμήματα. Το πολύ αξιόμαχο Τάγμα Παρνασσίδας (και αργότερα 2ο Σύνταγμα της II Μεραρχίας) μέτρησε 72 νεκρούς σε 11 μάχες κατά των Γερμανών.

Ο ΕΛΑΣ ξεκίνησε και παρέμεινε συνισταμένη μιας κοινωνικής δυναμικής που συμπύκνωσε διάφορα αιτήματα και ενσωμάτωσε πολλούς παράγοντες. Εξέφρασε τη βούληση των ριζοσπαστικών αντιστασιακών δυνάμεων να ανατρέψουν την προπολεμική  κατάσταση και να αναδειχθούν σε πολιτική ηγεσία μετά την απελευθέρωση της χώρας. Αυτό το αίτημα δεν εξέφραζε απλώς κάποιες σταθερές πολιτικές επιδιώξεις του Κομμουνιστικού Κόμματος αλλά αφορούσε όλα τα στρώματα τou πληθυσμού που επιζητούσαν τη δικαίωση των αιματηρών αγώνων της Κατοχής την τιμωρία όσων είχαν συμπράξει με τον κατακτητή ή είχαν πλουτίσει από τη συνεργασία μαζί του, την ανανέωση του πολιτικού σκηνικού.

Από την ίδρυσή του μέχρι την απελευθέρωση, ο ΕΛΑΣ ήταν ένας συμμαχικός στρατός με προτεραιότητα τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα. Ένας από τους πλέον φανατικούς «αντιΕΛΑΣίτες» ο επικεφαλής της Βρετανικής Στρατιωτικής Αποστολής, συνταγματάρχης Κρίστοφερ (Κρις) Γουντχάουζ παραδέχθηκε λίγα χρόνια μετά το τέλος του πολέμου πως η βασικότερη αιτία για τη μαζικότητα που απέκτησε το ΕΑΜ στην Κατοχή ήταν πως δεν παραμέλησε ποτέ τον πόλεμο εναντίον του κατακτητή. Οι χιλιάδες νεκροί στις μάχες είναι οι ατράνταχτες αποδείξεις ενός αδυσώπητου αγώνα που μαινόταν επί τρία σχεδόν χρόνια στα βουνά και στις πόλεις.

Και η ανωνυμία των περισσότερων από αυτούς, είναι αδιάψευστος μάρτυρας της εκστρατείας αποσιώπησης μιας από τις ηρωικότερες σελίδες της νεοελληνικής ιστορίας.

Advertisements

1 thought on “Ιάσονας Χανδρινός: Ο ΕΛΑΣ στη μάχη της Αθήνας-Δεκέμβρης 1944”

  1. Τι γραφει ο Μαργαριτης για το μεγαλο κατορθωμα του ΕΛΑΣ αλλα και για το ρολο των Βρετανων στη μαχη:

    «Ή άνεση και ή στα όρια της αλαζονείας αυτοπεποίθηση είχαν και τις άρνητικές τους πλευρές. Παραδείγματος χάρη, επέτρεψαν στον ΕΛΑΣ να πετύχει το πιό εντυπωσιακό του στρατιωτικό επίτευγμα στη διάρκεια των συγκρούσεων. Οι «Άγγλοι, μέσα στο γενικό κλίμα της σιγουριάς πού καλλιεργούσαν, δεν έκκένωσαν από προσωπικό τις υπηρεσίες της βρετανικής αεροπορίας στα πέριξ του άεροδρομίου του Τατοΐου και ιδιαίτερα στα ξενοδοχεία της Κηφισιάς. Οι υπηρεσίες αυτές συνέχισαν να λειτουργούν -βαθιά πίσω από τις γραμμές τού άντιπάλου- για πολλές μέρες μετά την έναρξη των συγκρούσεων, φρουρούμενες από μια ιδιαίτερα ασθενή ινδική φρουρά (σχεδόν ένας λόχος διασκορπισμένος σε όλα τα σημεία φύλαξης). Ό ΕΛΑΣ δεν βρήκε ιδιαίτερη δυσκολία να αιχμαλωτίσει, όταν το αποφάσισε, όλη αυτή τη δύναμη, περισσότερους από πεντακόσιους Βρετανούς. Το συμβάν φαίνεται ακατανόητο αν δεν συνυπολογίσουμε την όλη σκηνοθεσία της υπεροχής και της αυτοπεποίθησης πού είχαν στήσει οι Βρετανοί.
    Στον απολογισμό των μαχών του Δεκεμβρίου του 1944, εύκολα παρατηρούμε ότι ή βρετανική στρατιωτική συμβολή, ή ανάληψη αποφασιστικών επιθετικών επιχειρήσεων από βρετανικά στρατεύματα, ήταν περιορισμένη, σε σχέση μάλιστα με τον όγκο τους, και είχε πάντα ειδικό χαρακτήρα: βασιζόταν συνήθως στη χρήση τεθωρακισμένων είτε για την προστασία και την εξασφάλιση των συγκοινωνιακών αξόνων (λεωφόροι Συγγρού και Κηφισίας, λόγου χάρη), είτε για την προάσπιση τού ζωτικού ενδιαφέροντος κέντρου της Αθήνας. Πέρα από αυτό, οι Βρετανοί ανέλαβαν δύο στρατηγικού χαρακτήρα επιθετικές κινήσεις. Την απόβάση στην Πειραϊκή και την κατάληψη της Καλλίπολης, πού έκανε δυνατή τη χρήση ζωνών τού λιμανιού του Πειραιά, και τη διείσδυση κατά μήκος του Κηφισού, προς το τέλος των επιχειρήσεων, κίνηση πού έδωσε το τελικό χτύπημα στον ΕΛΑΣ, απειλώντας με περικύκλωση και καταστροφή τις μονάδες του πού μάχονταν στις δυτικές συνοικίες της Αθήνας. Πολύ λίγα πράγματα δηλαδή για μερικές δεκάδες χιλιάδες Βρετανούς στρατιώτες.
    Οι υπόλοιπες μάχες και ό αγώνας φθοράς στα διάφορα μέτωπα ήταν υπόθέση των ελληνικών μονάδων.»

    Σχετικα με τις απωλειες των Βρετανων δειτε το σχολιο στο ποστ Ο Δεκεμβρης των Βρετανων.
    Πανω απο το ενα τριτο σκοτωθηκε στο πρωτο δεκαημερο των συγκρουσεων πριν απο την αποστολη ενισχυσεων. Προσθετουμε και τους νεκρους στην Κηφισια και εχουμε περιπου το 45% των βρετανικων απωλειων στα Δεκεμβριανα.

    «ένα μέρος του οπλισμού (με βάση τη σύγκριση με τα αντίστοιχα κυβερνητικά αρχεία ανέρχεται σε 10-20%) αποκρύφθηκε ως μέτρο προφύλαξης.»

    Αντιγραφω απο αλλο σχολιο:
    Ειδη παραδοθηκαν κρυφθηκαν ανακαλυψη μεχρι το καλοκαιρι του 1946
    τουφεκια 41.500 41.347 22.838
    αυτοματα 650 2.000 771
    οπλοπολυβολα 1.000 1.500 1.164
    ολμοι βαρεις 55 200 362
    ολμοι μικροι 55 177
    πολυβολα βαρεα βρεθηκαν 773
    πυροβολα βρεθηκαν 96
    ναρκες βρεθηκαν 6.632

    τα στοιχεια απο τον Ζαφειροπουλο

    Αν ισχυουν τα στοιχεια του Ζ δεν νομιζω να εκρυψαν μονο το 10-20% του οπλισμου.
    Προφανως κ η αποκρυψη βαρυ οπλισμου δεν εγινε για λογους αυτοαμυνας.

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s