Από την καλύβα

Τα προσωπικά, από την καλύβα

Η Αναστασία ετοιμάζεται για το δικό της βάπτισμα του πυρός…

Πώς να σε φωνάξω, γυναίκα μου ή ψυχή μου;

Ιανουαρίου 3, 2007

Τα ωραιότερα μάτια του κόσμου έχουν σήμερα γενέθλια. Τους αφιερώνω λοιπόν ένα ποιηματάκι, που έγραψα πριν πολλά πολλά χρόνια!

ΟΤΑΝ Ο ΠΟΛΕΜΑΡΧΟΣ ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΣ

ΕΡΩΤΕΥΤΗΚΕ ΤΗΝ ΚΟΡΗ ΕΛΠΙΝΙΚΗ

Ποια θεότητα να επικαλεστώ

σε ποιο βωμό να αποθέσω την ψυχή μου

ποιο πνεύμα αγαθό να προσκαλέσω

πώς να πετύχω να στέρξει των άστρων η σύναξη

στο γλυκόπικρο άρωμα που με συνεπήρε;

Αγγίξτε με, Θεοί,

τον ταπεινό σας εγγονό, ευλογείστε με!

Δωρίστε μου τη χάρη του σώματος

το βλέμμα φωτεινό

στην άκρη των δακτύλων την έλξη

το ζωηρό πνεύμα της χαράς χαρίστε μου.

Καθαρίστε την καρδιά μου από τα ράκη

ελευθερώστε την προαίρεσή μου.

Αγγίξτε με

τον ταπεινό σας εγγονό

ευλογείστε με!

Σε μάχη δύσκολη φέρνω τα βήματα δισταχτικά

αλλιώτικη από αυτές που τόσο καλά γνωρίζω!

*

ΥΓ. Ο στίχος του τίτλου είναι του Ανδρέα Λασκαράτου.

015.gif

τερμάτησαν στις 2 Ιουνίου, ενεστώτος έτους. Τέταρτη φορά. Η πρώτη αποχή κράτησε 10 χρόνια (1991-2000), η δεύτερη 18 μήνες και η τρίτη 8. Έχω πάντα στο μυαλό μου την ιδέα ότι πρέπει να πεθάνω… υγιέστατος!

piano_lg.jpg

Ήρθαν έτσι τα πράγματα και τα τελευταία χρόνια οδηγώ πολύ. Εννοώ, πολλά χιλιόμετρα – κάθε εργάσιμη μέρα. Στο ένα τρίτο των διαδρομών έχω ραδιόφωνο (δηλαδή: ραδιόφωνο με μουσική για ανθρώπους) στο υπόλοιπο όχι. Κουβαλάω στο αμάξι μια κασετίνα με 72 CD, τα οποία ανανεώνω όποτε εξαντληθούν. Στις επιστροφές, όταν ένας δίσκος με έχει γοητεύσει, ξεχνάω να γυρίσω στο ραδιόφωνο και τον κρατάω ως το τέλος της διαδρομής. Συμβαίνει συχνά.

Ιεμενος και καπνον αποθρωσκοντα νοησαι ης γαιης θανεειν ιμειρεται

3june2007-103

(Έξω από το θέατρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, στημένο στα 1981)

*

Καμιά νοσταλγία για τους καπνούς της Μπουγατσαδούπολης ή της Καλαμάτας δεν έχω. Η νοσταλγία έχει να κάνει με τη μνήμη, στρεφόμενη έσω. Τα νεανικά μου χρόνια, ναι, τα νοσταλγώ. Καπνίζουν, ακόμα…

____

*το κομμάτι γράφτηκε 2-3 βδομάδες πριν.

nostalgia.jpg

..του rock ‘n’ roll;

Όχι, μωρέ.

Το μαλλί μου νοσταλγώ!

*

Η φωτογραφία (πρέπει να) είναι του 1978

(μ.Χ.)

christensen_brumle.jpg

Δεν ξυπνάει ακριβώς – το πνεύμα του κοιμάται. Τον οδηγεί το φως, φτάνει ως το γραφείο. Στέκεται. Του μιλάω γλυκά, τον αγκαλιάζω. «Έλα, πάμε στην κρεβατάρα σου…». Δε μπορώ πια να τον σηκώνω στην αγκαλιά μου, μεγάλωσε, βάρυνε. Τον πηγαίνω ως το κρεβάτι του, ξαπλώνει, τον σκεπάζω. «Σ’ αγαπάω» του λέω. «Κι εγώ» μου απαντάει, πριν βυθιστεί ξανά στα βαθιά νερά του ύπνου. Καμιά φορά αλλάζει δρομολόγιο και κατευθύνεται στο κρεβάτι της μαμάς του. Βολεύεται μια χαρά στη θέση μου – τον ανακαλύπτω εκεί όταν έρθει η ώρα να ξαπλώσω. Τον βοηθάω να σηκωθεί, κάνουμε μαζί τα βήματα ως το δωμάτιό του. Κοιμάται πια μονορούφι, ως το πρωί.

…το ερωτεύτηκα, αλλά δεν ήταν τυχερό μας. Την τέταρτη μέρα που το κρατούσα στα χέρια μου πρόσεξα σε όλες σχεδόν τις χάντρες τα σκασίματα, που προμήνυαν τη σύντομη απώλεια. Την άλλη μέρα πήγα στο μαγαζί και το άλλαξα, με δυό άλλα. Ένα από αυτά, με χάντρες από μοσχόξυλο, μου πήρε τα μυαλά –  θα σας το δείξω μιαν άλλη φορά.

lesbos090707-067.jpg

…για τυροπιτάκια. Το αποτέλεσμα ήταν εξαιρετικό – και δεν το λέω επειδή πρόκειται για την εντεκάχρονη (σε λίγους μήνες) κόρη μου!

july2007-008.jpgjuly2007-002.jpg

Σήμερα έγιναν με άψογες δημοκρατικές διαδικασίες, στο σχολείο, οι εκλογές στην Γ΄ Δημοτικού. Ο Αρίστος …εξετέθη και εξελέγη γραμματέας στην τάξη του!

Ο ευτυχής πατήρ κερνάει απόψε, προς τιμήν του νεοεκλεγέντος, μια παρτίδα στο πλησιέστερο bowling!

*

Λεπτομέρειες της εκλογικής μάχης, όπως τις αφηγήθηκε ο γραμματέας:

«Είπα στα παιδιά ότι θα φτιάξω πισίνα και πίστα καρτ για την τάξη. Αλλά ο Χάρης είπε πως θα κάνει πισίνα, πίστα καρτ ΚΑΙ ιππασία – και βγήκε πρόεδρος!»

Αντιγράφω ένα μικρό απόσπασμα.

*

Η εμπειρία του τοκετού ήταν συγκλονιστική. Η Δ. με ήθελε μέσα κι έτσι, άθελά μου ομολογώ, ήμουνα κι εγώ εκεί. Εν τέλει α) δεν λιγοκάρδισα και β) μου έμεινε η μοναδική εμπειρία της πρώτης εικόνας, του πρώτου κλάματος της κόρης. Βγήκε μαλλιαρή και μαυρούλα (αν και όχι όσο φανταζόμουν ότι είναι τα μωρά). Η μαμά της έκλαιγε ανακουφισμένη, η μαία την τύλιξε σε πράσινα οθόνια και της την έδωσε στην αγκαλιά. Πέρα από το αρχικό της κλάμα, ήταν ήσυχη. Όταν, σε λίγο, οδηγήθηκε στην αίθουσα νεογνών, την πήρα για πρώτη φορά στα χέρια μου και την κράτησα περίπου δέκα λεπτά.

Η κόρη χαρακτηρίστηκε εξαρχής «όμορφο μωρό» – πρώτα το είπε η μαία, μετά ένας ένας όλοι όσοι την είδαν και τελευταία το πίστεψε η μαμά της.

Εκτός από το ωραίο μαύρο μαλλί της διαθέτει τεράστια μάτια, τα οποία καταλαμβάνουν ολόκληρη την πρόσθια όψη του βρέφους (λες και ξεκινάν από τ’ αυτιά). Αυτό δείχνει ότι τα μάτια της θα είναι μεγάλα και όμορφα, όπως της μαμάς της. Το χρώμα τους ξεκίνησε από μπλε, να δούμε που θα καταλήξει.

Tο στόμα, το πηγούνι και γενικά το κάτω μέρος του προσώπου μοιάζουν με του μπαμπά. Αυτό το διασταύρωσα (υποτίθεται) με δυο παλιές μου βρεφικές φωτογραφίες. Ίδωμεν. Το ερωτηματικό είναι η μύτη, τι θα γίνει με τη μύτη. Θα είναι μεγάλη και επιθετική (ποντιακή) ή μικρή και καλλιτεχνική (γιαχέικη);

Κατά τα άλλα η Αναστασία είναι αρτιμελής, έχει όμορφα χέρια και δάχτυλα, οι γραμμές της παλάμης της είναι ακριβώς ίδιες με τις δικές μου, τα δάχτυλα των ποδιών μοιάζουν της μαμάς της. Είναι ολίγον τριχωτή και αρκούντως χαριτωμένη.

007a.jpg

*

Στίχος από το πρώτο τραγούδι που συνέθεσε (μουσική[;] και λόγια) ο οχτάχρονος Αριστείδης, ενθουσιασμένος με την ηλεκτρική κιθάρα που απόχτησε την Πρωτοχρονιά.

Δεκάξι ολόκληρα χρόνια, από το πρώτο μας «ραντεβού».

Σ’ αγαπάω, περισσότερο από ποτέ.

Το μπλογκ έπηξε στα πολιτικά ποστ, πρέπει να διορθωθεί η αναλογία και να στανιάρουμε, κι εγώ και οι καλυβίστες. Ο θείος Ισίδωρος αποφάσισε ν’ ασχοληθεί με τις δουλειές του και παράτησε το χασομέρι στο δίκτυο. Το τραγούδι του Πάνου Μιχαλόπουλου «σκοτούρα» που άκουσα σήμερα οδηγώντας, να θυμηθώ να το παίξουμε στην εκπομπή με τον Athanassios, αν αξιωθούμε να την κάνουμε. Αν κατέβω αυτή την Παρασκευή στην Αθήνα, τότε την άλλη, σίγουρα. Σίγουρα; Τίποτα δεν είναι σίγουρο, εκτός από το θάνατο και τη βλακεία. Και την οδύνη, που δεν ξέρεις πότε θα χτυπήσει τη δική σου πόρτα ξανά. Να θυμηθώ να δουλέψω, να τελειώσω επιτέλους εκείνη την παρουσίαση, οι μέρες τελειώνουν. Μετά, να ετοιμάσω την εισήγηση για τα πειραματόζωα.  Να προσπαθήσω να ξεβαλτώσω αυτά που έχουν κολλήσει στο Πανεπιστήμιο. Προπάντων να μη ξεχάσω να βρω μια καλή δικαιολογία στο γιατί όλα αυτά.

16noe2008-018a

…ίδρωσε για πρώτη φορά σήμερα σε «κανονικό» (φιλικό) αγώνα.

Την επόμενη, θα κερδίσουμε κιόλας!

Γράφει ο Μικρός Παραμυθάς

Μια φορά και ένα καιρό -δεν ξέρω γιατί όλα τα βιβλία αρχίζουν έτσι, τέλος πάντων- μια φορά κι ένα καιρό σ’ ένα δασάκι υπήρχε ένας χορτοφάγος λύκος που τον έλεγαν Κιτρινούλη, γιατί όλο τον καιρό είχε μαζί του μια κίτρινη κάπα, που την πήρε από το δάσος.

Εκεί κοντά λίγο έξω από το δάσος έμενε ένα κορίτσι, ήταν πολύ κακό, τα ήθελε όλα για αυτήν, την έλεγαν Κοκκινοσκουφίτσα. Αλλά έπρεπε να τη λέμε Μαυροσκουφίτσα.

Είχε πάει στο δάσος για να επισκεφτεί τη γιαγιά της. Σε κείνο το μονοπάτι συνάντησε έναν λύκο, αλλά έγινε κάτι πολύ περίεργο, το μάτι της Κοκκινοσκουφίτσας άστραψε και ο λύκος άρχισε να τρέχει. Πήγε πίσω στην αγέλη του φωνάζοντας κίνδυνος έρχεται το τέρας, κίνδυνος. Τότε ο μπαμπάς του Κιτρινούλη που ήταν και αρχηγός της αγέλης είπε πάρτε τις ΤΟΥΟΤΑ και βάλτε τούρμπο. Μέσα στον πανικό να μπουν στις ΤΟΥΟΤΑ οι λύκοι ξέχασαν τον Κιτρινούλη στο σπίτι του και ροχάλιζε.

Μόλις έφτασε η Κοκκινοσκουφίτσα πήγε να βρει τους λύκους, ήθελε ένα κατοικίδιο.

Πίσω στο σπίτι της γιαγιάς κάναν συγκέντρωση γιαγιάδων. Εγώ πάντως το λέω συγκέντρωση μπιρίμπας. Η γιαγιά έλεγε ότι θα το έκανε το σπίτι καζίνο.

Τώρα πάμε πίσω για άλλη μια φορά στη αγέλη. Η αγέλη, τι αγέλη, ένα μικρό λυκάκι είχε μείνει, ο Κιτρινούλης. Α χα χα χα, σας το είχα πει αυτό, τέλος πάντων. Ο Κιτρινούλης βγήκε έξω την είδε και τότε άρχισε το κυνηγητό. Τρέχαν και τρέχαν και τρέχαν. Είχαν βγει στην πόλη. Του Κιτρινούλη ο φόβος του είχε δώσει φτερά. Πέρασαν μέσα σε μια αποθήκη. Τότε ο Κιτρινούλης ρώτησε γιατί τα κάνει όλα αυτά και εκείνη απάντησε πως δεν είχε φίλους, δεν την έπαιζε κανείς. Είπε ότι ήταν πάντα περιττή. Τότε ο Κιτρινούλης της είπε να σκεφτεί γιατί δεν τη συμπαθούνε. Ίσως, τι ίσως, σίγουρα, αν φερόσουν ευγενικά, όλοι θα σε συμπαθούσαν. Έχεις δίκιο, θες να παίξουμε είπε εκείνη, με μεγάλη μου χαρά.  Και τότε έγιναν αχώριστοι φίλοι και η Κοκκινοσκουφίτσα έγινε καλή και ευγενική.

Επίσης έβαλαν τη γιαγιά στην φυλακή, για παράνομο καζίνο.

*

Ο Μικρός Παραμυθάς έγραψε αυτό το μετα-παραμύθι στο σχολείο, για το «σκέφτομαι και γράφω», της Δ’ Δημοτικού.

Καθώς μεγαλώνουν τα παιδιά μου ξαναζώ ανάστροφα το παρελθόν. Τότε που ανακάλυπτα τα θαύματα της ύπαρξης, δεν έβλεπα τα βλέμματα του πατέρα και της μάνας μου, που με ακολουθούσαν τρυφερά και ανήσυχα. Τα βλέπω τώρα.

elections

Θυμάμαι εκείνες του 1987. Τέτοια μάτια δεν ξεχνιούνται…

traka21july2009 009

(η φωτογραφία είναι μετά, εννοείται…)

Ας το πάρουμε αλλιώς: από τον Αύγουστο του ’93 που είχα το πρώτο μου τροχαίο, μέχρι σήμερα που είχα το τελευταίο (κι ας είναι όντως το τελευταίο!) κανένας μα κανένας δεν τραυματίστηκε σοβαρά! Τα ατυχήματα αποδείχτηκαν απλώς η χαρά του φαναρτζή και των συναφών ευγενών επαγγελμάτων.

Σήμερα το σκηνικό δεν άλλαξε:  Μια μοτοσυκλέτα μεγάλου κυβισμού ξέφυγε από την πορεία της, έπεσε και ήρθε σφαίρα απάνω μου, στο αντίθετο ρεύμα, πενήντα μέτρα πριν το Παλατάκι, σ’ εκείνη τη γουστόζικη στροφή που ξετρελαίνει τους γκαζάκηδες της Μπουγατσαδούπολης, είτε οδηγούν δίτροχο είτε τετράτροχο. Ήτανε και κάτι άτσαλα βαλμένες κορίνες στη μέση του δρόμου, γιατί ένα συνεργείο του Δήμου Καλαμαριάς έβαζε  σήματα για να αποφεύγονται τα …ατυχήματα – ήρθε κι έδεσε!

Ευτυχώς ο μηχανάκιας ήταν έμπειρος, παράτησε έγκαιρα τη μηχανή και εκτινάχτηκε δεξιά. Δεν την ακολούθησε δηλαδή στο τράκο με το δικό μου αυτοκίνητο. Φορούσε και κράνος, οπότε όταν βγήκα από το αμάξι και τον αναζήτησα τον είδα …όρθιο. Εκδορές και μώλωπες – θα ψιλοπονάει για δυό τρεις μέρες (να θυμάται και τη σαχλαμάρα του) και τίποτα περισσότερο.

Αυτά, εν ολίγοις.  Για το αμάξι και τη μηχανή, είπαμε:  η χαρά του συνεργείου!

traka21july2009 002

(Κοιτάμε ανάποδα, προς Θεσσαλονίκη: Σπασμένο ψαλίδι, προφυλακτήρας, αριστερός τροχός και διάφορα άλλα, που δε φαίνονται)

Σήμερα που γιορτάζουμε δεκαεφτά χρόνια, οχτώ μήνες και κάτι ψιλά, λέω να της χαρίσω ένα μπουκέτο λουλούδια – και μερικούς από τους πιο νόστιμους στίχους που γεύτηκα στη ζωή μου.

Από ‘να παραδοσιακό τραγούδι της Λέσβου:

Τα μάτια σου έχουν έρωτα – και μέσα ψιχαλίζουν 
Και μέσα στο ψιχάλισμα – βαρκούλες αρμενίζουν…

Κι από ένα Κρητικό:

Ο πλάτανος θέλει νερό, κι η λεύκα θέλει αγέρα
τα μαύρα μάτια φίλημα, όντε χαράξει η μέρα!

Και πάλι παραδοσιακό, φτιαγμένο αριστουργηματικό ζεϊμπέκικο από το Μάρκο Βαμβακάρη:

Τα ματόκλαδά σου λάμπουν
Σαν τα λούλουδα του κάμπου.
(…)
Τα ματάκια σου αδερφούλα
Μου ραγίζουν την καρδούλα.

Και μια στροφή του Ανδρέα Κάλβου

Ένα φιλί… κ εν’ άλλο…
Έρωτα, τρέξε, εξάπλωσον
αιώνια τα πτερά σου,
σκέπασον το μυστήριον
της εορτής σου.

Και κάποιοι στίχοι του Νίκου Καρούζου:

Γαλάζιος μακριά πολύ, θα γυρίζω
άνθη κρατώντας.
Είναι ρωγμή στο στήθος η αγάπη.

Και του Γιώργου Σεφέρη:

Είτε βραδιάζει
είτε φέγγει
μένει λευκό
το γιασεμί.

Του Οδυσσέα Ελύτη:

Θεά! Και τι σγουρά τα σκοτεινά της μέρη!
Και τα χείλη τι ζάχαρη βιολέτας!
Και τι κηπάκι
Τα λυτά
Νωπά
Μαλλιά
Στην απαλή κοιλιά η ανάσα τι ταξίδι!

Αλλά και από το Άσμα Ασμάτων:

Ως κρίνον εν μέσω ακανθών
ούτως η πλησίον μου ανά μέσον των θυγατέρων

Ως σπαρτίον το κόκκινον χείλη σου,
Και η λαλιά σου ωραία’ (…)
Ως πύργος Δαυείδ τράχηλός σου (…)
χίλιοι θυρεοί κρέμανται επ’ αυτόν (…)
Δύο μαστοί σου ως δύο νεβροί δίδυμοι δορκάδος
οι νεμόμενοι εν κρίνοις.

Τι εκαλλιώθησαν μαστοί σου από οίνου,
και οσμή ιματίων σου υπέρ πάντα αρώματα;

ύδωρ πολύ ου δυνήσεται σβέσαι την αγάπην,
και ποταμοί ου συγκλύσουσιν αυτήν.

Και από τον Ανδρέα Εμπειρίκο:

Μείνε γυμνή
Τα ρούχα της ημέρας 
Είναι βαρύτερα και από τις φωλιές του πεπρωμένου.

Και τον Διονύση Καρατζά:

Έτσι που μιλάς
σταματάς τα νερά
κι ακούω το τρίξιμο του κόσμου.

Με τη βροχή το κορμί σου γίνεται νησί
κι ως σπηλιά σε βρίσκω στα σκληρά του κόσμου,
να τρέφω τα λουλούδια του βοριά
κι ακρογιαλιές θανάτου.

Αλλά και τον Μανώλη Αναγνωστάκη:

Ψυχή της αγάπης μου αλήτισσα
Λεπίδι του πόθου μου αδυσώπητο
Νικήτρα μονάχη της σκέψης μου.

Κι από κάποιο τραγούδι, που μπορεί κάποτε να ακουστεί:

Τα δυο σου μάτια σαν κοιτώ
στους ουρανούς ελπίζω
από τη φλόγα καίγομαι
μα στη φωτιά γυρίζω.

– Είπες «Καβάφης»;

– Όχι, αλλά τον ξέρω.

– Σιγά… Πες ένα ποίημά του, αν τον ξέρεις.

– Ξέρω την Ιθάκη.

– …

– Σαν βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη

(σκόπιμη καθυστέρηση- αδημονία για τη συνέχεια)

είσαι τόσο ηλίθιος που θα βρεθείς στη Θράκη!

– …

*

Ο Αρίστος, μαθητής της ΣΤ’ Δημοτικού, δεν έχει διαβάσει ακόμα Καβάφη, αλλά έχει ξεκοκαλίσει τον Αρκά!

…το οποίο στέγαζε τότε το δημαρχείο της πόλης, ένας συμπαθής αντιδήμαρχος πάντρεψε ένα τσούρμο ομογενείς ρωσοπόντιους – μαζί μ’ αυτούς και μένα με την καλή μου.

Και οι δύο λατρεύουμε τα κόμικ. Καθόμαστε λοιπόν, πατέρας και γιος, πίναμε το καφεδάκι μας και διαβάζαμε καθένας το νεοαποκτηθέν βιβλίο του. Ο Αρίστος το Σόου Μπίζνες του Αρκά και εγώ το Ρεμπέτικο (το κακό βοτάνι) του Νταβίντ Προυντόμ. Στο μεταξύ, οι Θεσσαλονικιές περνούσαν κατά κύματα, πάνω κάτω.

Ωραία φάση!

Τελευταία μέρα του χρόνου, πρωινός καφές. Ησυχία, όλοι κοιμούνται. Ευκαιρία για μια σύντομη ανασκόπηση του 2011.

*

Φέτος μπλέχτηκε το συλλογικό με το προσωπικό, όσο ποτέ άλλοτε. Γιατί η επώδυνη πορεία της ελληνικής κοινωνίας προς τη χρεοκοπία και τη διάλυση δεν είναι κάτι θεωρητικό, το οποίο μπορούμε να παρακολουθούμε ως θεατές: αφορά τον καθένα μας.

*

Αφορά λοιπόν και τη δική μου οικογένεια, η οποία είδε το εισόδημά της άλλοτε να μειώνεται δραματικά και άλλοτε να τείνει προς το μηδέν – για όσους δουλεύουν ως ελεύθεροι επαγγελματίες. Μας είχαν ζώσει βέβαια τα φίδια από το τέλος του ’10, αλλά άλλο να το φαντάζεσαι και άλλο να το ζεις…

*

Δεν έφτανε αυτό, αλλά εμάς μας «περιποιήθηκε» ιδιαίτερα και το …κοινωνικό μας κράτος. Χρειάστηκε να πάμε 3 φορές στο εξωτερικό, με τη σύζυγο, για μια θεραπεία που δεν γίνεται στην Ελλάδα. Απέρριψαν τη χρηματοδότηση από τον ασφαλιστικό φορέα, διότι, λέει, γίνεται. Απέρριψαν και την ένσταση, διότι, λέει, η θεραπεία αυτή δεν ενδείκνυται. Χοντρά και χυδαία ψεύδη, αμφότερα. Θα δικαιωθούμε στα δικαστήρια, σε μερικά χρόνια, αν υπάρχει ακόμα δικαιοσύνη και αν η Ελλάδα δεν έχει γίνει Ουγκάντα. Στο μεταξύ, χρεοκοπήσαμε απολύτως, γιατί πληρώσαμε τα πάντα εξ ιδίων – και με δανεικά, τα οποία πρέπει να επιστραφούν.

*

Τα καλά νέα είναι ότι είμαστε όλοι καλά. Ότι εξακολουθούμε να ζούμε με αγάπη μεταξύ μας. Ότι έχουμε ακόμα δουλειά. Ότι η κόρη σκίζει στο σχολείο και στη μαγειρική και ο γιος στο ευ ζην και τη μουσική. Ότι οι φίλοι μας όλοι ζορίζονται μεν, αλλά αντιστέκονται σθεναρά στην κατάθλιψη. Βρισκόμαστε, τα λέμε, διασκεδάζουμε, ενισχύει ο ένας τον άλλον και ετοιμαζόμαστε να αντιμετωπίσουμε τα χειρότερα, που πλησιάζουν με δρασκελιές.

*

Και η πολιτική; Οι φίλοι στο δίκτυο ξέρουν ότι προσπαθώ με τους Οικολόγους Πράσινους, μετά από πολιτικά άγονες δεκαετίες αυτονομίας, που ακολούθησαν την εμπλοκή μου με την αριστερά, στα νεανικά μου χρόνια. Λοιπόν, μια χαρά – τρεις απογοητεύσεις. Χωρίς συλλογικότητες, δε γίνεται τίποτα. Αλλά, πολύ ανθυγιεινό το ανθρώπινο περιβάλλον, βρε παιδί μου… Κι όμως, τα σκληρά καρύδια επιμένουν – μέχρι το κρακ. Γενικώς ειπείν, το ’11 δεν ήταν καλύτερο από το ’10, το οποίο δεν ήταν καλύτερο από το ’09. Αν υπάρχει κάποιος άγιος της πολιτικής οικολογίας, ας βάλει το χέρι του για το 2012.

*

Η καλύβα ήταν η μεγάλη μου αγάπη και για τη χρονιά που πέρασε. Πολλές επισκέψεις (λιγότερες, ωστόσο, από το ’10), περισσότερη πολιτική, περισσότερες συνεργασίες, περισσότερη οικολογία, λιγότερη (έως ελάχιστη) λογοτεχνία. Η μουσική μετακόμισε στο φέισμπουκ, όπου είχαμε πολλές βραδιές με συνακροάσεις. Μπήκα και στο τουϊτερ, αν και δεν έχω καταλάβει ακόμα το νόημα της ύπαρξής του – πέρα από μια έκτακτη ακαριαία ενημέρωση. Καλώς ή κακώς, παραμένω άνθρωπος του προηγούμενου αιώνα και δεν ενσωματώνω εύκολα τις καινοτομίες της επικοινωνίας…

*

Λοιπόν, ήταν μια δύσκολη χρονιά που σε λίγες ώρες δίνει τη σκυτάλη σε μια που θα είναι πολύ χειρότερη. Ωστόσο, είμαστε έτοιμοι για όλα. Το ’12 θα παιχτεί το μεγάλο παιγνίδι για όλους μας, καθώς θα πρέπει όχι μόνο να αντισταθούμε αλλά και να περάσουμε στην αντεπίθεση, διεκδικώντας ξανά αξιοπρέπεια και αισιοδοξία για τη χώρα μας, την κοινωνία μας, τους φίλους μας και τις οικογένειές μας. Γιατί χωρίς συλλογικότητα και αλληλεγγύη, καμιά ατομική λύση δεν προκόβει. Αν δεν με πιστεύετε, ρωτήστε σχετικά τον παππού μας τον Αριστοτέλη, που το είχε φιλοσοφήσει το θέμα.

*

Καλή χρονιά, σε όλους τους φίλους της καλύβας!

«Αποχωρώ από τους Οικολόγους Πράσινους, για λόγους πολιτικής και προσωπικής αξιοπρέπειας».

Με αυτό το μήνυμα έκλεισε ο κύκλος της δικής μου συμμετοχής στους ΟΠ. Τώρα, επιστροφή στο γνώριμο χώρο των πολιτικά αστέγων – ευτυχώς έρχεται το καλοκαιράκι.

Scan10026b

Στις 26 Οκτωβρίου 1979, βραδάκι, έφτασα στη Θεσσαλονίκη. Για να είμαι ειλικρινής δε θυμάμαι αν ήταν βράδυ, αλλά δε θα μπορούσε να είναι αλλιώς, δεδομένου ότι ξεκίνησα το πρωί της ίδιας μέρας από το Μεσοπόταμο για την Καλαμάτα, όπου πήρα κάποιο πρωινό λεωφορείο για την Αθήνα. Τότε το ταξίδι ανάμεσα στις δυο πόλεις διαρκούσε περί τις έξι ώρες, με χάιλαϊτ τη διάβαση του Αχλαδόκαμπου – φανταστείτε τις φουρκέτες που βγάζουν στην Άμφισσα (από το Μπράλλο) επί δεκαεφτά. Στάση γιατί κουράστηκα ήδη, για σουβλάκι στους Μύλους: μια ατραξιόν γεύσης που εξαφανίστηκε οριστικά, όχι γιατί φτιάχτηκαν οι δρόμοι, αλλά γιατί χάλασαν τα χοιρινά. Ίσως επί Σημίτη, ίσως και λίγο πιο πριν.

Από το σταθμό των ΚΤΕΛ σε μια κάθετη της Πατησίων, στο σταθμό Λαρίσης για το τραίνο προς τη συμπρωτεύουσα: ένα σενάριο διαδρομής που επαναλαμβανόταν τακτικά τα επόμενα χρόνια. Αν κρίνω από μια σχετικά πρόσφατη (2009) νυχτερινή διαδρομή με το κλασσικό τραίνο, η κατάσταση έχει βελτιωθεί σημαντικά: κάπου 9 ώρες, έναντι έντεκα – δώδεκα των χρόνων της αθωότητας. Για τους νεότερους σημειώνω ότι τότε δεν υπήρχε ιντερσίτυ, όπως δεν υπήρχε απευθείας σύνδεση της Καλαμάτας με τη Θεσσαλονίκη, με λεωφορείο ή αεροπλάνο.

(Παρένθεση: Έχω σκεφτεί πολλές φορές, ειδικά στο δεύτερο μισό από τα 34 χρόνια που συμπληρώθηκαν από εκείνη τη βροχερή μέρα «δεν έσπαγα το πόδι μου πριν φτάσω»; Από την άλλη, δε θέλω να είμαι αχάριστος: στη Θεσσαλονίκη έζησα μια ονειρεμένη δεκαετία – τα πρώτα δώδεκα χρόνια).

Ουσιαστικά πρώτη μέρα στην πόλη ήταν η δεύτερη: ως το μεσημέρι είχαμε βρει σπίτι με τον συμπατριώτη συγκάτοικο, πίσω από τη φοιτητική λέσχη. Είχαμε σουλατσάρει στην πανεπιστημιούπολη – μας άρεσε και η λιμνούλα στην Κτηνιατρική, αυτή που ο Μαζάουερ την αναφέρει ως «πισίνα». Είχαμε εντοπίσει και τη σχολή μας στη Βασιλέως Ηρακλείου, ακριβώς απέναντι από την είσοδο της αγοράς Μοδιάνο. Συναντηθήκαμε και με τους άλλους Καλαματιανούς που ανέβηκαν πρωτοετείς – έναν χημικό μηχανικό, έναν φυσικό και έναν της ΑΒΣΘ και κυκλοφορούσαμε μαζί, ως ενισχυμένη επαρχιακή περίπολος.

Το βράδυ της ίδιας πρώτης / δεύτερης μέρας είχαμε και το πρώτο ραντεβού με Θεσσαλονικιές, στην Καμάρα: είχε πάρει τα τηλέφωνά τους ο συγκάτοικος (μέγας κάμαξ) στη σχολική τους εκδρομή στην Καλαμάτα, λίγους μήνες νωρίτερα!

Τοπόσημα, του πρώτου καιρού: η ταβέρνα δίπλα στο Βακούρα. Το ταχυφαγείον- βρωμοφαγείον «Τα ελάφια» στην Εθνικής Αμύνης. Το οινοφροντιστήριον «η γέφυρα» στην Κονίτσης (νυν Λαμπράκη). Το τσοντάδικο «Δίον» (έργα δύο). Οι κινηματογράφοι (όλοι του κέντρου – ακόμα και το μακρινό «Ράδιο Σίτυ», που έπαιξε και τον «Καλιγούλα»). Τα καφενεία, πολλά αλλά κυρίως το «Αιγαίον» και το «Ματζέστικ» στη Λεωφόρο Νίκης. Η αίθουσα στον πρώτο όροφο της Καλαποθάκη, όπου γινόντουσαν οι συνελεύσεις του φοιτητικού συλλόγου. Τα εργαστήρια της Ιατρικής με τον θρυλικό Λύσανδρο και το αμφιθέατρο του Ανατομείου. Τα σπίτια όπου κάθε τρεις και λίγο γινόντουσαν πάρτυ. Η φοιτητική λέσχη (κάθε Τρίτη βόδι, κάθε Πέμπτη κοτόπουλο) όπου πουλούσαν πειρατικές κασέτες με τα πάντα όλα κάτι ηλικιωμένοι (εικοσιπεντάρηδες) με μαύρα ρούχα, σοβαρόν ύφος και ευμεγέθεις πώγωνες. Οι φοιτητικές εστίες, πάνω από την Αγίου Δημητρίου (έμεναν πολλά κορίτσα εκεί). Το κυλικείο της Φιλοσοφικής. Η Δεσπεραί με το Μινουί. Λιλή, Καμπουρέλος, Πίδας. Και επίσης κουλούρια 5 η ώρα το πρωί στο φούρνο πίσω από το Φαργκάνη. Ουρές. Και όλοι οι δρόμοι της πόλης, από Αριστοτέλους και δώθε. Δε θυμάμαι πότε ανακαλύψαμε τα βομβίδια στη Μοδιάνο, αλλά πρέπει να ήταν στις αρχές αρχές της δεκαετίας του ’80.

(συνεχίζεται, next year)

Συμπληρώσεις:

Σουέζ. Μία, τουλάχιστον, ιστορική σούρα με Ηλία και Μήτσο και Γκουρβ. Μαλαματίνα και ουχί Κουρτάκης (που έμαθε τον κόσμο να πίνει μπύρα – δικό μας σύνθημα)

Πατσάς στον Τσαρουχά (Ολύμπου) Όταν ήταν στην παρέα ο Ραμ (συχνά) πηγαίναμε κι αλλού. Σύνθημα: πάμε για ψιλό; (και τσακ, τσακ, τσακ, με το χέρι)

Κασέτες / βιβλία στην Λέσχη.  Πολλές κασέτες… Τις έχω ακόμα, σε χαρτοκούτια. Ο αρχαιολόγος του μέλλοντος θα απορεί…
Ταβέρνες Γέφυρα και Διάκος (Τούμπα). Και Περιστέρια (οδός Διαγόρα) και Θερμαϊκός (στο τζουκ μποξ εκατό δισκάκια = 200 τραγούδια του Καζαντζίδη. Τηγάνι θανατηφόρο, αλλαγή λαδιού σε εβδομαδιαία βάση. Ακριβώς απέναντι από το γήπεδο. Έχει κατεδαφιστεί, για να ανοίξει ο δρόμος)
Ντορέ και Σελήνη, στο κέντρο. Σύνθημα στην Αγγελάκη: «στο Ντορέ και στην Σελήνη η αδιαφορία σου με πνίγει. Παλαιστίνη»
Η παμπ Αγράμπελη στο υπόγειο, δίπλα στο Ντορέ. Είχα κατεβάσει εκεί τη Γ, έτος 1984, αρχές.
Το Ale Ηouse. Και το Λούκυ Λουκ (εκεί δόθηκαν οι εξηγήσεις με τη Γ, μερικά χρόνια αργότερα: Γράψε λάθος!)
Σινεμάδες. Ράδιο Σίτυ και Αριστοτέλειον (κυριλέ). Φαργκάνη και Βακούρα. Μακεδονικόν, Έσπερος (όχι οι ξηροί καρποί) και Θυμέλη (έβγαινες κοψομεσιασμένος από τα καθίσματα και την ποιότητα. Το Μ υπάρχει ακόμα)
Τσοντάδικα (δεν υπήρχε ίντερνετ τότε, ρε!) Πολλά. Δίον (έργα δύο, στη Τούμπα). Στο Βαρδάρη. Στην Ιασονίδου. Στην Πρίγκιπος Νικολάου (νυν Σβώλου). Κλπ.
Βλάχος, 1900, Τζότζος, Μακεδονικόν (με σπεσιαλιτέ αμελέτητα) και άλλες ωραίες της εποχής, στο Τσινάρι. Ταβέρνες, λέμε. Αργότερα, το «καφενείο», μακράν το καλύτερο στέκι, με σκεπαστό κήπο, στη Δημητρίου Πολιορκητού (μεγάλη φάτσα αυτός ο Δημήτριος…)
Όλυμπος Νάουσα, Ελβετικόν (Αγίας Σοφίας), ταβέρνα Γέφυρα (πλάι στο Βακούρα) για κυριλέ φαγητό στα μέτρα της εποχής. Όλα έκλεισαν.
Μπιλιάρδα; Είχε. Πχ κοντά στην Καμάρα. Είχε ακόμα και το χαμάμ, στην Αριστοτέλους. Δεν πήγα, ήταν εκτός των επαρχιακών μου προδιαγραφών – μετά έκλεισε.
Μη ξεχάσω το Λύκο (γύρος). Τα κοτόπουλα Ιωαννίνων. Τον Πολυχρόνη, το καλύτερο σπιτικό φαγητό στην Τούμπα (όπου διεπράχθησαν πάνω από μια ντουζίνα ιστορικές σούρες)
Μπουγάτσα από τα Σέρρας (απέναντι από τα Τούρκικα Λουτρά) Και από την Κοζάνη (δίπλα ήταν)
Λαστ μπατ νοτ λιστ, ο Λιμανιώτης (στο Λιμάνι). Η καλύτερη φάβα των Βαλκανίων. Δίπλα πόρτα κουρείο και αποπάνω ένα μπουρδέλο. Ο Β. δανείστηκε ένα χιλιάρικο (δραχμές, λέμε) από τη δικιά του για να πάρει τσιγάρα, μπήκε την πόρτα του κουρείου (που ήταν κλειστό) και επέστρεψε σε εύλογο χρόνο. Τα ρέστα τα κράτησε.
Οι Δίδυμοι. Ακόμα (2017) βλέπω τον έναν, στο κέντρο.

Scan10007

Το διασκέδαζα πολύ, ιδίως στην Πέμπτη και την Έκτη. Όχι για τη σημαία, που την πηγαίναμε απέναντι για τη δοξολογία, ούτε για τον πατριωτικό λόγο που έβγαζε ο δάσκαλος και από τον οποίο δε θυμάμαι ούτε λέξη. Μου άρεσε γιατί ετοιμάζαμε τη γιορτή.

Δεν ήταν μόνο που ντυνόμαστε αγωνιστές του ΄21 (με μεγάλη στιλιστική ελευθερία, όπως φαίνεται στη φωτογραφία). Ήταν τα ποιήματα και – πάνω απ΄ όλα – ήταν τα θεατρικά που ανεβάζαμε. Σε αυτοσχέδια πλην κανονική σκηνή, μέσα στην αίθουσα του μονοθέσιου σχολείου μας. Με πατάρι, με αυλαία, με σημαιάκια ένα γύρω: μια σύνθεση που  μονάχα ο Μπόστ μπόρεσε να συλλάβει και να απαθανατίσει, όπως διαπίστωσα εκ των υστέρων.

Η φωτογραφία είναι παλαιότερη από τη θεατρική έκρηξη, του 1968 μάλλον. Στην τελευταία μου πρεμιέρα, το Μάρτιο του 1973, είχα τη χαρά να φοράω τη μοναδική κεντητή φέρμελη που υπήρχε στο χωριό και τη δανείστηκα για την περίσταση. Ρόλος μου ήταν ο Γεωργάκης Ολύμπιος, στη Μονή του Σέκου. Διέθετα και μια μονόκανη κυνηγετική καραμπίνα για την παράσταση, είχα και την αυθεντική μπαγιονέτα από το περιστατικό στο οποίο έγινε μεγάλη φίρμα η προγιαγιά μου, η Παπαλάμπραινα.

Πόσο μακρινά και πόσο κοντινά μοιάζουν όλα, μισόν αιώνα μετά…

Καθόμουν δέκα μέτρα πιο πέρα, στο γωνιακό τραπεζάκι στη Λιστόν, απέναντι απ’ το περίπτερο και είχα πιει μόνο δυο μπύρες. Ο τύπος, λέμε, μου έμοιαζε λες και είχα δραπετεύσει αυτοπροσώπως από τη μηχανή του χρόνου. Άσε που είκοσι χρόνια πριν είχα σταθεί κι εγώ σ’ εκείνη τη γωνία περιμένοντας τη γυναίκα μου να τελειώσει με τα ψώνια ή τα νταλαβέρια της με τον Άγιο Σπυρίδωνα.

Ευτυχώς οι γυναίκες μας δεν έμοιαζαν καθόλου, οπότε βγήκα από το matrix και παράγγειλα μια μπύρα ακόμα. «Τι έκανες ρε μαλάκα τα τελευταία είκοσι χρόνια;» ρώτησα τον εαυτό μου, με μια κάποια σκαιότητα  ασυνήθιστη μεταξύ μας. Δυσκολεύτηκα να μου απαντήσω, όχι λόγω της ζέστης. Είναι τα πιο ουσιαστικά χρόνια, από τα 35 ως τα 55, χονδρικά. Τα χρόνια που φτιάχνεις ή δεν φτιάχνεις. Που ζεις ή δεν ζεις.

Σήκωσα το κεφάλι μήπως πάρω καμιάν ιδέα από το μετείκασμά μου του παρελθόντος, αλλά ο τύπος είχε φύγει από το οπτικό μου πεδίο. Δεν συγκεντρώθηκα ξανά στο ερώτημα, άλλωστε είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει – και δεν με συνέφερε, εδώ που τα λέμε.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: