Κύπρος

Το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου πριν την τουρκική εισβολή

Στις 15 Ιουλίου του 1974 η Χούντα των Αθηνών δια των οργάνων της στη Μεγαλόνησο (Εθνική Φρουρά, ΕΛΔΥΚ, ΕΟΚΑ Β’) ανατρέπει τον πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας αρχιεπίσκοπο Μακάριο και εγκαθιστά κυβέρνηση υπό τον δημοσιογράφο Νίκο Σαμψών. 

​Πέντε ημέρες αργότερα, οι Τούρκοι θα εισβάλουν στην Κύπρο…

Οι σχέσεις της ελληνικής χούντας και ιδιαίτερα του ισχυρού άνδρα της ταξιάρχου Δημητρίου Ιωαννίδη με τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο ήταν ιδιαίτερα τεταμένες. Ο Ιωαννίδης πίστευε ότι ο Μακάριος είχε απεμπολήσει την «Ένωση», ήταν φιλοκομμουνιστής και φοβόταν το πνεύμα ανεξαρτησίας του. Από τον Απρίλιο του 1974 εξύφαινε σχέδιο για την ανατροπή του. «Πρέπει να τελειώνουμε με τον Μούσκο» φέρεται να είπε σε συγκέντρωση αξιωματικών στο σπίτι του πρωθυπουργού Αδαμάντιου Ανδρουτσόπουλου (Μιχαήλ Μούσκος ήταν το κοσμικό όνομα του Μακαρίου).
Ο Μακάριος είχε προειδοποιηθεί για τα σχέδια του Ιωαννίδη από τον Ευάγγελο Αβέρωφ και άλλους Ελλαδίτες πολιτικούς παράγοντες, αλλά δεν φαίνεται να έδινε ιδιαίτερη σημασία. Τους φόβους τους για το ενδεχόμενο ενός πραξικοπήματος στη μεγαλόνησο είχαν εκφράσει από το εξωτερικό ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και ο Ανδρέας Παπανδρέου.
Στην Κύπρο, απλώς είχαν ληφθεί έκτακτα μέτρα για την προστασία παραγόντων της δημόσιας ζωής, λόγω και της δραστηριότητας της ΕΟΚΑ Β’.
Η αφορμή για την επιτάχυνση των εξελίξεων δόθηκε την 1η Ιουλίου 1974, όταν το Υπουργικό Συμβούλιο της Κύπρου αποφάσισε τη μείωση της στρατιωτικής θητείας σε 14 μήνες και του περιορισμού των ελλαδιτών αξιωματικών της Εθνικής Φρουράς.
Την επομένη, 2 Ιουλίου, ο Μακάριος με επιστολή του προς τον Έλληνα ομόλογό του στρατηγό Φαίδωνα Γκιζίκη κατηγόρησε την ελληνική κυβέρνηση για ανάμιξη στις εναντίον του συνωμοσίες και αξίωνε να ανακληθούν στην Ελλάδα 650 ελλαδίτες αξιωματικοί, που υπηρετούσαν στην Εθνική Φρουρά της Κύπρου.

Στην επιστολή του επισήμαινε στον Γκιζίκη:

…Θλίβομαι κύριε πρόεδρε, διότι ευρέθην εις την ανάγκην να είπω πολλά δυσάρεστα δια να περιγράψω εις αδράς γραμμάς με γλώσσα ωμής ειλικρινείας την από μακρού εν Κύπρω υφιστάμενην κατάστασιν . Τούτο όμως επιβάλλει το εθνικόν συμφέρον , το οποίον έχω πάντοτε γνώμονα όλων των ενεργειών και δεν επιθυμώ διακοπήν της συνεργασίας μου μετά της ελληνικής κυβερνήσεως. Δέον, όμως, να ληφθεί υπόψιν,ότι δεν είμαι διορισμένος νομάρχης ή τοποτηρητής εν Κύπρω της ελληνικής κυβερνήσεως αλλά εκλεγμένος ηγέτης μεγάλου τμήματος του ελληνισμού και απαιτώ ανάλογον προς εμέ συμπεριφοράν του εθνικού κέντρου…

Την ίδια ημέρα, σε σύσκεψη στο γραφείο του Αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων, στρατηγού Μπονάνου, με τη συμμετοχή του Ιωαννίδη, αποφασίστηκε ότι το πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου θα γινόταν τη Δευτέρα 15 Ιουλίου 1974.
Ο Μπονάνος ανέθεσε την αρχηγία του πραξικοπήματος στον ταξίαρχο Μιχαήλ Γεωργίτση, με υπαρχηγό τον καταδρομέα συνταγματάρχη Κωνσταντίνο Κομπόκη. Και οι δύο αξιωματικοί υπηρετούσαν στην Εθνική Φρουρά.

Στις 11 Ιουλίου συνήλθε στην Αθήνα το υπουργικό συμβούλιο για να συζητήσει την επιστολή Μακαρίου και αποφασίστηκε να συγκληθεί ευρεία σύσκεψη το Σάββατο 13 Ιουλίου, για να εκτιμηθούν οι επιπτώσεις από την επαπειλούμενη μείωση της στρατιωτικής θητείας στην Κύπρο.
Στη σύσκεψη αυτή συμμετείχαν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας στρατηγός Φαίδων Γκιζίκης, ο πρωθυπουργός Αδαμάντιος Ανδρουτσόπουλος, ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων στρατηγός Μπονάνος και ο διοικητής της Εθνικής Φρουράς αντιστράτηγος Γεώργιος Ντενίσης.

Η σύσκεψη, που κράτησε μόλις λίγα λεπτά της ώρα έγινε για το θεαθήναι, για να παραπλανηθεί ο στρατηγός Ντενίσης, ο οποίος ήταν αντίθετος σε ενδεχόμενο πραξικόπημα στην Κύπρο και να αφεθεί ελεύθερο το έδαφος στους δύο υφισταμένους του Γεωργίτση και Κομπόκη να δράσουν ανενόχλητοι στο νησί.
Νωρίς το πρωί της Δευτέρας, 15 Ιουλίου 1974, ο Μακάριος πήρε τον δρόμο της επιστροφής στο Προεδρικό Μέγαρο στη Λευκωσία από την εξοχική του κατοικία στο όρος Τρόοδος, όπου είχε περάσει το Σαββατοκύριακο. Η πομπή του Μακαρίου πέρασε μπροστά από το στρατόπεδο της Εθνικής Φρουράς στην Κοκκινοτριμιθιά, όπου τα τανκς ζέσταιναν ήδη τις μηχανές τους για το επικείμενο πραξικόπημα. Η πομπή του Μακαρίου πέρασε ανενόχλητη από το σημείο εκείνο, χωρίς κάποιο από τα μέλη της συνοδείας του να παρατηρήσει κάτι το ύποπτο.
Στις 8.15 πμ, τα πρώτα τεθωρακισμένα άρχισαν να βγαίνουν από τη βάση τους, με κατεύθυνση το Προεδρικό Μέγαρο. Παράλληλα, μία μοίρα καταδρομών διατάχθηκε να καταλάβει όλα τα επίκαιρα σημεία και τα δημόσια κτίρια. Το πολυαναμενόμενο πραξικόπημα είχε εκδηλωθεί με το σύνθημα «Ο Αλέξανδρος εισήλθε εις το νοσοκομείο».
Την ώρα εκδήλωσης του πραξικοπήματος, ο Μακάριος δεχόταν μια ομάδα ελληνοπαίδων από την Αίγυπτο. Κάποιο από τα παιδιά άκουσε τους πυροβολισμούς, αλλά ο Μακάριος τα καθησύχασε. Όταν τα πυρά πύκνωσαν και το Προεδρικό Μέγαρο άρχισε να κανονιοβολείται από τα τεθωρακισμένα της Εθνικής Φρουράς, ο Μακάριος, αφού προστάτευσε πρώτα τους μικρούς του επισκέπτες, στη συνέχεια διέφυγε από τη μοναδική αφύλακτη δίοδο, που υπήρχε στα δυτικά του Προεδρικού Μεγάρου.

proedriko_megaro_kypros_1974.jpg

Με τη βοήθεια τριών σωματοφυλάκων του και ντυμένος με πολιτικά ρούχα, ακολούθησε την κοίτη ενός παρακείμενου χειμάρρου και κάτω από μυθιστορηματικές συνθήκες έφθασε στη Μονή Κύκκου. Εκεί, ξεκουράστηκε για λίγο και στη συνέχεια πήρε τον δρόμο για την Πάφο.
Το ερώτημα που πλανάται από τότε είναι γιατί οι πραξικοπηματίες δεν απέκλεισαν ολοκληρωτικά το Προεδρικό Μέγαρο, αλλά άφησαν αφύλακτη μία δίοδο, από την οποία διέφυγε ο Μακάριος.

Ο συνταγματάρχης Κομπόκης, που είχε το γενικό πρόσταγμα της επίθεσης, ισχυρίζεται ότι είχε εντολές να αφήσει ελεύθερη μία δίοδο για τη διαφυγή του Μακαρίου, ενώ ο επικεφαλής του πραξικοπήματος ταξίαρχος Γεωργίτσης επικαλέστηκε την έλλειψη δυνάμεων.
Μέχρι το μεσημέρι, οι πραξικοπηματίες είχαν θέσει υπό τον έλεγχό τους σχεδόν ολόκληρη τη Λευκωσία, παρά την αντίδραση των πολιτοφυλάκων της ΕΔΕΚ του Βάσου Λυσαρίδη και του Εφεδρικού Στρατού, που αποτελούνταν αποκλειστικά από Ελληνοκυπρίους. Αμέσως άρχισαν να αναζητούν το πρόσωπο που θα αναλάμβανε την Προεδρία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Βολιδοσκοπήθηκαν τρεις ανώτατοι δικαστικοί και ο Γλαύκος Κληρίδης, οι οποίοι αρνήθηκαν. Τελικά, ο Γεωργίτσης κατέληξε στον δημοσιογράφο και παλαιό αγωνιστή της ΕΟΚΑ Νίκο Σαμψών, μία από τις πλέον αμφιλεγόμενες προσωπικότητες στην ιστορία του Κύπρου. Όταν το πληροφορήθηκε ο Ιωαννίδης φέρεται να είπε με αγανάκτηση: «500.000 Έλληνες υπάρχουν στην Κύπρο, αυτόν βρήκατε να κάνετε πρόεδρο».
Κι ενώ οι πραξικοπηματίες θεωρούσαν τον Μακάριο νεκρό και το ανακοίνωναν συνεχώς μέσω του ΡΙΚ, αυτός ήταν ζωντανός και απηύθυνε μήνυμα μέσω ενός αυτοσχέδιου ραδιοσταθμού της Πάφου:

Ελληνικέ Κυπριακέ Λαέ! Γνώριμη είναι η φωνή που ακούεις. Γνωρίζεις, ποιος σου ομιλεί. Είμαι ο Μακάριος. Είμαι εκείνος, τον οποίο συ εξέλεξες δια να είναι ο ηγέτης σου. Δεν είμαι νεκρός. Είμαι ζωντανός. Και είμαι μαζί σου, συναγωνιστής και σημαιοφόρος εις τον κοινόν αγώνα. Το πραξικόπημα της χούντας απέτυχε. Εγώ ήμουν ο στόχος της και εγώ, εφόσον ζω, η Χούντα εις την Κύπρον δεν θα περάση. Η Χούντα απεφάσισε να καταστρέψη την Κύπρο.Να την διχοτομήση.Αλλά δεν θα το κατορθώση.Πρόβαλε παντοιοτρόπως αντίστασιν εις την Χούντα. Μη φοβηθής. Ενταχθήτε όλοι εις τα νομίμους δυνάμεις του κράτους. Η Χούντα δεν πρέπει να περάση και δεν θα περάση. Νυν υπέρ πάντων ο αγών!

 https://www.youtube.com/watch?v=zvyAGlDXY0A

​Μέχρι το πρωί της 16ης Ιουλίου όλη η Κύπρος βρισκόταν υπό τον έλεγχο των πραξικοπηματιών. Το τίμημα του πραξικοπήματος ήταν βαρύ. Οι νεκροί από την αδελφοκτόνα διαμάχη έφθασαν τους 450. Ο Μακάριος, αφού διανυκτέρευσε στο στρατόπεδο της ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ στην Πάφο, επιβιβάστηκε σε αγγλικό στρατιωτικό αεροπλάνο και δια μέσου της Μάλτας έφθασε στο Λονδίνο, όπου την επομένη, 17 Ιουλίου, συναντήθηκε με τον Βρετανό πρωθυπουργό Χάρολντ Ουίλσον και τον Υπουργό Εξωτερικών Τζέιμς Κάλαχαν.

Όσον αφορά τις διεθνείς αντιδράσεις για το πραξικόπημα, η Μεγάλη Βρετανία τήρησε επιφυλακτική στάση και συνέστησε «αυτοσυγκράτηση». Οι Ηνωμένες Πολιτείες ζήτησαν την υποστήριξη της ανεξαρτησίας της Κύπρου και κάλεσαν όλα τα κράτη να πράξουν το ίδιο, ενώ ο Υπουργός Εξωτερικών Χένρι Κίσιγκερ απέρριψε πρόταση για υποστήριξη του ανατραπέντος καθεστώτος Μακαρίου. Στην Αθήνα, ο Υπουργός Εξωτερικών Κωνσταντίνος Κυπραίος δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι «αι πρόσφατοι εξελίξεις εν Κύπρω αποτελούν υπόθεσιν ανεξαρτήτου κράτους, μέλους των Ηνωμένων Εθνών».
Οι Τουρκοκύπριοι παρέμειναν απαθείς, καθώς θεώρησαν ότι το πραξικόπημα ήταν καθαρά υπόθεση των Ελληνοκυπρίων. Την ίδια ημέρα με την εκδήλωση του πραξικοπήματος, η Τουρκία έθεσε τις στρατιωτικές δυνάμεις της σε επιφυλακή, γιατί όπως δηλώθηκε ανετράπη η συνταγματική τάξη στο νησί. Στην Άγκυρα συνήλθε το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας με αφορμή την κατάσταση στην Κύπρο. Οι στρατιωτικοί διαβεβαίωσαν τον πρωθυπουργό Μπουλέντ Ετσεβίτ ότι θα είναι έτοιμοι για απόβαση στην Κύπρο μέσα σε πέντε ημέρες.

Πηγή: sansimera.gr, youtube, Giorgos Larkos

Από: http://www.ekriti.gr/afieromata/kypros-1974-praxikopima-kata-toy-makarioy-prin-tin-toyrkiki-eisvoli#sthash.IKn86DER.dpbs

 

Advertisements

22 thoughts on “Το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου πριν την τουρκική εισβολή”

  1. «Η σύσκεψη, που κράτησε μόλις λίγα λεπτά της ώρα έγινε για το θεαθήναι, για να παραπλανηθεί ο στρατηγός Ντενίσης, ο οποίος ήταν αντίθετος σε ενδεχόμενο πραξικόπημα στην Κύπρο και να αφεθεί ελεύθερο το έδαφος στους δύο υφισταμένους του Γεωργίτση και Κομπόκη να δράσουν ανενόχλητοι στο νησί.»

    Το παραπάνω απόσπασμα δίνει την αφορμή για ένα γενικότερο σχόλιο.
    Μία τις πολύ σοβαρές συνέπειες του δικτατορικού καθεστώτος υπήρξε η κατάλυση της ιεραρχίας στο στρατό, και η συνεπακόλουθη διάβρωση της πειθαρχίας που αυτή επέφερε, η οποία με την σειρά της υπέσκαψε σε σημαντικό βαθμό την επιχειρησιακή ικανότητα του στρατού. Κάτι που εξηγεί, ως ένα βαθμό τουλάχιστον, και την ανικανότητα του στρατιωτικού καθεστώτος να παράσχει μία αποτελεσματική προστασία στην Κύπρο από την επιθετικότητα της Τουρκίας.

    Μου αρέσει!

  2. «… ο Iωαννιδης, ο σκληρός διοικητής της στρατιωτικής αστυνομίας που δεν είχε αναστολές και δεν υπολόγιζε τις επιπτώσεις των πράξεων του, όπως έδειξε με το αιματοκύλισμα του Πολυτεχνείου, τον Νοέμβριο του 1973.»

    Καλά, το πρώτο άρθρο του Ιγνατίου είναι ένα ντελίριο συνωμοσιολογίας. Ακόμα και στο ποιός ευθύνονταν για την καταστολή της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, μαντάρα τα έχει κάνει, θεωρεί ότι ήταν ο Ιωαννίδης ενω πλέον είναι αποδεδειγμένο (και όχι τώρα αλλά από το 1975 που έγινε η ανάλογη δίκη) ότι ήταν ο Παπαδόπουλος.

    Και ενω θέλει να μας πείσει ότι τάχα ήταν ο πράκτορας της CIA Αβράκωτος που έδωσε την εντολή στον Ιωαννίδη για το πραξικόπημα στην Κύπρο, παραθέτει παρόλα αυτά και ένα σωρό λόγους – καθιστώντας έτσι την θέση που υποστηρίζει, για δάκτυλο της CIA, περιττή – για τους οποίους ο ίδιος ο Ιωαννίδης θα ήθελε να βγάλει τον Μακάριο από την μέση – «Ο Ιωαννίδης υποψιαζόταν […] οτι ο Kωνσταντινος Kαραμανλης θα σχημάτιζε κυβέρνηση εξορίας στη Λευκωσία. Ο αόρατος δικτάτορας, είχε, επίσης, γίνει έξω φρενών όταν πληροφορήθηκε τις επαφές του Αρχιεπισκόπου με τον Γλίξμπουργκ».

    Παραθέτει δε παρακάτω και συνέντευξη με τον αμερικάνο διπλωμάτην Τομ Μπόγιατ, που εκείνη την περίοδο ασχολούνταν με την Ελλάδα και την Κύπρο, και όπου ο Μπόγιατ σαφέστατα του λέει ότι ο Μακάριος δεν εκλαμβάνονταν ως απειλή για τα νατοϊκά συμφέροντα, αρα εκλείπει και ένα βασικό κίνητρο για να ήθελαν οι ΗΠΑ να τον ξεφορτωθούν.

    Δεν παραλείπει να αναφέρει και τμήματα από τηλεγραφήματα του αμερικάνου πρέσβη εκείνη την εποχή στην Αθηνα, του Χένρυ Τάσκα, προς το αμερικάνικο Υπεξ, όπου σαφώς φαίνεται ότι ο Ιωαννίδης έχει θέμα με τον Μακάριο – και αρα και το κίνητρο να κινηθεί εναντίον του, ακόμα και να τον ανατρέψει. Και σε αυτή την περίπτωση βέβαια, τα περί δάκτυλου της CIA πάνε περίπατο.

    Και εκεί που περιμένεις ότι τελικά ο Ιγνατιου θα μας κάνει την χάρη να μοιραστεί μαζί μας αυτά τα αδιάσειστα στοιχεία που έχει για την ανάμειξη του Αβράκωτου, τσαααακ, τελειώνει το άρθρο! 😆

    Και τελειώνει με την αφήγηση του Μπόγιατ, από την οποία όμως από πουθενά δεν φαίνεται ότι ο τελευταίος συμμερίζεται την άποψη του Ιγνατίου για ανάμειξη της CIA. Και λογικό, γιατί ο Μπόγιατ (αλλά ένα στοιχείο που ο συνωμοσιολόγος Ιγνατίου πολύ βολικά παραβλέπει να αναφέρει) δεν θεωρούσε ότι η CIA είχε ανάμειξη στο πραξικόπημα. Αντίθετα, θεωρούσε ότι αποκλειστικά υπεύθυνος για αυτό ήταν ο Ιωαννίδης. Και εδω που τα λέμε δεν είχε και άδικο, και ο ίδιος ο Ιγνατίου έχει παραθέσει στο άρθρο του ένα κάρο εμπειρικά στοιχεία που συνηγορούν υπερ αυτής της άποψης.

    Μου αρέσει!

  3. Ο Σφέτας λέει ότι ο Ιωαννίδης είχε στο στόχαστρο τον Μακάριο από το 1963 όταν απέρριψε πρότασή του (μαζί και του Σαμψών) να …σφάξουν τους Τουρκοκύπριους ως λύση του Κυπριακού. Και ότι ο Ιωαννίδης έλεγε παραμονές του πραξικοπήματος στους πράκτορες της CIA ότι δεν σκοπεύει να ρίξει τον Μακάριο http://clioturbata.com/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%8D%CE%BE%CE%B5%CE%B9%CF%82/sfetasinterviewcypruscoup74/

    Μου αρέσει!

  4. Στην εκπομπη του Βαξεβανη για το πραξικοπημα στην Κυπρο (υπαρχει ολοκληρη στο youtube) παρουσιαζεται εκθεση της CIA που αναφερει οτι οι Σοβιετικοι δεν εχουν καμια τυχη στο νησι,εαν υπαρξει η λυση της de facto διχοτομησης.Χρειαζεται αλλο κινητρο;
    Πιθανοτατα ειχαν υποσχεθει στον Ιωαννιδη ενωση του 80% του νησιου με την Ελλαδα και του υπολοιπου 20% (δηλ.του καταληφθεντος) με την Τουρκια.Αυτο το σχεδιο υπηρετησε κι ο Γριβας με την ΕΟΚΑ Β’.Ο Ιωαννιδης αντεληφθη οτι τον κορόιδεψαν,οταν η «κυβερνηση» των πραξικοπηματιων δεν κηρυξε την συμφωνηθεισα ενωση.Η ανενοχλητη «αποβιβαση» των Τουρκων ηταν μερος της συμφωνιας,αλλα ο «ΑΤΤΙΛΑΣ» προχωρησε πολυ περισσοτερο απ’οσο ειχε συμφωνηθει.Η μεταπολιτευση δεν αλλαξε τα συμφωνηθεντα,σ’εναν μαρτυρικο τοπο που «κειται μακραν».
    Υπαρχουν πολυαριθμες μαρτυριες ανθρωπων που πολεμησαν,σχετικα με την αδρανεια και τις ανεξηγητες αποφασεις αξιωματικων,Ελλαδιτων και Κυπριων κατα την εισβολη.

    Μου αρέσει!

  5. Το τελευταίο άρθρο του Ιγνατίου επιβεβαιώνει ότι ο άνθρωπος είναι ένας συνωμοσιολόγος της κακιάς συμφοράς.

    Έτσι λοιπόν, ενω ξεκινάει το άρθρο με τα γνωστά υπονοούμενα – η CIA έστησε το πραξικόπημα, ο Κίσσινγκερ γνώριζε τα πάντα, και όλες αυτές τις παρλαπίπες – προκειμένου να φτιάξει “κλίμα”, λίγο παρακάτω παραθέτει ένα απόρρητο τηλεγράφημα ενός αμερικάνου διπλωμάτη από την Λευκωσία, όπου ο Ιγνατίου αφήνει να εννοηθει πως το συγκεκριμένο τηλεγράφημα δείχνει ότι οι ΗΠΑ εναντιώνονταν στην παραμονή του Μακαρίου στην εξουσία. Παρόλα αυτά, αν κανείς διαβάσει το τηλεγράφημα (και με την προϋπόθεση βέβαια πως διαθέτει στοιχειώδη ικανότητα κατανόησης κειμένου) πολύ εύκολα θα διαπιστώσει πως καμία πρόθεση, πόσο μάλλον σχεδιασμός, για ανατροπή του Μακάριου δεν διαφαίνεται από το εν λόγω τηλεγράφημα.

    Για να επιβεβαιώσω του λόγου το αληθές παραθέτω εδω την κατακλείδα από το τηλεγράφημα,

    Αμοιβαίες υποχωρήσεις Αν η ελληνική κυβέρνηση δώσει σοβαρές διαταγές στους αξιωματούχους της να μην εμπλακούν σε προπαγάνδα εναντίον του Μακαρίου και να αποσυνδέσουν την Εθνική Φρουρά από την ΕΟΚΑ-Β, και αν βρει κάποιους τρόπους να αναγνωρίσει τη νομιμότητα του ρόλου του Υπουργικού Συμβουλίου της κυπριακής κυβέρνησης στην επιλογή των δοκίμων αξιωματικών, πιστεύουμε ότι ο Μακάριος ευχαρίστως θα αλλάξει οποιαδήποτε περαιτέρω σχέδια για επιβολή ελέγχου στην Εθνική Φρουρά. Οποιαδήποτε δράση πάνω στους δόκιμους αξιωματικούς είναι κρίσιμη (και η ημερομηνία της κρίσης μπορεί να προσδιοριστεί: τον Σεπτέμβριο, στην αποφοίτησή τους). Μόνο με μία υποχώρηση στο θέμα αυτό, οι σχέσεις Αθηνών-Λευκωσίας θα παραπέσουν στο κανονικό άσχημο επίπεδο.

    Όπως εύκολα γίνεται αντιληπτό, οι αμερικάνοι προσπαθούσαν να βρουν μία φόρμουλα (μέσω αμοιβαίων υποχωρήσεων, κλπ) ώστε να αποτραπεί η ρήξη μεταξύ Αθηνών και Λευκωσίας. Μία προσπάθεια όμως που δεν θα την αναλάμβαναν φυσικά αν σχεδίαζαν να ανατρέψουν τον Μακάριο. Λεπτομέρεια που φαίνεται να του διαφεύγει του Ιγνατίου.

    “Οι άνθρωποι της CIA στην Αθήνα, συμπεριλαμβανομένων του σταθμάρχη Jim Potts και του πρωτοπαλίκαρου της υπηρεσίας, Γκας Λάσκαρη – Αβρακώτου, ενημέρωσαν τον Ιωαννίδη για τις προθέσεις του Σίσκο και άρχισαν να συνωμοτούν με τον αρχηγό της ΕΣΑ για το ξεκαθάρισμα των λογαριασμών με τον Μακάριο. Ο Potts αρνήθηκε σε κατάθεσή του τις κατηγορίες.”

    Εδω ο Ιγνατίου μας λέει πως ο τότε σταθμάρχης της CIA στην Αθήνα, μαζί με τον πράκτορα της CIA Αβράκωτο, πήγαν και ενημέρωσαν τον Ιωαννίδη για την πρόταση που είχε κάνει ο Σίσκο για ανατροπή του Ιωαννίδη. Το πρώτο πρώτο που κάνει εντύπωση είναι ότι πουθενά δεν τεκμηριώνει τον ισχυρισμό του, ότι όντως δηλαδή πήγαν αυτοί οι δύο και ενημέρωσαν τον Ιωαννίδη για τα σχέδια της αμερικάνικης κυβέρνησης εναντίον του. Το δεύτερο που κάνει εντύπωση είναι ο ισχυρισμός αυτός καθεαυτός, ότι η CIA πήγε και ενημέρωσε τάχα τον Ιωαννίδη για κάποιους σχεδιασμούς εις βάρος του – θα ήταν όμως εξαιρετικά παρακινδυνευμένη μία τέτοια κίνηση εκ μέρους της CIA, να ενημερώσει τον Ιωαννίδη για τέτοιου είδους σχεδιασμούς της αμερικάνικης κυβέρνησης εναντίον του, αν μη τι άλλο γιατί κάτι τέτοιο θα καθιστούσε τον Ιωαννίδη πολύ καχύποπτο απέναντι στους αμερικάνους και ως εκ τούτου ακόμα λιγότερο πρόθυμο να συνεργαστεί μαζί τους (και είχαν ηδη πρόβλημα οι σχέσεις τους μαζί του). Πως θα μπορούσε κατόπιν να εμπιστευτεί ο Ιωαννίδης τους αμερικάνους – την CIA ή τον οποιοδήποτε άλλον – όταν θα γνώριζε ότι κάποιοι αμερικάνικοι κύκλοι απεργάζονται σχέδια ανατροπής του?

    Σε σχέση πάντως με τον Αβράκωτο – για τον οποίο σε άλλο ανάλογο άρθρο της κακιάς συμφοράς ο Ιγνατίου ισχυρίζονταν ότι αυτός ήταν που σχεδίασε το πραξικόπημα της Κύπρου – ο Ιγνατίου τώρα παραδέχεται ότι ο Αβράκωτος “δεν τοποθετήθηκε με σαφήνεια ποτέ.” Κάτι βέβαια το οποίο μακράν απέχει από το να θεωρηθεί επιχείρημα υπερ της άποψης ότι ο Αβράκωτος σχεδίασε το πραξικόπημα στην Κύπρο (πως το ξέρεις ρε Ιγνατίου, αφου, όπως μας λες τώρα, “δεν τοποθετήθηκε με σαφήνεια ποτέ”).

    Επιπλέον, ο Ιγνατίου παραθέτει ένα μικρό απόσπασμα όπου περιέχει μία στιχομυθία του τότε σταθμάρχη της CIA στην Αθήνα με τον νο2 της αμερικάνικης πρεσβείας στην Λευκωσία. Εδω το απόσπασμα,

    σε συνομιλία του με τον Γουίλιαμ Κρόφορντ, νούμερο 2 της αμερικανικής πρεσβείας στη Λευκωσία, ο σταθμάρχης της CIA είπε, αναφερόμενος στην κλίκα του Ιωαννίδη, ότι «είναι φίλοι μας με τους οποίους εργαζόμαστε στενά 30 χρόνια και αποκλείεται να κάνουν κάτι τέτοιο» (σ.σ.: εννοούσε κίνηση εναντίον του Μακαρίου).”

    Ο σταθμάρχης της CIA παραδέχεται λοιπόν ότι με την κλίκα του Ιωαννίδη συνεργάζονται στενά και ότι ο Ιωαννίδης αποκλείεται να κινηθεί εναντίον του Μακάριου. Για κάποιο περίεργο λόγο ο Ιγνατίου αποτυχαίνει να αξιολογήσει σωστά την βασική πληροφορία που περιέχει αυτό το μικρό απόσπασμα, ότι δηλαδή ούτε και η CIA πίστευε πως ο Ιωαννίδης θα κινηθεί εναντίον του Μακάριου. Ένα δεδομένο όμως τελείως ασύμβατο με την θεωρία που περιφέρει ο Ιγνατίου, ότι το πραξικόπημα ήταν “δουλειά” της CIA – “δουλειά” για την οποία δεν είχε ιδέα ούτε καν και αυτός ακόμα ο σταθμάρχης της CIA στην Αθήνα.
    Το δε ενδεχόμενο, ο Ιωαννίδης, ακριβώς λόγω αυτών των στενών σχέσων που είχε αναπτύξει με τους πράκτορες της CIA, να τους εξαπάτησε (αν μη τι άλλο γιατί λόγω αυτής της στενής σχέσης που είχε μαζί τους σίγουρα ήξερε πως να τους χειριστεί) ώστε να μην πάρουν χαμπάρι τι ακριβώς σχεδίαζε να κάνει στην Κύπρο, επίσης διαφεύγει της προσοχής του Ιγνατίου. Ίσως γιατί δεν κολλάει με την συνωμοσιολογική σούπα που θέλει νας μας σερβίρει.

    Μου αρέσει!

  6. http://www.makarios.eu/cgibin/hweb?-A=3744&-V=history
    ΤΟ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΟ ΑΠΟΡΡΗΤΟ ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΤΟΥ ΣΤΕΪΤ ΝΤΙΠΑΡΤΜΕΝΤ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ
    «Η πολιτική των ΗΠΑ εκλήφθηκε ως πράσινο φως στα σχέδια Ιωαννίδη»

    Ασχετα με τις ευθυνες τους για το πραξικοπημα οι ΗΠΑ ειχαν τη δυναμη και επρεπε να εμποδισουν την εισβολη.
    (καλα ο Δρουσιωτης πριν χρονια υποστηριζε αλλα)

    Μου αρέσει!

  7. Τα ίδια υποστηριζε ο Δρουσιώτης και παλιά, δεν υπάρχει κάποια διαφορά σε σχέση με αυτά που έλεγε στο παρελθόν. Το ότι οι χουνταίοι εξέλαβαν τις μπερδεμένες αντιδράσεις των ΗΠΑ στο πραξικόπημα που σχεδίαζαν ως κάποιου είδους πράσινο φως για το πραξικόπημα – και αυτό την στιγμή που τους είχε ηδη διαμηνυθεί από τις ΗΠΑ, μέσα από διάφορα κανάλια, ότι ένα πραξικόπημα εγκυμονούσε σοβαρότατους κινδύνους – απλά δείχνει το πόσο απερίγραπτοι μαλάκες ήταν. Αυτά δε που λέει στο άρθρο του καταρρίπτουν πλήρως και την θεωρία ότι τάχα η CIA σχεδίασε το πραξικόπημα και όλες αυτές τις ανοησίες. Ακόμα και η CIA εναντίον του πραξικοπήματος ήταν.

    Ο Ιωαννίδης πόνταρε στο γεγονός ότι εφόσον κάποιοι κύκλοι των ΗΠΑ δεν γούσταραν τον Μακάριο θα συναινούσαν στην απομάκρυνσή του δια του πραξικοπήματος, και κατόπιν αυτοί οι κύκλοι θα συγκρατούσαν και την Τουρκία από το να εισβάλλει στην Κύπρο (πείθοντάς την π.χ. ότι τα δικαιώματα των τουρκοκυπρίων θα γίνονταν σεβαστά από την νέα κυβέρνηση). Εαν δεν ήταν ο συνωμοσιολόγος βλάκας που ήταν θα αντιλαμβάνονταν βέβαια ότι σε ένα σύγχρονο κράτος την εξωτερική πολιτική δεν την ασκούν οι μυστικές υπηρεσίες αλλά άλλα όργανα, ιεραρχικά ανώτερα από τις μυστικές υπηρεσίες. Αυτός νόμιζε ότι επειδή συνομιλούσε με τους πράκτορες της CIA στην Αθήνα είχε αποκτήσει και γνώση για το πως λαμβάνονταν οι αποφάσεις εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ, και από ότι φαίνεται είχε φτάσει στο σημείο να ερμηνεύει την κάθε αμφισημία σε αυτά που του λέγανε ως πράσινο φως για το πραξικόπημα που σχεδίαζε.

    Και όταν τελικά έγινε η στρατιωτική εισβολή των τούρκων λίγες μέρες μετά, οι στρατηγοί (Μπονάνος, Γκιζίκης, Γαλατσάνος, κλπ.) τα χρειάστηκαν γιατί πλέον ο κίνδυνος μίας γενικευμένης ελληνοτουρκικής σύγκρουσης κατέστη ορατός. Και τα χρειάστηκαν γιατί με ένα στρατό-μπουρδέλο, όπως τον είχαν κάνει, με διαβρωμένη την πειθαρχία και διασπασμένη πλήρως την ενότητά του, η προοπτική μίας γενικευμένης στρατιωτικής αναμέτρησης με την Τουρκία ενείχε εξαιρετικά σοβαρούς κινδύνους τόσο για την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας οσο και για την ίδια την φυσική τους επιβίωση. Οπότε, φοβούμενοι μία ακόμα χειρότερη κατάσταση (για την χώρα αλλά και για αυτούς τους ίδιους), πήρανε την απόφαση να μην υπάρξει κάποια πιο σοβαρή αντίδραση στην τουρκική εισβολή, και έτσι αφήσανε την Κύπρο στην μοίρα της, έρμαιο των ορέξεων της Τουρκίας.

    Εδω άλλο ένα άρθρο του Δρουσιώτη, για το πόσο ανέτοιμη ήταν η χούντα για στρατιωτική αναμέτρηση με την Τουρκία, για το πόσο φοβόταν η τότε ηγεσία του στρατού (που ήταν και ηγεσία του στρατιωτικού καθεστώτος) μία τέτοια αναμέτρηση.

    Η επίθεση απελπισίας της ΕΛΔΥΚ

    Η χούντα έτρεμε τη στρατιωτική σύρραξη με την Τουρκία
    Πώς άφησαν τους Τούρκους να εισβάλουν ανενόχλητοι

    http://www.makarios.eu/cgibin/hweb?-A=4391&-V=history

    Μου αρέσει!

  8. Καλα το εχει παραδεχτει σε εκπομπη του ΡΙΚ, υπαρχει στο youtube. Tελος παντων δεν ειναι το θεμα μας ο Δρουσιωτης.

    http://www.dimokratianews.gr/content/26726/%CE%B7-%CE%BB%CE%AC%CE%B8%CE%BF%CF%82-%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AE-%CE%BA%CF%8D%CF%81%CE%B9%CE%BF%CE%B9-%CF%80%CE%AC%CF%84%CE%B5-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%8D%CF%80%CE%BD%CE%BF-%CE%B4%CE%B5%CE%BD-%CE%B8%CE%B1-%CE%B3%CE%AF%CE%BD%CE%B5%CE%B9-%CF%84%CE%AF%CF%80%CE%BF%CF%84%CE%B1

    «Γιατί οι Ελληνες βρέθηκαν ανέτοιμοι απέναντι σ’ έναν Αττίλα που θα έπρεπε να τον περιμένουν; Γιατί πιάστηκαν στον ύπνο;

    «Κύριοι, πάτε για ύπνο». Αυτή την τραγική φράση που ακούστηκε τη νύχτα της 19ης προς την 20ή Ιουλίου στους διαδρόμους του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Φρουράς (ΓΕΕΦ) επέλεξε ως τίτλο του βιβλίου-μαρτυρίας του (εκδόσεις Δούρειος Ιππος, Αθήνα 2007) ο επίτιμος διοικητής Στρατιάς Ελευθ. Σταμάτης, ο οποίος έζησε τα γεγονότα ως κατώτερος αξιωματικός των καταδρομών. Αυτό που περιγράφει ξεφεύγει από την εικόνα ενός οργανωμένου στρατεύματος:…

    Προφανώς ο Ανδρουτσόπουλος δεν ήταν το πρόσωπο που ελάμβανε αποφάσεις. Το πρόσωπο αυτό στην Αθήνα ήταν ο Ιωαννίδης, για τον οποίο στο βιβλίο του αντιστρατήγου Τσουμή διαβάζουμε:

    «…ο παρανοϊκός Ιωαννίδης, με περιορισμένες πολιτικοστρατιωτικές γνώσεις και με παντελή αδυναμία στην εκτίμηση στρατηγικών πληροφοριών, έβλεπε τη CIA όπως την ΕΣΑ, δηλαδή ότι μπορούσε (η CIA) να επιβάλει τις απόψεις του στην πολιτική των ΗΠΑ. Φαντάζομαι λοιπόν ότι οι επαφές Ιωαννίδη – CIA άρχιζαν με έναν μονόλογο παρανοϊκό των δικών του απόψεων. Κατά τον μονόλογο αυτό οι πράκτορες της CIA κουνούσαν καταφατικά το κεφάλι τους (βάσει της αρχής της ενημερώσεως: «don’t argue, follow the reasoning of the opponent») και τελείωνε με ένα εκατέρωθεν «Okay», το οποίο ο Ιωαννίδης εξελάμβανε ως συμφωνία. Με αποτέλεσμα το γνωστό «οι Αμερικανοί με εξαπάτησαν», ενώ είναι βέβαιον ότι η αμερικανική πολιτική διεξαγόταν με βάση τα συμπεράσματα του Συνεδρίου της Ρώμης».

    Αυτή είναι ίσως μια ερμηνεία του λόγου για τον οποίο η ηγεσία έστειλε τους αξιωματικούς να πάνε για ύπνο και δεν άφησε να γίνει η στρατιωτική κινητοποίηση που θα σταματούσε τον Αττίλα. Οι κινήσεις των Τούρκων παρακολουθούνταν. Ακόμη και το σχέδιο της εισβολής είχε υποκλαπεί. Για να διαπιστωθεί όμως ότι αυτοί που το συνέταξαν είχαν ακριβή γνώση των σχεδίων αμύνης της Εθνικής Φρουράς. Για να επιβεβαιωθεί ότι στην πράξη απόρρητα δεν υπάρχουν. Ολα μπορεί να έχουν διαρρεύσει ή να έχουν υποκλαπεί. Γι’ αυτόν τον λόγο, άλλωστε, η πρωτοβουλία εθεωρείτο πάντα βασικό προσόν του αξιωματικού.»

    Μου αρέσει!

  9. Τι έχει παραδεχτεί ο Δρουσιώτης, ότι η CIA έστησε το πραξικόπημα? Ειλικρινά δεν το νομίζω, γιατί τον έχω ακούσει εγω ο ίδιος, πάλι σε εκπομπή της κυπριακής τηλεόρασης, να λέει ότι οσα χρόνια ψάχνει στα αμερικάνικα αρχεία δεν κατάφερε ποτέ να βρει τίποτα που να τεκμηριώνει την συνωμοσιολογία ότι οι αμερικάνοι έστησαν το πραξικόπημα στην Κύπρο.

    Κατά τα άλλα, το ενδιαφέρον άρθρο που παραθέτεις και αυτό καταδεικνύει ότι η πρωταρχική ευθύνη για το πραξικόπημα ανήκει στην χούντα, και στον Ιωαννίδη προσωπικά. Δεν ανήκει ούτε στην CIA, ούτε στον Κίσινγκέρ, ούτε σε κάποιον άλλο βολικό «κακό». Ανήκει στην χούντα, end of the story.

    Μου αρέσει!

  10. Oσο δε γιατί δεν πολεμήσανε τα ξημερώματα της 20ης Ιουλίου, μία πολύ πιο πιθανή ερμηνεία είναι ότι αρχικά δεν υπήρξαν αντιδράσεις γιατί ο Ιωαννίδης πίστευε ότι οι αμερικάνοι θα συγκρατούσαν τους τούρκους (το πως βέβαια θα τους συγκρατούσαν μάλλον δεν του πέρασε ποτέ από το μυαλό). Μετά όμως, μετά την 22α Ιουλίου, ανέλαβαν οι στρατηγοί, όπου και αυτοί επέλεξαν να αφήσουν την Κύπρο έρμαιο στην τουρκική επιθετικότητα γιατί η χούντα είχε αποδιοργανώσει τον στρατό και ως εκ τούτου η επιχειρησιακή του ικανότητα ήταν πολύ μειωμένη, και αρα αυξημένη η πιθανότητα μίας ήττας της Ελλάδας σε περίπτωση στρατιωτικής αναμέτρησης με την Τουρκία, με ότι θα συνεπάγονταν μία τέτοια ήττα για την χώρα και για αυτούς τους ίδιους. Οπότε΄, όπως σκατά τα είχαν κάνει, επέλεξαν να παραδώσουν το 1/3 της Κύπρου στους τούρκους.

    Μου αρέσει!

  11. https://raysofpnyka.wordpress.com/2010/06/16/%CE%BF-%CE%BC-%CE%B4%CF%81%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%AF-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B4%CE%AD%CF%87%CE%B5%CF%84/

    συνεντευξη του Δρουσιωτη στον Τζανετακο για το βιβλιο του «Δύο Απόπειρες και Μία Δολοφονία» και σχετικος σχολιασμος

    Η θεωρια περι εστω εμμεσης σχεσης Ιωαννιδη Παναγουλη μαλλον ειναι συμπερασμα δικης του εμπνευσεως και δεν στηριζετε σε καποια εγγραφα ή μαρτυριες.

    Μου αρέσει!

  12. Στην εκπομπή της 24/7 στο 18:40 ξεκινάει μια κάπως σουρεαλιστική συνέντευξη του ΓΓ Τύπου και Πληροφοριών Καρακώστα (κυβέρνηση Ανδρουτσόπουλου) στον Ανδρέα Μαζαράκη στα Παραπολιτικά FΜ. Ενα από τα πιο «ενδιαφέροντα σημεία» (έχει κι άλλα) το μακρύ χέρι της KGB σε Ελλάδα και Κύπρο από το 1947 μέχρι και σήμερα. http://www.parapolitika.gr/archive?show=11

    Μου αρέσει!

  13. Η κρίση που αποτέλεσε τον προπομπό για όσα δραματικά επρόκειτο να συμβούν το καλοκαίρι του ’74.

    Η κρίση του Νοεμβρίου 1967

    http://www.kathimerini.gr/920606/article/epikairothta/ellada/h-krish-toy-noemvrioy-1967

    ΣΩΤΗΡΗΣ ΡΙΖΑΣ

    Η αποτυχία της ελληνοτουρκικής συνάντησης κορυφής του Εβρου τον Σεπτέμβριο 1967 αντιμετωπίστηκε από το ελληνικό στρατιωτικό καθεστώς με μια αυτοσχέδια πολιτική «πυγμής», που αποσκοπούσε στην ανάδειξη της ένωσης ως κεντρικού θέματος της ατζέντας του Κυπριακού. Δημοσιεύματα στον Τύπο, δημόσιες δηλώσεις και επισκέψεις κορυφαίων παραγόντων της δικτατορίας στη Μεγαλόνησο εντάσσονταν στο πλαίσιο αυτό. Αν αυτά συνέτειναν στη χειροτέρευση της ατμόσφαιρας στο Κυπριακό, η στρατιωτική επιχείρηση της Εθνικής Φρουράς στον τουρκοκυπριακό θύλακο Κοφίνου-Αγίων Θεοδώρων στις 15-16 Νοεμβρίου αποτέλεσε την αφετηρία μιας κρίσης που οδήγησε στα πρόθυρα ελληνοτουρκικού πολέμου. Αυτός αποφεύχθηκε μόνο με την εξασθένηση της ελληνικής θέσης στην Κύπρο.

    Επιχείρηση της Εθνικής Φρουράς στην Κοφίνου

    Η επιχείρηση της Εθνικής Φρουράς, της οποίας είχε τη διοίκηση ο ίδιος ο στρατηγός Γρίβας, πραγματοποιήθηκε με την έγκριση του Γενικού Επιτελείου στην Αθήνα και χωρίς να προβληθούν ενστάσεις από την κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Δεν επρόκειτο για μια αναίτια επιχείρηση, καθώς ο διοικητής των δυνάμεων του τουρκοκυπριακού θυλάκου επεδίωκε προσεκτικά αλλά συστηματικά τη διεύρυνση των ορίων της περιοχής που κατείχε και παρεμπόδιζε περιπολίες της κυπριακής αστυνομίας. Αυτό που δημιούργησε τη μείζονα κρίση ήταν η κλίμακα και η ένταση της επιχείρησης κατά την οποία σκοτώθηκαν τουλάχιστον 24 Τουρκοκύπριοι.

    Η αντίδραση της Αγκυρας υπήρξε σφοδρή. Η τουρκική κοινή γνώμη εξαγριώθηκε από την κάλυψη του θέματος από τον Τύπο και η τουρκική κυβέρνηση υπό τον Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ διαμόρφωσε την πολιτική της σε αυτό το πλαίσιο έξαψης και οξύτητας. Η Αθήνα προσπάθησε να κατευνάσει την Αγκυρα προχωρώντας, ύστερα και από σχετικές αμερικανικές και βρετανικές υποδείξεις, στην ανάκληση του στρατηγού Γρίβα, του οποίου η παρουσία ήταν ανεπιθύμητη από την τουρκική πλευρά ήδη από το 1964, όταν ανέλαβε τη γενική διοίκηση των ελληνικών και ελληνοκυπριακών δυνάμεων στην Κύπρο.

    Η ανάκληση του Γρίβα δεν αρκούσε όμως για να αποτρέψει την κλιμάκωση της κρίσης. Η τουρκική κυβέρνηση τόνισε στην αμερικανική πρεσβεία στην Αγκυρα πως είχε καταλήξει στην εκτίμηση ότι η Αθήνα επεδίωκε με μικρά διαδοχικά βήματα να επιτύχει de facto την ένωση. Αυτό ήταν απαράδεκτο για την τουρκική πλευρά η οποία ζητούσε πλέον την αποχώρηση της ελληνικής μεραρχίας από το νησί αλλά και τη διάλυση της Εθνικής Φρουράς που είχε συγκροτηθεί το 1964, σε αντίθεση με τις συνθήκες που διείπαν την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας του 1960.

    Ο αμερικανικός παράγων θα βάρυνε αποφασιστικά στην έκβαση της διαμάχης. Ηδη στις 19 Νοεμβρίου ο Αμερικανός πρεσβευτής στην Αγκυρα, Πάρκερ Χαρτ, έδειχνε κατανόηση για τις τουρκικές θέσεις και θα συνεργαζόταν μάλιστα στη διατύπωση των τουρκικών όρων. Αλλά και η Ουάσιγκτον κατέληγε στο συμπέρασμα ότι αυτό που προείχε ήταν η αποτροπή του ελληνοτουρκικού πολέμου ο οποίος θα είχε διαλυτικές συνέπειες για τη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Οι κινήσεις των Αμερικανών έδειχναν ότι ο συσχετισμός δυνάμεων είχε μετακινηθεί την παρελθούσα τριετία προς όφελος της Τουρκίας. Το ζήτημα τώρα δεν ήταν η ρύθμιση του Κυπριακού στη βάση της ένωσης ώστε να αποφευχθεί η εικαζόμενη «κουβανοποίηση», δηλαδή η περιέλευση της Κύπρου υπό σοβιετική επιρροή, αλλά η αποτροπή της ρήξης των ΗΠΑ με την Τουρκία, η οποία εκτιμάτο ως στρατηγικά σημαντικότερη από την Ελλάδα.

    Το στρατηγικό δίλημμα της ελληνικής κυβέρνησης

    Στο μεταξύ η Αθήνα εκαλείτο να λάβει μια στρατηγικής σημασίας απόφαση: θα έφθανε σε πόλεμο με την Τουρκία προκειμένου να υπερασπιστεί τη θέση της στην Κύπρο ή θα αποφάσιζε να υποχωρήσει, κίνηση που θα ισοδυναμούσε όμως με απεμπόληση στην ουσία του στόχου της ένωσης; Μεταξύ στελεχών της στρατιωτικής χούντας, που είχε επικρατήσει με το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967, υποστηρίχθηκε η άποψη ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να επιβληθεί στην Τουρκία ακολουθώντας μια εκδοχή κεραυνοβόλου πολέμου όπως είχε επιλέξει το Ισραήλ έναντι των Αράβων τον Ιούνιο του 1967 κατά τον πόλεμο των Εξι Ημερών. Αντίθετοι προς αυτή την άποψη ήταν, σε μια εντελώς προσωρινή σύγκλιση, ο βασιλέας Κωνσταντίνος και ο ηγέτης της χούντας συνταγματάρχης Παπαδόπουλος. Οπως μπορεί να υποτεθεί, αμφότεροι κατανοούσαν ότι ο συσχετισμός δυνάμεων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας δεν ήταν τέτοιος που θα επέτρεπε ελληνική επικράτηση σε μια εκδοχή κεραυνοβόλου πολέμου. Ταυτόχρονα, δεν μπορούσε να αγνοηθεί η άποψη του συμμαχικού παράγοντα, ο οποίος ασφαλώς διέθετε μια ευρεία γκάμα διπλωματικών, οικονομικών και πολιτικών δυνατοτήτων για να παρεμποδίσει μια τέτοια εξέλιξη. Πέραν αυτού, ο Παπαδόπουλος δεν μπορεί παρά να κατανοούσε ότι μια στρατιωτική αποτυχία θα ήταν μοιραία για το στρατιωτικό καθεστώς, σε αντίθεση με μια διπλωματική διαχείριση της κρίσης, η οποία, ακόμα και αν κατέληγε σε υποχώρηση της Αθήνας, θα ήταν διαχειρίσιμη από πολιτική άποψη. Ο διορισμός του Παναγιώτη Πιπινέλη ως υπουργού Εξωτερικών στις 20 Νοεμβρίου επιβεβαίωνε την επικράτηση στην Αθήνα της επιλογής της διπλωματικής διαχείρισης της κρίσης. Ο Πιπινέλης, παλαιός ανακτορικός και μοναρχικών αντιλήψεων, έμπειρος διπλωμάτης και πρώην πρωθυπουργός, ήταν πεπεισμένος υποστηρικτής της ελληνοτουρκικής συνεργασίας στο πλαίσιο της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας. Θεωρούσε ανέφικτη την ένωση και ακόμα περισσότερο ανεδαφική την πολιτική πυγμής έναντι της Τουρκίας. Πίστευε επίσης, και αυτό είχε τη σημασία του στο πλαίσιο της κρίσης του 1967, ότι η παρουσία της ελληνικής μεραρχίας στην Κύπρο δεν συνιστούσε στρατηγικό πλεονέκτημα για την Αθήνα αλλά αντίθετα καθιστούσε την Ελλάδα όμηρο της πολιτικής του Μακαρίου. Η είσοδός του στην κυβέρνηση σηματοδοτούσε μια ευρύτερη πολιτική επιλογή καθώς ήταν υπερσυντηρητικός ακόμα και για τα μέτρα της προδικτατορικής περιόδου και θεωρούσε την πολιτική κινητοποίηση της Ενωσης Κέντρου το 1965-67 δημιουργία μιας «προεπαναστατικής» κατάστασης που απειλούσε το ίδιο το κοινωνικό καθεστώς. Το φθινόπωρο του 1967 ήταν θιασώτης μιας αυστηρά ελεγχόμενης επιστροφής στον κοινοβουλευτισμό με νέο Σύνταγμα και υπό την επίβλεψη του στρατιωτικού καθεστώτος. Τη δεδομένη στιγμή πάντως, η ανάληψη του υπουργείου Εξωτερικών από τον Πιπινέλη σήμαινε την επιλογή της ειρηνικής διαχείρισης της κυπριακής κρίσης.

    Η Αθήνα υποχωρεί με παρέμβαση των ΗΠΑ

    Στην αποκλιμάκωση της κρίσης διαδραμάτισαν καίριο ρόλο οι Αμερικανοί, οι οποίοι αποφάσισαν να παρέμβουν ενεργά στις 22 Νοεμβρίου, όταν διαπίστωσαν ότι δεν επρόκειτο να υπάρξει αποκλιμάκωση χωρίς την παρεμβολή τους. Η μεσολαβητική προσπάθεια ανατέθηκε από τον πρόεδρο Τζόνσον στον πρώην αναπληρωτή υπουργό Αμύνης Σάιρους Βανς, ο οποίος μία δεκαετία μετά θα αναλάμβανε υπουργός Εξωτερικών στη διοίκηση Κάρτερ. Ο Βανς είχε αυστηρά καθορισμένη αποστολή την αποκλιμάκωση της κρίσης και όχι την αναζήτηση συνολικής πολιτικής διευθέτησης. Το βάρος της αμερικανικής πίεσης έπεσε στην Αθήνα και όταν ο Πιπινέλης επιχείρησε να συνδέσει την αποχώρηση της ελληνικής μεραρχίας με την αποστρατικοποίηση της Κύπρου, ο Βανς υπέδειξε ότι αυτό πιθανότατα δεν επρόκειτο να γίνει δεκτό από την Αγκυρα και εξασφάλισε την ελληνική συγκατάθεση να ενεργήσει ως μεσολαβητής. Ο ίδιος ο Μακάριος δεν ήταν αρνητικός στην αποχώρηση της ελληνικής μεραρχίας. Επέμεινε και πέτυχε όμως να μη διαλυθεί η Εθνική Φρουρά. Η διατήρηση της Εθνικής Φρουράς, εντούτοις, διοικούμενης καθώς ήταν από αξιωματικούς του Ελληνικού Στρατού, επρόκειτο να είναι αποσταθεροποιητικός παράγοντας στις εξελίξεις του Κυπριακού τα επόμενα χρόνια. Η τουρκική πλευρά δεν επέμεινε στον όρο διάλυσης της Εθνικής Φρουράς, αντιλαμβανόμενη ότι είχε επιτύχει τον μείζονα στόχο της, την ανατροπή δηλαδή της ισορροπίας δυνάμεων στο Κυπριακό.

    Η ελληνική στάση

    Η ελληνική πλευρά είχε υποχωρήσει έναντι των τουρκικών απαιτήσεων για λόγους στρατηγικής και πολιτικής φύσης. Πέραν της ανάλυσής του για την ελληνική πολιτική στην Κύπρο, ο Πιπινέλης αντιλαμβανόταν, από γεωπολιτική οπτική, μια ενδεχόμενη ελληνοτουρκική σύγκρουση για το Κυπριακό ως περιττό περισπασμό, ο οποίος θα καθιστούσε ευάλωτη την ελληνική μεθόριο προς τη Βουλγαρία. Εκτιμούσε ακόμα ότι η ελληνική άμυνα ήταν ευάλωτη τόσο στον Εβρο όσο και στα νησιά. Από εκεί, δηλαδή από τον Βορρά, θεωρούσε ο νέος υπουργός Εξωτερικών ότι προερχόταν η πρωταρχική απειλή ασφαλείας για την Ελλάδα. Ο αρχηγός της χούντας Γεώργιος Παπαδόπουλος, κατά την εξέλιξη της κυπριακής κρίσης, είχε αναθεωρήσει την πολιτική πυγμής που είχε επιχειρήσει να ακολουθήσει στο Κυπριακό, εκτιμώντας ότι η αναμέτρηση με την Τουρκία υπερέβαινε τις δυνατότητες της Ελλάδας και ότι εν πάση περιπτώσει θα απέβαινε καταστρεπτική για το στρατιωτικό καθεστώς. Τέλος, σημαντικό ρόλο στην ελληνική υποχώρηση έπαιξε ασφαλώς ο αμερικανικός παράγοντας. Οι Αμερικανοί υπερεκτίμησαν τις τουρκικές στρατιωτικές δυνατότητες στην Κύπρο εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Πράγματι, η Τουρκία δεν διέθετε ακόμα αποβατικό στόλο όπως θα συνέβαινε επτά χρόνια μετά. Απόβαση στην Κύπρο ενείχε σημαντικούς κινδύνους για τις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις. Από γενικότερη άποψη όμως, είναι αναμφισβήτητο ότι ενδεχόμενη κλιμάκωση το 1967, όπως και σε κάθε κυπριακή κρίση πριν και μετά το 1967, παρουσίαζε μεγάλους κινδύνους και για την Ελλάδα, η οποία είναι όντως ευάλωτη στη νησιωτική επικράτεια.

    Εσωτερικό ρήγμα

    Πρέπει, τέλος, να συγκρατηθεί και μια μεσοπρόθεσμη επίπτωση από την κρίση του 1967, η οποία υποθήκευσε την πορεία του Κυπριακού. Αν και αυτό δεν έγινε άμεσα αντιληπτό σε όλη του την έκταση, η υποχώρηση του Παπαδόπουλου σήμαινε μια βαθύτατη ψυχική διάσταση μεταξύ αυτού και των νεοτέρων αξιωματικών που συνιστούσαν τον κορμό της χούντας στις Ενοπλες Δυνάμεις. Προεξάρχουσα θέση είχε ανάμεσά τους ο Δημήτριος Ιωαννίδης. Η ομάδα αυτή εκτιμούσε ότι η ελληνική υποχώρηση οφειλόταν αποκλειστικά σε έλλειψη αποφασιστικότητας. Η Ελλάδα, πίστευαν, διέθετε τη δυνατότητα να επιτύχει την ένωση δημιουργώντας τετελεσμένα στη Μεγαλόνησο. Το ρήγμα αυτό δεν εκδηλώθηκε τότε, καθώς ακολούθησε στις 13 Δεκεμβρίου το βασιλικό αντικίνημα με συνέπεια τη συσπείρωση των ομάδων και τάσεων που είχαν πραγματοποιήσει το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967. Αυτή η οπτική όμως θα ήταν παρούσα στη διαμόρφωση της μετέπειτα πολιτικής της χούντας στο Κυπριακό και κυρίως θα επιχειρείτο να εφαρμοστεί με το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου τον Ιούλιο του 1974.

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s