Από την καλύβα

Α σάτι εμπάιτ σε το φτερενίσι σημαίνει ότι η κόρη ανέβηκε στην αγριοφιστικιά 

Θα πει, στα Τσακώνικα, ότι η κόρη είναι πια της παντρειάς.

*

Ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο για τις διαλέκτους και τις ντοπιολαλιές:

http://www.tanea.gr/default.asp?pid=2&ct=1&artid=4556934&ml=1

Και, επί τη ευκαιρία, ένα μικρό δείγμα από το under construction μικρό λεξικό της Μεσσηνιακής ντοπιολαλιάς, υπό εμού του ιδίου.

*

Πομπή (ντροπή, μικρός σε ηλικία / αξία: τι λες μωρή πομπή;)

Πομπές (τις μάθαμε τις πομπές σου!)

Μαρνέρης (ικανός)

Βαστάκι (στο παντελόνι, συγκρατεί τη ζωστήρα)

Ψώνιο (συνήθως το αγορασμένο κρέας – μη ξεχάσεις το ψώνιο!)

Αροπλάνο (αεροπλάνο)

Δραπέτσι (ξύδι, άγριο)

Τούρκος (ξύδι, ομοίως άγριο)

Κοψοκέφαλος (σε τιμή ευκαιρίας)

Ψυχοϊός (ψυχογιός)

Σκουτί (ένδυμα)

Μπούφλα (σφαλιάρα)

Ξανάστροφη (σφαλιάρα με το έξω της παλάμης: τήρα μη φας κανιά ξανάστροφη!)

Μισιοκά (μισόκιλο. Επί οκάς, μισή οκά. Και το σκεύος σερβιρίσματος του κρασιού στους καφενέδες)

Λεχτρικό (ηλεκτρικό)

Νίσκιος (ίσκιος)

Μπούζι (πολύ παγωμένο – τα πόδια μου είναι μπούζι)

Ούλα (όλα)

Μαγκούφι, (έρημο, δύστυχο, άτυχο. Δες «σ’ έφαγε το μαγκούφι τ’ αρνί, Μανωλάκη μου…»

Μαγκούφα (αντιστοίχως: τι να σου κάνει η γέρμη, έτσι μαγκούφα που έμεινε…)

Λέρα (βρωμιά)

Λερός (βρωμιάρης, σκονισμνένος, λασπωμένος)

Παππούλης (παπάς)

Κωλοπετσομένος (ικανός, καταφερτζής)

Γουλί (κούρεμα. Κούρεφτο, γουλί!)

Κουρεμπάτσα (το κουρεμένο κεφάλι)

Λιγούλι (λίγο)

Πιατελάκι (πιατάκι)

Χαμπέρι (είδηση. Ενίοτε απειλητικά: συμορφώσ’ γιατί νια μέρα θα ντα πάρουμε τα χαμπέρια σου!)

Χαμπάρι (τι χαμπάρια, το πήρα χαμπάρι: το αντιλήφτηκα)

Κατσούλα (κουκούλα και γάτα)

Υπινούλης (σύντομος ύπνος. Χαϊδευτικά, ο ύπνος του μωρού)

Λουριά (χτύπημε με λούρα, δηλ, βέργα: μόρ’ξε νια λουριά, με φρουμπέτιασε!)

Κουτσάφτης (του λείπει ένα αυτί ή τμήμα αυτιού: αυτός ο γάιδαρος είναι κουτσιάφτης!)

Κουμπάρεμ’ (κουμπάρε μου)

Γέρμος (έρημος)

Σαρμάκο (αυστηρή πειθαρχία, υποταγή: τον έχει σαρμάκο!)

Λεφωρείο (λεωφορείο)

ΧΤΕΛ (ΚΤΕΛ)

Παταλιά (στον ώμο, επί ανθρώπων: τον πήρε παταλιά)

Ζαλιά (επί αψύχων: ήφερα νια ζαλιά ξύλα, ζαλώθ’κα κι ήρθα!)

Μπροστογιομής (επί όπλου γκρά: εμπροστογεμής)

Σύντριχα (βλ. γουλί)

Σωνει τοσο! (αρκετα ως εδω…)

Πηγή: Α σάτι εμπάιτ σε το φτερενίσι σημαίνει ότι η κόρη ανέβηκε στην αγριοφιστικιά | Η καλύβα ψηλά στο βουνό

*

Για τα Μωραϊτικα ιδιώματα: http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/studies/dialects/thema_b_5_1/index.html

*

Και ειδικά για τα Μανιάτικα, δω πα χάμου:

http://www.mani.org.gr/ithi/idioma/id.htm

Advertisements

3 thoughts on “Α σάτι εμπάιτ σε το φτερενίσι σημαίνει ότι η κόρη ανέβηκε στην αγριοφιστικιά ”

    1. Φυσικά είναι ο ναυτικός (και μαρινέρης) Στα χωριά μας προφανώς τον ταύτιζαν μ’ αυτόν που τα καταφέρνει μ’ ό,τι καταπιάνεται, τον ικανό. (Τη λέξη τη χρησιμοποιούσε η γιαγιά μου, ακριβώς με το νόημα που κατέγραψα)

      Μου αρέσει!

  1. Δεν μου φαίνεται και τόσο της παντρειάς η κόρη της ζωγραφιάς. 😉
    Πολύ ωραία πάντως τα ατημέλητα ξανθά μαλλιά της… 🙂

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s