Ενδιαφέροντα

Βλάσης Αγτζίδης: Από τους νεοπαγανιστές στην ανάμνηση της Ρωμανίας 

1534303_679655842057537_774139004_n

Παρακολουθώντας κάποιες από τις συζητήσεις στη δημόσια ιστορία βρίσκεσαι μπροστά σε ενδιαφέροντα σχήματα. Ένα από αυτά σχετίζεται με την εμφάνιση ενός νεοπαγανιστικού αντιχριστιανικού ρεύματος που διεκδικεί την αποκλειστικότητα επί της αρχαίας Ελλάδας, οργανώνει ετήσιες γκροτέσκο συναντήσεις στις υπώρειες του Ολύμπου και στις Θερμοπύλες. Ελάχιστα απασχολεί τους ηγήτορες της τάσης αυτής το γεγονός ότι η συζήτηση για τις διαδικασίες υπέρβασης του παλιού παγανιστικού κόσμου από το νέο μονοθεϊστικό ολοκληρώθηκαν κατά τον 5ο μ.Χ. αιώνα και έκτοτε έχουν μεσολαβήσει περί τους 15 αιώνες.

Μια αντίστοιχη αλλά λιγότερο αστεία ανάκληση γίνεται επίσης από τον αντίποδα της τάσης των νεοπαγανιστών. Από σοβαρότερους σίγουρα συμπολίτες μας, που θεωρούν ότι ο μετασχηματισμός της παλιάς ελληνορθόδοξης ρωμιοσύνης σε σύγχρονο ελληνικό έθνος, ήταν μια εξίσου άτοπη εξέλιξη. Δηλαδή αμφισβητούν τη μορφή που πήρε η ρωμαίικη κοινότητα (το ρουμ μιλέτι της οθωμανικής εποχής) κατά την  ελληνική εθνογένεση.

Η τάση αυτή παραγνωρίζει εντελώς το φαινόμενο του νέου ελληνισμού, που εμφανίστηκε ήδη από τον 12ο αιώνα. Και ακριβώς αυτή η αντίληψη της ρωμιοσύνης οδήγησε στην διαμόρφωση του σύγχρονου έθνους όπως το γνωρίζουμε σήμερα. Όταν δηλαδή οι ελληνορθόδοξοι προνεωτερικοί πληθυσμοί συνάντησαν τους αιώνες του διαφωτισμού, δηλαδή την εποχή της διαμόρφωσης του σύγχρονου πολιτικού, νεωτερικού έθνους.

Η κοινωνική βάση του ελληνικού έθνους

Η κοινωνική βάση πάνω στην οποία έγινε η διαμόρφωση αυτού του πολιτικού έθνους δεν θα μπορούσε να είναι άλλη από τη ρωμιοσύνη, η οποία έτσι κι αλλιώς -από πολύ ενωρίτερα- είχε προσλάβει σε επίπεδο διανοουμένων την έννοια του ελληνικού έθνους. Αναγκαστικά, τα ιδιαίτερα πολιτισμικά χαρακτηριστικά του νέου ελληνισμού διαμορφώθηκαν πάνω στη δημογραφική βάση των ελληνόφωνων πληθυσμών που αποτελούσαν την πλειονότητα στο πλαίσιο της πολυεθνικής Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (του βυζαντινού κράτους). Στην περιοχή αυτή, οι ελληνικοί πληθυσμοί αποτελούσαν το δυναμικότερο και πολυπληθέστερο στοιχείο. Το κρίσιμο σημείο, κατά το οποίο η ιστορική αυτή διαδικασία λαμβάνει περισσότερο ευδιάκριτα χαρακτηριστικά, τοποθετείται  περί τους 12ο και 13ο αιώνα μ.Χ.

Ο νέος ελληνισμός διαμορφώθηκε ως κληρονόμος όλων των προηγούμενων φάσεων και μορφών που είχαν εμφανιστεί κατά την εποχή του Βυζαντίου.

Η πλήρης ανάδυση στο προσκήνιο της ελληνικής ταυτότητας από εθνοτικής πλευράς, συνέβη τις εποχές γύρω από την Άλωση του 1204. Η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Δυτικούς λειτούργησε ως ο καταλύτης για την εδραίωση μιας εθνοτικής ελληνικής ταυτότητας.

Η Gill Page υποστηρίζει: «Το φαινόμενο της φραγκικής κατάκτησης και εξουσίας υπήρξε η πιο κρίσιμη κινητήρια δύναμη για τις εξελίξεις που σημειώθηκαν στο πεδίο των ρωμαϊκών εθνοτικών ταυτοτήτων… Οι κατακτήσεις των δυτικών στη Βυζαντινορωμαϊκή αυτοκρατορία ισοδυναμούσαν με μια εθνοτική κρίση (σ.τ.σ. προσκόλλησης στον πυρήνα του εθνοτικού τους αυτοπροσδιορισμού). Επόμενο ήταν τα εθνοτικά κριτήρια να βγουν στο προσκήνιο». Η Page, που χρησιμοποιεί ταυτόσημα τους όρους «Έλληνες» και «Ρωμαίοι», μελετά τον τρόπο που αντιλαμβάνονται την εθνοτική ταυτότητα των Βυζαντινών οι συγγραφείς εκείνης της εποχής.

Είναι βέβαιο ότι υπάρχει εθνική συνείδηση -νεωτερικού τύπου- συγκροτημένη σε συγκεκριμένους κύκλους διανοουμένων πριν την εμφάνιση της νεωτερικότητας. Στην ελληνική περίπτωση, αποφασιστική σημασία έχει το γεγονός ότι από τους ύστερους βυζαντινούς αιώνες και εντεύθεν υπάρχει μια διακριτή ομάδα διανοουμένων που εμφορούνταν από ελληνική εθνική συνείδηση. Στην Κωνσταντινούπολη -τη στιγμή που αυτή μετατρεπόταν σε μια πόλη-κράτος κατά το παράδειγμα των ιταλικών εμπορικών πόλεων- είχε εμφανιστεί πολύ πρώιμα μια εθνική ταυτότητα και η αίσθηση ύπαρξης ξεχωριστής, εδαφικά προσδιορισμένης κοινότητας, που είχε ως κύριο χαρακτηριστικό την ελληνικότητα.

Στο πλαίσιο αυτό μπορεί να γίνει κατανοητή η αναφορά του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου κατά τον τελευταίο λόγο του προς τους υπερασπιστές της Κωνσταντινούπολης λίγο πριν την Άλωση: «Γνωρίζω δε ότι αύτη η μυριαρίθμητος αγέλη των ασεβων, …, ημάς απέκλεισε, και καθ’ εκάστην το αχανές αυτού στόμα χάσκων, πως εύρῃκαιρὸν επιτήδειον ίνα καταπίη ημάς και την πόλιν ταύτην, …, ελπίδα και χαράν πάντων των Ελλήνων το καύχημα πάσι τοις ούσιν υπό την του ηλίου ανατολήν».
Μετά την Άλωση

Η αντίληψη περί της ύπαρξης των Ελλήνων ως εθνική ομάδα διατηρήθηκε κυρίως στους  Έλληνες φυγάδες της διασποράς και μετά την Άλωση του 1453. Είναι καταγεγραμμένη η συνεχής παρουσία αυτής της ομάδας ως εμφορούμενης από εθνική συνείδηση. Και αυτό δεν υπήρχε μόνο στους φυγάδες Έλληνες στα μεγάλα κέντρα της Ευρώπης και της Ρωσίας, αλλά και στη θρησκευτική ηγεσία των υπόδουλων Ρωμιών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Χαρακτηριστική είναι η θεώρηση του ανθενωτικού Γεννάδιου, που ανέβασε στον πατριαρχικό θρόνο ο ίδιος ο Μωάμεθ, ότι είναι Έλληνας ως προς την γλώσσα και χριστιανός ως προς τη θρησκεία. Σε ένα από τα κείμενά του γράφει: «αλλοίμονο, για τα άλλα σιωπώ, αλλά είδα να χάνεται όλη η ελπίδα των δυστυχισμένων υπολειμμάτων των Ελλήνων».

Η παρακάτω περιγραφή σε συνοδικό κείμενο ορθόδοξων πατριαρχών το 1716 είναι αποκαλυπτική της  αυτοαντίληψης που έχει η ελίτ των Ρωμιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας για την ταυτότητα: Πάλαι μεν Ελλήνων, νυν δε Γραικών και Νέων Ρωμαίων δια την Νέαν Ρώμην καλουμένων.

Σημαντική πηγή  γι αυτή την περίοδο αποτελεί το έργο του Κωνσταντίνου Ν. Σάθα,  που περιλαμβάνει περισσότερες από 2.500 βιογραφίες λογίων και εκδόθηκε υπό τον τίτλο Νεοελληνική, Φιλολογία. Βιογραφίαι των εν τοις γράμμασι διαλαμψάντων Ελλήνων από της καταλύσεως της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μέχρι της Ελληνικής Εθνεγερσίας (1453-1821), Αθήνα, 1868.

Για να ανακεφαλαιώσουμε: Ο πλήρης μετασχηματισμός της ελληνορθόδοξης θρησκευτικής κοινότητας σε εθνική κοινότητα ήταν αποτέλεσμα της μεγάλης μεταρρυθμιστικής κίνησης που έμεινε στην ιστορία γνωστή με την ονομασία «νεοελληνικός διαφωτισμός» και επέφερε μια οριστική πολιτιστική αλλαγή στη συνείδηση των Ρωμιών.

Πηγή: Συζητώντας για το παρελθόν: Από τους νεοπαγανιστές στην ανάμνηση της Ρωμανίας | Βλάσης Αγτζίδης

Πίνακας: Γιώργος Κόρδης, ένα βήμα μπροστά. 

*

Σχόλιο σημειώσεων: Δεν συμμερίζομαι τα περί «αστείου» νεοπαγανιστικού ρεύματος. Με την έννοια ότι όλες οι υλοποιήσεις της θρησκευτικότητας έχουν κάτι το αστείο μέσα τους, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να τις σεβόμαστε εξίσου. Όχι αυτές καθαυτές, αλλά γιατί η θρησκευτικότητα είναι μια πανίσχυρη ροπή των ανθρώπων και των κοινωνιών, στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον. Ο σεβασμός αυτός είναι πολιτική και όχι φιλοσοφική επιλογή. Στα πιο ενδιαφέροντα: Συμφωνώ με τον Αγτζίδη ότι το 1204 ήταν η τομή στην εμφάνιση της νέας ελληνικότητας. Όχι όμως ως ελιτίστικη επιλογή των «λογίων» αλλά ως αδήριτη πολιτική ανάγκη των πλατιών ορθόδοξων χριστιανικών μαζών να αποκτήσουν μια ταυτότητα – ασπίδα απέναντι στις θανάσιμες απειλές από την καθολική Δύση και την μουσουλμανική Ανατολή. Η ταυτότητα του «Ρωμαίου» δεν αρκούσε πια, γιατί «Ρωμαίοι» ήταν και οι Δυτικοί, έστω κι αν ήταν βάρβαροι. Την επιλογή καθόρισε η ελληνική γλώσσα (καθομιλουμένη, της Εκκλησίας, της Εκπαίδευσης) η οποία παρέπεμπε ευθέως και με πειστικότητα στην αρχαία ελληνική παράδοση, η οποία μεταφράστηκε εύλογα ως καταγωγή. Έτσι δημιουργήθηκε το ελληνικό «έθνος» έστω κι αν τότε, στον 13ο αιώνα δεν μπορούσε να ονομαστεί έτσι. Όχι μόνο στην ετοιμόρροπη Κωνσταντινούπολη, αλλά κυρίως στις επαρχίες που ήταν οι πραγματικές (πλην αφανείς)  πολιτικές και πολιτισμικές πρωτεύουσες του νέου ελληνισμού. The rest is history.

Advertisements

2 σκέψεις σχετικά με το “Βλάσης Αγτζίδης: Από τους νεοπαγανιστές στην ανάμνηση της Ρωμανίας ”

  1. Από το φ/μπ

    Antonis Lazarou Συμφωνώ με το σχόλιό σας για το νεοπαγανιστικό ρεύμα, αρκεί να μην διαστρεβλώνει την ιστορική πραγματικότητα (λ.χ. όταν θεωρεί τους Βυζαντινούς ως αλλοεθνείς δυνάστες). Από εκεί και πέρα, όντως ο (νεο)ελληνισμός ήταν ελιτίστικη ιδέα, από τον 13ο μέχρι και τον 18ο αιώνα. Και, επιτέλους, πρέπει να μάθουμε ότι η βυζαντινορωμέικη ταυτότητα ήταν ξεκάθαρα μια εθνοτική ταυτότητα (διακριτή από τη λατινορωμαϊκή των δυτικών ή τη ρωμανική των Βλάχων). Τη στιγμή που η βυζαντινή ελίτ στη Νίκαια πειραματιζόταν με την ελληνική ιδέα, οι απλοί Ρωμαίοι του Μοριά απευθύνονταν στους Φράγκους κατακτητές με αυτά τα λόγια (από το Χρονικό του Μορέως):

    Λοιπόν άν θέλη ο αφέντης μας, τά κάστρη νά τά επάρη,
    κ ημείς, τό γένος τών Ρωμαίων, δούλοι σου νά αποθάνουν,
    τούτο ζητούμεν, λέγομεν, μεθ όρκου νά μάς τό ποιήσης
    εγγράφως, νά νό έχωμεν ημείς καί τά παιδιά μας·
    από τού νύν καί έμπροστεν, Φράγκος νά μή μάς βιάση
    ν αλλάξωμεν τήν πίστιν μας διά τών Φραγκών τήν πίστιν,
    μήτε από τά συνήθειά μας, τόν νόμον τών Ρωμαίων

    Βλάσης Αγτζίδης Antonis Lazarou Yπάρχει και άλλο ένα σημείο στο «Χρονικόν του Μορέως» (στη λατινοκρατούμενη Αχαϊα) ακόμα πιο ενδιαφέρον, όπου η ελληνική καταγωγή των βυζαντινών Ρωμαίων διατυπώνεται με σαφήνεια (στ. 795):

    «Διαβόντα γαρ χρόνοι πολλοί αυτείνοι οι Ρωμαίοι
    Έλληνες είχαν το όνομα, ούτως τους ωνομάζαν
    -πολλά ήταν αλαζονικοί, ακόμη το κρατούσιν –
    από την Ρώμη απήρασιν το όνομα των Ρωμαίων.»

    Antonis Lazarou Βλάσης Αγτζίδης Η Gill Page δείχνει πως ο αντιρωμαίικος λίβελος, στον οποίο εμπεριέχεται το παραπάνω απόσπασμα, είναι εμβόλιμος και δεν υπήρχε στην αρχική εκδοχή του χρονικού. Όπως και να έχει, εδώ μιλάμε για ένα προσωπικό σχόλιο του Φράγκου συντάκτη-αντιγραφέα που δεν απηχεί απαραίτητα τη συλλογική συνείδηση των απλών Ρωμαίων του Μοριά.
    Μάλιστα, ο Απόστολος Βακαλόπουλος (Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. Α’. σ. 76) σχολιάζει: «Οι κάτοικοι, λοιπόν, της βυζαντινής αυτοκρατορίας δεν είναι Ρωμαίοι αλλά Έλληνες. Αυτό δεν το έχουν ίσως ακόμη συνειδητοποιήσει οι ίδιοι πολύ καλά μέσα τους. Το γνωρίζουν όμως οι Φράγκοι, οι οποίοι δοκιμάζουν την αντίστασή τους» Εδώ ο Βακαλόπουλος μας λέει ότι ο λαός δεν είχε πλήρη συναίσθηση της αρχαιοελληνικής καταγωγής του. Δεν μας αιτιολογεί, ωστόσο, από πού αλλού βρήκε αυτή τη δυναμική εθνοτική ταυτότητα (γιατί εθνοτική ήταν, όπως εξηγεί η Page, με βάση τα κριτήρια του F. Barth για την εθνοτική ταυτότητα) που προέτασσε ενάντια στους αλλοεθνείς Φράγκους.

    Το χρονικό περιέχει και άλλες αναφορές στους αρχαίους Έλληνες. Λ.χ:
    «διατί τό κάστρον κείτεται απάνω γάρ στό σπήλαιον
    κ είχαν καί πύργον δυνατόν από γάρ τών Ελλήνων».
    Εδώ γίνεται λόγος για τον «καιρό των Ελλήνων», κοινό μοτίβο στη λαϊκή παράδοση. Σημειωτέον, ότι η γαλλική παραλλαγή του χρονικού δεν αναφέρει τη λέξη «Ελλήνων», αλλά «γιγάντων». Όπως ξέρουμε από τη λαογραφική συλλογή του Ι. Κακριδή («Οι Αρχαίοι Έλληνες στη Νεοελληνική Λαϊκή Παράδοση»), όταν ο απλός κόσμος μιλούσε για τον «καιρό των Ελλήνων» δεν αναφερόταν σε μια εποχή ενδόξων προγόνων, αλλά στην εποχή μιας μυθικής φυλής γιγάντων που είχε αφήσει τα ίχνη της (γκρεμισμένους ναούς κ.α.) διάσπαρτα στο χώρο, αλλά είχε χαθεί χωρίς να αφήσει απογόνους (σε κάποιες περιπτώσεις, μάλιστα, θεωρούσαν σαν απογόνους των Ελλήνων τους δυτικούς περιηγητές που έδειχναν τόσο ενδιαφέρον γι’ αυτά τα ερείπια).

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s