Ερμής

Γερμανοί

Nazi-Athens-acropolis

(Από τον «Ερμή»)

«Οι Βούλγαροι ζούσαν τ’ όνειρό τους από τους Βαλκανικούς πολέμους, έστω και κουτσουρεμένο.  Οι Ιταλοί το ίδιο. Το πραγματικό πρόβλημα όμως ήταν οι Γερμανοί. Άφησαν το μεγαλύτερο μέρος της χώρας στους Ιταλούς και οι ίδιοι κράτησαν μια λωρίδα στη Θράκη, στα σύνορα με την Τουρκία, την Κεντρική Μακεδονία, την Εύβοια, τη Λήμνο, τη Μυτιλήνη, τη Χίο, τα Κύθηρα και την Κρήτη, εκτός από το Λασίθι που το παραχώρησαν στους Ιταλούς. Έτσι έλεγχαν οι ίδιοι ολόκληρο το Αιγαίο. Ταυτόχρονα χάρισαν στην Ιταλία, με την έννοια της ενσωμάτωσης στο ιταλικό κράτος, τα Ιόνια νησιά, τις Κυκλάδες, τη Σάμο και την Ικαρία. Τα Ιόνια νησιά ενσωματώθηκαν αμέσως στην Ιταλία. Εκτός από την πολιτική διοίκηση σε όλη την έκτασή της, τη δικαιοσύνη και τη νομοθεσία που ιταλοποιήθηκαν, κυκλοφορούσε η λιρέτα και άνοιξαν παραρτήματα οι ιταλικές τράπεζες. Η χωροφυλακή, η αστυνομία και η αγροφυλακή καταργήθηκαν και αντικαταστάθηκαν από τους καραμπινιέρους και ιταλική οικονομική αστυνομία. Για να ταξιδέψει κανείς στην ηπειρωτική Ελλάδα έπρεπε να διαθέτει διαβατήριο, το οποίο εξέδιδαν οι ιταλικές αρχές. Η επίσημη προσάρτηση στο ιταλικό κράτος έγινε στις 22 Φεβρουαρίου 1942. Οι Ιταλοί είχαν στόχο να ενσωματώσουν και την Ήπειρο και την Αιτωλοακαρνανία και οι Γερμανοί τους υποσχέθηκαν ότι αυτά θα ρυθμιστούν μετά το τέλος του πολέμου, αλλά…»

«Ποιο ήταν το πρόβλημα των Ιταλών;»

«Δεν είχαν καταφέρει να κερδίσουν τον πόλεμο που ξεκίνησαν οι ίδιοι. Βρέθηκαν κατακτητές μόνο επειδή κατέλαβαν τη χώρα οι Γερμανοί. Την ίδια αποτυχία είχαν στο να ελέγξουν την περιοχή που τους παραχωρήθηκε, δηλαδή το μεγαλύτερο μέρος της χώρας. Πολύ περισσότερο, δεν μπορούσαν να εγγυηθούν οποιαδήποτε άμυνα σε περίπτωση συμμαχικής απόβασης»

«Δεν μπορούσαν ή δεν ήθελαν;»

«Δεν μπορούσαν. Το δεν ήθελαν ήταν η άμεση συνέπεια»

«Τι τους έλειπε;»

«Οι υλικές προϋποθέσεις και η πολιτική βούληση. Το καθεστώς είχε ήδη σαπίσει και μετρούσε βδομάδες για το τέλος. Οι ιταλικές δυνάμεις στην Ελλάδα δεν είχαν πια κανένα ζωτικό μύθο για τον οποίο άξιζε να προσπαθήσουν, εκτός από τους σχετικά λίγους φανατικούς φασίστες. Όχι μόνο δεν είχαν επαρκή επιμελητεία, αλλά δεν διέθεταν ούτε τον απαραίτητο εξοπλισμό. Ιδίως σε πυροβόλα, τεθωρακισμένα και αεροπορία. Ήδη είχαν αποτύχει παταγωδώς να αντιμετωπίσουν το αντάρτικο του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ, προς μεγάλο σκανδαλισμό των Γερμανών, που τους αντιμετώπιζαν πλέον με απροκάλυπτη συγκατάβαση. Το ηθικό τους ήταν αξιοθρήνητο και η συνθηκολόγηση με τους συμμάχους τους βρήκε έτοιμους να παραδώσουν τα όπλα τους στους Γερμανούς, χωρίς πολλά πολλά. Οι Γερμανοί ήταν προετοιμασμένοι, κινήθηκαν γρήγορα και αφόπλισαν σχεδόν παντού τον ιταλικό στρατό. Οι Ιταλοί αντιστάθηκαν στην Κεφαλονιά, με αποτέλεσμα να εκτελεστούν χιλιάδες στρατιώτες και αξιωματικοί τους. Και στην Κέρκυρα, αλλά οι δέκα χιλιάδες άντρες που ήταν εκεί τελικά παραδόθηκαν. Στη Λάρισα η μεραρχία Πινερόλο προσχώρησε στους συμμάχους και τελικά αφοπλίστηκε από τον ΕΛΑΣ. Σε κάποια από τα Δωδεκάνησα είχαν προφτάσει να αποβιβαστούν Άγγλοι, που τους βοήθησαν Ιταλοί και Έλληνες, αλλά οι Γερμανοί τα κατέλαβαν με μεγάλες απώλειες για τους αμυνόμενους, τον Οκτώβρη και τον Νοέμβρη του 1943. Οι περισσότεροι Ιταλοί κατέληξαν σε γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπου οι Γερμανοί τους οδήγησαν κατά δεκάδες χιλιάδες. Κάποιοι απ’ όσους παρέμειναν εντάχθηκαν στον ΕΛΑΣ, αλλά οι περισσότεροι λιμοκτόνησαν ως αιχμάλωτοι των συμμάχων στην Ελλάδα, στις δύσκολες περιόδους των γερμανικών εκκαθαρίσεων»

«Όταν συνθηκολόγησε η Ιταλία, κάποιοι Ιταλοί έμειναν στην υπηρεσία των Γερμανών;»

«Ναι. Καμιά σαρανταριά χιλιάδες. Στο τέλος έμεινε ο ένας στους τέσσερις»

«Στην Ήπειρο δεν είχαν απαιτήσεις και οι Αλβανοί;»

«Στη Θεσπρωτία. Εκεί κατοικούσε ένας σχετικά μικρός αλβανικός πληθυσμός, οι Τσάμηδες. Οι Ιταλοί δεν είχαν αντίρρηση να πάρουν οι Αλβανοί την Τσαμουριά, αφού οι ίδιοι ήταν ιδιοκτήτες της Αλβανίας. Η Θεσπρωτία ενσωματώθηκε στην Αλβανία ντε φάκτο, αν και δεν έγινε τυπική προσάρτηση. Τοποθετήθηκε ένας Τσάμης ως ύπατος αρμοστής της Θεσπρωτίας, παράλληλα με τον Έλληνα νομάρχη, ο οποίος αργότερα δολοφονήθηκε. Ιδρύθηκε η Ξίλια, μια μορφή πολιτικής διοίκησης και η Τζενταμερία, ένα είδος χωροφυλακής. Παράλληλα μ’ αυτά οι Ιταλοί προσπάθησαν να δημιουργήσουν το Πριγκιπάτο της Πίνδου, για τους Βλάχους, χωρίς επιτυχία»

«Οι Βούλγαροι τι πήραν και τι άλλο ήθελαν;»

«Οι Γερμανοί χάρισαν στους Βούλγαρους την Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη και ήταν διατεθειμένοι να τους χαρίσουν και την υπόλοιπη Μακεδονία. Η ενσωμάτωση των ελληνικών εδαφών στη Βουλγαρία συνοδευόταν από παύση όλων των αρχών και των υπηρεσιών του ελληνικού κράτους και αντικατάστασή τους από αντίστοιχους του Βουλγαρικού. Συμπεριλαμβανομένης της εκπαίδευσης, της τοπικής αυτοδιοίκησης, της νομοθεσίας και των δικαστηρίων. Παράλληλα έγινε εκβουλγαρισμός της χριστιανικής λατρείας. Μεταξύ των άλλων επανήλθε το παλαιό ημερολόγιο που ακολουθούσαν οι Βούλγαροι, ενώ οι Έλληνες παπάδες βρέθηκαν σε σκληρό διωγμό, με πολλούς θανάτους. Απαγορεύτηκε το γαλάζιο χρώμα και υποχρεώθηκαν οι κάτοικοι να πάρουν τη βουλγαρική υπηκοότητα, που σήμαινε βουλγαρικά ονόματα και δελτία ταυτότητας. Ενώ έφευγαν οι Έλληνες κάτοικοι, ήρθαν δεκάδες χιλιάδες έποικοι από τη Βουλγαρία. Όσοι Έλληνες παρέμεναν αντιμετώπιζαν εξοντωτική φορολογία της παραγωγής τους, που οδήγησε σε γενικευμένη πείνα. Αποτέλεσμα ήταν η εξέγερση του πληθυσμού, η οποία κατεστάλη αμείλικτα με χιλιάδες εκτελέσεις και εκτεταμένες λεηλασίες στα χωριά»

«Οι Γερμανοί θα έδιναν στους Βούλγαρους και τη Θεσσαλονίκη;»

«Τη Θεσσαλονίκη την κράτησαν οι ίδιοι γιατί ήταν απαραίτητη στον έλεγχο του Αιγαίου. Και γιατί είχε σημαντικά ορυχεία και εύφορους κάμπους ένα γύρω. Εξάλλου τη διεκδικούσαν εκτός από τους Βούλγαρους και οι Ιταλοί και οι ίδιοι την είχαν υποσχεθεί στους Γιουγκοσλάβους, λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, για να τους δελεάσουν. Έγινε ένας απίστευτος όσο και κυνικός διαμελισμός των εδαφών του ελληνικού κράτους, κυριολεκτικά με το μπαλτά»

«Ήταν κάτι που το συνήθιζαν οι Γερμανοί σε όλη την Ευρώπη…»

«Ναι. Για λογαριασμό τους πρώτα πρώτα. Δεν πείραξαν την εδαφική ακεραιότητα της Δανίας, της Νορβηγίας, της Ολλανδίας και του Λουξεμβούργου. Ενσωμάτωσαν όμως περιοχές από τη Γαλλία, το Βέλγιο, και την άτυχη Πολωνία. Από τη Γιουγκοσλαβία πήραν μέρος της Σλοβενίας, ενώ παραχώρησαν τη Μπάτσια στην Ουγγαρία, την περιοχή του Αξιού στη Βουλγαρία  και το Μαυροβούνιο στην Ιταλία»

«Με άλλα λόγια νοικοκύρεψαν την Ευρώπη…»

«Ναι. Στην Ελλάδα οι άλλοι δεν θα μπορούσαν να σταθούν χωρίς τους Γερμανούς. Αλλά οι Γερμανοί ήταν πολύ σκληρά καρύδια. Μια ακαταμάχητη υλική και πνευματική δύναμη, πραγματικό υπόδειγμα της λογικής και της παράνοιας του ορθολογισμού»

Τον κοίταξα δείχνοντας ότι δεν είχα καταλάβει.

«Οι Γερμανοί ήξεραν τι ήθελαν από τις χώρες που είχαν υποδουλώσει. Τα πάντα! Χωρίς κανένα έλεος για τους σκλάβους. Χωρίς να υπολογίζουν τις ανθρώπινες ζωές, εκτός από τις δικές τους, φυσικά. Στην Ελλάδα, όσο κράτησε η Κατοχή έκαναν μια επιστημονικά οργανωμένη ληστεία. Άλλες φορές με τον ευφημισμό λεία πολέμου, άλλες χωρίς το παραμικρό λεκτικό πρόσχημα, να λένε δηλαδή τη ληστεία δήμευση, επίταξη, επίσχεση ή κατάσχεση. Για τα πάντα»

«Όταν λέτε για τα πάντα;»

«Τα μεταφορικά μέσα, σε στεριά και θάλασσα. Αυτοκίνητα, άλογα, κάρα, καΐκια. Όσα κτήρια και κατοικίες χρειαζόντουσαν για τις ανάγκες τους, δηλαδή για στρατωνισμό, στέγαση υπηρεσιών και κατοικίες των αξιωματικών. Μαζί με τα μαγειρικά σκεύη. Όλα τα αγροτικά προϊόντα και το ζωικό κεφάλαιο. Από πατάτες μέχρι κρασί και από τα κατσίκια μέχρι τις αγελάδες. Δεν είχαν κανένα πρόβλημα να αφαιρέσουν από την Ελλάδα ζωτικούς οικονομικούς πόρους, να λιμοκτονήσει ο πληθυσμός, να χρησιμοποιήσουν άχρηστα νομίσματα για τις πληρωμές τους, να ληστέψουν τα ελάχιστα αποθέματα χρυσού που είχαν απομείνει, να απαιτήσουν να προσφέρει η κατακτημένη χώρα τα έξοδα του στρατού κατοχής. Και δεν ήταν μικρός αυτός ο στρατός! Την 1η Μαΐου 1944 υπήρχαν στην Ελλάδα τριακόσιες χιλιάδες Γερμανοί. Αν προσθέσουμε τους Ιταλούς φασίστες που παρέμειναν, τους Βούλγαρους και τους Ταγματασφαλίτες, όλοι μαζί ήταν τετρακόσιες χιλιάδες.  Οι απαιτήσεις για τη συντήρηση αυτού του πλήθους ήταν η βασική αιτία του απίστευτου πληθωρισμού και της απόλυτης απαξίωσης του τυπωμένου χρήματος»

«Προφανώς οι δοσιλογικές κυβερνήσεις δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι…»

«Όχι. Για τον επισιτισμό κάποτε λειτούργησε η εξωελλαδική βοήθεια και το τυχαίο. Άρχισαν οι εισαγωγές τροφίμων μέσω του Ερυθρού Σταυρού και η αποτυχία του Ρόμελ στη Βόρεια Αφρική έκανε τις τιμές να κατρακυλήσουν στην Αθήνα. Προσωρινά, γιατί σύντομα το χάος κυριάρχησε και πάλι»

«Δεν ήταν αποτελεσματικοί στα οικονομικά οι Γερμανοί…»

«Η αποτελεσματικότητα κρίνεται από τον στόχο που έχεις θέσει. Κάθε λογικός άνθρωπος, ακόμα και μεταξύ των Γερμανών, έβλεπε ότι η απόλυτα προτεραιότητα που δίνονταν στις στρατιωτικές επιχειρήσεις σε βάρος μιας συνετής πολιτικής διαχείρισης της κατεχόμενης Ευρώπης, ήταν μια αυτοκαταστροφική επιλογή. Με τη έννοια ότι δεν θα μπορούσε να διαρκέσει για μεγάλο διάστημα. Επειδή δεν ήταν ευνοϊκή για τη διατήρηση ή την αύξηση της παραγωγής και επειδή δημιουργούσε με τρόπο αναπότρεπτο ισχυρά και αποφασισμένα εθνικά κινήματα αντίστασης, τα οποία με τα σειρά τους κόστιζαν πολύ στη Γερμανία. Σε γερμανικό αίμα και σε πολύτιμους πόρους, που χανόντουσαν. Το είχε επισημάνει ο επιτετραμμένος Άλτενμπουργκ στο Βερολίνο, τονίζοντας ότι η Ελλάδα θα έπρεπε να ενταχθεί κι αυτή στον οικονομικό σχεδιασμό, για να μην πέσει σε πολιτικό και στρατιωτικό χάος. Αυτό όμως έγινε ευρύτερα αντιληπτό, αν έγινε, πολύ αργότερα. Με την έναρξη της Κατοχής οι Γερμανοί έπεσαν πάνω στη Ελλάδα σαν απερίσκεπτα αρπακτικά. Σνομπάροντας μάλιστα τους Ιταλούς που εξέφραζαν κάποιες ανησυχίες για τη επιβίωση του πληθυσμού. Και στο ανώτατο επίπεδο, δηλαδή ο Χίτλερ στον Μουσολίνι. Ο οποίος παραπονιόταν ότι οι Γερμανοί πήραν από τους Έλληνες ακόμα και τα κορδόνια τους, αλλά ήθελαν να ρίξουν το φταίξιμο στους Ιταλούς»

«Αυτός όμως ήταν που έφερε τους Γερμανούς στην Ελλάδα!»

Ο Ερμής έγνεψε με μια χειρονομία ότι συμφωνούσε και συνέχισε.

«Με αυτές τις διευκρινήσεις, μια χαρά τα κατάφεραν, χρησιμοποιώντας κάθε μέσο. Το μάρκο της Κατοχής που κυκλοφόρησε ήταν ακάλυπτο, πλαστό. Με αυτό πλήρωναν τα προϊόντα που έπαιρναν, ονομάζοντας τις ληστείες, αγορές. Χωρίς να περιφρονήσουν καθόλου τις τοπικές ληστείες του πληθυσμού και το πλιάτσικο, όπως έκαναν και οι Ιταλοί και οι Βούλγαροι.  Σε άπειρες περιπτώσεις το πλιάτσικο συνεχιζόταν με καταστροφή των χωριών και εκτελέσεις αμάχων. Αποκορύφωμα της ληστείας ήταν η κλοπή των χρυσαφικών από τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης, που οργάνωσε ο Μαξ Μέρτεν για λογαριασμό του. Σε μικρότερη κλίμακα έκαναν το ίδιο πολλοί Γερμανοί αξιωματικοί και στρατιώτες»

«Δεν υπήρχαν κανονισμοί και πειθαρχία;»

«Υπήρχαν. Αλλά όταν ήρθαν εδώ είχαν κιόλας αναπτύξει μια ψυχοπαθολογική νοοτροπία  ανίκητης δύναμης, στην οποία επιτρέπονταν τα πάντα, και η οποία μπορούσε να κάνει τα πάντα. Το απλούστατο από όσα έκαναν αυτοί οι κατά φαντασίαν υπεράνθρωποι ήταν το πλιάτσικο εις βάρος του πληθυσμού. Ατομικό, με στόχο τον πλουτισμό και ομαδικό, με στόχο τη διατροφή των μονάδων τους. Σε εναρμόνιση με το γενικό πλαίσιο ότι αν χρειαζόταν να λιμοκτονήσει η Ευρώπη δεν ήταν πρόβλημα, αρκεί να μη στερείται τίποτα η ανώτερη γερμανική φυλή και ο γερμανικός στρατός. Έτσι, πέρα από τα καταναγκαστικά δάνεια, που ήταν σε κρατικό επίπεδο το ίδιο μ’ αυτό που έκανε ο Μέρτεν, έκαναν και άλλες επίσημες κρατικές ληστείες. Για παράδειγμα, κατάσχεσαν τα κέρματα που υπήρχαν στις ελληνικές τράπεζες για να αποσπάσουν τις δεκάδες τόνους μετάλλων που περιείχαν. Και απέδωσαν εκατόν εννέα και μισή λίρες, ενώ η αξία των μετάλλων υπολογίστηκε σε τριανταένα χιλιάδες πεντακόσιες χρυσές λίρες. Κι αυτές τις εκατόν εννιά δεν τις απέδωσαν αλλά τις συνυπολόγισαν λογιστικά σε αγορές ελληνικών προϊόντων»

Έμεινα άφωνος, αλλά ο Ερμής συνέχισε σε ήρεμο τόνο.

«Θεσμοθέτησαν τη συμμετοχή τους στις ελληνικές επιχειρήσεις κατά πενήντα ένα τοις εκατό. Μαζί με τα στρατεύματα έφτασαν και αντιπρόσωποι γερμανικών εταιριών, φορώντας τη στολή αξιωματικών. Ο αξιωματικός – εκπρόσωπος της Κρουπς καπάρωσε την παραγωγή μεταλλευμάτων, με μακροχρόνιες μισθώσεις. Ένας άλλος υπάλληλος της Κρουπς ετοίμασε τα συμβόλαια. Ως τις 10 Μαΐου 1941 είχαν κιόλας σηκώσει τα πάντα στον τομέα των ορυχείων»

«Αυτό θα πει αποτελεσματικός καπιταλισμός!»

«Αυτό θα πει αποτελεσματική οικονομική τρομοκρατία. Με παρόμοιες μεθόδους σε λίγο έλεγχαν τις εταιρείες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, τα ναυπηγεία, τα υφαντουργεία, την πολεμική βιομηχανία του Μποδοσάκη, ενώ έπεισαν τη Shell να τους πουλήσει το εργοστάσιό της  γιατί αλλιώς θα το έτρωγε το μαύρο φίδι. Την ίδια αρπακτική αποτελεσματικότητα έδειξαν σε όποια χρήσιμα αποθέματα εντόπισαν, είτε στη γεωργική παραγωγή, είτε στη μεταποίηση»

«Οι Ιταλοί δεν διαμαρτυρήθηκαν;»

«Ναι. Και πολύ ζωηρά μάλιστα. Έτσι κατάφεραν να πάρουν κι αυτοί ένα μέρος από τα δέρματα, το βαμβάκι, το ρετσίνι και άλλα αγροτικά προϊόντα. Αλλά η μερίδα του λέοντος παρέμενε στους Γερμανούς. Οι Ιταλοί δεν το χώνεψαν αυτό, αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα περισσότερο από το να κρατάνε μούτρα. Αυτό όμως δεν εμπόδισε τους Γερμανούς να συνεχίσουν. Χρησιμοποίησαν μαζικά τον πληθυσμό για να κατασκευάσουν τα αμυντικά τους έργα, με καταναγκαστική, απλήρωτη, δουλική εργασία, πολλές φορές μέσω ασυνείδητων Ελλήνων εργολάβων. Και δεν παρέλειψαν να λεηλατήσουν έργα τέχνης και αρχαιολογικούς θησαυρούς»

«Με ποιους τρόπους;»

«Με απευθείας κλοπές από μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους, με πρόσχημα το ενδιαφέρον τους για την ελληνική αρχαιότητα. Με πλήθος αυθαίρετες και παράνομες αρχαιολογικές ανασκαφές, είτε μελετημένες είτε τυχαίες, όταν εύρισκαν αρχαία κατά τη κατασκευή των οχυρωματικών έργων ή όταν έκαναν έργα οδοποιίας. Και βέβαια προκάλεσαν ζημιές όταν τοποθέτησαν συστοιχίες αντιαεροπορικών πυροβόλων πάνω στην Ακρόπολη. Το ίδιο έκαναν και οι Ιταλοί, οι οποίοι εγκατέστησαν αργότερα πυροβόλα, όλμους και προβολείς σε τσιμεντένιες βάσεις. Τους μιμήθηκαν κατά κάποιον τρόπο και οι Βρετανοί στα Δεκεμβριανά»

Ανάψαμε τσιγάρα.

«Από την άλλη όμως ήταν έμπειροι πολιτικά. Μπορούσαν να προσελκύουν συνεργάτες και να τους μετατρέπουν σε συνενόχους. Ήξεραν να σπέρνουν το διχασμό και τον εμφύλιο. Ήταν άριστοι στην προπαγάνδα. Όμως αυτό που ήξεραν καλύτερα απ’ όλα ήταν να χρησιμοποιούν τα μέσα που είχαν στη διάθεσή τους για να δημιουργήσουν τρόμο. Και μέσω αυτού να καταστρέψουν όποιον αντιδρούσε και να καθυποτάξουν τους υπόλοιπους»

«Ναι, αλλά στο τέλος έχασαν…»

«Ήταν βέβαιο ότι θα συμβεί αυτό, όπως και όλα όσα είπα πριν. Εκτός από τον Μεταξά, τα είχε προβλέψει με εκπληκτική διαύγεια και ο Τρότσκι, πριν ακόμα αρχίσει ο πόλεμος»

Τον κοίταξα απορώντας.

«Έλεγε ότι στις χώρες που θα κατακτήσουν οι Γερμανοί η θέση των μαζών θα επιδεινωθεί σε ακραίο σημείο. Θα υπάρχει τότε μια διπλή καταπίεση, η κοινωνική και η εθνική. Κι επειδή είναι αφόρητο να τα επιβάλει αυτά ένας ξένος κατακτητής, είναι αναμενόμενο οι κατακτημένες χώρες να μεταμορφωθούν σε πυριτιδαποθήκες»

«Όπως κι έγινε!»

«Αυτό συνέβη και στην Ελλάδα. Με τρομερές συνέπειες για τους ανθρώπους, την οικονομία, την παραγωγή αλλά και τις κοινωνικές σχέσεις, οι οποίες έγιναν τόσο οξείες ώστε να καταλήξουν σε εμφύλιο»

«Έφταιγαν οι Γερμανοί για τον δικό μας εμφύλιο;»

«Δεν είπα αυτό. Είπα ότι δημιούργησαν όλες τις προϋποθέσεις. Ετοίμασαν το έδαφος. Αποθηρίωσαν τους ανθρώπους. Τα πράγματα θα μπορούσαν να πάρουν εντελώς διαφορετική τροπή, να αποφευχθεί ο εμφύλιος, με ευθύνες άλλων, όχι των Γερμανών. Αλλά δεν έγινε έτσι»

«Δεν είναι άλλοθι αυτό;»

«Καθόλου. Χωρίς την οικονομική αφαίμαξη του πληθυσμού και τα μπλόκα στις συνοικίες της Αθήνας δεν θα γινόταν ο Δεκέμβρης. Ανάλογα και στην επαρχία. Την προφανή ευθύνη την έχει αυτός που έκανε ό,τι μπορούσε για να φουντώσει η φωτιά, δηλαδή οι δικοί μας, αλλά οι Γερμανοί είχαν πετύχει να συγκεντρωθούν τα εύφλεκτα υλικά»

«Παρατήρησα ότι πάντα μιλάτε για Γερμανούς και Γερμανία, σπάνια για τον Χίτλερ και ποτέ για ναζί και Γ’ Ράιχ. Έχω λάθος;»

«Όχι»

«Δεν υπήρχε διαφορά ανάμεσα στα Ες Ες και στη Βέρμαχτ;»

Ο Ερμής χαμογέλασε.

«Ο ναζισμός είναι ιδεολογία. Που σημαίνει ψευδής συνείδηση. Κάτι ουσιαστικά απροσδιόριστο. Η Γερμανία και ο γερμανικός στρατός ήταν απτή πραγματικότητα. Όσο για τις διαφορές μεταξύ Ες Ες και Βέρμαχτ, να τις δούμε. Με κριτήριο όμως τι έκανε ο ένας κι ο άλλος, όχι τις θεωρητικές τους διαφορές»

Περίμενα με ενδιαφέρον.

«Δεν υπήρχε κάποια διαφορά επί της ουσίας. Ο Βίλχεμ Λιστ, στρατάρχης και διοικητής των γερμανικών δυνάμεων που επιτέθηκαν στην Ελλάδα, σε διαταγή του που βγήκε στις 23 Ιουλίου 1941, όριζε ότι οι Γερμανοί στρατιώτες θα τιμωρούν την όποια αντίσταση όχι δια της νομίμου διώξεως των ενόχων, αλλά δια της τρομοκρατίας και της εφαρμογής δρακοντείων μέτρων. Ο Γκαίρινγκ μιλώντας προς τους Αρμοστές του Ράιχ και τους Στρατιωτικούς διοικητές των κατεχομένων εδαφών, στις 6 Αυγούστου 1942,είπε ότι σε όλα τα κατεχόμενα εδάφη βλέπει τους ανθρώπους να ζουν εκεί μπουκωμένοι στο φαΐ, ενώ ο δικός τους, ο γερμανικός λαός πεινάει. Και ξεκαθάρισε ότι δεν τους έστειλαν εκεί για να δουλέψουν για την ευημερία των λαών που τους εμπιστεύτηκαν, αλλά για να πάρουν όσο περισσότερα μπορούν, ώστε να μπορέσει να ζήσει ο γερμανικός λαός. Και τόνισε ότι περιμένει αυτή η συνεχής έγνοια για τους ξένους πρέπει να τελειώνει μια για πάντα. Ας τους αφήσουν να πεθαίνουν, εφόσον έτσι δεν λιμοκτονεί κανένας Γερμανός. Γιατί ξαφνιάστηκες;»

«Δεν μπορούσα να διανοηθώ τέτοια πώρωση, τέτοια αλητεία… Αλλά ήταν ο Γκαίρινγκ!»

«Όχι μόνον αυτός. Στο ίδιο πνεύμα ήταν και οι διαταγές του στρατάρχη Κάιτελ, βάσει εντολών του Χίτλερ, στις 16 Δεκεμβρίου 1942. Όπου εξηγούσε ότι ο εχθρός έχει ρίξει στο συμμοριτοπόλεμο φανατικούς μαχητές, οι οποίοι έχουν εκπαιδευτεί από τους κομμουνιστές και δεν σταματούν μπροστά σε καμιά πράξη βίας. Συνεπώς, έλεγε, αυτό που παιζόταν ήταν περισσότερο κι από αγώνας επιβίωσης. Η σύγκρουση αυτή, εξηγούσε ο Κάιτελ, δεν έχει τίποτε να κάνει με τη στρατιωτική τιμή ή με τις αποφάσεις των συμβάσεων της Γενεύης. Και συμπέραινε ότι αν αυτός ο αγώνας εναντίον των συμμοριών, στην Ανατολή και στα Βαλκάνια, δεν διεξαχθεί με τα πιο ωμά μέσα, οι δυνάμεις που διαθέτουν οι Γερμανοί μπορεί να στο προσεχές μέλλον να μην αρκούν για να επιβληθούν σ’ αυτή τη μάστιγα. Γι’ αυτό οι μονάδες είχαν την άδεια και την εντολή σ’ αυτό τον αγώνα να λάβουν οποιαδήποτε μέτρα, χωρίς περιορισμούς ούτε και προς τις γυναίκες και τα παιδιά, αν τα μέτρα αυτά είναι αναγκαία για την επιτυχία. Για να μην υπάρχει αμφιβολία συμπλήρωνε ότι ανθρωπιστικές επιφυλάξεις οποιουδήποτε είδους αποτελούσαν έγκλημα εναντίον του γερμανικού έθνους»

Ο Ερμής σταμάτησε για λίγο, πριν συνεχίσει τη αφήγησή του.

«Υπήρξαν όμως και ειδικές αναφορές στην Ελλάδα. Ο υπουργός Εξωτερικών Ρίμπεντροπ προειδοποίησε έναν Ιταλό διπλωμάτη στην καλοκαιρινή συνάντηση των Χίτλερ και Μουσολίνι στο Ζάλτσμπουργκ τον Απρίλιο του 1943, ότι έπρεπε να ληφθούν ωμά μέτρα εναντίον των Ελλήνων αν αυτοί σήκωναν κι άλλο τον τόνο. Είχε τη γνώμη πως οι Έλληνες έπρεπε να μάθουν μ’ ένα σιδερένιο τρόπο ποιος ήταν κύριος της χώρας. Παρόμοιες συμβουλές έδινε ο στρατάρχης Κάιτελ στο στρατηγό Αμπρόζιο. Τον παρακίνησε να δώσει επείγουσες εντολές ώστε να συντριβεί αυτή η αναδυόμενη ληστρική δραστηριότητα mit brutalsten Mitteln, δηλαδή με τα πιο ωμά μέσα. Και συνέχισε αναφέροντας ως παράδειγμα τη γερμανική εμπειρία στη Νορβηγία, λέγοντας ότι βοηθάει το να υιοθετεί κανείς μια τέτοια ανελέητη στάση από την αρχή. Κι αν καεί ένα χωριό χωρίς λόγο, είπε, ούτε αυτό κάνει κακό, γιατί η είδηση ενός γρήγορου και σκληρού χτυπήματος διαδίδεται παντού και βοηθάει κι αυτή. Στις οδηγίες προς τις γερμανικές στρατιωτικές μονάδες στην Ελλάδα τονιζόταν ότι  απαγορεύεται οποιαδήποτε επαφή με τους Έλληνες. Κάθε Έλληνας, έλεγαν οι οδηγίες, ακόμα κι αν τα πηγαίνει καλά μ’ έναν Γερμανό, κάτι θέλει απ’ αυτόν. Για κάθε εξυπηρέτηση θέλει κάτι σε αντάλλαγμα. Συνεπώς, η γερμανική καλοπροαίρετη διάθεση προς τους Έλληνες είναι πάντα μια άστοχη κίνηση. Καλύτερα να πυροβολήσεις έναν παραπάνω παρά έναν λιγότερο»

Ο Ερμής πήγε να πάρει το τσιγάρο του, αλλά αυτό είχε ήδη καεί ξεχασμένο στο τασάκι. Άναψε άλλο.

«Αυτό ήταν το πλαίσιο για τη Βέρμαχτ και σ΄ αυτό το πλαίσιο έδρασε το σύνολο του γερμανικού στρατού σε όλες τις χώρες που κατέκτησε και φυσικά στην Ελλάδα. Αν τα Ες Ες και οι ναζί αξιωματικοί ήταν πιο πωρωμένοι και περισσότερο θανατηφόροι από τους υπόλοιπους, δε νομίζω ότι κάνει μεγάλη διαφορά. Σε καμιά περίπτωση δε μπορούν οι ναζί και το Γ’ Ράιχ να καλύψουν και να υποκαταστήσουν τους πραγματικούς όρους στη συζήτηση, που είναι η Γερμανία, το γερμανικό κράτος, ο γερμανικός στρατός και ο γερμανικός λαός στο σύνολό του, με ελάχιστες εξαιρέσεις»

Εύρισκα αυτή την προσέγγιση πολύ αυστηρή, αλλά πριν προλάβω να διατυπώσω τις αντιρρήσεις μου ο Ερμής συνέχισε.

«Η ανθρώπινη Ιστορία είναι γεμάτη από μαζικά εγκλήματα. Κρατών απέναντι σε άλλα κράτη ή και λαούς χωρίς κράτος. Δηλαδή σε βάρος ξένων άμαχων πληθυσμών. Η Ιστορία του δυτικού κόσμου και της Ευρώπης, το ίδιο. Τα εγκλήματα αυτά τα έχουν διαπράξει οι πάντες, πάντοτε μέσω των κρατικών δομών τους, της θεσμικής ένοπλης δύναμης και της κρατικής γραφειοκρατίας τους. Ιδίως σε περιόδους πολέμου, αλλά και σε περιόδους ειρήνης και αφανών πολέμων. Άγγλοι, Γάλλοι, Ρώσοι, Γερμανοί, Ιταλοί, Τούρκοι, Βέλγοι, Ισπανοί, Αμερικανοί, Έλληνες. Όσο μεγαλύτερο και ισχυρότερο είναι το κράτος, τόσο μεγαλύτερα είναι τα ιστορικά του εγκλήματα και τόσο πιθανότερο να μη δώσει ποτέ λογαριασμό γι’ αυτά. Κάθε ένα από τα μαζικά εγκλήματα μπορεί να αποδοθεί στο ναζισμό, το φασισμό, την αποικιοκρατία, τον ιμπεριαλισμό, τον κομμουνισμό, τον καπιταλισμό, τον εθνικισμό ή ακόμα και σε θρησκευτικούς λόγους. Αλλά παντού και πάντοτε από πίσω βρίσκεται η ίδια κυρίαρχη δομή. Το κράτος που υπάρχει ή που σε ορισμένες περιπτώσεις δημιουργείται, επιτίθεται σε ένα άλλο κράτος. Αν στα διεθνή μαζικά εγκλήματα που ευδοκιμούν περισσότερο στους πολέμους βάλουμε ιδεολογικά πρόσημα, απλώς συσκοτίζουμε την αλήθεια των πραγμάτων και προσχωρούμε σε κάποια ψευδή συνείδηση της, σε μια ιδεολογία μέσα από την οποία βλέπουμε παραμορφωμένη την Ιστορία»

Ο Ερμής είδε ότι το τσιγάρο του είχε πάλι καεί μόνο του στο τασάκι. Έκανε ν’ ανάψει άλλο, αλλά το άφησε για μετά.

«Οι ναζί και ο Χίτλερ είναι η αποκλειστική πηγή του κακού στα περισσότερα κείμενα των αριστερών θεωρητικών που έχω διαβάσει. Αλλά οι ναζί και ο Χίτλερ δεν προήλθαν από παρθενογένεση. Προέκυψαν από τη γερμανική κοινωνία, τη γερμανική ιστορική και πολιτική παράδοση και έδρασαν ως ιστορικά υποκείμενα κυριαρχώντας στο γερμανικό κράτος και έχοντας την υποστήριξη της συντριπτικής πλειοψηφίας των Γερμανών. Γιατί εξέφρασαν με το δικό τους τρόπο την κοινή κοινωνική κουλτούρα και την κυρίαρχη μιλιταριστική παράδοση. Όπως έγινε σε δεκάδες άλλα κράτη στις δεκαετίες του είκοσι, του τριάντα και του σαράντα. Μετά την ήττα, το γερμανικό κράτος και η οργανωμένη γερμανική κοινωνία δεν τιμώρησαν τους ναζί, ούτε καν τους υψηλόβαθμους, αντίθετα τους προστάτευσαν. Και μόνο το γεγονός ότι στη Γερμανία δικάστηκαν μόλις έξι χιλιάδες εξακόσιοι πενήντα ναζί, τα λέει όλα. Είναι ενδεικτική η τύχη που είχαν όλες οι δικογραφίες για τους Γερμανούς εγκληματίες πολέμου, τις οποίες διαβίβασε η Ελληνική Δημοκρατία στη γερμανική Δικαιοσύνη. Ούτε μία υπόθεση δεν έφτασε στο δικαστήριο και φυσικά κανένας δεν τιμωρήθηκε. Αυτή η συνειδητή συνέχεια που επέλεξαν και στήριξαν το γερμανικό κράτος  και η γερμανική κοινωνία μετά τον πόλεμο υποδεικνύει ότι ο ναζισμός ήταν ένα μερικό και εποχιακό υποσύνολο ενός πολύ μεγαλύτερου και ισχυρότερου συνόλου. Δεν αδικώ κανέναν όταν αναφέρομαι σε αυτό ακριβώς το σύνολο, που περιέχει πλήρως τη μερικότητα»

Αυτή τη φορά ο Ερμής σχεδόν κάπνισε το τσιγάρο που άναψε.

«Ο μύθος της καθαρής, άσπιλης και αμόλυντης Βέρμαχτ,  σε αντίθεση με τους κακούς ναζί και τον διαβολικού Χίτλερ που ευθύνονται για όλα, είναι κατασκευασμένος ως αμυντικός ψυχολογικός αλλά και πολιτικός μηχανισμός από τους ίδιους τους Γερμανούς βετεράνους του πολέμου. Τους ήταν απαραίτητος όχι για την ομαλή τους επανένταξη στην ηττημένη γερμανική κοινωνία, γιατί δεν αποκλείστηκαν ποτέ απ’ αυτήν, αλλά για την προσωπική τους δικαίωση και για τη δικαίωση του γερμανικού στρατού που πολέμησε τόσο σκληρά για έξι χρόνια. Αυτή η κίνηση αγκαλιάστηκε από μεγάλο μέρος του γερμανικού πληθυσμού, που είχε αντίστοιχο πρόβλημα. Συμπυκνώνεται στο απλό ή μάλλον απλοϊκό εμείς δεν ξέραμε, δεν γνωρίζαμε τι έκαναν οι ναζί. Αλλά αυτό που συνέβη στην πραγματικότητα δεν ήταν καθαρός πόλεμος, ήταν μια ασύλληπτη εξόντωση των εχθρικών πληθυσμών, είτε αυτοί ήταν Ρώσοι, είτε Πολωνοί, είτε Εβραίοι, είτε Έλληνες. Όχι μόνο στη διάρκεια πολεμικών επιχειρήσεων, αλλά και στα στρατόπεδα εξόντωσης αλλά και καταναγκαστικής, δουλικής εργασίας των αιχμαλώτων και των ομήρων, που είχε δημιουργήσει ο γερμανικός ορθολογισμός»

Το γκαρσόνι ήρθε και ρώτησε αν θέλαμε κάτι άλλο. Παραγγείλαμε δυο διπλούς σκέτους. Ο Ερμής ήπιε μια γερή γουλιά και συνέχισε με ανανεωμένες δυνάμεις.

«Όταν οι Γερμανοί ανέλαβαν να κάνουν τη δουλειά των Ιταλών, να εξοντώσουν δηλαδή το αντάρτικο στην επαρχία και την αντίσταση στην Αθήνα, το επιχείρησαν έχοντας ήδη την εμπειρία από αντίστοιχες καμπάνιες στη Σοβιετική Ένωση και στη Γιουγκοσλαβία. Εφάρμοσαν κι εδώ όσα είχαν ήδη τυποποιήσει. Κάψιμο των ύποπτων χωριών, αφού είχε προηγηθεί λεηλασία τους. Ρητή απαγόρευση κάθε καλλιέργειας στους ξεσπιτωμένους χωρικούς, ακόμα και με την τοποθέτηση ναρκών στα χωράφια.  Αθρόες συλλήψεις ομήρων στην επαρχία και στην Αθήνα, όπου άγγιξαν το απόλυτο με τα μπλόκα στις συνοικίες. Και μαζικές εκτελέσεις, ως αντίποινα για τις δράσεις των ανταρτών»

«Είχε επιτυχία αυτή η τακτική;»

«Όχι. Εκ του αποτελέσματος. Οι Γερμανοί δεν μπορούσαν να διανοηθούν ότι η τακτική τους ήταν αναποτελεσματική, γιατί είχαν εμπλακεί βαθιά στο σύνδρομο της ανώτερης και πάντοτε νικηφόρας φυλής, της οποίας ο στρατός υπερισχύει. Πολύ περισσότερο απέναντι σε ληστές. Έπρεπε λοιπόν να εξοντωθούν αμείλικτα και παραδειγματικά όχι μόνο οι ίδιοι οι ληστές αλλά και οι πηγές της τροφοδοσίας και της υποστήριξής τους. Ώστε να εμπεδωθεί άπαξ δια παντός ότι η μοναδικός τρόπος επιβίωσης που είχε ο κατεχόμενος πληθυσμός ήταν η απόλυτη νομιμοφροσύνη και η υπακοή απέναντι στους Γερμανούς. Και τις συνεργαζόμενες κρατικές δομές, ακόμα και τις ελληνικές ομάδες που είχαν εξοπλίσει οι ίδιοι. Βάλθηκαν λοιπόν να κυνηγάνε τους αντάρτες στα βουνά, με αλλεπάλληλες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις και να καίνε όλα τα ύποπτα χωριά που συναντούσαν στο δρόμο τους»

«Δεν θα ήταν πιο πρακτικό αν απλώς μπλόκαραν τις πηγές τροφοδοσίας των ανταρτών;»

«Μάλλον ναι. Τουλάχιστον δεν θα ξεσήκωναν το τεράστιο κύμα μίσους, κάτι που ήταν πολιτικά βλακώδες εκ μέρους τους, όπως αποδείχτηκε πολύ σύντομα. Αλλά η προσεκτική και υπομονετική δράση ήταν εντελώς έξω από τη λογική τους, η οποία συνοψιζόταν στην άμεση επίθεση για άμεσα αποτελέσματα»

«Πως συνδύαζαν την ελληνική αρχαιοφιλία τους με αυτές τις πρακτικές;»

«Εύκολα, με βάση ότι δεν μπορείς να τα αποφύγεις αυτά σ’ έναν ανταρτοπόλεμο. Εξάλλου η αρχαιοφιλία και τα φιλικά αισθήματα προς τους Έλληνες, όπου υπήρχαν, δε συγκρίνονταν με την αφοσίωση στη Γερμανία και στις πολεμικές μεθόδους που είχε επιλέξει και διαμορφώσει η ηγεσία της. Για τους εαυτούς τους είχαν τη συνείδηση ότι είναι πατριώτες, λογικοί, πολιτισμένοι, ίσως και φιλάνθρωποι. Για τους εχθρούς τους ότι είναι φανατικοί, εξτρεμιστές, ύπουλοι, διπρόσωποι, πανούργοι, απολίτιστοι, σαδιστές με τους αιχμαλώτους Γερμανούς και τέτοια. Έτσι δικαιολογούνταν κάθε ωμότητα και κάθε μαζικό έγκλημα που διέπρατταν, ως αξιωματικοί και στρατιώτες της Βέρμαχτ, γιατί αυτός ήταν ο μόνος τρόπος να καταπολεμήσουν τους ληστές και τους υποστηρικτές τους. Αυτό άλλωστε είχαν κάνει αδίστακτα στην Κρήτη, μετά την κατάληψή της, αλλά και στα τέλη του ’41, όταν έκαψαν τα Κεδρύλλια και εκτέλεσαν μαζικά τους κατοίκους τους. Τα ίδια και χειρότερα θα έκαναν τον τελευταίο χρόνο της παραμονής τους στην Ελλάδα, γιατί ο πόλεμος που χανόταν για τη Γερμανία τους είχε κάνει ακόμα πιο αδίστακτους. Αυτό που τους έλειπε τραγικά, γιατί δεν υπήρχε ακόμα πείρα από αντιμετώπιση αντάρτικων κινημάτων, ήταν η γνώση ότι είναι απαραίτητη η πολιτική τους αντιμετώπιση. Με την ωμή βία απλώς ματαιοπονείς»

«Τι τακτική είχαν οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις;»

«Στην αρχή έστειλαν μικρά αποσπάσματα, δύναμης λόχου, τα οποία συνήθως πελάγωναν και δεν πετύχαιναν κάτι. Παράλληλα επιχείρησαν να στήσουν  μια σειρά από βάσεις κατά μήκος των δρόμων που είχαν ζωτική σημασία, ώστε να τους ελέγχουν. Κι αυτή η πρακτική απέτυχε, εκτός που συχνά πυκνά δεχόντουσαν επιθέσεις ανταρτών. Δοκίμασαν τότε να χτενίζουν τις περιοχές με αποσπάσματα που κινούνταν εκατέρωθεν του κύριου δρόμου. Πλήθος χωριά κάηκαν σ’ αυτές τις επιχειρήσεις, με τη λογική της συλλογικής ευθύνης και χιλιάδες άμαχοι εκτελέστηκαν. Αλλά οι αντάρτες και πάλι δεν εξοντώθηκαν, αν και έχασαν μεγάλες ποσότητες πυρομαχικών, που έμειναν πίσω καθώς αυτοί έφευγαν μακριά. Η ορεινή  μορφή της χώρας έδινε πολλές δυνατότητες στη διαφυγή και την επιβίωση των ανταρτών, ενώ δυσκόλευε αφάνταστα τις τακτικές μονάδες της Βέρμαχτ. Στην Πελοπόννησο προσπάθησαν να κλείσουν τους αντάρτες σε δακτύλιο, ο οποίος όμως δεν ήταν ποτέ αρκετά σφικτός και οι αντάρτες διέφευγαν από τα κενά ή τα αδύναμα σημεία. Η Βέρμαχτ δεν διέθετε τις απαραίτητες δυνάμεις για να σφραγίσει αποτελεσματικά μια μεγάλη περιοχή. Κι αν το επιχειρούσε, οι αντάρτες το μάθαιναν έγκαιρα και βρισκόντουσαν στο απέναντι βουνό, όταν έφταναν οι Γερμανοί στην προεπιλεγμένη περιοχή»

«Αν κατάλαβα καλά, το πρόβλημα των Γερμανών ήταν ότι δεν μπορούσαν να πετύχουν επαφή με τους αντάρτες, ώστε να τους εξοντώσουν»

«Ναι. Και δεν μπορούσαν να το λύσουν. Προς το τέλος χρησιμοποιούσαν εναντίον των ανταρτών πολυπληθή ελληνικά άτακτα σώματα  στη Μακεδονία και τα Τάγματα Ασφαλείας νοτιότερα. Πρόσθεταν ακόμα στην τριάδα εκτελέσεις – αναγκαστικές επιτάξεις – κάψιμο των χωριών και μια τέταρτη όψη, τη μαζική εξόντωση του πληθυσμού μιας περιοχής. Όχι μόνο των ανδρών αλλά και των γυναικών και των παιδιών. Αυτό δηλαδή που έκαναν στο Δίστομο, στην Κλεισούρα, στο Κομμένο, στο Χορτιάτη και αλλού. Αδιάκριτα, σε μια λογική ανελέητης τρομοκρατίας. Και αυτή η προσπάθεια απέτυχε, παρόλο που η Πελοπόννησος κηρύχτηκε πολεμική ζώνη και οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις συνεχίστηκαν, με γερμανική επιμονή»

«Εκτός από τις επιτόπου εκτελέσεις, δεν έπιαναν ομήρους;»

«Ναι. Προτιμούσαν να πιάνουν τους προέδρους των χωριών, τους δασκάλους, τους γιατρούς και γενικά όσα εξέχοντα πρόσωπα μπορούσαν να εντοπίσουν. Όλοι αυτοί όμως φρόντιζαν να εξαφανιστούν, πριν τους αναζητήσουν οι Γερμανοί. Οι γιατροί, ας πούμε, είχαν μεταναστεύσει μαζικά στην Αθήνα. Έτσι οι Γερμανοί συλλάμβαναν ομήρους αδιάκριτα, απ’ όσους τύχαινε να βρεθούν στο δρόμο τους. Και τους εκτελούσαν με βάση προκαθορισμένους αριθμούς, για κάθε Γερμανό που σκότωναν οι αντάρτες, για κάθε σαμποτάζ ή ένοπλη επίθεση. Όταν υπήρχε η δυνατότητα προτιμούσαν να κρεμάνε τους ομήρους, αντί να τους τουφεκίζουν. Εκτελέστηκαν χιλιάδες, αλλά ο αριθμός υπολείπεται κατά πολύ από τα προκαθορισμένα αντίποινα, για τον απλούστατο λόγο ότι οι Γερμανοί, από ένα σημείο και μετά, αδυνατούσαν να συγκεντρώσουν τους απαραίτητους ανθρώπους Υπήρξαν περιπτώσεις, όπως στην Πελοπόννησο, όπου αιματηρές επιθέσεις των ανταρτών δεν προκάλεσαν κανένα αντίποινο. Όχι από αμέλεια της Βέρμαχτ, αλλά από αδυναμία. Αντίθετα τα αντίποινα ήταν τρομερά σε ξεχωριστές περιπτώσεις, όπως η δολοφονία του υποστρατήγου Κρεχ στους Μολλάους»

«Δε μπορώ να διανοηθώ πώς χιλιάδες αξιωματικοί και στρατιώτες της Βέρμαχτ συμμετείχαν σ’ αυτές τις σφαγές χωρίς να αντιδρούν»

«Προφανώς υπήρχε δυσαρέσκεια ή και ψυχολογικό πρόβλημα σε κάποιους μέσα στις μονάδες κρούσης, αλλά δε γνωρίζουμε σε ποια έκταση. Υπήρξαν και ατομικές διαμαρτυρίες. Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι δεν υπήρξε ποτέ άρνηση εκτέλεσης διαταγής για την επόμενη σφαγή. Δεν έγινε κανενός είδους στάση στις μονάδες, ούτε υπήρξαν λιποταξίες γι’ αυτό το λόγο. Επικρατούσε πάντοτε η πειθαρχία, αν και δεν γνωρίζουμε αν πίσω απ’ αυτήν ήταν σε όλες τις περιπτώσεις η αίσθηση του καθήκοντος ή και ο φόβος των συνεπειών μιας επίμονης διαμαρτυρίας. Όπως πάντα όμως, το αποτέλεσμα μετράει»

«Μου λέτε ότι οι Γερμανοί στρατιώτες είχαν μεταβληθεί σ’ ένα είδος απάνθρωπων μηχανών;»

Ο Ερμής πήρε μια έκφραση αμφιβολίας.

«Δεν χρησιμοποίησα αυτές τις λέξεις για να τους περιγράψω. Αλλά είναι γεγονός ότι στο γερμανικό στρατό εφαρμοζόταν ένα μελετημένο και συνεχές πρόγραμμα ιδεολογικής και πολιτικής διαπαιδαγώγησης, με επίκεντρο τον γερμανικό εθνικισμό και τη αποστολή του κάθε στρατιώτη για τα ιδανικά του γερμανικού έθνους. Υπήρχε αδιάκοπη μέριμνα ώστε το επίπεδο της επιμελητείας να είναι πάντα υψηλό. Δινόταν μεγάλη προσοχή στην επαγγελματική εκπαίδευση των στρατιωτών, ώστε να είναι έτοιμοι για μια επιτυχημένη εργασία, όταν θα τελείωνε ο πόλεμος. Υπήρχαν πάντα προγράμματα ψυχαγωγίας για τους στρατιώτες. Κινηματογραφικές ταινίες, θεατρικές ή μουσικές παραστάσεις και άλλες εκδηλώσεις. Και συχνά γλέντια με κρασί και τραγούδια, στις μονάδες. Ενθαρρυνόταν η καλλιτεχνική έκφραση με διαγωνισμούς φωτογραφίας, ποίησης ή κειμένων για τη στρατιωτική ζωή. Δεν έλειπαν ποτέ έντυπα και βιβλία, από τα πιο βαριά πολιτικά, ως ελαφρά λαϊκά αναγνώσματα και περιοδικά. Το κυριότερο, υπήρχε μόνιμη κατεύθυνση ώστε οι αξιωματικοί και ιδίως ο λοχαγός κάθε λόχου να ασχολείται συστηματικά με τα προβλήματα των στρατιωτών του και να συζητάει μαζί τους πολιτικά, έχοντας πάντα υπόψη του ότι λειτουργεί ως ο πολιτικός εκπρόσωπος του ίδιου του Φύρερ. Φυσικά οι διοικήσεις δεν παραμελούσαν τα πρακτικά μέτρα ελέγχου, όπως την ενημέρωση των φακέλων των αξιωματικών, των έλεγχο της αλληλογραφίας των φαντάρων και τέτοια»

«Κάτι μου θυμίζουν όλ’ αυτά…»

Ο Ερμής χαμογέλασε.

«Φυσικά κάτι σου θυμίζουν. Όλο αυτό το πλέγμα πραγματικής φροντίδας, πολιτικής διαπαιδαγώγησης με βάση τον ακραίο εθνικισμό αλλά και ελέγχου των Γερμανών στρατιωτών, είχε ως αποτέλεσμα έναν εντυπωσιακά αποτελεσματικό στρατό, με υψηλό ηθικό. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπήρχαν στις τάξεις του και πολλά εγκληματικά στοιχεία, με την έννοια του κοινού ποινικού δικαίου. Αυτοί προκάλεσαν μεγάλες ζημιές στους τοπικούς πληθυσμούς, σε οικογένειες και πρόσωπα, καθώς εκμεταλλευόντουσαν το κλίμα τρομοκρατίας που είχε επιβάλει η Βέρμαχτ και την ασυλία που εκ των πραγμάτων απολάμβαναν ως στρατιώτες της»

«Υπήρξαν πολλά τέτοια περιστατικά;»

«Πολλά έγιναν γνωστά. Υποθέτω ότι είναι πολύ περισσότερα αυτά που έμειναν για πάντα στο σκοτάδι. Η υπόθεσή μου βασίζεται στο γεγονός ότι η μετατροπή των στρατιωτών σε κοινούς ληστές και ανεξέλεγκτους είχε απασχολήσει τις τοπικές διοικήσεις, σε αναφορές τους προς τα ανώτερα κλιμάκια»

«Και τα Ες Ες;»

«Ήταν οι πιο συνεπείς εξτρεμιστές στην εξτρεμιστική συγκρότηση της πολεμικής Γερμανίας. Χρησιμοποιήθηκαν ως μοχλοί για τις πιο βρώμικες δουλειές, όπως η εξόντωση των Εβραίων σε όλη την Ευρώπη. Στην Ελλάδα είχαν αυξημένη παρουσία προς το τέλος της Κατοχής, αλλά τελικά υπερίσχυσαν η ηγεσία της Βέρμαχτ και ο Νοϋμπάχερ. Ως τότε όμως είχαν πρωταγωνιστήσει στους διωγμούς των Εβραίων στις τέως ιταλικές περιοχές, αλλά και στα μπλόκα της Αθήνας. Είχαν υπό τον έλεγχό τους το διαβόητο στρατόπεδο στο Χαϊδάρι, με μια φρουρά γεμάτη από σαδιστικά καθάρματα, από διάφορες χώρες της κεντρικής Ευρώπης»

«Τι περισσότερο θα μπορούσαν να κάνουν;»

«Κάτι τρομακτικό, που θα συνέβαινε με την αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα. Το είχε εισηγηθεί επίμονα ο Βάλτερ Μπλούμε και ήταν η τακτική της καμένης γης. Δηλαδή πριν φύγουν να καταστρέψουν όλες τις ζωτικές υποδομές και να εκτελέσουν όλη την ελληνική πολιτική και κοινωνική ηγεσία, ώστε η χώρα να περιπέσει σε κατάσταση πλήρους αναρχίας. Αυτή ήταν η περίφημη Θέση του Χάους»

«Τη συζήτησαν σοβαρά;»

«Σοβαρότατα. Ο ηγέτης των Ες Ες δεν ήταν κανένας παρακατιανός γραφειοκράτης. Ευτυχώς την απέρριψαν, γιατί ο Νοϋμπάχερ και οι στρατηγοί της Βέρμαχτ έβλεπαν καθαρά ότι ο πόλεμος έχει ήδη χαθεί και ότι μια τέτοια καταστροφική αποχώρηση δεν θα είχε κανένα νόημα για τη Γερμανία. Πέρα από τη βεβαιότητα ότι θα έστελνε τους ίδιους στα δικαστήρια και στην κρεμάλα, ως εγκληματίες πολέμου . Έβαλαν λοιπόν τον Μπλούμε στη θέση του και λίγες βδομάδες πριν φύγουν από την Ελλάδα άφησαν ελεύθερους τους πολιτικούς που είχαν συλλάβει. Μεταξύ τους και τον γηραιό Σοφούλη»

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Google photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s