Από την καλύβα

Η κυρά Φροσύνη και ο Αλή πασάς

FrosYni-Ali-Pasas

Φυσάει Βορειάς, φυσάει Θρακιάς’ τ’ είν’ το κακό που εγίνη/ ‘Σ τά Γιάννινα ‘ς τη λίμνη; / ‘Δέτε κυράδες θάλασσαις, τ’ είν’ το κακό που εγίνη!/ Επνίξανε ταις δεκαεφτά με την Κυρά Φροσύνη./ ‘Αχ! χαλασμός που εγίνη!

(…)

Δια σταυρό δεν έχει χρεία / Γιατί εσταύρωσε τα χέρια’ / Είναι ήσυχη και κρύα / Δεν την έφαγαν μαχαίρια./ Τα στήθη τα χιονάτα της γήλιος δεν θα μαυρίση. / Πλυμένα με τη θάλασσα και με τα δάκρυά της / Ασπρότερα κι ολόλευκα θα να φανούν στην κρίση./ Το κύμα πλένει το κορμί, τα δάκρυα την καρδιά της, /Η βαρυαστέναχτη ψυχή θα λάβη τη γιατριά της.

(δημώδες ή, μάλλον, ψευτο-δημώδες…)
*

Η μνήμη μου είναι ασθενής, αλλά από χθες κάτι μ’ έτρωγε: την είχα διαβάσει, κάποτε, την ιστορία της Φροσύνης – και μάλιστα γραμμένη από άνθρωπο που λάτρευε την Ήπειρο και τις ιστορίες της.

Βρίσκομαι τώρα στο χωριό της γυναίκας μου, στους πρόποδες του Ολύμπου. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι το γεγονός οτι εδώ υπάρχει το μεγαλύτερο μέρος της βιβλιοθήκης μας – και ειδικά το έργο του Αριστοτέλους Βαλαωρίτου κυρά Φροσύνη, εκδ. ΠΕΛΛΑ, αγνώστου χρονολογίας, απ’ όπου και το ψευτο-δημώδες της αρχής του σχολίου.

*

Πριν μπούμε στο θέμα, επιτρέψτε μου να αντιγράψω λίγες γραμμές για την Ήπειρο, τον τόπο και της δικής μου καρδιάς…

Ίσως με έλκουσι προς την Ήπειρον τα οστά των προγόνων, ίσως συνείθισα εκ νεαράς μου ηλικίας να βλέπω υψούμενον ενώπιόν μου τον γηραιόν Πίνδον ως προσφιλή σκιάν τείνουσαν προς εμέ την χείρα’ αλλά δεν δύναμαι να αρνηθώ ότι, και αν είς μόνος παλμός απομείνη εις την καρδίαν μου, θέλω αφιερώσει αυτόν εις την Ήπειρον.

*

Ο Βαλαωρίτης, αφού παραθέτει μια εκτενή εισαγωγή περί Αλή, τον οποίο παρουσιάζει (αφελώς…) ως αποφώλιον τέρας, αρχίζει να ασχολείται με την Ευφροσύνη.

Ενώπιον του Αλή τούτου παρίσταται η Ευφροσύνη, αληθές και πιστόν σύμβολον της τότε Ελληνικής κοινωνίας. Αμίαντος και καθαρά ένεκεν της καταγωγής αυτής, δεν ηδυνήθη να τηρήση ανέπαφον την παρθενικήν αυτής αγνότητα, αλλά τυφλωθείσα προς μικρόν εκ του ψευδούς μεγαλείου και του σατανικού φέγγους του διαυγάζοντος τότε εν Ιωαννίνοις, παράδωκεν την ψυχήν και την σάρκα ειςν χείρας των μιαρών δαιμόνων (…)

Τοιαύτη η Ευφροσύνη δεν ήθελεν έσθαι βεβαίως αξία της ελληνικής ποιήσεως. Αλλ’ η μετάνοια, η ρυομένη ψυχήν εκ θανάτου, δεν εβράδυνε να επέλθη προςν ανάπλασιν της Ελληνίδος γυναικός. Μόλις ο εραστής απέρχεται και μόλις εκείνη απομονούται, ευθύς αναλαμβάνει τον αληθή αυτής χαρακτήρα. Αποκρούει τον Αλήν, αποποιείται τα δώρα αυτού, αδακρυτί δέχεται τον θάνατον, ως μόνον μέσον εξιλεώσεως, και τοιουτοτρόπω καθίσταται αξία του μαρτυρικού στεφάνου, όν επί του μετώπου αυτής έθεσε πενθηφορούσα η ταλαίπωρος Ήπειρος.

(…)

Δεν με λανθάνει ότι άλλοι άλλως διηγούνται τα κατά την Ευφροσύνην’ αλλ’ εγώ προέκρινα όσα περί του μαρτυρίου αυτής έγραψεν ο Πουκευΐλος, διότι εύρον την διήγησιν δραματικωτέραν. Κατά τινας ο Αλής ουδέποτε ηράσθη της Ελληνίδος ταύτης, αλλά κατεδίκασεν εις θάνατον υπό μόνης της επιθυμίας να ικανοποιήση τας γυναίκας του Μουχτάρ δια την άνομον σχέσιν, ήτις εφ’ ικανών χρόνων αποσπάσασα τον άνδρα αυτών από του γυναικωνίτου, εγνώστη τελευταίον εκ της εξής τυχαίας περιστάσεως. Απελθόντος του Μουχτάρ επιταγή του πατρός εις καταδίωξιν του Γιωργήμ πασά, η Ευφροσύνη, διάγουσα μεμονωμένη εν Ιωαννίνοις, περιεθλίβετο ήδη υπό παντίων στερήσεων. Η δε πενία, προελθούσα μέχρι απορίας των προς τον βίον, ηνάγκασεν τέλος αυτήν να προσκαλέσει γραίαν τινά, ίνα πωλήσει δι’ αυτής πολύτιμον δακτύλιον. Η γραία επορεύθη και προς τας γυναίκας του Μουχτάρ, αίτινες αναγνωρίσασαι τον δακτύλιον και μαθούσαι παρ’ αυτής όσα περί της Ευφροσύνης έτι ηγνόουν, έδραμον παραχρήμα προς τον Αλήν και θρηνούσαι και οδυρόμεναι ηξίουν παρ’ εκείνου εκδίκησην. Ο δε προθύμως εξετέλεσεν αυτήν συμπεριλαβών και δεκαέξ άλλας αθώας γυναίκας φίλας της Ευφροσύνης.

Ίσως η διήγησις αύτη εκυκλοφόρει τότε εν Ιωαννίνοις και ίσως αυτός ο τύραννος επίτηδες έπλασε και διέσπειρε τον μύθον. Αλλ’ άπιστον φαίνεται προς εμέ ότι προς ικανοποίησιν των παλλακίδων του υιού ετιμώρησεν ο Αλής τοσούτον ωμώς τας γυναίκας εκείνας και ασυμβίβαστον όλως προς τους λίαν περιπαθείς του δημοτικού άσματος λόγους περί μιάς μόνης τούτων, και ταύτης παραιτίου του ολέθρου τοσούτων άλλων αθώων, εάν μηδεμία προηγήθη ηθική πάλη μηδέ κατορθώθη δι’ αυτής, υπό της μιάς εκείνης, επίσημος τις της θρησκείας και της εθνικότητος θρίαμβος. Ομολογώ δε ότι και ελάχιστος περί τούτου δισταγμός ήθελεν αναδείξει την υπόθεσιν και του μάλιστα πεζού καλάμου αναξίαν.

*

Τώρα γνωρίζουμε ποιος ήταν εκείνος που διέδωσε τον μύθο για τον έρωτα Αλή πασά και Φροσύνης, αφού τον βρήκε γραμμένο από τον Πουκεβίλ και του άρεσε (ο μύθος) – και για ποιούς ακριβώς λόγους το έκανε.

Αλλά και αυτή και η άλλη εκδοχή (με το δαχτυλίδι) πάσχουν, στο εξής σημείο: δεν έχει καμιά απολύτως λογική η ταυτόχρονη εκτέλεση άλλων δεκαεφτά φιλενάδων της Φροσύνης.

Ο Αλής ήταν ένας αυτοδημιούργητος, πανούργος, ικανότατος ηγεμόνας. Δεν ήταν καθόλου ανόητος, ώστε να μπορούμε να του αποδώσουμε ένα ανόσιο και αναίτιο πολλαπλό έγκλημα – που θα τον έκανε πραγματικά μισητό στα μάτια των Γιαννιωτών, χωρίς ο ίδιος να έχει κερδίσει απολύτως τίποτα!

Απομένει, ως μόνη λογική, η τρίτη εκδοχή, ότι δηλαδή η Φροσύνη ήταν επικεφαλής ενός δικτύου παστρικών, οι χριστιανοί την κατήγγειλαν και ο Αλής έκανε το καθήκον του, ως ηγεμόνας, σύμφωνα με τους νόμους και τα ήθη της εποχής. Δυστυχώς δεν έχω πια το βιβλίο του Αριστείδη Κόλλια Αρβανίτες, όπου τεκμηριώνεται με πειστικά επιχειρήματα η εκδοχή αυτή.

Η εκδοχή αυτή δεν είναι καθόλου ηρωική – και καθόλου ρομαντική, γι’ αυτό και επικράτησε τελικά η καταφανώς επινοημένη αφήγηση του Πουκεβίλ και του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, την οποία αναπαράγουν οι ξεναγοί στα Γιάννενα, ο Κώστας Βέργος στο τραγούδι που ψάλλει ο Μητροπάνος – και ο Athanassios στο εμνευσμένο κατά τα άλλα κείμενό του περί πάθους…

*

Το ποστ του Athanassios (2005)

http://tamystikatoukolpou.blogspot.gr/2005/12/blog-post_113415970718645782.html

Από εκεί, τα ακόλουθα:

«Ο Αλή πασάς»

Στίχοι: Κώστας Βέργος

Μουσική: Σπύρος Παπαβασιλείου

 

(Και επειδή δύσκολα θα ξαναμιλήσουμε για τον Αλή, να πως (λένε ότι) περιέγραφε την ιδανική σωματοδομή της γυναίκας:

σωστή γυναίκα είναι αυτή που κρύβει πίσω της δυό σκλάβες!

Συνεπώς, υπήρξαν εποχές που οι γεματούλες ήταν περιζήτητες και προτιμητέες…)
*

Περισσότερα στο ποστ των «μυστικών του Κόλπου»

 

Advertisements

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Η κυρά Φροσύνη και ο Αλή πασάς”

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s