Ενδιαφέροντα

Οι διανοούμενοι του Μουσολίνι

Benito_Mussolini-1903

(Μουσολίνι, 1903, γύρω στα είκοσι. Οι Ελβετοί τον έστειλαν πακέτο στην Ιταλία, ως «αλήτη και αναρχικό» να υπηρετήσει τη θητεία του)

ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ-ΙΩΣΗΦ ΣΤΑΝΓΚΑΝΕΛΛΗ

Δεκαπέντε στους χίλιους διακόσιους: Τόσοι ήταν οι πανεπιστημιακοί καθηγητές που αρνήθηκαν να δώσουν τον «ανανεωμένο» όρκο πίστεως, όχι πια μόνο «στο Σύνταγμα και τον Βασιλιά», αλλά και «στο φασιστικό καθεστώς» (28 Αυγούστου 1931). «Ένα τοις χιλίοις», όπως έγραψε μια εφημερίδα της εποχής. Έπρεπε να περάσουν σχεδόν εβδομήντα χρόνια για να γραφτεί μια επιστημονική μελέτη γι’ αυτό το αποσιωπημένο ζήτημα.1 Κι όμως, οι δεκαπέντε δεν ήταν «ανατρεπτικά» ή «ταραχοποιά» στοιχεία, οι περισσότεροι δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν καν αριστεροί – οι λιγοστοί φιλοκομμουνιστές ακαδημαϊκοί ακολούθησαν τη συμβουλή του Τολιάτι και ορκίστηκαν, με το σκεπτικό ότι, διατηρώντας την έδρα τους, θα μπορούσαν να «εκτελέσουν μια εξαιρετικά χρήσιμη αποστολή για το κόμμα και την υπόθεση του αντιφασισμού». Δεν άκουσαν τη συμβουλή «μείνετε για να διδάσκετε το πνεύμα της ελευθερίας», του «μεγάλου αστέρα» του φιλελεύθερου αντιφασισμού Μπενεντέτο Κρότσε, του ανθρώπου που είχε δώσει ψήφο εμπιστοσύνης στον Μουσολίνι, λίγα χρόνια πριν, θεωρώντας ότι ο φασισμός είναι ένα «αναγκαίο φάρμακο» για την ιταλική κοινωνία, η οποία «θα το κατάπινε, θα γιατρευόταν κι ύστερα θα το απέβαλλε από τον οργανισμό της». Δεν υπάκουσαν ούτε στα κελεύσματα του Βατικανού – ο πάπας Πίος ΧΙ είχε σκαρφιστεί, για την περίσταση, το τέχνασμα της «εσωτερικευμένης και σιωπηρής αντίρρησης».

Καλό θα ήταν να τους κατονομάσω: ήταν τρεις καθηγητές της Νομικής (Φραντζέσκο και Εντοάρντο Ρουφίνι, Φάμπιο Λουτζάτο), ένας καθηγητής σημιτικών, εβραϊκών και αραβικών γλωσσών (Τζόρτζο Λέβι Ντελλα Βίντα), ένας ιστορικός της αρχαιότητας (Γκαετάνο Ντε Σάνκτις), ένας θεολόγος (Ερνέστο Μποναγιούτι), ένας μαθηματικός (Βίτο Βολτέρρα), ένας καθηγητής χειρουργικής (Μπάρτολο Νιγκριζόλι), ένας ανθρωπολόγος (Μάρκο Καρράρα), ένας ιστορικός της τέχνης (Λιονέλλο Βεντούρι), ένας χημικός (Τζόρτζο Ερρέρα), ένας καθηγητής φιλοσοφίας (Πιέρο Μαρτινέττι). Σε αυτούς θα πρέπει να προστεθεί ο Τζουζέπε Αντόνιο Μποργκέζε, καθηγητής της Αισθητικής, που βρισκόταν στις ΗΠΑ και προτίμησε να μην επιστρέψει ποτέ στην Ιταλία, ο Ερρίκο Πρεσούτι, καθηγητής της Νομικής, που ήταν ήδη κατάκοιτος, καθώς κι ο Πιέρρο Σράφφα, ο οποίος βρισκόταν στο Κέιμπριτζ.

«Ούτε ένας καθηγητής σύγχρονης ιστορίας, ούτε ένας καθηγητής ιταλικής λογοτεχνίας, κανείς απ’ όσους, στο παρελθόν, υπερηφανευόταν ότι είναι σοσιαλιστής δεν θυσίασε τον μισθό του για τα ιδανικά για τα οποία κόμπαζε κατά τις μέρες της ευμάρειας», έγραψε αργότερα, από την εξορία, ο ιστορικός Γκαετάνο Σαλβεμίνι – ο καλύτερος μαθητής του οποίου, ο Κάρλο Ροσέλι, έμελλε να δολοφονηθεί σε γαλλικό έδαφος, έξι χρόνια μετά, κατ’ εντολήν του Μουσολίνι. Αντίθετα, πίστη στο καθεστώς ορκίστηκαν πολλοί κορυφαίοι αντιφασίστες. Άλλοι διότι θεώρησαν ότι ο πόλεμος εναντίον του φασισμού θα δινόταν καλύτερα «εκ των έσω», άλλοι ισχυριζόμενοι ότι η «έδρα είναι ο τελευταίος προμαχώνας τους», κι άλλοι για πιο ταπεινούς λόγους. Για παράδειγμα, ο Τζουζέπε Λομπάρντο Ραντίτσε, «με την πυκνή γενειάδα του μουσκεμένη από τα δάκρυα», εξομολογήθηκε στον Ντε Σάνκτις: «Ντροπιάζω όλο μου το έργο, ως συγγραφέας και στοχαστής, αλλά δεν μπορώ να πετάξω στο δρόμο τα παιδιά μου». Ο Αρτούρο Κάρλο Γέμολο θα δηλώσει, σαράντα χρόνια μετά, ότι ο φόβος της πείνας ήταν ισχυρότερος από εκείνον του πολέμου. Ο Τζουζέπε Λέβι, πατέρας της Νατάλια Γκίντζμπουργκ, πιέστηκε από τους μαθητές του, «επειδή θα έχαναν τον δάσκαλό τους και την καριέρα τους».

Οι επιπτώσεις της πράξης δεν ήταν ασήμαντες: απόλυση, συνοδευόμενη από μια ελάχιστη σύνταξη, απαγορεύσεις, περιορισμοί, αστυνομική παρακολούθηση. Αλλά, κυρίως, κοινωνική απομόνωση. Παρόλα όσα γράφτηκαν αργότερα, ούτε ο όρκος πίστης, ούτε η εγγραφή στο Εθνικό Φασιστικό Κόμμα ήταν μια «τυπικότητα». Σε ένα ανέκδοτο σημείωμα προς τον Μουσολίνι (5 Ιανουαρίου 1929), ο φιλόσοφος Τζοβάνι Τζεντίλε, πρόσωπο-κλειδί στα ζητήματα παιδείας και πολιτισμού του καθεστώτος, και τελευταίος Υπουργός Παιδείας, το έγραφε ξεκάθαρα: Το άρθρο 22 του νόμου περί πανεπιστημιακής διδασκαλίας, «με μια μικρή προσθήκη θα μπορούσε να επιλύσει το λεπτό και φλέγον, τώρα πια, ζήτημα του εκφασισμού των Ιταλικών Πανεπιστημίων».

Το πανεπιστήμιο, βέβαια, δεν ήταν ο μόνος χώρος παρέμβασης του καθεστώτος στο πεδίο του πολιτισμού. Ο Μουσολίνι φρόντισε εξαρχής να συνάψει αρραγείς δεσμούς με ένα μεγάλο μέρος της ιταλικής διανόησης. Οι παλιοί του σύντροφοι, ο Φιλίππο Τομάζο Μαρινέττι και ο Γκαμπριέλε Ντ’ Ανούντζιο, είναι μόνο οι γνωστότερες ψηφίδες ενός πολύπλοκου ψηφιδωτού. Η συνεργασία αυτών των δύο ήταν άμεση, άρχισε από τα πρώτα βήματα του φασισμού, πριν ο Μουσολίνι βρεθεί στην εξουσία, αλλά και πολύπλοκη: στηριζόταν περισσότερο σε λόγους αισθητικής παρά πολιτικής φύσης, έχει την ρίζα της στην εικόνα τους για τον πρωτοφασισμό ως πρωτοποριακό κίνημα ριζικής αναγέννησης του κόσμου, και πέρασε πολλές διακυμάνσεις. Οι δύο περιπτώσεις επισκιάζουν, μάλλον, με την αίγλη τους και την διασημότητά τους, την οποία δάνεισαν στο καθεστώς, παρά διαφωτίζουν την συνολική εικόνα της σχέσης διανοουμένων και φασισμού.

Μια σχέση η οποία χτίστηκε, καταρχάς, με την ίδρυση θεσμών. Το 1925 ιδρύεται το Εθνικό Φασιστικό Ινστιτούτο Πολιτισμού, το οποίο μετονομάστηκε αργότερα σε Ινστιτούτο Φασιστικού Πολιτισμού. Ο ιδρυτής του ήταν ο Τζοβάνι Τζεντίλε. Στις 18 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους ιδρύεται το Ινστιτούτο Τζοβάνι Τρεκκάνι, έργο του οποίου ήταν η συγγραφή της Ιταλικής Εγκυκλοπαίδειας ενώ, ένα χρόνο μετά, ιδρύεται η Ιταλική Ακαδημία, η οποία ανοίγει τις εργασίες της στις 28 Οκτωβρίου 1929. Από το 1930 ως τον θάνατό του, πρόεδρός της ήταν ο Τζουλιέλμο Μαρκόνι, τον οποίο διαδέχθηκε ο Γκαμπριέλε Ντ Ανούντζιο. Ενώ η Ακαδημία αποτέλεσε μάλλον την «βιτρίνα» του καθεστώτος στο εξωτερικό, τα άλλα δύο ινστιτούτα αποσκοπούσαν κυρίως στην ένταξη των ανθρώπων του πνεύματος και της επιστήμης στη «νέα κατάσταση», διά της επαγγελματικής αποκατάστασης αλλά και της απόδοσης τιμών – και μάλιστα, σε μια ένταξη δίχως αποκλεισμούς πολιτικής ή ιδεολογικής φύσης: πολλοί ήταν οι αντίπαλοι του καθεστώτος οι οποίοι βρήκαν μια θέση εργασίας σε αυτές τις δομές και οι οποίοι, μετά το 1943, πέρασαν στην παρανομία ή και ανέβηκαν στο βουνό ως αντάρτες. Ο μεγαλύτερος ιταλός φιλόσοφος της εποχής, ο Τζεντίλε, τελικός υπεύθυνος για τη λειτουργία τους, θεωρούσε ότι οι άξιοι θα έπρεπε να προσλαμβάνονται, όχι μόνο διότι αυτός ήταν ένας τρόπος ενσωμάτωσής τους (ή τουλάχιστον παθητικής αποδοχής της ισχύουσας κατάστασης, εκ μέρους τους), αλλά και γιατί πίστευε ότι το υψηλό επίπεδο των πολιτιστικών θεσμών θα απέβαινε, εντέλει, υπέρ τής (σύμφωνης με το όραμά του) πνευματικής αναγέννησης της Ιταλίας.

Εκτός από την επαγγελματική αποκατάσταση εντός αυτών των δομών, και αμέτρητων άλλων, επιμέρους ή τοπικών, εφαρμόστηκε, κατά την φασιστική εικοσαετία, κι ένα οργανωμένο πρόγραμμα χρηματοδότησης των ανθρώπων των Γραμμάτων και των Τεχνών.

Όταν, το 1944, ο ποιητής Τζουζέπε Ουνγκαρέτι ανακρινόταν ως συνεργάτης του καθεστώτος, δικαιολόγησε το μηνιαίο επίδομα που εισέπραττε από το κράτος, υποστηρίζοντας πως επρόκειτο για μια «αποζημίωση» που δινόταν σε «αξιοσέβαστες προσωπικότητες», για να μπορούν να κάνουν απερίσπαστα τη δουλειά τους. Σύμφωνα με τον μεγάλο ιταλό ποιητή, ήταν ένα είδος κρατικής επιχορήγησης, σαν αυτή που εισέπραττε ένας αγρότης «για να κάνει ξανά γόνιμο ένα χωράφι», ή ένας επιστήμονας «για να συνεχίσει μια εργαστηριακή έρευνα».

Βέβαια, τα πράγματα ήταν λίγο διαφορετικά. Ας κοιτάξουμε τον μηχανισμό: η διαδικασία για την χορήγηση κρατικής ενίσχυσης άρχιζε με μια αίτηση του ενδιαφερόμενου. Τα χρήματα δίνονταν από ένα μυστικό κονδύλι, το οποίο δεν εγγραφόταν στον Προϋπολογισμό, και το οποίο κατέληγε στο Υπουργείο Λαϊκής Κουλτούρας, μέσω της Γενικής Διεύθυνσης Δημόσιας Ασφάλειας. Στην κορυφή του μηχανισμού βρισκόταν μια τριάδα: ο Μουσολίνι, ο αρχηγός της αστυνομίας και ο υπουργός Λαϊκής Κουλτούρας. Η αίτηση γινόταν στον υπουργό, αυτός την έστελνε απευθείας στον Μουσολίνι, ο οποίος την συνεξέταζε με τον αρχηγό της αστυνομίας. Κατόπιν, εφόσον η αίτηση εγκρινόταν, ο δικαιούχος όφειλε να στείλει μια ευχαριστήρια επιστολή, η οποία έμπαινε στο φάκελο της υπόθεσης.2 Από το 1932 ως το 1943 δόθηκαν, με αυτό τον τρόπο, περισσότερα από 600 εκατομμύρια λίρες σε 906 διανοούμενους και 387 εφημερίδες και περιοδικά. Από αυτούς, διακόσιοι εισέπρατταν ένα μηνιαίο επίδομα, κάτι που τους έκανε, κατά κάποιον τρόπο, «εξωτερικούς συνεργάτες» του καθεστώτος. Στο πλαίσιο της «συνέχειας του κράτους», μετά το 1945 άπαντες, σχεδόν, συνέχισαν, αδιατάρακτοι, να «γονιμοποιούν τα χωράφια τους».

 

Ο Πέτρος-Ιωσήφ Στανγκανέλλης είναι ιστορικός

 

1 Giorgio Boatti, Preferirei di no, Einaudi, 2001 και Helmut Goetz, Il giuramento rifiutato. I docenti universitari e il regime fascista, La Nuova Italia, 2000.

 

2 Giovanni Sedita, Gli intellettuali di Mussolini. La cultura finanziata dal fascismo, Le Lettere , 2010

Πηγή: Οι διανοούμενοι του Μουσολίνι

*

Ιός

ΤΟ ΦΑΣΙΣΤΙΚΟ ΠΡΟΤΥΠΟ ΤΟΥ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΥ

Ντούτσε, ο υπέροχος

Πριν «βάλει τη στολή του και τη σκούφια την ψηλή του», ο Μουσολίνι, ο κυβερνήτης-πρότυπο των ελλήνων πολιτικών, δεσποτάδων και διανοουμένων, είχε πατάξει την «αναρχία», είχε εξαφανίσει τις απεργίες και ξανακλείσει τις γυναίκες στο σπίτι. Ο,τι δηλαδή ονειρευόταν ο μέσος εθνικόφρων Ελληνας

Αν κάτι επιβεβαιώνουν οι εθνικές επέτειοι, αυτό είναι ο απλοποιημένος -και κατά κανόνα αντιιστορικός- τρόπος με τον οποίο το παρελθόν αποτυπώνεται στη συλλογική μνήμη. Η εικόνα π.χ. των σημερινών Ελλήνων για τον Μουσολίνι είναι αυτή που μας έρχεται από τις γελοιογραφίες και τα τραγουδάκια της προπαγάνδας του ’40-’41: ένας μεγαλομανής φανφαρόνος, ένα «κορόιδο» ισάξιο της «πατρίδας του της γελοίας», που πήγαινε γυρεύοντας. 


Κι όμως, μέχρι τις παραμονές του πολέμου ο Ντούτσε μόνο αρνητικά δεν αντιμετωπιζόταν από τους καθωσπρέπει εκφραστές της ελληνικής κοινής γνώμης. Με εξαίρεση την εγχώρια αριστερά (ΚΚΕ, σοσιαλιστικές και τροτσκιστικές ομάδες) και κεντροαριστερά (Παπαναστασίου), οι υπόλοιποι μόνο καλά λόγια είχαν να πουν για τον άνθρωπο που έβγαλε την Ιταλία απ’ το «χάος» της εργατικής αναταραχής, πάταξε τον «ερυθρό τρόμο» κι επέβαλε ξανά τις παλιές καλές παραδοσιακές αξίες (πατρίδα-θρησκεία-οικογένεια), αποκαθιστώντας διά ροπάλου τις ισορροπίες που είχαν κλονιστεί μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Για τον ελληνικό πολιτικό κόσμο και την οργανική του διανόηση, ο Μεσοπόλεμος ήταν μια εποχή κρίσης κι αγωνιώδους αναζήτησης μιας νέας εθνικής στοχοθεσίας, ικανής να αντικαταστήσει τη μακαρίτισσα «Μεγάλη Ιδέα» και ν’ αποκαταστήσει την κοινωνική συνοχή. Η τελευταία φαινόταν να έχει διαρραγεί ανεπανόρθωτα από την όξυνση των ταξικών αντιθέσεων που προκάλεσαν οι πόλεμοι του 1912-22, η ενσωμάτωση των «Νέων Χωρών» και η εισορή 1.500.000 προσφύγων απ’ τις «χαμένες πατρίδες» των Βαλκανίων και της Μικρασίας.

Ο κλασικός φιλελευθερισμός ταυτιζόταν στα μάτια του πληθυσμού με τις κοσμογονικές αυτές ανακατατάξεις.

Η νοσταλγία της προπολεμικής, «μικράς πλην εντίμου» Ελλάδας, παρά τη γοητεία που ασκούσε στους πληθυσμούς των νοτιότερων περιοχών της χώρας, ήταν ανίκανη να απαντήσει στα νέα προβλήματα. Ούτε μπορούσε να αναχαιτίσει την ανάπτυξη της αριστεράς, που με το (δημοφιλέστατο, ύστερα από δέκα χρόνια ανθρωποσφαγής) σύνθημα «κάτω οι πολέμοι και οι πατρίδες» επαγγελλόταν τότε, την ανατροπή του καθεστώτος και το ριζικό κοινωνικό μετασχηματισμό.

Η φασιστική ιδεολογία, μια «διαστρεβλωμένη προσαρμογή της αστικής ιδεολογίας στις προσδοκίες της μικροαστικής τάξης» (για να θυμηθούμε τον Πουλαντζά) που συνδυάζει τη λατρεία του ισχυρού κράτους και τον ακραίο εθνικισμό μ’ έναν αφηρημένο αντικαπιταλισμό, επαγγελλόμενη μια ιεραρχικότατη, στρατιωτικά οργανωμένη κοινωνία και την αποκατάσταση των παραδοσιακών αξιών, διέθετε αντίθετα τη γοητεία του «καινούριου», της διεθνούς εμβέλειας και -κυρίως- της «αποτελεσματικότητας».

Εφημερίδες κι εγκυκλοπαίδειες

Η πρώτη απόπειρα μεταφύτευσης του φασισμού έγινε πριν ακόμη πάρει ο Μουσολίνι την εξουσία.

* Τον Ιούλιο του 1922, με την κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου επί θύραις, η δεξιά πτέρυγα της κυβέρνησης Γούναρη μ’ επικεφαλής τον διανοούμενο Αριστο Καμπάνη επιχείρησε να οργανώσει κίνημα ελλήνων «φασιστών» για την εξολόθρευση του εσωτερικού εχθρού και την ολοσχερή κατάλυση του κοινοβουλευτισμού (Σπ. Μαρκέτος, «Πώς φίλησα το Μουσολίνι», σ. 117-43). Στρατός κι αστυνομία απείχαν και το εγχείρημα κατέληξε σε φιάσκο υπό τις ειρωνείες του βενιζελικού τύπου:

«Με τον κατά παραγγελίαν φασισμόν, πρόκειται να τρομάξουν μόνον τα μωρά παιδιά τα θορυβούμενα από την απειλήν του μπαμπούλα», διαβάζουμε χαρακτηριστικά στο «Ελεύθερον Βήμα» των ημερών (7/7/22).

* Η γελοιότητα των πρώτων μιμητών κάθε άλλο παρά μείωσε, ωστόσο, το κύρος του πρωτοτύπου. Για το ίδιο το «Ελεύθερον Βήμα» λ.χ. ο Μουσολίνι είναι όχι μόνο ένας αξιόπιστος πολιτικός αλλά κι ένας τακτικός συνεργάτης, κείμενα του οποίου κοσμούν συχνά την πρώτη σελίδα της εφημερίδας:

«Το εικοσιτετράωρόν μου» (9-20/1/27), «Ο πόλεμος και το μέλλον. Σχετικότης της ελευθερίας. Αι νέαι οικονομικαί συνθήκαι» (6/2/27), «Η γυναίκα εις την πολιτικήν. Φασισμός και κοινοβουλευτισμός» (7/2/27), «Φασισμός και μπολσεβικισμός. Απολογία της βίας» (8/2/27), «Πέντε χρόνια της εξουσίας μου. Η μάχη του φασισμού κατά του μπολσεβικισμού» (29/10.27), «Η επιστήμη προκαλεί την ευημερίαν των λαών» (65.5.28), «Νεότης» (12-14/5/28), «Ο πόλεμος. Η επίδρασίς του επί του ανθρώπου» (25-28/5/28), «Διατί ίδρυσα τον φασισμόν» (5-7/6/28) κ.ο.κ.

* Δεν πρόκειται για πολιτικά ουδέτερη ενημέρωση πάνω στις νέες ιδέες της εποχής, όπως διαπιστώνουμε από την παντελή απουσία ανάλογων κειμένων σοβιετικής προέλευσης. Ακόμη πιο ενθουσιώδη υποδοχή επιφυλάσσουν φυσικά στον ιταλό δικτάτορα συντηρητικά έντυπα, από την «Καθημερινή» και την «Εστία» ώς την «Πρωία» και τη «Μακεδονία».

* Θετική εικόνα του φασισμού δίνουν και οι βασικοί θεματοφύλακες της συλλογικής γνώσης της εποχής. Οχι μόνο η ημιεπίσημη «Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια», που εκτιμά πως η δικτατορική διακυβέρνηση της Ιταλίας απ’ το Μουσολίνι «προς το παρόν φαίνεται επιτυχούσα», αλλά και η «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαιδεία» του Πυρσού, που ως απόδειξη της δημοτικότητας του Ντούτσε επικαλείται τις (άνευ αντιπάλου) εκλογικές φάρσες του καθεστώτος:

«Ο φασισμός, όστις κατά τα πρώτα της εμφανίσεώς του έτη ήτο μάλλον αντιπαθής παρά τω ιταλικώ λαώ, προϊόντος του χρόνου και των επιτυχιών άς έσχεν, έφθασε να γίνη ασμένως ασπαστός παρά της μεγάλης πλειονότητος του λαού. Απόδειξις τούτου ότι κατά τας κατά Μάρτιον 1929 διενεργηθείσας εκλογάς, επί 8.646.600 ψηφισάντων μόλις 136.168 εψήφισαν κατά του υποβληθέντος επισήμου καταλόγου των υποψηφίων του μεγάλου Φασιστικού Συμβουλίου, ευρεθέντων και 6.825 ακύρων ψηφοδελτίων.

»Οντως, η χρηστή διοίκησις εν γένει φαίνεται ότι απεκατεστάθη. Μεγάλα δημόσια έργα συνετελέσθησαν. Μεταξύ δε των επί του πολιτικού πεδίου επιτυχών ενεργειών του φασισμού δύναται να εξαρθή και η κατά τον Φεβρουάριον του 1929 υπογραφείσα συνθήκη του λατερανού, δι’ ής εξωμαλύνθη η μακροχρόνιος διάστασις μεταξύ της καθολικής εκκλησίας και του ιταλικού κράτους» (τ. 23ος, 1933, σ. 854).

* Αποκαλυπτικός είναι επίσης ο συμπαθών ορισμός του «φασιστικού κόμματος» από την τετράτομη εκλαϊκευμένη Παγκόσμια Ιστορία της «Πρωίας» το 1935: «Οργάνωσις των εθνικοφρόνων εργατών, κόμμα των μελανοχιτώνων, στρεφόμενον κατά των (ερυθρών) σοσιαλιστών και κατά του ακράτου κοινοβουλευτισμού» (τ. Δ’, σ. 862).

Ο πολιτικός κόσμος

Ανάλογες συμπάθειες επιδείκνυε και το μεγαλύτερο μέρος του αστικού πολιτικού κόσμου, ιδίως αφότου ο «άκρατος κοινοβουλευτισμός» έδειξε τα όριά του όσον αφορά την ανάσχεση του εσωτερικού εχθρού. Με το ζήτημα έχουμε ασχοληθεί εκτενώς σε παλιότερο αφιέρωμα του «Ιού» («Ούνα φάτσα, ούνα ράτσα», 28/10/1990).

* Αξιοσημείωτη ήταν π.χ. η απόρριψη από το Βενιζέλο της πρότασης του Παπαναστασίου να διώκονται με το «ιδιώνυμο» όχι μόνο οι κομμουνιστές αλλά και οι φασίστες. Βενιζελικοί κι αντιβενιζελικοί βουλευτές θα σπεύσουν στη σχετική συζήτηση να υπερασπιστούν το φασισμό ως προασπιστή του κοινωνικού καθεστώτος (Ιω. Ράλλης) που «έσωσε αληθώς την Ιταλίαν εκ του χάους» (Δ. Μπότσαρης).

* Αποκαλυπτικότερες επαγγελίες συνόδευσαν τις διαδοχικές αυταρχικές εκτροπές του 1933-36, καθ’ οδόν προς τη μεταξική δικτατορία. Τη βραδιά π.χ. της εκλογικής ήττας των Φιλελευθέρων (5/3/1933), ο στρατηγός Πλαστήρας πρότεινε στο Βενιζέλο: «Σκέπτομαι να πάω στους συνοικισμούς, να εξεγείρω τους πρόσφυγας και να τους φέρω εις την πόλιν για να ζητήσουν την εγκαθίδρυσιν δικτατορίας. Θα κάμουμε ό,τι και στην Ιταλία, που χάρις στον φασισμό προοδεύει» (Γρ. Δαφνής, «Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων», τ. Β’, σ. 182).

Ως γνωστόν, ο Βενιζέλος απέρριψε την πρόταση κι ο Πλαστήρας, ύστερα από ένα κίνημα οπερέτα, έφυγε στο εξωτερικό. Αυτό που έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον είναι, ωστόσο, το σκεπτικό της στάσης του Βενιζέλου, όπως το ανέλυσε ο ίδιος στη Βουλή δύο μήνες αργότερα (15/5/1933):

«Του είπα ότι γνωρίζει καλώς ότι δεν είμαι από εκείνους, οι οποίοι είναι ενθουσιασμένοι από το κοινοβουλευτικόν πολίτευμα. […] Προσέθεσα ακόμη: Βέβαια μου επικαλείσθε συχνά το παράδειγμα μίας χώρας, η οποία καθ’ όλας τας πληροφορίας, αφ’ ής εγκαθιδρύθη εις αυτήν η δικτατορία, φαίνεται ότι πηγαίνει καλά.

Αλλά, προσέθεσα τούτο: Διά να υπάρξη μία τοιαύτη δικτατορία πρέπει να υπάρξει δικτάτωρ, και τέτοιον δικτάτορα εγώ δεν τον βλέπω. Εγώ δεν νομίζω, αγαπητέ φίλε στρατηγέ Πλαστήρα, ότι είσαι ικανός να κάμης τον δικτάτορα. Οχι μόνο συ δεν έχεις την ικανότητα να κάνης τον δικτάτορα, ως ο Μουσολίνι, αλλά δεν έχεις ούτε την πλειάδα, εκατοντάδα ανδρών τους οποίους έχει περί αυτόν ο Μουσολίνι».

* Αλλά και η απέναντι πλευρά, απ’ το ίδιο μοντέλο αντλούσε τις εμπνεύσεις της. Κατά την προεκλογική λ.χ. συγκέντρωση του Κονδύλη στη Θεσσαλονίκη, οι οπαδοί του υποδέχτηκαν τον αντιβενιζελικό στρατηγό με τα συνθήματα «Ζήτω ο Χίτλερ της Ελλάδος! Ζήτω ο Μουσολίνι! Ζήτω το Λαϊκόν Κόμμα!» («Μακεδονικά Νέα» 13/2/33).

Δεν επρόκειτο για εκδηλώσεις αυθόρμητου εξτρεμισμού, όπως διαπιστώνουμε από ομιλία του ίδιου του Κονδύλη στη Ρώμη, δύο χρόνια αργότερα: «Η αποστολή της Ρώμης δεν έληξεν, διότι και σήμερον ακόμη, όταν μετά τον μεγάλον πόλεμον έπνευσεν άνεμος ερημώσεως εκ Ρωσίας, ανατρέπων θρόνους, καθεστώτα και πολιτισμούς, είδομεν ένα μόνον άνδρα να ορθωθή εναντίον αυτής της θυέλλης και ο ανήρ ήτο Ιταλός: ο Ντούτσε. Δημιουργήσας τον φασισμόν και θέσας αυτόν ως φραγμόν εις το κύμα της καταστροφής και των ουτοπιστικών ιδεών, έσωσεν τον κόσμον από την βαρβαρότητα. […] Εδημιουργήσατε ένα νέον καθεστώς το οποίον ήδη εμιμήθη η Γεμανία και εις όλα τα έθνη υπάρχουν ήδη φασιστικοί πυρήνες οι οποίοι αργά ή γρήγορα θα επιβληθούν. Ζήτω ο Ντούτσε!» («Ακρόπολις» 13/7/35).

Ο βιογράφος

Σε ποια όμως εικόνα του Μουσολίνι αναφέρονται οι σύγχρονοί του πριν από το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου; Αντιπροσωπευτικό δείγμα της σχετικής φιλολογίας αποτελεί η βιογραφία του Ντούτσε που έγραψε ο Σπύρος Βλάχος κι εξέδωσε το «Βιβλιοπωλείον της Εστίας» το 1935. Αν και ο συγγραφέας ισχυρίζεται ότι δεν έχει σχέση «ούτε με τον φασισμό, ούτε φυσικά με τους αστείους μαϊμουδισμούς του φασισμού που έγιναν στον τόπο μας», ο ημιεπίσημος χαρακτήρας του πονήματος είναι οφθαλμοφανής.

Τόσο από τις ευχαριστίες προς το διευθυντή του Ιταλικού Ινστιτούτου της Αθήνας, κόμη Γκριλεντσόνι, χωρίς τη βοήθεια του οποίου «στη συλλογή των στοιχείων, στο γράψιμο και στην έκδοση» το βιβλίο δεν θα υπήρχε (σ. 8), όσο κι από το ίδιο το περιεχόμενο του τελευταίου.

* Για τον σημερινό αναγνώστη, το εντυπωσιακότερο είναι πως η εν λόγω βιογραφία δεν ασχολείται και τόσο με τα έργα του φασιστικού καθεστώτος, που έκλεινε τότε 13 χρόνια ζωής, όσο με τα επιτεύγματά του στην κατατρόπωση του εσωτερικού εχθρού. Στην ελληνική συγκυρία του 1935, είναι προφανώς αυτή η τελευταία που ενδιαφέρει περισσότερο τους οραματιστές ενός έλληνα Ντούτσε.

*Χαρακτηριστική η εξύμνηση της φασιστικής βίας, ως απάντηση στην «ασυδοσία» του εργατικού κινήματος:

«Ενα από τα θανάσιμα λάθη των σοσιαλιστών στην Ιταλία, και κυρίως των συνδικάτων, ήταν να παρατείνουν αφόρητα το καθεστώς των απεργιών, φέρνοντας έτσι τον τόπο και τους κατοίκους του, χωρίς διάκριση τάξεως, στη χρεοκοπία. […] Σ’ αυτή την τρομοκρατία οι φασισταί αντέταξαν τη δική τους μέθοδο πάλης: τις «αποστολές τιμωρίας», που ήσαν το ιδιαίτερό τους όπλο. Η τεχνική τους ήταν απλή και σκληρή. Μόλις σημειωνόταν μια πράξις εχθρική απ’ τους ερυθρούς, φόνος ή τραυματισμός φασίστα, απεργία πολιτική ή κομμουνιστική επίδειξις, οι φασισταί μπαίναν στα καμιόνια, φθάναν τάχιστα επί τόπου, βάζαν φωτιά στο εργατικό κέντρο ή στην κόκκινη λέσχη, ξυλοκοπούσαν τους αντιπάλους και, αν έβρισκαν αντίσταση, πυροβολούσαν. Το ρετσινόλαδο και άλλες τέτοιες σκληρότητες πρόσθεταν ένα χαρακτήρα φάρσας στα πολεμικά αυτά ραιντ, που κατέστησαν πολύ γρήγορα τους φασίστες φόβο και τρόμο της υπαίθρου. Ο πανικός που ενέπνεαν οι «αποστολές τιμωρίας» ήταν τέτοιος, ώστε συχνά ολόκληρες «κόκκινες» περιφέρειες ερήμωναν μόλις έφθανε το άγγελμα: έρχονται οι φασίστες!

»Στις πόλεις τα πράγματα ήσαν πιο δύσκολα, προ πάντων στις εργατικές συνοικίες, όπου για πολύν καιρόν ακόμα δεν τόλμησε να πατήση φασίστας μόνος του, αλλά οι ομάδες κτυπούσαν κι εκεί τις εφημερίδες, τα πολιτικά κέντρα και προ πάντων αποκτούσαν κάθε μέρα παραπάνω την κυριαρχία του πεζοδρομίου» (σ. 97-99).

*Για τη δικαιολόγηση αυτής της τρομοκρατίας, επιστρατεύεται φυσικά ο ίδιος ο Ντούτσε: «Ο Μουσολίνι εγκρίνει τη βία στους πολιτικούς αγώνες, αλλά την θέλει «ιπποτική, έξυπνη και χειρουργική». Δεν ασκεί τρομοκρατία στα τυφλά, σαν τους αναρχικούς ή τους κομιτατζήδες. Εχει ένα καθορισμένο σχέδιο και οι αποστολές τιμωρίας των ανθρώπων του έχουν ακριβή σκοπό. Ο Μουσολίνι έχει αποφασίσει από καιρό πως η κατάκτησις του κράτους είναι για τον φασισμό ζήτημα βίας, ξέρει πάντως πως οπωσδήποτε και αν πρόκειται να ‘ρθη στην εξουσία θα χρειασθεί ν’ αντιμετωπίσει τους εργάτες» (σ. 99-100).

*Εξίσου αποκαλυπτική είναι και η περιγραφή της «επανίδρυσης» του ιταλικού κράτους από τον Μουσολίνι:

«Στο χάος της μεταπολεμικής Ιταλίας ένα χέρι ακούραστο αρχίζει να βάζει τάξη. Μεταβάλλει τα φασιστικά τμήματα εφόδου σε μόνιμη κρατική δύναμη, την «Εθελοντική Φρουρά Εθνικής Ασφαλείας», ιδέα που θα μιμηθούν ύστερα οι εθνικοσοσιαλισταί στη Γερμανία. Σ’ αυτή την εθνοφρουρά δίνει στρατιωτικά πλαίσια, έναν οπλισμό πρώτης γραμμής και εκτεταμένα καθήκοντα δημοσίας τάξεως, στρατιωτικής προπαρασκευής της νεολαίας και, προ πάντων, επαγρυπνήσεως επί της ασφαλείας του καθεστώτος. Δυο χιλιάδες σοσιαλισταί και κομμουνισταί συλλαμβάνονται και αυτό θέτει περίπου τέρμα στα αιματηρά επεισόδια που συνεχιζόντουσαν ακόμα.

»Αλλά το μεγάλο, το ακατόρθωτα σχεδόν δύσκολον έργον του πρώτου φασιστικού έτους υπήρξε η εκκαθάρισις της δημοσιονομικής καταστάσεως. Η φασιστική κυβέρνησις πήρε μέτρα καθαυτό ηρωικά. Επαυσε χιλιάδες υπαλλήλους, έκοψε μισθούς και επέβαλε σκληρότατες φορολογίες, καταργώντας μόνο τον φόρο κληρονομίας, που απειλούσε την κοινωνική υπόσταση του τόπου. Μέτρα που καμμιά απολύτως κοινοβουλευτική κυβέρνησις δεν μπορούσε να πάρει» (σ. 133-4).

*Πανηγυρική είναι, τέλος, η δικαιολόγηση των ολοκληρωτικών θεσμών που επιβλήθηκαν στην Ιταλία, με το αιτιολογικό ότι «η κρατική αρχή για να έχει κύρος, χρειάζεται τη συνέχεια, το αδιατάρακτο, την βεβαιότητα του νόμου και όχι την ασταθή δυναμική ισορροπία της πολιτικής πάλης» (σ. 143-4): «Τις πρώτες μέρες του Νοεμβρίου [1925], ο Μουσολίνι πήρε ορισμένες αποφάσεις και προ του τέλους του έτους τις εφήρμοσε με αμείλικτη αυστηρότητα. Ο τύπος ετέθη υπό αυστηράν λογοκρισίαν και καταργήθηκαν όλες οι κομμουνιστικές και σοσιαλιστικές εφημερίδες. Τοπικές επιτροπές ασφαλείας άρχισαν συστηματική εκκαθάριση των υπόπτων στοιχείων, που εξορίστηκαν σε ερημονήσια της Αδριατικής.

»Οι αντιφασισταί που είχαν καταφύγει στο εξωτερικό στερήθηκαν της ιταλικής υπηκοότητος και δεν επετράπη πια σε κανέναν η αναχώρησις αν δεν παρουσίαζε επαρκή στοιχεία για την πολιτική του θέση. Μέτρα σκληρά, αναμφιβόλως, αντιπαθητικά στους περισσότερους ανθρώπους με φιλελεύθερη ανατροφή, αλλά μέτρα αναπόφευκτα, εκδηλώσεις της ανάγκης στην οποία βρίσκεται αργά ή γρήγορα κάθε επανάστασις να επιβάλη σιωπή στους αντιπάλους της.

Τα μέτρα αυτά έφεραν άλλωστε αποτελέσματα που τα δικαιολόγησαν πλήρως. Οταν έλλειψαν οι εστίες του αντιφασισμού, όταν τ’ αναρχικά και εγκληματικά στοιχεία πατάχθηκαν οριστικώς, η Ιταλία πήρε πολύ γρήγορα την όψη μιας χώρας σε πλήρη ευνομία» (σ. 147-8).

Τι είδε ο δήμαρχος της Αθήνας

Ενας από τους πιο ενθουσιώδεις υμνητές του Μουσολίνι στη χώρα μας υπήρξε ο τότε δήμαρχος Αθηναίων Κώστας Κοτζιάς. Οι εντυπώσεις του από την επίσημη επίσκεψή του στη φασιστική Ιταλία περιγράφονται σε ομιλία του που εκδόθηκε από το Ιταλικό Ινστιτούτο της Αθήνας (23.1.35). Ολα με πρωτοβουλία του διευθυντή του Ινστιτούτου, κόμη Γκριλεντσόνι, στον οποίο οφείλεται και η -σχεδόν ταυτόχρονη- έκδοση της βιογραφίας του Ντούτσε απ’ την «Εστία».

* «Θερμώς φιλοξενηθείς» στην Ιταλία (σ. 5) κι ευτυχισμένος που αξιώθηκε 55 ολόκληρα λεπτά με το Μουσολίνι στη θέση του αρχικά προβλεπόμενου πενταλέπτου (σ. 6-8), ο δήμαρχος δεν κρύβει τον ενθουσιασμό του για τα επιτεύγματα του φασισμού:

«Εις την Ιταλίαν δημιουργείται, εδημιουργήθη ήδη, νέος τύπος ανθρώπου, νέος την αντίληψιν, τους προσανατολισμούς του, τον προορισμόν του, αλλ’ ιδίως νέος ως προς την επίγνωσιν καθηκόντων και υποχρεώσεων.

Εκεί δεν υφίσταται Δικτατορία υπό την στενήν έννοιαν ή υπό την έννοιαν, ήν προσέλαβεν ενταύθα η Δικτατορία. Δεν ασκείται βία υλική, αλλά πειθώ. Δεν εκβιάζεται το άτομον, αλλά μόνον του το άτομον υποβάλλεται, μόνον του προσαρμόζεται εις το δημιουργηθέν περιβάλλον, μόνον του εισέρχεται εις το πλαίσιον όπερ εχάραξε το Κράτος. Πας εντός πλαισίου αισθάνεται την άνεσιν και την θαλπωρήν, πας εκτός αυτού, μοιραίως, στερείται των καταπληκτικών πλεονεκτημάτων» (σ. 14).

* Ιδιαίτερα όμως τον συγκινεί η στρατιωτική πειθαρχία στην οποία υποβάλλεται εξ απαλών ονύχων η ιταλική νεολαία: «Τα παιδάκια, μετά την λήξιν των μαθημάτων, με επικεφαλής ανά τάξιν τον κοσμήτορα μαθητήν, με παράγγελμα διδόμενον παρ’ αυτού, «έν δύο» συντεταγμένα, σημειώνω ιδιαιτέρως πειθαρχημένα, και με ύφος σοβαρότατον, φθάνουν προ της εξωθύρας όπου αναμένει ο γονεύς.

Εκεί μετά το παράγγελμα: Χαιρετισμόν εις τον Ντούτσε, την ύψωσιν της δεξιάς εις Ρωμαϊκόν χαιρετισμόν και την αναφώνησιν «α Νόι – Δικός μας» λύουν τους ζυγούς και παραλαμβάνονται από την άλλην ωργανωμένην κρατικήν δύναμιν, την οικογένειαν» (σ. 10-11).

«Η Κυριακή δεν είναι ημέρα σχόλης και παιδικής αταξίας. Είναι ημέρα γυμνασίων, Αγώνων, εκδρομών. Πάντοτε όμως εις ομάδας πειθαρχούσας, με νέους έχοντας τεταμένον το πρόσωπον προς το μέλλον, πιστεύοντας εις εαυτούς, εις τον εμπνευστήν των, εις το Κράτος» (σ. 13).

* Τελικό συμπέρασμα: «Ο Ιταλός ήλλαξε νοοτροπίαν, χαρακτήρα, αντίληψιν περί του προορισμού του ατόμου εν τη νεωτάτη κοινωνία και πολιτεία, ήν διεμόρφωσεν ο Φασισμός, ήν ενεπνεύσθη και ενέπνευσεν η προσωπικότης του Μπενίτο Μουσολίνι» (σ. 24).

Ο θεόσταλτος Φίρερ

«Η ευθύνη των ιθυνόντων τας τύχας του κόσμου είναι μεγίστη και πρέπει ως τάχιστα να ληφθούν δραστικά μέτρα σωτηρίας, διότι η υπάρχουσα κατάστασις απειλεί την συντριβήν και τελείαν καταστροφήν εφόσον οι εχθροί της ευημερίας των λαών διαδίδουν ψευδείς αρχάς και διδασκαλίας, κομμουνιστικάς, δι’ ήν δηλητηριάζονται οι λαοί και δη η νεότης. Από της καταστροφής εσώθησαν τα κράτη της Ιταλίας και τελευταίον της Γερμανίας διά της ανακηρύξεως δικτατοριών και περιορισμού της ελευθέρας ενεργείας των ανελευθέρων αθέων κομμουνιστών».

* Τα παραπάνω δημοσιεύθηκαν στις 24 Ιουνίου 1933, όχι σε κάποιο φασιστικό φυλλάδιο αλλά στην «Εκκλησία», το «επίσημον δελτίον της Εκκλησίας της Ελλάδος». Το άρθρο, που υπέγραφε ο μητροπολίτης Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Πολύκαρπος, κατέληγε στη διαπίστωση ότι «διά της πίστεως και της χάριτος του Θεού εκριζώνονται αι δυνάμεις της κακίας, συντρίβονται αι λεγεώνες του Σατανά». Στο «διασωθέν» Γ’ Ράιχ, πάντως, τη συντριβή των εν λόγω «λεγεώνων» είχαν ήδη αναλάβει η Γκεστάπο και το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Οράνιενμπουργκ.

Η συμπάθεια προς τους ναζί δεν περιορίστηκε, ωστόσο στο παραπάνω άρθρο. Εξίσου εύγλωττη ήταν η αντιμετώπιση από το επίσημο όργανο της Εκκλησίας των προγραμματικών δηλώσεων του Χίτλερ, μόλις ανέλαβε την εξουσία: «Μεταξύ των άρθρων του πολιτικού προγράμματος του νέου Αρχικαγκελαρίου της Γερμανίας», διαβάζουμε σε σχόλιο της σύνταξης, «υπάρχουν και τινα τα οποία, διά το οικουμενικόν του χαρακτήρος των, προκαλούν, ιδίως σήμερον, αμέριστον την προσοχήν. Υπισχνείται λοιπόν ο γερμανός αρχηγός μιας μεγίστης μερίδος του γερμανικού λαού, ότι «θα αποκαταστήσωμεν την καθαριότηταν εις την οικογενειακήν και την δημοσίαν ζωήν», «θα επαναδώσωμεν εις τον γερμανικόν λαόν την πίστιν προς τον Θεόν, την πατρίδα και την οικογένειαν», και «θα στηρίξωμεν πάλιν επί υγιών βάσεων την εκπαίδευσιν των παιδιών μας». Τοιουτοτρόπως ο προς ον απευθύνεται το πρόγραμμα εκλέκτωρ λαός ακούει σαφείς και καθαράς τας θέσεις των πολιτικών του ως προς τα θεμελιώδη ιδανικά της ατομικής και της κοινωνικής του ζωής. Και είναι καιρός -και υπάρχουν λόγοι- να ακούση, τέλος πάντων, μίαν φοράν ο ελληνικός λαός εκ στόματος των πολιτικών του επίσης καθαρά και κατά τον μάλλον απροκάλυπτον και ευθύν τρόπον ποίαν στάσιν λαμβάνουν και θα λάβουν απέναντι του θεσμού της οικογενείας, της Εκκλησίας και της εκπαιδεύσως των ελληνοπαίδων, διά να καθορίση και αυτός αναλόγως την ιδικήν του στάσιν κατά τας επικειμένας εκλογάς» («Καθαρά και απροκαλύπτως», 18.2.1933).

* Αλλά και η παρουσίαση του μαθήματος των Θρησκευτικών στη Γερμανία συνοδεύεται από τη διευκρίνιση ότι «η μόνη ενέργεια εις την οποίαν προέβη η νέα αρχή άμα τη εγκαθιδρύσει της ως προς την θρησκευτικήν αγωγήν ήτο, ότι απηγόρευσεν το προαιρετικόν της συμμετοχής εις την θρησκευτικήν διδασκαλίαν» (21.10.1933).

* Αργότερα, η «Εκκλησία» πήρε αποστάσεις από το χιτλερικό καθεστώς. Οχι εξαιτίας της βαρβαρότητάς του, αλλά λόγω της ενθάρρυνσης των «νεοπαγανιστικών» τάσεων από τους ναζί και της απόπειράς τους να ελέγξουν τις εκεί χριστιανικές εκκλησίες. Ακόμη και τότε, πάντως, δεν λείπει η ευνοϊκή σύγκριση των δημογραφικών επιδόσεων της χιτλερικής Γερμανίας με αυτές της δημοκρατικής Γαλλίας (28.9.1935).

* Ενώ αποκαλυπτική είναι η εχθρική αντιμετώπιση των «κύκλων του αγγλικού εργατικού κόμματος» που διαμαρτυρήθηκαν για τα αντισημιτικά μέτρα του Χίτλερ, ενώ «επέδειξαν αδιαφορίαν διά τους πολύ χείρωνας διωγμούς των χριστιανών εν Ρωσία και έμειναν τελείως ασυγκίνητοι διά τας σφαγάς και τα φρικτά μαρτύρια μυριάδων ελλήνων χριστιανών εν Μικρά Ασία» («Πού ήσαν;», 29.4.1933).

* Με τον Μουσολίνι, αντίθετα, η «Εκκλησία» δεν είχε το παραμικρό πρόβλημα. Εξ ου και οι ύμνοι προς την οικογενειακή του πολιτική και την «ερωμένη» αντίθεσή του στο διαζύγιο (10.1.1929), οι έπαινοι στην πρωτοβουλία του να εκδώσει γραμματόσημο με το Ευαγγέλιο ως «απάντηση» στην κυκλοφορία σοβιετικών γραμματοσήμων με αντιθρησκευτικές παραστάσεις (18.3.1933), η ασχολίαστη παράθεση τσιτάτων από βιβλίο του (21.5.1938) κι ο απροκάλυπτος θαυμασμός του στρατοκρατικού χαρακτήρα της εκπαίδευσης στη φασιστική Ιταλία, «όπως οι μαθηταί αποκτήσουν το ύψιστον της ανδροπρεπείας, της δυνάμεως και του κατακτητικού πνεύματος» (29.10.1929).

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

Σπύρος Βλάχος, «Μουσολίνι»
(«Βιβλιοπωλείον της Εστίας», Αθήναι 1935).
Γλαφυρή κι εξιδανικευτική ημιεπίσημη βιογραφία του Ντούτσε, γραμμένη όταν η απήχησή του στην Ελλάδα βρισκόταν στο φόρτε της.

Κώστας Κοτζιάς, «Πώς εμφανίζεται η Ιταλία»
(Ιταλικόν Ινστιτούτον Ανωτέρων Σπουδών, Αθήναι 23/1/1935).
Ενθουσιώδεις εντυπώσεις του δημάρχου της Αθήνας από την επίσημη επίσκεψή του στη χώρα του Μουσολίνι.

Σπύρος Μαρκέτος, «Πώς φίλησα τον Μουσολίνι! Τα πρώτα βήματα του ελληνικού φασισμού»
(τ. Α’, εκδ. «Βιβλιόραμα», Αθήνα 2006).
Οι απόπειρες οργάνωσης φασιστικών κινημάτων στη χώρα μας, από τα πρώτα μεσοπολεμικά χρόνια μέχρι την οικονομική κρίση του 1932. Ο τίτλος προέρχεται από επιστολή νεαρής μαθήτριας στην (τυπικά απολίτικη) «Διάπλαση των Παίδων».

Σεραφείμ Μάξιμος, «Κοινοβούλιο ή Δικτατορία»
(Θεσ/νίκη 1930, επανέκδ. «Στοχαστής», Αθήνα 1975).
Διαυγέστατη -αλλά ξεχασμένη σήμερα- ανάλυση των κοινωνικών και πολιτικών αντιθέσεων της μεσοπολεμικής Ελλάδας.

Σπύρος Λιναρδάτος, «Πώς εφτάσαμε στην 4η Αυγούστου»
(«Θεμέλιο», Αθήνα 1965).
Καταγραφή των εξελίξεων που οδήγησαν από το βενιζελικό πραξικόπημα του 1935 στη δικτατορία του Μεταξά. Αλλεπάλληλες (αν και συχνά διακριτικές) αναφορές στην απήχηση του φασιστικού υποδείγματος στον εγχώριο αστικό πολιτικό κόσμο, βενιζελικό κι αντιβενιζελικό.

Νίκος Πουλαντζάς, «Φασισμός και δικτατορία»
(Ολκός, Αθήνα 1975, επανέκδ. «Θεμέλιο – Ινστιτούτο Ν. Πουλαντζάς», Αθήνα 2006).
Η κλασική ανάλυση για τη σχέση του φασισμού με τις επιμέρους πτυχές της ταξικής πάλης.

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Οι διανοούμενοι του Μουσολίνι”

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s