Απόψεις

Η Μακεδονία είναι παραπάνω από ελληνική 

Γιάννης Παρασκευόπουλος

«Το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικόν  ό,τι είναι αληθές»

(Διονύσιος Σολωμός)

Όλοι στην Ελλάδα ξέρουμε ότι οι αρχαίοι Μακεδόνες ήταν Έλληνες. Αγνοούμε όμως ότι στην αρχαία Μακεδονία δεν κατοικούσαν μόνο οι Μακεδόνες: στη Φλώρινα ζούσαν οι Λυγκηστές, στην Καστοριά οι Ορέστες, στα Γρεβενά και στην Κοζάνη οι Ελιμιώτες, στα σύνορα με τη σημερινή FYROM οι Πελαγόνες, στην Ανατολική Μακεδονία Θράκες (1).

Από τους λαούς αυτούς, που σταδιακά έγιναν υποτελείς στους Μακεδόνες, μόνο οι Ορέστες θεωρούνται Έλληνες (2). Έλληνες άποικοι από τη Νότια Ελλάδα και τη Μικρά Ασία ζούσαν ήδη στη Χαλκιδική και σε αρκετά ακόμη παράλια, όπως την Αμφίπολη ή την Πύδνα. Οι ίδιοι οι Μακεδόνες φαίνεται ότι, ξεκινώντας από τη ΒΔ Πίνδο, εγκαταστάθηκαν στον κάμπο της Κεντρικής Μακεδονίας στα μέσα της αρχαϊκής εποχής (3) και πρωτοεπεκτάθηκαν  ανατολικά του Στρυμώνα μόλις την εποχή του Φιλίππου Β΄. Τότε η αρχαία Μακεδονία βρήκε τα ιστορικά της όρια, ενσωματώνοντας πρώτα τους Παίονες στα βόρεια (4), μετά τα εδάφη μεταξύ Στρυμόνα και Νέστου, καθώς και τη Χαλκιδική. Τα ιστορικά αυτά όρια της Μακεδονίας καλύπτουν το 100% της ελληνικής Μακεδονίας και το 80-85% της FYROM.

Στους αιώνες που ακολούθησαν οι υποτελείς λαοί, αλλά και οι νοτιοελλαδικές αποικίες,  σταδιακά αφομοιώθηκαν με τους  Μακεδόνες. Στα τέλη των ελληνιστικών χρόνων η Μακεδονία είχε τη μεγαλύτερη ομοιογένεια από όλα τα ελληνιστικά βασίλεια. Από την άλλη  πολλές χιλιάδες Μακεδόνες είχαν φύγει στην Ανατολή, αρχικά με τον Μ. Αλέξανδρο, στη συνέχεια για να στελεχώσουν τα ελληνιστικά βασίλεια των διαδόχων του.

Στην αιμορραγία αυτή ήρθαν αργότερα να προστεθούν οι βαριές πολεμικές απώλειες από τους Ρωμαίους (5), ενώ στη Μακεδονία εγκαταστάθηκαν χιλιάδες Ρωμαίων απομάχων και εμπόρων: οι Φίλιπποι, το Δίον, η Πέλλα, η Κασσάνδρεια και οι Στόβοι έγιναν επισήμως ρωμαϊκές αποικίες (6). Στα τέλη της αρχαιότητας είχαν πια αφομοιωθεί γλωσσικά και οι περισσότεροι Ρωμαίοι της Μακεδονίας, ενώ στο εσωτερικό της Βαλκανικής οι τοπικοί πληθυσμοί είχαν εκλατινιστεί. Ελληνόφωνοι και λατινόφωνοι αυτοπροσδιορίζονταν πάντως πια ως «Ρωμαίοι» (πολίτες της Αυτοκρατορίας), αφήνοντας τον όρο «Έλληνες» μόνο για τους πιστούς της αρχαίας θρησκείας.

Στα ρωμαϊκά και τα πρώτα βυζαντινά χρόνια, τα όρια της Μακεδονίας καθορίζονταν από αυτά της ομώνυμης ρωμαϊκής επαρχίας:  αρχικά από την Αδριατική ώς τον Σπερχειό (7), στη συνέχεια στα ιστορικά όρια της Μακεδονίας του Φιλίππου Β’, για να καταλήξουν τελικά σε δύο Μακεδονίες τους πρώτους βυζαντινούς αιώνες: τη Μακεδονία Πρώτη με έδρα τη Θεσσαλονίκη και τη Μακεδονία Δευτέρα (ή Μακεδονία Σαλουτάρια) με έδρα τους Στόβους, στο κέντρο περίπου της σημερινής FYROM (8).

Τον καιρό του Βυζαντίου

Η εγκατάσταση των Σλάβων και των Βουλγάρων αλλάζει πολλά πράγματα στη Βαλκανική, αλλά όχι τα πάντα. Στη νέα οργάνωση του βυζαντινού κράτους, το Θέμα Μακεδονίας (από όπου και η Μακεδονική Δυναστεία) εκτείνεται πια στη Θράκη,  με πρωτεύουσα την Αδριανούπολη (9): η ιστορική Μακεδονία  καλύπτεται από τα Θέματα Στρυμώνος και Θεσσαλονίκης. Βυζαντινές πηγές αναφέρουν και τις «σκλαβηνίες» (υποταγμένους σλαβικούς θύλακες) των Στρυμωνιτών κοντά στις Σέρρες, των Σαγουδατών κοντά στη Θεσσαλονίκη, των Δραγουβιτών στα ανατολικά της Βέροιας (10).

Στον καιρό του Βουλγαροκτόνου, ο Σαμουήλ αυτοανακηρύσσεται «Τσάρος Βουλγάρων και Ρωμαίων»: η εξέγερσή του κατά του Βυζαντίου ξεκινάει από την Πρέσπα (11) και η πρωτεύουσά του βρίσκεται στην Αχρίδα, εκατοντάδες χιλιόμετρα μακρυά από τα μέχρι τότε κέντρα της βουλγαρικής δύναμης στη Βόρεια Βαλκανική. Λίγο αργότερα θα μεταφέρει στην περιοχή της Πρέσπας ολόκληρο σχεδόν τον βυζαντινό πληθυσμό της λεηλατημένης Λάρισας (12), κάτι αδιανόητο αν δεν υπολόγιζε σε σταθερή υποστήριξη εκτεταμένων πληθυσμών εκεί.  Αντίστοιχα το 1001, μετά την ειρηνική ανάκτηση της Έδεσσας από τους Βυζαντινούς, ο Βουλγαροκτόνος μεταφέρει στη Θράκη ολόκληρο τον πληθυσμό της πόλης (12). Στα 30 χρόνια αυτού του πολέμου, κοινότητες και ομάδες «αλλάζουν στρατόπεδο με μεγάλη ευκολία», ενώ και οι δύο πλευρές βασίζονται στην «υποστήριξη μέρους του αστικού πληθυσμού» (13). Μετά τη νίκη του, ο Βουλγαροκτόνος ιδρύει την Αρχιεπισκοπή Αχρίδος (με έδρα την πρώην πρωτεύουσα του Σαμουήλ) ως εκκλησιαστική έδρα των Βουλγάρων, καθώς και το Θέμα Βουλγαρίας με έδρα τα Σκόπια (14). Η ευρύτερη βυζαντινή Μακεδονία του 1000 μ.Χ. φαίνεται να έχει σαφέστατη εθνολογική ποικιλομορφία.

Τρεις αιώνες αργότερα, ο Στέφανος Δουσάν δημιουργεί μια εφήμερη σερβική αυτοκρατορία από το Δούναβη μέχρι τον Κορινθιακό (15). Το κράτος του περιλαμβάνει και όλη τη Μακεδονία, με εξαίρεση μόνο τη Θεσσαλονίκη και τα περίχωρά της.  Πρωτεύουσά του είναι τα Σκόπια, όπου θα στεφθεί «κράλης Σέρβων και Ρωμαίων» (16).

Λίγο αργότερα κατακτούν τα Βαλκάνια οι Οθωμανοί. Στους αιώνες της κυριαρχίας τους, θα αποτελέσουν κι αυτοί σημαντικό μέρος του πληθυσμού, με εξισλαμισμούς αλλά και εποικισμούς. Στις μεγάλες πόλεις θα προστεθούν λίγο πριν το 1500 και οι Εβραίοι, μετά τη μαζική εκδίωξή τους από την Ισπανία.

Η Μακεδονία του Μακεδονικού Αγώνα

Στις αρχές του 20ου αιώνα, η οθωμανική κυριαρχία ζει πια τα τελευταία της χρόνια. Οι Ευρωπαίοι γίνονται αποδέκτες διεκδικήσεων και ενημερωτικών εκστρατειών από Ελλάδα, Βουλγαρία και Σερβία, που παράλληλα μάχονται άγρια για την υποστήριξη των τοπικών πληθυσμών. Για την τότε ευρωπαϊκή κοινή γνώμη (αλλά και για τη σημερινή ιστορική της μνήμη), η Μακεδονία γίνεται συνώνυμο της πολυεθνικότητας και σε αρκετές γλώσσες η φρουτοσαλάτα ονομάζεται μέχρι σήμερα “Macedonia”.  Όρια της Μακεδονίας του 1900 είναι αυτά των 3 οθωμανικών βιλαετιών της: Θεσσαλονίκης, Μοναστηρίου (με τη σημερινή ελληνική Δυτική Μακεδονία, καθώς και την Κορυτσά), και Σκοπίων-Κοσόβου.

Τα εθνολογικά δεδομένα ήταν σύνθετα: στους ίδιους πληθυσμούς συχνά άλλη ήταν η προφορική γλώσσα, άλλη η γραπτή (της σχολικής εκπαίδευσης), άλλη η εθνοθρησκευτική ένταξη (για την οθωμανική αυτοκρατορία, τα έθνη βασίζονταν στους θρησκευτικούς διαχωρισμούς, όχι στη γλώσσα ή την καταγωγή), άλλος ο ατομικός ή συλλογικός εθνικός αυτοπροσδιορισμός.  Αρκετοί μάλιστα δεν αισθάνονταν καν να ανήκουν σε κάποιον λαό.

  • Για την ελληνική πλευρά η νομιμοφροσύνη στο Πατριαρχείο και η ελληνική σχολική εκπαίδευση ερμηνευόταν ως επιλογή ελληνικής ταυτότητας, η προσχώρηση στην Εξαρχία και η φοίτηση στα βουλγαρικά σχολεία ως το αντίθετο: στα επίμαχα βιλαέτια Θεσσαλονίκης και Μοναστηρίου, στατιστικές (17) έδιναν 60.000 μαθητές στα ελληνικά σχολεία και 18.000 στα βουλγαρικά.  Στον ελληνισμό της εποχής συνυπάρχουν άλλωστε ήδη αρκετές προφορικές γλώσσες όπως αρβανίτικα, βλάχικα ή τουρκικά της Καππαδοκίας, ενώ οι (καθαρά ελληνόφωνοι) Τουρκοκρητικοί θεωρούνται αλλοεθνείς και άσπονδοι εχθροί.
  • Αντίθετα, η Βουλγαρία και οι κομιτατζήδες θεωρούσαν αποκλειστικό κριτήριο  την προφορική γλώσσα των χωριών (εξαιρώντας τις πόλεις και τις γύρω περιοχές), όπου βόρεια της γραμμής Καστοριά-Θεσσαλονίκη-Νιγρίτα μιλιόταν μια σλαβική προφορική γλώσσα που έμοιαζε αρκετά με τα βουλγαρικά: ομιλητές της που επέλεγαν την ελληνική πλευρά, δεν τους θεωρούσαν Έλληνες αλλά «Γραικομάνους». Η ίδια γραμμή καταγραφόταν ως  το νοτιοδυτικό σύνορο της Μεγάλης Βουλγαρίας της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου (18), αλλά και ως το κατά προσέγγιση νοτιότερο όριο στους μεταγενέστερους χάρτες των εθνολογικών διεκδικήσεων της γιουγκοσλαβικής πλευράς, τη δεκαετία του 1940 (19).

Δεν είναι ίσως τυχαίο ότι οι σκληρότερες συγκρούσεις του Μακεδονικού Αγώνα είχαν επίκεντρο μια ζώνη πλάτους 60 χλμ βόρεια από τη γλωσσική αυτή γραμμή, περίπου μέχρι τη γραμμή Μοναστήρι-Στρώμνιτσα: νοτιότερα η υπεροχή των ελληνικών πληθυσμών ήταν αυταπόδεικτη (τόσο που η βουγαρική πλευρά θεωρούσε ότι η Κοζάνη ή η Πιερία δεν ήταν Μακεδονία), βορειότερα από τη ζώνη αυτή οι Έλληνες ελάχιστα ερείσματα είχαν. Στην αμφισβητούμενη ζώνη το κέντρο βάρους της ελληνικής παρουσίας ήταν περισσότερο στις πόλεις και τα κεφαλοχώρια, των αντιπάλων της κυρίως στα χωριά. Και οι δύο πλευρές φαίνεται ότι είχαν  σταθερά ερείσματα στους τοπικούς πληθυσμούς, διαφορετικά θα ήταν αδύνατον να συντηρηθεί ο 4χρονος (1904-8) άγριος ανταρτοπόλεμος.

Αυτό που συνήθως μένει στη σκιά, όμως, είναι ότι ο Μακεδονικός Αγώνας δεν ήταν μόνο μια σύγκρουση Ελλάδας και Βουλγαρίας. Στην πλευρά των κομιτατζήδων μαινόταν διαρκώς ο ανταγωνισμός ανάμεσα στους υποστηρικτές του βουλγαρικού κράτους (βερχοβιστές) και την «Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση», γνωστή ως ΕΜΕΟ ή VMRO (20). Η τελευταία μονοπώλησε τη σύγκρουση  με τους Μακεδονομάχους στην Κεντρική και Δυτική Μακεδονία, ενώ η ηγεσία της συνδεόταν με τις τότε σοσιαλιστικές ιδέες, βρισκόταν σε πλήρη αντιπαλότητα με το βουλγαρικό κράτος και πρόβαλλε ως κεντρικό σύνθημα «η Μακεδονία για τους Μακεδόνες». Από την άλλη επέβαλλε και αυτή τα βουλγαρικά σχολεία, αξίωνε  θρησκευτική ένταξη στη (βουλγαρική) Εξαρχία και καταδίωκε μέχρι θανάτου τους δασκάλους και τους ιερείς της ελληνικής πλευράς: για τους Έλληνες λοιπόν της εποχής, η ΕΜΕΟ δε μπορούσε παρά να είναι Βούλγαροι. Ακόμη και το σύνθημα για αυτόνομη Μακεδονία, φαινόταν απλά ως πρώτο βήμα για προσάρτηση στη Βουλγαρία όπως είχε ήδη γίνει το 1885 με τη βραχύβια πολυεθνική ηγεμονία της Ανατολικής Ρωμυλίας.

Η Γιουγκοσλαβία, ο «Μακεδονισμός» και η εθνογένεση

Από τις τρεις μακεδονικές περιφέρειες μετά το 1913, ρευστότερη ήταν η κατάσταση στη σερβική όπου το Βελιγράδι απέτυχε να κερδίσει τα αισθήματα του τοπικού πληθυσμού. Το 1929, σε μια προσπάθεια ενίσχυσης της γιουγκοσλαβικής εθνικής συνοχής, καταργούνται όλα τα ιστορικά ονόματα και τη θέση τους παίρνουν παντού επαρχίες με ονόματα ποταμών: η ίδια η Σερβία χωρίζεται σε «Δουναβία» και «Μοραβία», η σερβική Μακεδονία γίνεται «Βαρδαρία». Τη συγκυρία εκεινη αποτυπώνει και ο πολυσυζητημένος χάρτης-γραμματόσημο του 1937 με την ένδειξη Vardarska στα νότια της χώρας. Μεγάλο μέρος του πληθυσμού  θα εξακολουθήσει να νιώθει εγγύτερα στη Βουλγαρία,  κάτι που θα φανεί και στην αρχική ευνοϊκή υποδοχή της βουλγαρικής κατοχής στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (21).

Παράλληλα όμως κερδίζει έδαφος και το ρεύμα του «Μακεδονισμού», που απορρίπτει τόσο τη σερβική όσο και τη βουλγαρική ταυτότητα προς όφελος μιας ξεχωριστής (σλαβο)μακεδονικής εθνότητας. Ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα, αρκετοί μετανάστες στις ΗΠΑ δηλώνουν σε επίσημα έγγραφα απλώς Μακεδόνες, ενώ και η κομμουνιστική Διεθνής αναφέρεται σε μακεδονική εθνότητα. Τα παλιά στελέχη της Ε.Μ.Ε.Ο. υποστηρίζουν την ιδέα, ενώ το Κ.Κ. Γιουγκοσλαβίας αναφέρεται ήδη στους πληθυσμούς της νότιας Γιουγκοσλαβίας ως Makedonci  αρκετά πριν το 1939 (22), όταν δεν είχε ακόμη την παραμικρή προοπτική εξουσίας και προβολής εδαφικών διεκδικήσεων.

Η τελική χειραφέτηση των πληθυσμών της Νότιας Γιουγκοσλαβίας από την όποια  βουλγαρική επιρροή θα έρθει με την εμπειρία της βουλγαρικής κατοχής, το 1941-1944, όπου η βαναυσότητα του επίσημου βουλγαρικού κράτους θα αποξενώσει το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού. Την ίδια στιγμή, ο Τίτο επενδύει στον προπολεμικό «μακεδονισμό» του Κ.Κ. Γιουγκοσλαβίας για να τους εντάξει στη νέα ομοσπονδιακή Γιουγκοσλαβία ως ξεχωριστή νοτιοσλαβική εθνότητα και όχι πια ως εκτεταμένη βουλγαρική μειονότητα. Στο εγχείρημα αυτό θα στηριχθεί ιδιαίτερα στα παλιά στελέχη της Ε.Μ.Ε.Ο., με τις σοσιαλιστικές τους καταβολές και τη σοβαρή επιρροή τους στους πληθυσμούς από τα χρόνια του Μακεδονικού Αγώνα.  Ολοκληρώνεται έτσι μια εθνογένεση όπου, συμπαγείς πληθυσμοί που η Βουλγαρία θεωρούσε μέχρι τότε «δικούς της», θα καταγραφούν  ως χωριστός λαός με αναφορά μόνο στη Μακεδονία.

Πέρα από τη στρατηγική ήττα του βουλγαρικού εθνικισμού, όμως, η εθνογένεση αυτή κληρονομεί και όλη την ιστορία της Ε.Μ.Ε.Ο., μαζί με τις παλιές διεκδικήσεις της και με το αφήγημα για όλη την (παραδοσιακά πολυεθνική) Μακεδονία ως πατρίδα ενός μόνο λαού. Ερμηνεύσιμο ίσως ως συμβολική ρεβάνς των ηττημένων του Μακεδονικού Αγώνα, το αφήγημα αυτό δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει δεκτό από την ελληνική πλευρά.

Σταδιακά, πάντως, μετά τον ελληνικό εμφύλιο και τη ρήξη της Γιουγκοσλαβίας με τον Στάλιν, οι εδαφικές διεκδικήσεις θα δώσουν τη θέση τους στην απαίτηση για αναγνώριση μακεδονικών μειονοτήτων σε  Ελλάδα και τη Βουλγαρία.  Η αναθεωρητική κληρονομιά θα μείνει ζωντανή κυρίως στους ομογενείς τους στην Αυστραλία και τη Βόρεια Αμερική, όπου πολλοί έχουν ρίζες από τη σημερινή ελληνική Μακεδονία και θεωρούν ως υπεύθυνο του ξεριζωμού τους το ελληνικό κράτος, που επέτρεψε τον επαναπατρισμό των προσφύγων του 1946-9 μόνο σε όσους δηλώνουν «ελληνική συνείδηση».  Την κατάσταση περιπλέκει και το ότι πολλές οικογένειες χωρίζονται στα δύο, με συγγενείς να αυτοεντάσσονται (συχνά μάλιστα με ιδιαίτερη θέρμη) άλλοι στη μία και άλλοι στην άλλη πλευρά και να φοβούνται ότι η παραμικρή αναγνώριση της «άλλης» ταυτότητας θα έθετε σε κίνδυνο τη δική τους.

Ο Ελ. Βενιζέλος, 25 χρόνια πριν τον Τίτο: μια απρόσμενη ελληνική συνηγορία

Ενδιαφέρον είναι πάντως ότι, στις αρχές του «μακεδονισμού», η ελληνική πλευρά φαίνεται κάποιες φορές να τον υιοθετεί:

  • Στον αγγλόφωνο εθνολογικό χάρτη που θα κυκλοφορήσει το 1918 η κυβέρνηση Βενιζέλου, ενόψει της λήξης του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου και των ελληνικών διεκδικήσεων για την επόμενη μέρα του, αναφέρονται ως χωριστή εθνότητα και οι «Macedonian Slavs»: αποτυπώνονται με διαφορετικό χρώμα από ό,τι οι Βούλγαροι, και καλύπτουν το σύνολο της βουλγαρικής Μακεδονίας καθώς και κάποιες  παραμεθόριες περιοχές της ελληνικής (23).
  • Το 1925-6 το Abecedar, σχολικό αναγνωστικό της  κυβέρνησης Πάγκαλου για τις μη ελληνόφωνες περιοχές της ελληνικής Μακεδονίας, αποτυπώνει με λατινικό αλφάβητο την προφορική γλώσσα της περιοχής Φλώρινας-Μοναστηρίου, καταγράφοντάς την ως μακεδονική. Στην ελληνική Wikipedia διαβάζουμε ότι χρησιμοποιήθηκε  μόνο πιλοτικά και αποσύρθηκε γρήγορα, μετά από εντονότατες διαμαρτυρίες της Γιουγκοσλαβίας και της Βουλγαρίας.

Πέρα από πολιτικούς υπολογισμούς – αρκετοί στην Αθήνα θα προτιμούσαν τότε μια σλαβική μακεδονική οντότητα χωρίς μητέρα-πατρίδα, παρά μια σερβική ή βουλγαρική μειονότητα – φαίνεται ότι τα εθνολογικά δεδομένα ήταν τότε τουλάχιστον ρευστά.

Μετά τη Γιουγκοσλαβία

Με τη διάλυσή της Γιουγκοσλαβίας, έρχεται στο προσκήνιο μια σπάνια ευκαιρία για την ελληνική πλευρά: να προσφέρει στο νέο κράτος την κρισιμη πολιτική και διπλωματική στήριξη που είχε τότε απόλυτη ανάγκη, αποσπώντας σε αντάλλαγμα μια διακριτική παρασκηνιακή συνεννόηση για εγγυήσεις αμοιβαίας εδαφικής ακεραιότητας και για έναν αυτοπροσδιορισμό που θα άφηνε σαφώς χώρο και για την ελληνική Μακεδονία.

Το τι τελικά έκανε η πολιτική της χώρας μας, είναι γνωστό. Λιγότερο γνωστές είναι όμως οι διεργασίες που ακολούθησαν στη γειτονική μας κοινωνία:

  • Η εκτεταμένη επαφή με την κοινωνία της ελληνικής Μακεδονίας, όπου καταβαίνουν κάθε καλοκαίρι κατά εκατοντάδες χιλιάδες, έχει πείσει τους πάντες ότι η ελληνική Μακεδονία είναι σήμερα συντριπτικά ελληνική, ανεξάρτητα από την όποια ιστορική τους αφήγηση για το 1900: σε μια υποθετική «επανένωση της (ιστορικής) Μακεδονίας», κυρίαρχη θα έβγαινε σήμερα μάλλον η ελληνική πλευρά.
  • Τα εκλογικά αποτελέσματα του «Ουράνιου Τόξου» ως μειονοτικού κόμματος στην Ελλάδα,  λειτούργησαν για την κοινωνία της ΠΓΔΜ ως άτυπη μειονοτική καταγραφή με απογοητευτικά (για τους εκεί εθνικιστές) αποτελέσματα.
  • Ήδη από το 1995 (στα πλαίσια της τότε Ενδιάμεσης Συμφωνίας με την Ελλάδα)το Σύνταγμα της FYROM αναθεωρήθηκε  για να αποκλείσει κάθε εδαφική διεκδίκηση, αλλά και κάθε παρέμβαση στα εσωτερικά άλλων χωρών με πρόσχημα ομοεθνείς που ίσως ζουν εκεί (24).
  • Από το 2006, η ενίσχυση του εκεί εθνικισμού (κυρίως απέναντι στους Αλβανούς) και η επίσημη προσπάθεια ιστορικής σύνδεσης με τους αρχαίους  Μακεδόνες και τον Μ. Αλέξανδρο, θα διχάσει την κοινωνία και θα αποδυναμώσει το διεθνές κεφάλαιο της χώρας: αντίθετα με την παλιότερη γενική διεθνή συμπάθεια ως μόνης γιουγκοσλαβικής δημοκρατίας που απέκτησε ειρηνικά την ανεξαρτησία της, μεγάλο μέρος των ευρωπαϊκών χωρών θα ανησυχήσουν και θα  δείξουν τώρα «κατανόηση» για το διακομματικό ελληνικό βέτο του Βουκουρεστίου το 2008, όπου η τότε κυβέρνηση Καραμανλή απέκλεισε την εισδοχή της FYROM στην Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ μέχρι να συμφωνηθεί οριστική λύση για το όνομα.

Για να αποκτήσει πάντως στοιχειώδη πειστικότητα το βέτο του 2008, η ελληνική πλευρά είχε αναγκαστεί να δηλώσει ανοιχτή για όνομα που θα περιείχε τον όρο «Μακεδονία» με κάποιον γεωγραφικό προσδιορισμό. Η διακομματική αυτή ελληνική δέσμευση του 2008 επανήλθε στο προσκήνιο με την πρόσφατη κυβερνητική αλλαγή στη FYROM, όταν στο  προσκήνιο βρέθηκαν δυνάμεις πρόθυμες να συζητήσουν με βάση το ελληνικό πλαίσιο και, παράλληλα, αναζωπυρώθηκε το ενδιαφέρον της Δύσης για νέα μέλη στην Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ.

Και τώρα;

Η ταχύτητα των εξελίξεων φαίνεται ότι φέρνει σε αμηχανία σημαντικό μέρος της ελληνικής κοινής γνώμης, γαλουχημένης με τις πάνδημες εκστρατείες της δεκαετίας του 1990, εστιασμένης στην αρχαία μόνο ιστορία της Μακεδονίας και εκπαιδευμένης να ανησυχεί για  εξωτερικούς εχθρούς και συνωμοσίες. Σε ένα τέτοιο κλίμα, όμως, η αξίωση για ελληνικό μονοπώλιο στο όνομα της Μακεδονίας διαστρέφει την ιστορία σχεδόν όσο και η αξίωση των εθνικιστών της άλλης πλευράς να είναι οι αυθεντικοί κληρονόμοι του Μ. Αλέξανδρου.

Ακριβώς γι’ αυτό προσπάθησαν να συνοψίσω, από ελληνικές πηγές, τα δεδομένα που δείχνουν ότι η (ευρύτερη) Μακεδονία είναι «παραπάνω από ελληνική»:

  • Διαχρονικό σημείο συνάντησης του ελληνισμού, στα αρχαία χρόνια με τον θρακο-ϊλλυρικό κόσμο, στους επόμενους αιώνες με τον βουλγαρο-σλαβικό.
  • Καταγραμμένη στην παγκόσμια ιστορική μνήμη, όχι μόνο για τον Μ. Αλέξανδρο, αλλά και για την πολυεθνική Μακεδονία των αρχών του 20ου αιώνα.
  • Χώρος όπου μπορούν να χωρέσουν και «δύο Μακεδονίες», όπως τους πρώτους βυζαντινούς αιώνες, ή και ακόμη περισσότερες.
  • Πεδίο διαμόρφωσης και ενός νεότερου λαού, που αποκόπηκε από τον βουλγαρικό εθνικισμό: για τον ελληνισμό αυτό είναι μάλλον θετική εξέλιξη, παρά απειλή ή ήττα. Από την άλλη, όμως, πόσο πιθανό είναι να μην έχουν καθόλου σχέση με τη Μακεδονία οι απόγονοι των ηττημένων του Μακεδονικού Αγώνα;

Τόσες δεκαετίες, στον καθημερινό δημόσιο λόγο μας δεν έχουμε βρει άλλο τρόπο να αποκαλούμε τη γειτονική χώρα, από το όνομα της πρωτεύουσας της. Το ζήτημα τώρα είναι να βρούμε, με την άλλη πλευρά, τρόπους συνύπαρξης που δεν θα πυροδοτούν διαρκώς νέες ανασφάλειες και τριβές.

  • Να αξιοποιήσουμε την αμοιβαία εγγύηση των συνόρων με την Ενδιάμεση Συμφωνία του 1995, επεκτείνοντάς την και στη συμβολική (στο πεδίο του ονόματος) συνύπαρξη με την ελληνική Μακεδονία. Για την εθνότητα και τη γλώσσα τους, υπάρχουν από χρόνια κατατεθειμένες ουσιαστικές προτάσεις από τον Ευ. Κωφό, κορυφαίο ίσως εμπειρογνώμονα του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών (25)
  • Να επανεκτιμήσουμε ορθολογικά τις ανησυχίες μας: Ο αλυτρωτισμός έχει πάντα πολύ κοντά πόδια, όταν δεν έχει αρκετούς «πρόθυμους» αποδέκτες στην άλλη πλευρά των συνόρων, και οι γείτονες μας φαίνεται ότι το έχουν ήδη διαπιστώσει.
  • Να αποκλείσουμε τα όποια μειονοτικά θέματα από τις διμερείς σχέσεις: σε ευρωπαϊκό επίπεδο υπάρχει σχετική Ευρωπαϊκή Συμφωνία-Πλαίσιο (26), που οι δύο χώρες μπορούν απλώς να συμφωνήσουν ότι θα κυρώσουν και θα εφαρμόσουν.
  • Να κάνουμε επίσημο μέρος της υπό διαπραγμάτευση συμφωνίας και την ίδια την Ε.Ε., ώστε η πιστή τήρηση των όρων να ελέγχεται τακτικά κατά την ενταξιακή διαπραγμάτευση και η τελική τους εκπλήρωση να είναι προϋπόθεση και για την  τελική ένταξη. Στο πλαίσιο αυτό, ενδεχόμενες συνταγματικές αλλαγές που θα κριθούν απαραίτητες (όπως η επισημοποίηση του νέου ονόματος) θα μπορούν να τεθούν στο ίδιο δημοψήφισμα που θα κρίνει και την ένταξη στην Ε.Ε.

Ως ελληνική κοινωνία, είναι ίσως ώρα να θυμηθούμε τον Διονύσιο Σολωμό που έγραφε ότι «το Έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικόν ό,τι είναι αληθές» αλλά και να καταλάβουμε ότι κάθε εθνικισμός (και κάθε εθνική πλειοδοσία) κάνει πρώτα κακό στη δική του χώρα.

Θα μπορέσουμε;

 

Παραπομπές

Ως αποκλειστική σχεδόν πηγή διάλεξα την «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» της Εκδοτικής Αθηνών, καθώς συμβαδίζει με τις επίσημες ελληνικές απόψεις, γράφτηκε σε εποχές σχετικής νηφαλιότητας (δεκαετίες 1970-1980) και είναι σχετικά εύκολα προσιτή στους περισσότερους. Οι παραπομπές αφορούν τόμο και σελίδα στο συγκεκριμένο έργο.

(1) Τόμος Β σελ. 239.

(2) Τόμος Β σελ.  237.

(3) Τόμος Β σελ. 239.

(4) Τόμος Γ1 σελ. 450 & χάρτης στη σελ. 455.

(5) αθροιστικά 50.000 νεκροί (σχεδόν 50% των στρατιωτών), μόνο στην  Πύδνα (167 π.Χ.) και την τελευταία μάχη του Ανδρίσκου (146 π.Χ.),  Τόμος Ε σελ. 124 & 166.

(6) Τόμος ΣΤ σελ. 192.

(7) Τόμος ΣΤ, χάρτης στις σελ. 58-59.

(8) Τόμος Ζ σελ. 426 & χάρτες στις σελ. 94-95, 202-3 και 440-441.

(9) Τόμος Η χάρτης στη σελ. 172-173.

(10) Τόμος Η σελ. 334.

(11) Τόμος Η σελ. 118-120.

(12) Τόμος Η σελ. 336.

(13) Τόμος Η σελ. 120.

(14) Τόμος Η σελ. 125.

(15) Τόμος Θ  σελ. 169.

(16) Τόμος Θ  σελ. 180.

(17) Τόμος ΙΔ  σελ. 227 & 229.

(18) Τόμος ΙΓ  σελ. 355.

(19)  Τόμος ΙΣΤ σελ. 63.

(20)  Τόμος ΙΔ σελ.223.

(21) Τόμος ΙΣΤ σελ.160.

(22) Τόμος ΙΣΤ σελ.159.

(23) Τόμος ΙΕ’, σελ.91.

(24) http://elawyer.blogspot.gr/2018/01/to.html

(25) http://www.eliamep.gr/wp-content/uploads/2009/04/eliamep-thesis-3_2009-kofos.pdf

(26) http://www.greek-language.gr/greekLang/studies/guide/thema_c6/06.html

Πηγή: Η Μακεδονία είναι παραπάνω από ελληνική | Insider

Advertisements

2 σκέψεις σχετικά με το “Η Μακεδονία είναι παραπάνω από ελληνική ”

  1. Ενω με τον ΣΑΘ διαφωνώ ριζικά στα περισσότερα θέματα παρόλα αυτά με τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγει στο παρακάτω άρθρο του (δημοσιευμένο στην Καθημερινή 😉 ) είμαι σύμφωνος – από την οπτική των στρατηγικών συμφερόντων της χώρας μας, ένας έντιμος συμβιβασμός σε σχέση με το σκοπιανό είναι σαφώς προτιμότερος, από το να μείνουν τα πράγματα ως έχουν.
    Η μη-συμφωνία απλά θα παρατείνει για κάποιο χρονικό διάστημα την παρούσα καταάσταση αλλά ας μην γελιόμαστε, λύση τελικά θα δοθεί, απλά η ελληνική πλευρά δεν θα έχει καμία συμβολή σε αυτή. Άρα θα πρόκειται για μία λύση η οποία, ακριβώς επειδή δεν θα έχουμε καμία συμβολή στην διαμόρφωσή της, πιθανότατα δεν θα λαμβάνει καθόλου υπόψη της τα στρατηγικά συμφέροντα της χώρας μας. Κατά συνέπεια μία τέτοια εξέλιξη θα είναι η χειρότερη δυνατή εξέλιξη για την Ελλάδα.

    «Εθνίκια» και «προδότες»

    http://www.kathimerini.gr/969125/article/epikairothta/politikh/e8nikia-kai-prodotes

    Όχι, δεν είναι «ετερόκλητος όχλος» (Α. Τσίπρας), ούτε «αμόρφωτα εθνίκια» (Ν. Καρανίκας), όλες εκείνες οι εκατοντάδες χιλιάδες παθιασμένοι Έλληνες που τρέχουν και ωρύονται στα συλλαλητήρια για τη Μακεδονία!

    Όχι, δεν είναι «εθνομηδενιστές» και «προδότες» (!!) όλοι εκείνοι οι Έλληνες που, διαφωνώντας με τους προηγούμενους, αισθάνονται αναγκασμένοι από τα πράγματα να ταχθούν -με πόνο ψυχής- υπέρ μιας κατά το δυνατόν «έντιμης» συμβιβαστικής λύσης, προ του (προφανούς κατ’ αυτούς) κινδύνου να τα χάσουμε, στο σοβαρό αυτό εθνικό ζήτημα, όλα!

    Στα τέλη τού 19ου – αρχές τού 20ου αιώνα και μέχρι το 1912-13, στην ευρύτερη περιοχή τής (τότε οθωμανικής) ιστορικής Μακεδονίας, ζούσαν μεταξύ άλλων, (Ελλήνων, Οθωμανών, Βουλγάρων, Σέρβων, Εβραίων), και Σλαβόφωνοι πληθυσμοί που σε μεγάλο βαθμό δεν είχαν διαμορφώσει ακόμα εθνική συνείδηση και ταυτότητα. Κατά τον καθηγητή (ΑΠΘ) Σ. Σφέτα, (ο οποίος σημειωτέον δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ούτε φιλοσκοπιανός ούτε και αριστερός), στους πληθυσμούς αυτούς «λειτουργούσε περισσότερο η συνείδηση του χριστιανού ορθόδοξου ραγιά, που ανέμενε την απελευθέρωσή του από μια χριστιανική βαλκανική δύναμη». (Δες Σ. Σφέτας, «Η διαμόρφωση της Σλαβομακεδονικής ταυτότητας», εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2003, σελ. 12).

    Πρόκειται ασφαλώς για τους γνωστούς «Μακεντόν ορτοντόξ» που αναφέρει ο Σ. Μυριβήλης στο περίφημο βιβλίο του «Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ» (πρώτη έκδοση 1924). Αναφερόμενος στη Μακεδονία (περιοχή Μοναστηρίου, που σήμερα ανήκει στη FYROM) της εποχής εκείνης (1917-18), ο Μυριβήλης γράφει:

    Αυτοί εδώ οι χωριάτες, που τη γλώσσα τους την καταλαβαίνουν περίφημα κι οι Βουργάροι κι οι Σέρβοι, αντιπαθούνε τους πρώτους γιατί τους πήρανε τα παιδιά τους στο στρατό. Μισούν τους δεύτερους που τους κακομεταχειρίζουνται για Βουργάρους. Και κοιτάνε με αρκετά συμπαθητική περιέργεια εμάς τους περαστικούς Ρωμιούς επειδή είμαστε οι γνήσιοι πνευματικοί υπήκοοι του Πατρίκ, δηλαδή του «Ορθοδόξου Πατριάρχη τής Πόλης». Γιατί η ιδέα του απλώνεται ακόμα, τυλιγμένη μέσα σε μια θαμπή μυστικοπάθεια πολύ παράξενη, πάνου σ’ αυτό τον απλοϊκό χριστιανικό κόσμο. Έπειτα οι τάφοι τών παλιώ τους προεστών έχουνε πάνω στις πέτρες σκαλισμένα ελληνικά γράμματα. Τα ίδια γράμματα που ’ναι γραμμένα πάνου στα σκεβρωμένα κονίσματά τους, και στα παλιά εκκλησιαστικά βιβλία τών εκκλησιώ τους. Ωστόσο, δε θέλουν να ’ναι μήτε «Μπουλγκάρ», μήτε «Σρρπ» [Σέρβοι], μήτε «Γκρρτς» [Έλληνες]. Μοναχά «Μακεντόν ορτοντόξ».#

    Στον επίσημο εθνολογικό χάρτη που ετοίμασε η κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου εδώ και 100 ακριβώς χρόνια (1918), εκτός από Έλληνες, «Μωαμεθανούς», Βουλγάρους, Αλβανούς, «Ρουμάνους», εμφανίζονται, ως ΞΕΧΩΡΙΣΤΗ ΕΘΝΟΤΗΤΑ εγκατεστημένη στη Μακεδονία, και «Macedonian Slavs», δηλαδή Μακεδόνες Σλάβοι… (Δες «Ιστορία τού Ελληνικού Έθνους», Εκδοτική Αθηνών, τόμος ΙΕ, σελ. 91).

    Αυτούς, λοιπόν, τους ορθόδοξους Σλαβόφωνους πληθυσμούς τής ιστορικής Μακεδονίας, οι Βούλγαροι προσπαθούσαν (με την πειθώ ή/και με τη βία) να τους κάμουν εθνικά Βουλγάρους, οι Σέρβοι να τους κάμουν Σέρβους και οι Έλληνες να τους κάμουν Έλληνες…

    Από τη δεκαετία τού 1870 ακόμα και ως τα χρόνια τού Μακεδονικού Αγώνα (1904-1908) και των Βαλκανικών Πολέμων (1912-13), η δική μας πλευρά προσπαθούσε να προσηλυτίσει τους ανθρώπους αυτούς και να τους προσελκύσει στον Ελληνισμό, λέγοντάς τους ότι είναι (οι Σλαβόφωνοι της ευρύτερης ιστορικής Μακεδονίας) «εκσλαβισθέντες» Μακεδόνες, απόγονοι των αρχαίων (Ελλήνων) Μακεδόνων τού Φιλίππου και του Μεγάλου Αλεξάνδρου… Κύριο μέλημα της ελληνικής πλευράς, ήταν να τους αποσπάσει (τους Σλαβομακεδόνες) με κάθε τρόπο από τη βουλγαρική κυρίως επιρροή.

    Τώρα, βέβαια, που τα πράγματα έχουν αλλάξει εντελώς, και οι Σκοπιανοί, (σφετεριζόμενοι ανιστόρητα, γελοία και απαράδεκτα την αρχαία ελληνική ιστορία), έχουν γεμίσει τις πλατείες τής χώρας τους με αγάλματα του Φιλίππου και του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ενοχλούμαστε (και δικαιολογημένα) πάρα πολύ, ξεχνώντας ωστόσο τι τους λέγαμε (πολύ παλιότερα, βεβαίως), εμεί οι ίδιοι, χωρίς, φυσικά, να μπορούμε να φαντασθούμε, τότε, τη σημερινή εξωφρενική συνέχεια…

    Ένας από τους Σλαβόφωνους («Σλαβομακεδόνες») αυτούς, που προσελκύστηκαν, και επί της ουσίας «επιστρατεύτηκαν» από τον αείμνηστο μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανό Καραβαγγέλη στον δεινό και αιματηρότατο αγώνα για να γίνει η Μακεδονία ελληνική, ήταν και ο περίφημος Καπετάν Κώττας, ο οποίος αρχικά είχε ταχθεί υπέρ τής βουλγαρομακεδονικής ΕΜΕΟ… Με τη θηλιά στον λαιμό του, στο Ατ Παζάρ τού Μοναστηρίου, (27.9.1905), πριν κλοτσήσει ο ίδιος το υποπόδιο που τον στήριζε και περάσει έτσι στην αθανασία, ο ηρωικός Καπετάν Κώττας, (που μιλούσε ελάχιστα Ελληνικά), φώναξε δυνατά στα Σλαβομακεδόνικα: «Νταζίβε Γκρίτσκι» («Ζήτω η Ελλάδα»). (Δες Αθηνά Τζινίκου – Κακούλη, «Καπετάν Κώττας», Θεσσαλονίκη 2000).

    Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, (συνθήκη τού Βουκουρεστίου, 1913), και ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, (συνθήκη τού Νεϊγύ, 1919), σήμαναν τον τελικό διαμελισμό τής ιστορικής Μακεδονίας, μεταξύ της Ελλάδας (51,5%), της τότε Σερβίας (38,3%) και της τελικά νικημένης Βουλγαρίας (10,1%).

    Το 1924, σε μια σαφώς εθνοπροδοτική κίνηση, το ΚΚΕ, υιοθετώντας σχετική απόφαση της Κομμουνιστικής Διεθνούς (Κομιντέρν), τάχθηκε υπέρ μιας «ενιαίας και ανεξάρτητης Μακεδονίας και Θράκης»!…

    Με αφορμή (ή και πρόσχημα) τη θέση αυτή του ΚΚΕ, οι σλαβόφωνοι της Δυτικής Μακεδονίας υπέστησαν σκληρές διώξεις στα τέλη τής δεκαετίας του ’30 (δυσμενείς διακρίσεις, καταναγκασμοί, εξορίες, φυλακίσεις κ.τ.λ.), με αποτέλεσμα πολλοί από αυτούς να αναγκασθούν να φύγουν στη Γιουγκοσλαβία.

    Στο τέλος τού Εμφυλίου, (1949), το ίδιο κόμμα (5η Ολομέλεια της ΚΕ) έταξε στους -σε μεγάλο ποσοστό μη ελληνικής συνείδησης- Σλαβομακεδόνες της ελληνικής Μακεδονίας, «πλήρη εθνική αποκατάσταση»!…

    Σημειώνω εδώ ότι το τελευταίο έτος τού Εμφυλίου, τα ¾ περίπου της δυνάμεως του (κομμουνιστικού) «Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας» ήταν Έλληνες Σλαβομακεδόνες. Σημειώνω ακόμα ότι οι πιο μαχητικοί σταυροφόροι (αν όχι γενίτσαροι) του σημερινού άκρατου σκοπιανού «Μακεδονισμού», είναι οι Έλληνες Σλαβομακεδόνες οι οποίοι, (διαρκούντος του Εμφυλίου και κυριότατα μετά το -δυσμενέστατο γι’ αυτούς- τέλος του), κατέφυγαν στη (γιουγκοσλαβική) «Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας» του Τίτο (τη σημερινή FYROM), καθώς και οι απόγονοί τους όπου γης…

    Ο ισχυρισμός τής ελληνικής πλευράς ότι δεν υπάρχει, ΣΗΜΕΡΑ, «Μακεδονικό» έθνος και «Μακεδονική» γλώσσα, (άσχετα αν αυτό είναι προφανές αποτέλεσμα συστηματικού και επίμονου «μαγειρέματος», ιδίως από το 1944 και εξής), ΔΕΝ ευσταθεί.

    Όσο κι αν μας πονάει η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ, και όσο κι αν την αρνούμαστε πεισμόνως, πρόκειται για μία ακόμα εθνογένεση και για μία ακόμα γλωσσογένεση, αν όχι πλήρως συντελεσμένη, τουλάχιστο εν εξελίξει («in evolution»).

    Με σκαμπανεβάσματα και ταλαντεύσεις, με τον τόνο να δίνεται άλλοτε από τη Βουλγαρία και άλλοτε από τη Σερβία / Γιουγκοσλαβία, το θέμα (Σλαβο) «Μακεδονική» ταυτότητα / εθνότητα και γλώσσα, «παίζει» από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, δηλαδή εδώ και 140 περίπου χρόνια. Από τον καιρό τού Verkovi, του Slavejkov, του Misirkov κ.τ.λ., από τον καιρό του Ίλιντεν (1903), του Μακεδονικού Αγώνα, των Βαλκανικών Πολέμων, του Πρώτου Παγκοσμίου, της Κατοχής, της βουλγαρικής Οχράνα, του SNOF, του Εμφυλίου…

    Το τελικό, βέβαια, και πλέον συστηματικό «μαγείρεμα» για τη διαμόρφωση της (σημερινής) (Σλαβο)«μακεδονικής» εθνικής ταυτότητας και γλώσσας, έγινε από τον Τίτο, (με την παρότρυνση και τις ευλογίες τού Στάλιν), και τους διαδόχους του, μεταξύ 1945 και 1991. Οι μεγάλοι μας «φίλοι και σύμμαχοι» Αμερικανοί, δεν μας άφησαν να αντιδράσουμε όπως έπρεπε και όταν έπρεπε στην ιστορική πρόκληση των Σκοπίων, (ουσιαστικά του Βελιγραδίου), για να μη στενοχωρήσουμε τον φίλο τους τον Τίτο. Επί δεκαετίες ολόκληρες, κανείς στην Ελλάδα δεν τολμούσε να αγγίξει την παλιά αυτή πληγή. Το «Μακεδονικό» ήταν «ανύπαρκτο» για την επίσημη Ελλάδα, ενώ οι θέσεις τών Σκοπίων κέρδιζαν έδαφος ραγδαία, διεθνώς.

    Έτσι φτάσαμε στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και την ανακήρυξη της ανεξάρτητης πλέον «Δημοκρατίας τής Μακεδονίας», το 1991. Αδικούν κατάφωρα τον τότε υπουργό εξωτερικών Α. Σαμαρά, όσοι επιμένουν ότι αυτός «επέτρεψε» τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας! Ήταν τέτοια η δυναμική τών πραγμάτων την εποχή εκείνη, τόσο μεγάλες οι φυγόκεντρες δυνάμεις, τόσο μεγάλες οι εξωτερικές πιέσεις (Γερμανία), ώστε ακόμα κι αν ο Α. Σαμαράς ασκούσε βέτο, η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας δεν θα μπορούσε να αποτραπεί.

    Εάν η τότε κυβέρνηση Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, (ο οποίος ήταν ο μόνος πολιτικός ηγέτης που έβλεπε την ώρα εκείνη πραγματικά μακριά και είπε στον ελληνικό λαό την αλήθεια), στηριζόταν έστω ελάχιστα από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και τον Α. Παπανδρέου, το θέμα θα είχε πιθανότα κλείσει και λήξει από τότε, με έναν κατά το δυνατόν «έντιμο» συμβιβασμό.

    Ακολούθησε το «εμπάργκο» (1994), η «Ενδιάμεση Συμφωνία» (1995) που ισχύει ακόμα, το Βουκουρέστι (2008), όπου ο Κώστας Καραμανλής απείλησε να ασκήσει «βέτο» για την ένταξη της FYROM στο ΝΑΤΟ…

    Όσο κι αν μας πονάει, όσο βάναυσα κι αν προσβάλλει την εθνική μας περηφάνια και φιλοτιμία ο ανιστόρητος και γελοίος σφετερισμός τής ιστορίας μας από τους (Σλαβο)«μακεδόνες», (οι οποίοι εμφανίζονται πλέον ως οι κατ’ εξοχήν «κληρονόμοι» τής -ελληνικής βεβαίως- αρχαίας Μακεδονίας), η υπόθεση του ονόματος έχει ήδη χαθεί «de facto» προ πολλού. Σχεδόν όλες οι (άξιες λόγου) χώρες τού κόσμου, αποκαλούν ήδη (επισήμως και μη) το κρατίδιο αυτό «Μακεδονία».

    Δεδομένων των εξαιρετικά δυσμενών για μας συνθηκών διεθνώς, ένας κατά το δυνατόν «έντιμος» συμβιβασμός ευκαιρίας δοθείσης, θα ήταν μια έστω μικρή, τυπική «νίκη» που θα περιέσωζε κάπως την εθνική τιμή μας. Η Ελλάδα δεν θα μπορεί «επ’ άπειρον», (παραβιάζοντας μάλιστα την «Ενδιάμεση Συμφωνία» του 1995), να κρατάει τη FYROM εκτός ΝΑΤΟ και εκτός ΕΕ, στερώντας ουσιαστικά από μια μικρή και αδύναμη (πλην ανεξάρτητη και κυρίαρχη) χώρα το αυτονόητο δικαίωμά της στην ασφάλεια και την ευημερία, αλλά και διατηρώντας με τη στάση της αυτήν μια κατάσταση που δεν είναι υπέρ τής ειρήνης, της ασφάλειας και της σταθερότητος στην ευρύτερη περιοχή. Γι αυτό και είναι βέβαιο ότι η χώρα μας θα δεχθεί (αν δεν δέχεται ήδη απορρήτως) σοβαρές πιέσεις από την πλευρά τού ΝΑΤΟ (πιθανότατα μέσω Τουρκίας, [Αιγαίο, Κύπρος]), αλλά και από την πλευρά τών δανειστών μας και ιδίως από τη Γερμανία (χρέος). Ήδη, όλος σχεδόν ο κόσμος μάς κοιτάζει περίεργα ή και μας «πετροβολάει» για τις «ανόητες» κατ’ αυτούς «φοβίες», «εμμονές» και «ιδεοληψίες» μας…

    Να μη «χαρίσουμε», ουρλιάζουμε στα συλλαλητήρια, το όνομα «Μακεδονία» στους Σλάβους! Μα, πέραν του ότι «Μακεδονία» τη λέει στην πράξη όλος σχεδόν ο κόσμος, το όνομα «Μακεδονία», υπάρχει ήδη επισήμως στη λέξη FYROM! Η μη συμφωνία (ούτε με την παρούσα -πολύ καλή- ευκαιρία), θα ισοδυναμεί, σε βάθος χρόνου, με πλήρη παράδοση στον θρασύτατο και προκλητικότατο γείτονα του ονόματος «Μακεδονία» (σκέτο!)

    Δεδομένων, λοιπόν, των συνθηκών, ένα συνταγματικά κατοχυρωμένο «erga οmnes» όνομα, όπως Gοrna Macedonia, (με επίθετο Gornοmacedonian για την εθνικότητα, τη γλώσσα κ.τ.λ.), ή Severna Macedonia (με επίθετο Severnomacedonian), όροι που παραπέμπουν ευθέως σε μη Ελλάδα και σε μη ελληνικότητα, (κι αυτό, βεβαίως, παράλληλα με τον -επίσης συνταγματικά κατοχυρωμένον- απόλυτο αποκλεισμό κάθε αλυτρωτικού στοιχείου, και αποκλεισμό κάθε σκέψης «επανασύνδεσης» των απογόνων τών Σλαβομακεδόνων τής Ελλάδας με τις περιοχές καταγωγής τους στην Ελλάδα… ), θα ήταν κατά την ταπεινή μου γνώμη «το μη χείρον», το οποίο, ως γνωστόν, είναι «βέλτιστον».

    Αλλιώς, είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα τα χάσουμε, στο σοβαρό αυτό εθνικό ζήτημα, ΟΛΑ, και θα μας μείνουν η κενή ουσιαστικού περιεχομένου «περηφάνια» και τα μεγάλα λόγια, έτσι για να κρυβόμαστε ανοήτως πίσω από το δάχτυλό μας… Και έτσι, «έσται η εσχάτη πλάνη χείρων τής πρώτης»…

    Πολύ καλύτερο, βεβαίως, θα ήταν το όνομα «Σλαβομακεδονία», αλλά αυτό δεν θα το δεχόταν με τίποτα η μεγάλη αλβανική μειονότητα της FYROM…

    Τα πράγματα δεν θα είναι καθόλου, μα καθόλου εύκολα και εύπεπτα ούτε για τους Σκοπιανούς. Επί εβδομήντα τόσα συνεχή χρόνια, (για να μην πάμε ακόμα παραπίσω), οι άνθρωποι αυτοί έχουν διδαχθεί και πιστεύουν ακράδαντα και φανατικά ότι είναι «Μακεδόνες» που μιλούν τη «μακεδονική» γλώσσα, (που δεν είναι βέβαια -κατ’ ουσίαν- παρά ειδικά «δουλεμένα» Βουλγαρικά)… Δυστυχώς για μάς, αυτό είναι μια πολύ σκληρή και αδήριτη πραγματικότητα, αποδεκτή από όλες σχεδόν τις χώρες τού κόσμου, μια πραγματικότητα που νομίζω ότι είναι σχεδόν αδύνατον πια να αλλάξει ριζικά επί της ουσίας.

    Πόσο εύκολα αποδεκτό (αλλά και πόσο ιστορικά δίκαιο) θα ήταν για μας, αν ξαφνικά κάποιοι ισχυροί μάς επέβαλλαν (εν ονόματι κάποιου «δίκιου» τους), η χώρα μας να λέγεται από εδώ και πέρα π.χ. Νότια Ελλάδα, εμείς «Νοτιοέλληνες» και η γλώσσα μας «Νοτιοελληνική»;

    Όπως και να έχει το πράγμα, ό,τι και να γραφτεί «στα χαρτιά» για το όνομα, είναι σχεδόν βέβαιο ότι οι Σκοπιανοί θα εξακολουθήσουν να λένε τη χώρα τους «Μακεδονία» και οι ίδιοι θα εξακολουθήσουν να αυτοαποκαλούνται «Μακεδόνες». Για «Μακεδονία», «Μακεδόνες» και «μακεδονική» ταυτότητα και γλώσσα θα μιλάει, κατά πάσα πιθανότητα, (ανεπισήμως ή και επισήμως) και ο έξω κόσμος, πλην ασφαλώς τής Ελλάδας και της Κύπρου…

    Η Γεωγραφία, η Ιστορία, και γενικότερα οι διαφαινόμενες ιστορικές εξελίξεις στην περιοχή, καθιστούν ολοφάνερο ότι χωρίς τη λέξη «Μακεδονία» (έστω και σ’ ένα π.χ. Severna Macedonia, Severnomacedonian), το κρατίδιο αυτό δεν έχει μέλλον. Το πιθανότερο είναι, (κάποια στιγμή στο όχι πολύ μακρινό μέλλον), να εκλείψει μερικά ή και ολικά υπέρ μιας -σαφώς εχθρικής απέναντι στην Ελλάδα- «μεγάλης Αλβανίας», πράγμα που δεν μας συμφέρει καθόλου.

    Ακόμα, λοιπόν, κι αν δεν υπήρχε στα βόρεια σύνορά μας αυτό το «κράτος – μαξιλάρι», το εθνικό συμφέρον τής χώρας μας θα επέβαλλε να το εφεύρουμε, (έστω και ως Gorna ή Severna Macedonia ή κάτι παραπλήσιο, και όχι να κάνουμε, όπως τώρα, ό,τι μας περνάει από το χέρι για να κάμουμε τη ζωή του δύσκολη…

    Το θέμα είναι κυριότατα ηθικό. Διότι είναι αστείο να λέμε ότι μπορεί να κινδυνέψει κάποτε η Μακεδονία μας (δηλαδή η Ελλάδα) από τους Σκοπιανούς… Διότι η FYROM, ούτε είναι ούτε πρόκειται ποτέ να γίνει Ισραήλ…

    Η ώρα είναι κρίσιμη και απαιτεί από όλους, (κυβέρνηση, αντιπολίτευση και λαό), περίσκεψη και ρεαλισμό και όχι αφορισμούς, συνθήματα και αρές.

    Ειδικότερα η Νέα Δημοκρατία και ο Κυριάκος Μητσοτάκης, (αν πρόκειται για μια πραγματικά «καλή», κατά τα ανωτέρω, συμφωνία), πρέπει να αγνοήσει το κομματικό κόστος και να προτάξει το εθνικό συμφέρον, αποφεύγοντας να ακολουθήσει την εθνικά απαράδεκτη πολιτική τού Α. Παπανδρέου το 1992-93, όταν το ΠΑΣΟΚ ήταν στην αντιπολίτευση…

    Αν και η συγκυρία, (το γεγονός ότι η θητεία τού πρωθυπουργού τής FYROM κ. Ζάεφ λήγει κανονικά το 2021 ενώ του κ. Τσίπρα το 1919), δίνει στον κ. Μητσοτάκη περιθώριο ελιγμών και καθυστερήσεων, (προκειμένου, για ευνόητους λόγους, να μην αναλάβει μέρος τού πολιτικού κόστους στην περίπτωση που η ΝΔ στηρίξει μια τέτοια -για πάρα πολλούς Έλληνες «προδοτική»- συμφωνία), δεν πρέπει για κανένα λόγο να αφεθεί να πάει χαμένη η «χρυσή» ευκαιρία Ζάεφ.

    Μου αρέσει!

  2. https://ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/makedonika/article/view/5841/5580
    Συμβολή στην κατανόηση της εθνικής ταυτότητας της εσωτερικής μακεδονικής επαναστατικής οργάνωσης (1893-1912)
    Σπυρίδων Πλουμίδης

    Είναι αποκαλυπτική η συνέντευξη (1975) του Μιχάλη Κεραμιτζή, μέλους του ΚΚΕ πριν από τον πόλεμο και βασικού στελέχους του ΣΝΟΦ και του ΝΟΦ στην Κατοχή και τον Εμφύλιο: «…Τότε (1939) δεν είχα ιδέα από αυτά τα πράγματα: μακεδόνες, μακεδονία, μακεδονικό ζήτημα, κομιτάτο κλπ. Το ίδιο και τα άλλα μακεδονικά στελέχη μας. Ένοιωθα το ίδιο που ένοιωθε και ένας έλληνας κομμουνιστής. Στο βαθμό που ένοιωθα κάτι ιδιαίτερο σαν σλαύος ένοιωθα ότι είμαι βούλγαρος…»

    Aποκαλυπτική για την μετάλλαξη αυτή των ταυτοτήτων είναι η δήλωση του Μιχάλη Κεραμιτζή, μέλους του ΣΝΟΦ στην Κατοχή και του ΝΟΦ στον Εμφύλιο: «…Μονάχα οι έλληνες κομμουνιστές μιλούσαν πάντα για μακεδόνες, και για Μακεδονία, αυτοί υπεράσπιζαν αυτή τη θέση στα δικαστήρια και καταδικάζονταν. Εγώ μέσα στο ΚΚΕ και από το ΚΚΕ, από τους έλληνες κομμουνιστές και όχι από τους μακεδόνες άρχισα να μαθαίνω ότι είμαι μακεδόνας. Αυτή είναι η αλήθεια»

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s