Απόψεις

«1968»: ο κλέφτης της Ιστορίας

Ανήκω σε μια γενιά που έζησε τα γεγονότα του Γαλλικού Μάη από την Ελλάδα της δικτατορίας, παρακολουθώντας τα μέρα με τη μέρα, αναμένοντας τη μεγάλη στιγμή ενός big bang. Θυμάμαι, ακόμη και τώρα, έντονα, τη συγκίνηση από τη φωτογραφία στις εφημερίδες, με την κόκκινη σημαία στη Σορβόνη!

Ηταν όμως ένα και μοναδικό το 1968; Και τι ακριβώς ήταν; Στα χρόνια που πέρασαν αρχίσαμε να βλέπουμε τον Παρισινό Μάη σε ένα ευρύτερο πλαίσιο.

Στα χρόνια του ’60, το αντιπολεμικό κίνημα για το Βιετνάμ, οι ταραχές στα αμερικανικά πανεπιστήμια, τα παιδιά των λουλουδιών, οι φοιτητικές διαμαρτυρίες στην Ολυμπιάδα του Μεξικού, οι υψωμένες γροθιές των μαύρων πρωταθλητών, ο Ρούντι Ντούτσκε στη Γερμανία, τα γεγονότα της Πράγας, οι Ζενγκακούρεν στην Ιαπωνία, οι φοιτητικές διαδηλώσεις στη Βρετανία, η άνοδος της κριτικής ριζοσπαστικής θεωρίας σε Γαλλία, Αγγλία και Γερμανία, ήταν γεγονότα που πλαισίωναν το 1968. Με διαφορετικά αιτήματα και σε διαφορετικό πλαίσιο από χώρα σε χώρα, η δεκαετία αυτή αναδείχτηκε σε ριζοσπαστική δεκαετία, σε μια κριτική του καταναλωτικού καπιταλισμού αλλά και του γραφειοκρατικού κομμουνισμού.

Ορισμένοι μελετητές μιλούν για τη «μακρά δεκαετία του εξήντα» γιατί, πράγματι, παρόμοιες τάσεις εμφανίστηκαν και αργότερα, στη δεκαετία του ’70 σε άλλες χώρες, και κυρίως στη Νότια Ευρώπη. Εχει γίνει πολλή συζήτηση αν το ελληνικό Πολυτεχνείο και η Μεταπολίτευση έχουν ομοιότητες ή διαφορές με το φαινόμενο 1968.

Αν πλησιάσουμε τον φακό μας πολύ κοντά, ασφαλώς θα τονίσουμε τις διαφορές. Αν υιοθετήσουμε όμως έναν ευρυγώνιο φακό, όπως ταιριάζει με τη χρονική απόσταση του μισού αιώνα από τότε, θα δούμε τη συνάφεια. Συνάφεια όχι μόνο στα σχήματα των γεγονότων, αλλά και στα συναισθήματα και στις αντιλήψεις μιας νέας γενιάς που ενηλικιώθηκε και απέκτησε ταυτότητα μέσα από αυτά.

Στο τωρινό σημείωμα θα επιχειρήσω να ανοίξω ακόμη περισσότερο το πεδίο. Το 1968 δεν ανήκει μόνο στις ανεπτυγμένες χώρες, δεν προέρχεται μόνο από τους baby boomers και τη μαζικοποίηση της εκπαίδευσης. Στέκει στο μέσον μιας εικοσαετίας η οποία περιλαμβάνει τις δεκαετίες του ’60 και του ’70.

Στην αρχή αυτής της εικοσαετίας βλέπουμε τις επαναστάσεις στην Κούβα και την Αλγερία, 1959 και 1962 αντίστοιχα, κορυφώσεις του κύματος απο-αποικιοποίησης στην Αφρική, στη Μέση Ανατολή, στη Νότια Ασία και στη Λατινική Αμερική, σε ό,τι σήμερα ονομάζουμε παγκόσμιο Νότο. Το τέλος της εικοσαετίας αυτής συμπίπτει πάλι με μια συγκλονιστική λαϊκή επανάσταση, την ισλαμική, στο Ιράν το 1978. Ολα αυτά έχουν συνάφεια ή είναι χρονικές συμπτώσεις;

Το 1945 ο Τζορτζ Οργουελ σ’ ένα δοκίμιο, όπου πρωτοδιατύπωσε τον όρο «Ψυχρός Πόλεμος», έλεγε ότι η ατομική βόμβα θα στερούσε πλέον τους λαούς από οποιαδήποτε δυνατότητα εξέγερσης και θα παγίωνε την κυριαρχία στον πλανήτη σε τρεις υπερδυνάμεις. Αυτή η εικοσαετία 1959-1978, λοιπόν, έδειξε ότι ούτε το ένα συνέβη ούτε το άλλο. Ισα-ίσα το αντίθετο. Εδειξε πόσο ασταθής ήταν η μεταπολεμική τάξη που εγκαθιδρύθηκε με τον ψυχρό πόλεμο. Δηλαδή, μία δεκαετία μετά το τέλος των εμφυλίων πολέμων στην Ελλάδα και στην Κίνα το 1949, που παγίωσε το ψυχροπολεμικό καθεστώς στον κόσμο, άρχισε το σταδιακό ξήλωμά του.

Σε πολλά επίπεδα. Δημιούργησε καθεστώτα που ξέφυγαν από τον διπολισμό, εκεί που οι επαναστάτες πήραν την εξουσία, αλλά και εκεί όπου οι εξεγέρσεις και τα κινήματα δεν πέτυχαν, άλλαξαν εντούτοις τις ιδέες για την πολιτική και δημιούργησαν δημοκρατικά ανοίγματα, επεκτάθηκαν τα δικαιώματα και το κράτος πρόνοιας.

Οπως τα χρόνια μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ακολούθησε ένα επαναστατικό κύμα το οποίο, εκτός από τη Ρωσία, απλώθηκε σε πολλές χώρες στη δεκαετία του 1920, έτσι και μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η εικοσαετία αυτή έχει τα χαρακτηριστικά πολλών κοινωνικών εξεγέρσεων και αλλαγών, στις οποίες συμμετείχε και η Ελλάδα, διαφορετικών μεταξύ τους, οι οποίες ναι μεν δεν κατέληξαν σε μια μεγάλη ανατροπή, ανάλογη εκείνης του 1917, μπορούν ωστόσο να συνοψιστούν σε μια μεγάλη πολιτική και πολιτισμική αμφισβήτηση.

Ηταν μια οιονεί επανάσταση, που έφτασε και εξάντλησε τα όριά της το 1978. Οταν δηλαδή στο Ιράν μία από τις πιο αυθεντικές λαϊκές εξεγέρσεις που συνέβησαν ποτέ στον κόσμο, έφερε στην επιφάνεια τη θρησκεία ως απάντηση στα πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα, στον μουσουλμανικό κόσμο.

Σήμερα, απέχουμε μισόν αιώνα από το 1968, όσο δηλαδή απείχε το 1968 από το 1917. Κι όμως, η απόσταση, λόγω συμπυκνωμένης ιστορίας, είναι μεγαλύτερη. Υπήρξαν και καινούργια επαναστατικά ρεύματα, όπως στα 1989/90 στην Ανατολική Ευρώπη, και το 2011 με την αραβική άνοιξη και τις πλατείες των αγανακτισμένων, αλλά με σαφώς μικρότερη απήχηση ή και αντίθετα αποτελέσματα.

Σήμερα είναι έκδηλη η απουσία ενός ριζοσπαστικού ρεύματος στον κόσμο. Ωστόσο, όπως είδαμε και στη διάψευση των εύλογων βεβαιοτήτων του Οργουελ, η ενδεχομενικότητα στην Ιστορία είναι σαν τον νυχτερινό κλέφτη. Δεν ξέρεις πότε θα ’ρθει και πώς θα μπει.

* ιστορικός – Πανεπιστήμιο Αθηνών

 

Πηγή: «1968»: ο κλέφτης της Ιστορίας | Η Εφημερίδα των Συντακτών

Σχετικά:

Advertisements

2 σκέψεις σχετικά με το “«1968»: ο κλέφτης της Ιστορίας”

  1. Όλα κρίνονται εκ του αποτελέσματος. Και το αποτέλεσμα καθορίζεται από τις επιδιώξεις των πρωταγωνιστών. Οι φοιτητές ήθελαν το μέγιστο (την ανατροπή του καπιταλισμού + του γραφειοκρατικού σοσιαλισμού), αλλά οι εργάτες ήθελαν απλά βελτίωση των αποδοχών τους (το δικαιότερο μοίρασμα της πίτας). Το αποτέλεσμα, που λέγαμε, ήταν ότι ο Μάης του ’68 εμπλούτισε και ισχυροποίησε τον καπιταλισμό. Παράλληλα, βελτίωσε τη ζωή των ανθρώπων, ειδικά των νέων, σε πολλά επιμέρους θέματα. Χαντακώθηκαν όμως πολλά άλλα, στα πενήντα χρόνια που πέρασαν. Δε χρειάζεται ένας νέος «Μάης», μεγαλεπήβολος και χαώδης, όπως εκείνος του ’68 – είναι το μόνο σίγουρο. Αλλά δεν θα πω εγώ τι χρειάζεται, αυτό είναι δουλειά της παγκόσμιας πιτσιρικαρίας. Αν μπορέσει να μιλήσει έγκαιρα την ίδια γλώσσα και να συνεννοηθεί, για το δέον γενέσθαι.

    Αυτές οι σκέψεις γεννήθηκαν όταν διάβαζα το νοσταλγικό και κάπως δοξαστικό κείμενο του Αντώνη Λιάκου.

    Μου αρέσει!

  2. Τα έχει κάνει ολίγον σαλάτα ο καθηγητής Λιάκος.

    Πρώτα από όλα, σε σχέση με προηγούμενα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, όπως αυτό της Αλγερίας ή την επανάσταση στην Κούβα, εαν κάτι έχει αποδείξει η νεώτερη ιστορική έρευνα αυτό είναι ότι η επίδρασή τους ήταν πολύ πιο περιορισμένη στο – ας το ονομάσουμε έτσι – κίνημα αμφισβήτησης που ξέσπασε στα μέσα της δεκαετίας του ’60 και κράτησε περίπου ως τα μέσα της δεκαετίας του ’70. Επαναστάσεις όπως αυτή της Κούβας ή εθνικοαπελευθερωτικοί αγώνες όπως αυτός της Αλγερίας όντως είχαν κάποια επίδραση, σε όσους όμως ήδη δραστηριοποιούνταν στις τάξεις της Αριστεράς (δεν μιλώ για την Ελλάδα αλλά για το εξωτερικό) – ποσοστό όμως που εκείνα τα χρόνια ήταν πολύ μικρό. Οπότε η επίδραση των συγκεκριμένων γεγονότων στο κίνμηα αμφισβήτησης της δεκαετίας του ’60 είναι υπαρκτή μεν (αν μη τι άλλο γιατί συμμετείχαν και αριστεροί σε αυτό το κίνημα) αλλά πολύ πιο περιορισμένη από όσο πιστεύονταν παλιότερα.

    Επίσης μπλέκει στην αφήγησή του και τελείως άσχετες καταστάσεις, όπως για παράδειγμα την Άνοιξη της Πράγας, το φιλελεύθερο κλίμα της οποίας ενθάρρυνε μία ανάλογα φιλελεύθερη διάθεση, με σαφείς τάσεις αμφισβήτησης, σε όλες σχεδόν τις χώρες του ανατολικού συνασπισμού. Εαν κανείς επικεντρώσει την προσοχή του αυστηρά στα εξωτερικά γνωρίσματα της Άνοιξης της Πράγας, στα χαρακτηριστικά αυτά διαμέσου των οποίων εκφράζονταν αυτή η φιλελεύθερη ορμή του κόσμου στα κομμουνιστικά καθεστώτα, αυτά όντως είχαν ομοιότητες με αρκετά από τα χαρακτηριστικά της εξέγερσης που λάμβανε χώρα στην Δύση εκείνο τον καιρό. Αναφέρομαι σε χαρακτηριστικά όπως οι διαδηλώσεις, μία ακατανίκητη διάθεση για ελεύθερη έκφραση, μία αμφισβήτηση των υπάρχοντων δομών, της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων. Εαν λοιπόν επικεντρώσει κανείς αποκλειστικά την προσοχή του σε αυτές τις, εξωτερικές, πλευρές των δύο καταστάσεων τότε δικαιολογείται να τσουβαλιάζει την κατά κύριο λόγο πολιτιστική εξέγερση της καπιταλιστικής Δύσης (η οποία είχε και πολιτική διάσταση αλλά υπερίσχυε η πολιτιστική) με την πολύ περισσοτερο πολιτική εξέγερση στην κομμουνιστική Ανατολή (η οποία σαφώς και είχε και αυτή μία πολύ έντονη πολιτιστική διάσταση αλλά την δεδομένη χρονική στιγμή είχε υπερισχύσει η πολιτική).
    Για να το πω αλλιώς, αν κανείς κοιτάξει το περιεχόμενο των δύο εξεγέρσεων, τα αιτήματα που έθεσαν (περισσότερο η λιγότερο σαφώς), τότε πολύ εύκολα θα διαπιστώσει ότι υπήρχαν πολύ σημαντικές διαφορές – στην Δύση τα αιτήματα είχαν να κάνουν με την αίσθηση ότι πλέον το ζήτημα της υλικής επιβίωσης ήταν λυμένο* και αυτό που έπρεπε να βρεθεί ήταν πως θα γίνει η ζωή όσο λιγότερο πληκτική και όσο περισσότερο ευχάριστη γίνονταν («δικαίωμα στην ηδονή», όπως έλεγε και ένα γνωστό σύνθημα του Μάη) ενω στην κομμουνιστική Ανατολή οι άνθρωποι αγωνίζονταν για να ‘χουν την δυνατότητα να εκφράζονται χωρίς τον φόβο της καταστολής του κράτους, όπως επίσης και για την κατάκτηση ενός καλύτερου υλικού επιπέδου από αυτό που τους πρόσφερε ο κομμουνισμός, που συγκρινόμενο με αυτό που είχαν κατακτήσει οι χώρες της Δύσης ήταν πολύ χαμηλό.

    * Όπως όμως απέδειξε η κατοπινή εξέλιξη των δυτικών οικονομιών (ιδίως η οικονομική κρίση στα μέσα της δεκαετίας του ’70), με την επιστροφή φαινομένων όπως η οικονομική ύφεση και η αύξηση της ανεργίας, η μάχη με την υλική επιβίωση δεν είχε τελειώσει, κάθε άλλο, και η αίσθηση ότι αυτό το θέμα είχε λυθεί άπαξ και δια παντός δεν ήταν τελικά τίποτα άλλο παρά μία ψευδαίσθηση. Ψευδαίσθηση που οφείλονταν στο γεγονός ότι η πολύ υψηλών ρυθμών μεταπολεμική οικονομική ανάπτυξη, ακριβώς επειδή είχε διαρκέσει τόσο πολύ (25 με 30 χρόνια, νούμερα που σήμερα φαντάζουν απίστευτα), είχε δημιουργήσει την εντύπωση ότι θα κρατήσει για πάντα. Αλίμονο όμως, όλα τα καλά πράγματα κάποτε τελειώνουν.

    Τα περί «κριτικής του καταναλωτισμού» εκ μέρους του κινήματος αμφισβήτησης της δεκαετίας του ’60 τα πίστευα κάποτε αλλά πλέον τα ακούω βερεσέ. Μπορεί να υπήρχε αυτή η πρόθεση εκ μέρους των εξεγερμένων νέων τότε (που είναι και το πιθανότερο), και γενικότερα όσων μετείχαν στο κίνημα αμφισβήτησης της εποχής, αλλά τελικά το σπέρμα για μία αποθέωση του καταναλωτικού καπιταλισμού ήδη ενυπήρχε, σε εμβρυακή μορφή, μέσα στα αιτήματα, ή μάλλον, πιο σωστά, στα συνθήματα, με τα οποία εκφράζονταν το νέο ελευθεριακό πνεύμα – συνθήματα που εξυμνούσαν το «κάνε το δικό σου», το «δικαίωμα στην ηδονή», το «κάτω από το πλάκες του δρόμου η αμμουδιά», και ένα σωρό άλλα ανάλογα συνθήματα, ύμνος το καθένα από αυτά στην ατομικότητα, στην απόλαυση της ζωής, στην δημιουργικότητα. Α, ναι, και στην κατανάλωση. Γιατί βέβαια όλες οι παραπάνω αξίες είναι αξεδιάλυτα συνδεδεμένες με την κατανάλωση.
    Εαν θες να δημιουργήσεις πρέπει να καταναλώσεις όλων των ειδών τα πράγματα προκειμένου να δημιουργήσεις (και να καταναλώσουν βέβαια και κάποιοι αυτό που θα δημιουργήσεις). Εαν θες να ζήσεις με βάση τις ατομικές σου προτιμήσεις, την «ατομικότητά» σου, σίγουρα κάτι θα πρέπει να καταναλώσεις (αν μη τι αλλο, γιατί κάποια κατανάλωση σίγουρα βοηθάει σημαντικά και στο σπάσιμο της μονοτονίας – άλλη γνωστή νέμεση του κινήματος αμφισβήτησης της δεκαετίας του ’60), και αυτό γιατί η ικανοποίηση πολλών από τις ατομικές μας προτιμήσεις, της ατομικότητας μας δηλαδή, περνάει μέσα από την κατανάλωση (προϊόντων ή εμπειριών).
    Και αν θες να απολαύσεις την ζωή σίγουρα μπορείς να το πετύχεις αυτό περιορίζοντας την κατανάλωσή σου στο ελάχιστο, είναι εφικτός αυτός ο στόχος. Αλίμονο όμως, για ελάχιστους. Για την συντριπτική πλειοψηφία η απόλαυση της ζωής είναι στενά συνδεδεμένη με ένα κάποιο βαθμό κατανάλωσης.

    Καθίσταται λοιπόν αντιληπτό ότι ο σπόρος του καταναλωτισμού (ενός νέου βέβαια τύπου καταναλωτισμού) ενυπήρχε ήδη σε εμβρυακή μορφή σε κάθε μία από τις αξίες του μεγάλου αυτού κινήματος αμφισβήτησης που έλαβε χώρα την δεκαετία του ’60. Οπότε, και ανεξάρτητα από το πως φαντάζονταν τα πράγματα στο μυαλό τους οι τότε συμμετέχονες, το κίνημα διαμαρτυρίας της δεκαετίας του ’60 οδήγησε τις κοινωνίες της Δύσης (και της, μη-κομμουνιστικής πλέον, Ανατολής) στην υιοθέτηση τρόπων ζωής όπου η κατανάλωση παίζει ακόμα μεγαλύτερο ρόλο από ότι παλιότερα.

    Ο Λιάκος έχει δίκιο σε τούτο, ότι επρόκειτο για κίνημα που εναντιώθηκε στον κομμουνισμό (λόγω του αντιαυταρχικού πνεύματος από το οποίο εμφορούνταν και το οποίο το έφερνε σε αναγκαστική αντιπαράθεση με τον άκρως αυταρχικό μουμιοποιημένο και πλήρως γραφεικρατικό κομμουνισμό) αλλά και στον καπιταλισμό. Στον καπιταλισμό όμως της εποχής του – δηλαδή έναν καπιταλισμό με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, έναν καπιταλισμό μονίμως κοστουμαρισμένο και με γραβάτα και με τα μαλλιά πάντα κοντά, και τους νέους να έχουν στόμα αλλά να μην τους επιτρέπεται να βγάλουν άχνα, παρεκτός και αν αυτά που θα έλεγαν τύγχαναν της απολύτου έγκρισης των μεγάλων. Απέναντι σε αυτόν καπιταλισμό ήταν που εξεγέρθηκε τότε πολύς κόσμος, με πρώτους και καλύτερους τους νέους. Δεν ήξεραν πως ακριβώς να ονομάσουν αυτό με τον οποίο ήθελαν να τον αντικαταστήσουν και έτσι κατέφυγαν στην υιοθέτηση της ορολογίας κοινωνικών θεωριών που προϋπήρχαν και εξέφραζαν εναντίωση στον καπιταλισμό. Όροι όπως «αντιαυταρχικός σοσιαλισμός», «ελευθεριακός κομμουνισμός», «ζωή χωρίς αλλοτρίωση», αυτό ακριβώς έκαναν, προσπαθούσαν να εκφράσουν μέσα από τον ζουρλομανδύα της ορολογίας παλιών θεωριών αυτό που ήταν νέο, αυτό που ήταν πρωτότυπο, και όπως ήταν φυσικό απέτυχαν.

    Εκεί που ο Λιάκος κυριολεκτικά χάνει τον έλεγχο είναι που θεωρεί ότι το κίνημα αμφισβήτησης της δεκαετίας του ’60 έληξε με την… ιρανική επανάσταση (κάνει δε και το λάθος να την τοποθετεί το 1978, όμως η ιρανική επανάσταση έλαβε χώρα το ’79, τον Φεβρουάριο). Έχω διαβάσει δεκάδες βιβλία για το κίνημα της δεκαετίας του ’60 και εκατοντάδες άρθρα από ιστορικούς, κοινωνιολογους, πολιτικούς επιστήμονες, ανθρώπους που είχαν λάβει μέρος σε αυτό. Δεν υπάρχει σχεδόν κανένας* που να συνδέει εκείνο το κίνημα με την ιρανική επανάσταση 10 χρόνια αργότερα. Και είναι λογικό, δεν έχουν καμία σχέση, σε κανένα επίπεδο – άλλα τα αιτήματα, άλλα οι κοινωνικο-πολιτικές συνθήκες, άλλες οι στοχεύσεις, άλλες οι αξίες από τις οποίες εμφορούνταν οι συμμετέχοντες στα δύο κινήματα, άλλα όλα. Πως κατάφερε ο Λιάκος και τα συνέδεσε? Άγνωστο.

    * O μόνος που έχω διαβάσει, και ο οποίος μιλούσε με θετικά λόγια για το κίνημα αμφισβήτησης της δεκαετίας του ’60 (αν και οι εξεγερμένοι δεν του το αναταπέδωσαν – δεν αναγνώριζαν την φωνή τους στα λόγια του ή στις θεωρίες του) όπως επίσης και για την ιρανική επανάσταση, είναι ο Μισέλ Φουκώ. Αν και, αν θυμάμαι καλά, ούτε και αυτός τα συνέδεε, όπως κάνει ο Λιάκος.
    Σε σχέση πάντως με τα υπόλοιπα που λέει ο Λιάκος για την Ιρανική επανάσταση (τα οποία είναι χοντρές ανοησίες), ότι ήταν μία «αυθεντικά λαϊκή επανάσταση», παρόμοιες απόψεις είχε εκφράσει και ο Φουκώ. Ίσως από αυτόν να επηρεάστηκε ο Λιάκος.

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s