Ερμής

Πρόσφυγες

 

881916_rx_1_Exodus

«Να μιλήσουμε τώρα για τον εμφύλιο;»

«Όχι.  Αν πάμε κατευθείαν σε αυτά, απλά θα χάσουμε και οι δύο το χρόνο μας»

«Πόσο πίσω πρέπει να πάμε;»

«Όχι πολύ. Να έχουμε όμως μια εικόνα για την ελληνική κοινωνία, την οικονομία,  το κράτος και τις πολιτικές δυνάμεις όπως είχαν διαμορφωθεί στις παραμονές του πολέμου. Για τους πρόσφυγες και τον Εθνικό Διχασμό, για τη δικτατορία των Γεωργίου – Μεταξά, τέτοια. Μετά μπορούμε να περάσουμε στην κατοχή στην Ελλάδα και την Ευρώπη, την αντίσταση, την απελευθέρωση, το Δεκέμβρη και ούτω καθεξής»

Ο Ερμής είχε καταστρώσει ένα σχεδιάγραμμα για τη συζήτησή μας. Έγνεψα ότι συμφωνώ.

«Ποιο ήταν το σημαντικότερο σημείο πριν τον πόλεμο και την κατοχή;»

«Η Μικρασιατική καταστροφή, οι συνέπειες της οποίας υπήρξαν καθοριστικές για τις εξελίξεις στην Ελλάδα του 20ου αιώνα. Και για τον τρόπο με τον οποίον εξελίχθηκαν η αντίσταση στην κατοχή και ο εμφύλιος. Κλειδί ήταν οι πρόσφυγες. Σε όλες τις διεργασίες, η συμμετοχή τους υπήρξε καθοριστική. Χωρίς τις προσφυγογειτονιές της Αθήνας, στις οποίες κυριαρχούσε το ΕΑΜ, δεν θα γινόντουσαν τα μπλόκα των Γερμανών και των δοσιλόγων.  Δεν θα είχε κοινωνική βάση το ΕΑΜ,  αλλά ούτε ο ΕΔΕΣ του Ζέρβα στην Αθήνα. Δεν θα υπήρχαν οι τρομερές συγκρούσεις  πριν και μετά την απελευθέρωση στη Μακεδονία,  οι οποίες σε μεγάλο βαθμό αφορούσαν τους πρόσφυγες. Δεν θα υπήρχε Δεκέμβρης»

Τον κοίταξα περισσότερο μπερδεμένος. Ο Ερμής χαμογέλασε.

«Εσύ είσαι παλιοελλαδίτης,  Πελοποννήσιος. Οι Μωραΐτες είχαν εκατόν είκοσι χρόνια  από το 1821 ως την κατοχή,  να φαγωθούν μεταξύ τους και να κατασταλάξουν τα πράγματα.  Παρόλα αυτά, οι εμφύλιες συγκρούσεις στην Πελοπόννησο  ήταν  από τις χειρότερες.  Φαντάσου τώρα, ενάμισι εκατομμύριο πρόσφυγες από την Ιωνία,  τη Θράκη και τον Πόντο, έφτασαν στην Ελλάδα τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1920.  Όταν τους βρήκε η κατοχή, αναζητούσαν ακόμα διέξοδο  στα μεγάλα προβλήματα που αντιμετώπιζαν,  τα οποία ξαφνικά μεγεθύνθηκαν και έγιναν εκρηκτικά. Ήταν το ένα πέμπτο του πληθυσμού, αναλογικά όμως συμμετείχαν πολύ πιο ζωηρά από τους ντόπιους  και επάνδρωσαν τόσο τον ΕΛΑΣ όσο και τα δοσιλογικά σώματα, με αποτέλεσμα να συγκρουστούν ανηλεώς  με τους άλλους και μεταξύ τους. Ήταν συγκεντρωμένοι σε μεγάλους αριθμούς  σε Αθήνα,  Πειραιά  και Θεσσαλονίκη,  καθώς και στην ύπαιθρο της Μακεδονίας και της Θράκης.  Αυτό πολλαπλασίαζε το ειδικό τους βάρος σε αυτές τις πόλεις και τις περιοχές»

Αυθόρμητα αναστέναξα.

«Πόσα χρόνια ασχολείσαι με τη δεκαετία του ‘40;»

«Δύο…  σχεδόν»

«Έχεις να φας πολλά καρβέλια ακόμα»,  μουρμούρισε ο Ερμής.  «Ίσως σου δώσω μερικά πατήματα, αφού ασχολούμαι ανελλιπώς από το 1941. Αλλά για να κατανοήσεις πραγματικά, θα χρειαστεί να κάνεις στη δική σου μελέτη και το δικό σου στοχασμό,  τις επόμενες δεκαετίες»

Οι πρωτοετείς από το διπλανό τραπέζι είχαν στήσει αυτί και δεν έχαναν λέξη. Κάποια στιγμή μάλωσαν με νοήματα τις δύο κοπελιές που κουβέντιαζαν μεταξύ τους για περισσότερο επίκαιρα θέματα,  κι αυτές  έμειναν ήσυχες για λίγα λεπτά. Μετά σηκώθηκαν και πήγαν να χαζέψουν ένα μαγαζάκι με  χειροποίητα κοσμήματα, λίγα μέτρα πιο κει.

«Ενδιαφέρομαι!»

«Προφανώς»,  είπε με χαμόγελο Ερμής. «Αλλιώς δεν θα άφηνες την εξεταστική,  για ν’ ακούσεις παμπάλαιες ιστορίες.  Αλήθεια, πώς πήγε σήμερα με την Παθολογική Ανατομική;»

«Μεταξύ έξι και επτά.  Έχασα δύο θέματα που δεν πρόλαβα να τα ξαναδώ επειδή άργησα χθες το βράδυ. Γι’ αυτό έβαλα ρήτρα,  αν έχω κάτω από οκτώ,  παρακαλώ να μη σταλεί ο βαθμός στη γραμματεία»

«Που σημαίνει;»

«Ότι θα το ξαναδώσω τον Σεπτέμβρη»

Οι συνάδελφοι από δίπλα με ατένιζαν με δέος, γιατί δεν μου έκαναν τόσοι θαυμάσιοι βαθμοί, πέντε, έξι και εφτά. Ο Ερμής κούνησε το κεφάλι επιδοκιμαστικά και έφερε πάλι τη συζήτηση στους πρόσφυγες.

«Πρόσφυγες δεν εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στα 1922. Στα 1910 ήρθαν χιλιάδες Βόσνιοι μουσουλμάνοι σε περιοχές κοντά στη Θεσσαλονίκη,  με πρωτοβουλία των νεότουρκων, οι οποίοι ήθελαν να μετακινήσουν τον οθωμανικό πληθυσμό  από τις επικίνδυνες περιοχές, στην ασφαλή Μακεδονία.  Αυτό προκάλεσε τις διαμαρτυρίες των χριστιανών, που έχαναν κοινοτικές γαίες τις οποίες καλλιεργούσαν οι ίδιοι, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ωστόσο αυτή η πρόδρομη επιχείρηση δεν σημείωσε επιτυχία, για δύο λόγους. Ο ένας ήταν η προπαγάνδα των Αψβούργων προς τους Βόσνιους μουσουλμάνους για να μείνουν και ο άλλος, ο κυριότερος, επειδή οι ίδιοι δεν ήθελαν να  εγκαταλείψουν τις εστίες τους.  Εξάλλου σύντομα ξέσπασαν οι βαλκανικοί πόλεμοι  και η Μακεδονία δεν ήταν πια ασφαλής προορισμός για τους Οθωμανούς και τους Μουσουλμάνους»

«Τους ταλαιπώρησε ο ελληνικός στρατός;»

«Όχι  ιδιαίτερα. Το έκαναν όμως οι δύο άλλοι στρατοί που προέλαυναν στα οθωμανικά Βαλκάνια, ο σερβικός και ο βουλγαρικός. Πολλοί μουσουλμάνοι χωρικοί διέφευγαν προς τα εδάφη που έλεγχαν οι Έλληνες, για να γλυτώσουν από τους άλλους, τους οποίους συνόδευαν σώματα ατάκτων. Το πρόβλημα για τους γαιοκτήμονες μουσουλμάνους της Μακεδονίας ήταν ότι οι χριστιανοί, μεταξύ των οποίων και Έλληνες,  έκαναν ντου στις μεγάλες ιδιοκτησίες. Και για τους πολλούς φτωχούς μουσουλμάνους χωριάτες, ότι πολλά νεκροταφεία οργώθηκαν, μεντερσέδες επιτάχθηκαν και τζαμιά μετατράπηκαν και αχυρώνες και στάβλους, στις περιοχές που είχε κυριαρχήσει ο βουλγαρικός στρατός. Στα μέρη που είχαν φτάσει Κρητικοί χωροφύλακες, οι μουσουλμάνοι χωρικοί γνώρισαν ταπεινώσεις και δυσκολίες στη διατήρηση και στη διαχείριση των περιουσιών τους. Τα πράγματα χειροτέρεψαν όταν άρχισαν να έρχονται Έλληνες πρόσφυγες από τη Θράκη, διωγμένοι από Βούλγαρους και Οθωμανούς»

«Ήταν πολλοί;»

«Στα τέλη του 1913, περισσότεροι από εκατό χιλιάδες. Ήταν επόμενο να αναζητήσουν εκδίκηση,  αλλά και οικιστική και περιουσιακή αποκατάσταση, εις βάρος των μουσουλμάνων. Το γεγονός αυτό και, σε μεγαλύτερο βαθμό, η συνεχής πίεση από τους Σλάβους χριστιανούς χωρικούς, δημιούργησε ρεύμα εξόδου χιλιάδων μουσουλμάνων από τη Μακεδονία»

«Προς τα που πήγαιναν αυτοί;»

«Προς Σμύρνη και Κωνσταντινούπολη»

«Πόσοι ήταν;»

«Συνολικά εκατόν σαράντα χιλιάδες, ως τον Απρίλη του 1914. Απ’ αυτούς, είκοσι τέσσερις χιλιάδες προέρχονταν από την ελληνική επικράτεια, οι υπόλοιποι ήταν από τη σερβική και τη βουλγαρική. Η ελληνική διοίκηση δεν είχε καμία πρόθεση να διώξει τους μουσουλμάνους από τη Μακεδονία, γιατί στην περίπτωση αυτή, η νέα πλούσια γη θα έμενε ακαλλιέργητη.  Και γιατί υπήρχαν πολύ περισσότεροι Έλληνες χριστιανοί στη Μικρά Ασία, στην Κωνσταντινούπολη και σε άλλες περιοχές της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Οι οποίοι, ωστόσο, δεν γλίτωσαν ένα πρώτο κύμα διώξεων, αφού οι μουσουλμάνοι της Μακεδονίας όταν έφτασαν στη Μικρά Ασία  αναζήτησαν εκδίκηση και περιουσιακή αποκατάσταση εις βάρος των χριστιανών, δηλαδή των Ελλήνων που ζούσαν εκεί. Τότε σχηματίστηκαν τα πρώτα άτακτα σώματα γι’ αυτή τη δουλειά, οι τσέτες. Το τζίνι που θα οδηγούσε  στις μεγάλες μετακινήσεις  των πληθυσμών, είχε ήδη βγει από το μπουκάλι»

«Στη Θεσσαλονίκη, έγιναν διώξεις μουσουλμάνων;»

«Στη Θεσσαλονίκη τα πράγματα ήταν πολύ καλύτερα από την επαρχία, αλλά και εκεί  υπήρχαν σοβαρές αυτοδικίες από Έλληνες πρόσφυγες, που εισέβαλαν βίαια σε μουσουλμανικά μαγαζιά και σε σπίτια και έκαναν κατάληψη. Η αποκατάσταση των νόμιμων μουσουλμάνων ιδιοκτητών δεν ήταν καθόλου εύκολη υπόθεση. Παράλληλα,  οι μουσουλμάνοι της Θεσσαλονίκης είχαν να αντιμετωπίσουν τους Κρητικούς χωροφύλακες, που τους ταλαιπωρούσαν για ψύλλου πήδημα, αλλά και τη χλεύη του χριστιανικού πληθυσμού, για τις πολιτισμικές τους ιδιαιτερότητες και κυρίως για τις θρησκευτικές τους εκδηλώσεις. Τα δύο πρώτα χρόνια, δεκαπέντε χιλιάδες μουσουλμάνοι εγκατέλειψαν τη Θεσσαλονίκη, ανάμεσά τους η οικογένεια του Κεμάλ Ατατούρκ. Παρά τη βούληση του ελληνικού κράτους, που ήθελε μεν να κρατήσει τους μουσουλμάνους υπηκόους του, σε καθεστώς ισονομίας  και ασφάλειας, αλλά δεν μπορούσε  να επιβληθεί και να καταστείλει τις αυτοδικίες των Ελλήνων προσφύγων, οι οποίοι αντιμετώπιζαν μεγάλα προβλήματα επιβίωσης και αποκατάστασης. Ούτε των Κρητικών χωροφυλάκων, οι οποίοι μόλις πρόσφατα είχαν απαλλαγεί από την οθωμανική  επικυριαρχία  στην ιδιαίτερη πατρίδα τους, μετά από ατελείωτες και αιματηρές εξεγέρσεις. Οι μουσουλμάνοι πήραν μέρος στις εκλογές  του 1915,  ψήφισαν μαζικά κατά του Βενιζέλου και εξέλεξαν δεκαέξι βουλευτές,  στο κοινοβούλιο του Βασιλείου της Ελλάδος.  Είχαν μείνει περίπου τριάντα χιλιάδες στη Θεσσαλονίκη και πάνω από τριακόσιες χιλιάδες στις επαρχίες. Η ψήφος τους στις εκλογές του 1920  ήταν καθοριστική,  όπως και εκείνη των Εβραίων, για την ήττα του Βενιζέλου, συνεπώς και για τις τραγικές εξελίξεις που ακολούθησαν»

«Εννοείτε τη Μικρασιατική Καταστροφή;»

«Ναι. Το Σεπτέμβρη του 1922 άρχισαν να φτάνουν εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες, οι περισσότεροι στον Πειραιά και στη Θεσσαλονίκη, όπου στήθηκαν μεγάλοι χώροι για καραντίνα. Το ίδιο στη Μακρόνησο. Ο όρος Μικρασιατική Καταστροφή δεν είναι τυχαίος. Εκφράζει ακριβώς αυτό που συνέβη. Με τη συνθήκη της Λωζάνης, συμφωνήθηκε και η ανταλλαγή των πληθυσμών. Οι χριστιανοί στην Ελλάδα, οι μουσουλμάνοι στην Τουρκία, με κάποιες εξαιρέσεις. Με την ανταλλαγή έκλεισε μία δεκαετία πολέμων στα Βαλκάνια, η οποία μεταξύ των άλλων διέλυσε την οθωμανική αυτοκρατορία και ισχυροποίησε  την Ελλάδα, τη Σερβία και τη Βουλγαρία, ενώ δημιούργησε την Τουρκία. Στο τέλος του 1923 είχαν ολοκληρωθεί  οι υποχρεωτικές μετακινήσεις και η ηττημένη στην τελευταία φάση Ελλάδα  του Εθνικού Διχασμού είχε να αντιμετωπίσει και το τεράστιο πρόβλημα της αποκατάστασης των προσφύγων. Στην απογραφή του 1928 βρέθηκαν ένα εκατομμύριο διακόσιες είκοσι δύο χιλιάδες πρόσφυγες. Αυτοί είχαν επιζήσει και κάποιοι είχαν γεννηθεί στην Ελλάδα»

«Τι προέλευση είχε αυτός ο κόσμος;»

Από τη Μικρά Ασία είχαν έρθει εξακόσιες είκοσι επτά χιλιάδες. Από τη Θράκη, διακόσιες πενήντα επτά χιλιάδες. Από τον Πόντο, εκατόν ογδόντα δύο χιλιάδες. Πολλοί από τις εκατοντάδες χιλιάδες που είχαν έρθει από Μικρασία και Πόντο ερχόντουσαν για δεύτερη φορά. Η πρώτη ήταν στο διάστημα 1912-19,  αλλά επέστρεψαν στις εστίες τους όταν πήγε ελληνικός στρατός στη Μικρά Ασία και αναγκάστηκαν να φύγουν ξανά με την κατάρρευση του μετώπου και με την ανταλλαγή των πληθυσμών. Από τη Βουλγαρία σαράντα εννέα χιλιάδες. Από τον Καύκασο, σαράντα επτά χιλιάδες. Από την Κωνσταντινούπολη τριάντα οχτώ χιλιάδες, από τη Ρωσία έντεκα χιλιάδες, από τη Σερβία έξι χιλιάδες. Είχαν έρθει άλλες δυόμιση χιλιάδες από την Αλβανία, περίπου επτακόσιοι από τα Δωδεκάνησα και άλλοι τόσοι από τη Ρουμανία. Ήρθαν πενήντα επτά από τη Κύπρο και οχτώ από την Αίγυπτο. Λογικά η επόμενη ερώτηση είναι πως μοιράστηκαν όλοι αυτοί στον ελληνικό χώρο»

881941_Scan-26.jpg

«Πως τα θυμάστε όλα αυτά τα νούμερα;»

Ο Ερμής γέλασε.

«Ένα από τα ελάχιστα χαρίσματά μου είναι ότι έχω μνήμη ελέφαντα. Αν και τα τελευταία χρόνια βλέπω ότι το χάνω σιγά σιγά, αλλά για τα πρόσφατα, όχι για τα παλιά. Λοιπόν, στα 1928, τη χρονιά της απογραφής, σχεδόν εξακόσιες σαράντα χιλιάδες είχαν εγκατασταθεί στη Μακεδονία και αποτελούσαν το σαράντα πέντε τοις εκατό του πληθυσμού της. Εκατό χιλιάδες στη Θράκη, εκεί το ποσοστό στον πληθυσμό ήταν τριάντα πέντε τοις εκατό. Διακόσιες ογδόντα μία χιλιάδες κατοικούσαν στην Αττικοβιωτία, το είκοσι επτά και μισό του πληθυσμού. Κι άλλες εκατόν ενενήντα τέσσερις χιλιάδες είχαν μοιραστεί στην υπόλοιπη Ελλάδα, με το ποσοστό τους στον γενικό πληθυσμό να πέφτει δραματικά στο πέντε και πενήντα εννέα τοις εκατό. Συνεπώς η αποκατάσταση έγινε κυρίως στο Βορρά και στην Αττική»

«Πώς οργανώθηκε η αποκατάσταση;»

«Για δύο ή τρία χρόνια οι πρόσφυγες έμειναν συγκεντρωμένοι σε προσωρινούς καταυλισμούς σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Βόλο, Καβάλα και Καλαμάτα. Από το 1925 άρχισε τη δράση της η Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων, η οποία είχε ιδρυθεί το 1923. Ήταν ένας αυτόνομος οργανισμός με έδρα την Αθήνα, υπό την εποπτεία της Κοινωνίας των Εθνών. Πρόεδρος τοποθετήθηκε ο Ερρίκος Μοργκεντάου, ο οποίος ήταν Αμερικανός διπλωμάτης. Σκοπός της ήταν η στέγαση και η απασχόληση των προσφύγων και η ΕΑΠ άρχισε δουλειά μόλις εξασφαλίστηκαν οι πόροι»

«Από πού;»

«Από το ελληνικό κράτος, από εισφορές οργανώσεων και ιδιωτών και βοήθεια από τον Ερυθρό Σταυρό της Βρετανίας, της Σουηδίας, των ΗΠΑ και άλλες πηγές. Η Ελλάδα ζήτησε της βοήθεια της Κοινωνίας των Εθνών. Δηλαδή, δάνειο. Γιατί δεν υπήρχαν μόνο οι πρόσφυγες, τα δημόσια οικονομικά ήταν σε πολύ άσχημη κατάσταση, μετά από τόσα χρόνια εξοπλισμούς και πολέμους. Συν τα παλαιότερα δάνεια που έπρεπε να εξυπηρετούνται. Μετά από μεγάλα παζάρια, δόθηκαν δυο δάνεια σε στερλίνες, με εξωφρενικές εγγυήσεις και τοκογλυφικά επιτόκια. Για το πρώτο και μεγαλύτερο, οχτώ και εξήντα τέσσερα τοις εκατό. Αυτά τα δάνεια χρησιμοποιήθηκαν κυρίως για την εγκατάσταση των προσφύγων στην επαρχία και δευτερευόντως για τη στεγαστική αποκατάσταση στην Αθήνα και τις άλλες πόλεις και άλλες ανάγκες του προϋπολογισμού. Υπήρξαν και άλλα δάνεια, με τα οποία κατασκευάστηκαν υποδομές των νέων οικισμών, όπως στη Νέα Σμύρνη, κατοικίες και νοσοκομεία, το φράγμα του Μαραθώνα και το δίκτυο ύδρευσης της νέας, εκτεταμένης, Αθήνας. Στο μεταξύ, η ΕΑΠ εφάρμοζε τα κριτήριά της για την κατανομή των προσφύγων»

«Τι είδους κριτήρια;»

«Τι δουλειά έκαναν στον τόπο καταγωγής τους, ώστε να τους κατευθύνει στην επαρχία ή στα αστικά κέντρα. Ποιος ήταν ο τόπος καταγωγής τους, για να βάλει όλους τους πατριώτες σε μια περιοχή. Αποδείχτηκε όμως ότι άλλο οι σχεδιασμοί στα χαρτιά και άλλο η πραγματικότητα, η οποία έδειξε ότι οι πρόσφυγες βρέθηκαν με ανάκατη σύνθεση στους νέους οικισμούς τους. Από τους σχεδόν δυο χιλιάδες προσφυγικούς συνοικισμούς που δημιουργήθηκαν, οι εννιακόσιοι σαράντα τρεις ήταν παλιά εγκαταλελειμμένα χωριά, οι τετρακόσιοι είκοσι τέσσερις ήταν νέοι και άλλοι πεντακόσιοι σαράντα έγιναν δίπλα σε χωριά ντόπιων. Επειδή σε πολλές περιπτώσεις οι επιλογές δεν ήταν σοφές, δηλαδή οι συνθήκες δεν ήταν καλές, πολλοί συνοικισμοί και χωριά εγκαταλείφθηκαν και οι πρόσφυγες μετακινήθηκαν προς τις πόλεις. Αυτό προξένησε πολεοδομική έκρηξη στην Αθήνα. Το τρίτο βασικό κριτήριο της ΕΑΠ ήταν τα πραγματικά δεδομένα. Για παράδειγμα, στη Μακεδονία και τη Θεσσαλονίκη υπήρχαν διαθέσιμες οι περιουσίες και τα σπίτια των μουσουλμάνων και των Βούλγαρων που έφυγαν, με τις ανταλλαγές των πληθυσμών. Αυτά ήταν το εβδομήντα τοις εκατό των διαθέσιμων εδαφών, ενώ δεκαοχτώ τοις εκατό ήταν κρατική γη και δώδεκα τοις εκατό προερχόταν από τσιφλίκια που απαλλοτριώθηκαν. Παραχωρήθηκαν σε πρόσφυγες οι κάμποι που αποξηράνθηκαν σε διάφορα σημεία. Δράμα, Σέρρες, Γιαννιτσά και αλλού. Τα νέα χωράφια ήταν ποτιστικά και πολύ πιο παραγωγικά από τα ξερικά. Άλλοι όμως πήραν άγονα παραθαλάσσια, αμμούδες, όπως στη Μίκρα και τη Χαλκιδική και έζησαν σε συνθήκες ένδειας ως τη δεκαετία του ’60, που οι κλήροι τους απόχτησαν αξία. Σε γενικές γραμμές όμως, επιτεύχθηκε, σχεδόν με αυτόματο τρόπο, ο μείζων πολιτικός στόχος, που ήταν η ενίσχυση του ελληνικού πληθυσμού στη Μακεδονία και τη Θράκη, για λόγους εθνικής ασφάλειας. Ταυτόχρονα επιτεύχθηκε ο πολύ πρακτικός στόχος, να μη μείνει ακαλλιέργητη η εύφορη γη της Μακεδονίας. Γι΄ αυτό, εκτός από σπίτια με αποθήκη και σταύλο, τους δόθηκαν σπόροι, λιπάσματα και ζώα. Αλλά οι ανάγκες των προσφύγων ήταν πάντα μεγαλύτερες από τις δυνατότητες που υπήρχαν»

«Οι μουσουλμανικές περιουσίες δεν ήταν αρκετές;»

«Η αξία τους υπολογίστηκε στο ένα δέκατο της αξίας των περιουσιών που άφησαν πίσω τους οι Έλληνες. Αλλά και αριθμητικά, οι Έλληνες πρόσφυγες ήταν τουλάχιστον τρεις φορές  περισσότεροι από τους μουσουλμάνους. Η ΕΑΠ προσπαθούσε να τακτοποιήσει κυρίως την επαρχία, το ελληνικό κράτος προσπαθούσε να βολέψει όσους πρόσφυγες βρέθηκαν στις πόλεις. Στην Αθήνα και στον Πειραιά δεν υπήρχαν  μουσουλμανικά σπίτια, έτσι κι αλλιώς. Οι μέθοδοι που χρησιμοποίησε το κράτος μέσω της δημόσιας διοίκησης ήταν καταρχήν να χτίζει το ίδιο κατοικίες ή να επιδιορθώνει παλιές και να τις παραχωρεί στους πρόσφυγες. Να οριοθετεί οικιστικούς χώρους με οικοδομήσιμους κλήρους, στους οποίους γινόταν αυτοστέγαση, με μια μικρή οικονομική ενίσχυση και δωρεάν τεχνική επίβλεψη. Μετά το 1930 που καταργήθηκε η ΕΑΠ, το κράτος συνέχισε τη στεγαστική προσπάθεια, με δημιουργία νέων οικισμών για κατοικίες, ανέγερση πολυκατοικιών και παραχώρηση οικοπέδων και δανείων σε προσφυγικούς συνεταιρισμούς. Έτσι δημιουργήθηκαν τα προσφυγικά προάστια, πολεοδομημένα και με προβλέψεις για κοινόχρηστους χώρους, υποδομές και υπηρεσίες. Ο τρίτος τρόπος της κρατικής παρέμβασης ήταν να κάνει τα στραβά μάτια στην αυθαίρετη δόμηση. Έτσι σχηματίστηκαν ολόκληρες συνοικίες και μικρές πόλεις, όπως το Πολύγωνο, το Δουργούτι, ο Ποδονίφτης, τα Νέα Σφαγεία που μετονομάστηκαν και έγιναν Ταύρος, ο Ασύρματος, η Καισαριανή, η Δραπετσώνα, η Κοκκινιά και άλλα. Έχεις δει την ταινία συνοικία το όνειρο του Αλεξανδράκη;»

Ξαφνιάστηκα με την ερώτηση, αλλά ναι, την είχα δει.

«Είναι γυρισμένη στα 1961 στον Ασύρματο, την παραγκούπολη που βρισκόταν  ανάμεσα στο λόφο του Φιλοπάππου και τα Άνω Πετράλωνα. Είναι ευτύχημα που γυρίστηκε εκεί, γιατί παίρνει κανείς  μιαν ιδέα πως ήταν οι φτωχοί, αυθαίρετοι προσφυγικοί συνοικισμοί. Άσε που παίζουν οι ίδιοι οι κάτοικοι στην ταινία, ως κομπάρσοι. Στη Θεσσαλονίκη όμως υπήρχαν χιλιάδες κατοικίες,  και αρκετά εμπορικά, κρατικά και θρησκευτικά ακίνητα.  Πολλά από τα τελευταία  κατεδαφίστηκαν, για να δημιουργηθεί χώρος. Αλλά και πάλι δεν ήταν αρκετά για να στεγαστούν οι περισσότεροι από ενενήντα χιλιάδες πρόσφυγες που είχαν έρθει στη Θεσσαλονίκη. Στην Πάνω Πόλη που είμαστε τώρα, αξιοποιήθηκε κάθε δυνατότητα  ελεύθερου χώρου για να χτιστούν προσφυγικά σπιτάκια, ανάμεσα στις κατοικίες που προϋπήρχαν. Πριν το σεισμό του 1978  επιβίωναν πολλά, αλλά τώρα  υπάρχουν ελάχιστα, αφού η Πάνω Πόλη οικοδομείται εξαρχής. Αλλά εδώ τακτοποιήθηκε ένα σχετικά μικρό μέρος των προσφύγων»

«Οι υπόλοιποι;»

«Η κατάσταση ήταν εξαιρετικά δύσκολη, αν σκεφτείς ότι οι παρέμεναν  άστεγοι οι περισσότεροι από τους πενήντα χιλιάδες Εβραίους και τους δέκα χιλιάδες Έλληνες που είχαν χάσει τα σπίτια τους στη μεγάλη πυρκαγιά του 1917. Δημιουργήθηκαν τριάντα έξι προσφυγικοί συνοικισμοί, απλώνοντας την πόλη δυτικά και ανατολικά σε μεγάλη έκταση και προς βορράν, όσο ήταν δυνατόν. Πάνω στο παλιό  οθωμανικό νεκροταφείο, εκεί που είναι τώρα η Διεθνής Έκθεση, στήθηκε η μεγάλη παραγκούπολη της Αγίας Φωτεινής. Στην Καλαμαριά βρέθηκαν είκοσι χιλιάδες πρόσφυγες, σε δύσκολες συνθήκες. Οι ίδιοι έλεγαν στα τσαμούρια, δηλαδή στις λάσπες, στο λασπότοπο. Άλλοι βολεύτηκαν σε Τούμπα, Χαριλάου, Τριανδρία, Σαράντα Εκκλησιές, Νεάπολη. Έγιναν πολλές απαλλοτριώσεις και τα οικόπεδα δόθηκαν σε συνεταιρισμούς προσφύγων, που έχτισαν σπίτια. Υπήρχε και ο Τενεκέ – μαχαλάς, γύρω από τον παλαιό σιδηροδρομικό σταθμό. Από το όνομα και μόνο, καταλαβαίνεις. Ήταν κάτι σαν νοτιοαμερικανική  φαβέλα, χωρίς ηλεκτρικό, χωρίς τρεχούμενο νερό,  με τους ανθρώπους  τον έναν πάνω στον άλλον σαν σαρδέλες,  σε τραγικές συνθήκες από άποψη υγιεινής. Σύντομα εμφανίστηκε μια νέα φουρνιά αφεντικών, που αξιοποίησε προς όφελός της τα φτηνά μεροκάματα των άλλων προσφύγων. Η Θεσσαλονίκη γέμισε κουτούκια, υπόκοσμο, πορνεία. Από την άλλη, οι πρόσφυγες συσπειρώθηκαν σε συλλόγους και άνθισε το φαινόμενο του προσφυγοπατέρα, ο οποίος έδινε ή υποσχόταν λύσεις και ως αντάλλαγμα καθοδηγούσε την ψήφο των προσφύγων»

«Πως ήταν η υποδοχή από τους Θεσσαλονικείς;»

«Άκεφη και ανεπαρκής. Υπήρξε ένα ρεύμα φιλανθρωπίας, αλλά πολλοί τους έβλεπαν ως βενιζελικούς ψήφους, γεγονός που δημιουργούσε εξαιρετικά αρνητική ατμόσφαιρα»

«Η εβραϊκή κοινότητα;»

«Τους έβλεπε ως δυνητική απειλή, με την έννοια ότι διεκδικούσαν χώρους στην ήδη στενάχωρη πόλη. Για παράδειγμα, οι στοιβαγμένοι πρόσφυγες στην παραγκούπολη της Αγίας Φωτεινής, εκεί που πριν ήταν το μουσουλμανικό νεκροταφείο και τώρα είναι η Διεθνής Έκθεση, έβλεπαν ακριβώς δίπλα τη μεγάλη έκταση του εβραϊκού νεκροταφείου, στο σημερινό Αριστοτέλειο. Οι σχέσεις έμειναν για χρόνια σε μια αμοιβαία αντιπάθεια. Εξάλλου οι Εβραίοι ήταν ο βασικός στόχος για τις εθνικιστικές ή μάλλον ρατσιστικές κινήσεις που αναπτύχθηκαν στη Θεσσαλονίκη, γύρω στα 1930»

«Σε Αθήνα και Πειραιά η κατάσταση των προσφύγων ήταν καλύτερη;»

«Όχι.  Για τους πολλούς, μάλλον ήταν χειρότερη. Απ’ όσους πρόσφυγες έφτασαν εκεί, παρέμειναν  γύρω στους εκατόν πενήντα χιλιάδες. Στην αρχή καταλήφθηκαν όλοι οι δημόσιοι χώροι. Χρησιμοποιήθηκαν τα πάντα.  Πλατείες, δρόμοι, σχολεία, θέατρα, ξενοδοχεία, αποθήκες, λουτρά, εργοστάσια, χαρτοπαικτικές λέσχες, ο προαύλιος χώρος του Πολυτεχνείου, τα υπόγεια υπουργείων. Ό,τι  μπορείς να φανταστείς. Φτιάχτηκαν εκατόν τριάντα προσωρινοί καταυλισμοί. Πολλοί πρόσφυγες πέθαναν από ασθένειες,  αλλά στην απογραφή του 1928 ζούσαν στην Αθήνα  περίπου εκατόν τριάντα χιλιάδες, σχεδόν όσοι και οι  παλιοί Αθηναίοι. Στην Αθήνα είχαν έρθει επιπλέον διακόσιες χιλιάδες εσωτερικοί μετανάστες. Καταλαβαίνεις πόσο δύσκολο ήταν να στεγαστούν όλοι αυτοί οι άνθρωποι. Αυτό δημιούργησε και τις πρώτες εντάσεις με τους ντόπιους, αφού επιτάχθηκαν τα σχολεία και δεν μπορούσαν να λειτουργήσουν, εκτός του ότι όλοι οι δημόσιοι χώροι είχαν πλημμυρίσει από προσφυγομάνι και κάποιοι στεγαζόντουσαν σε σπίτια  Αθηναίων, μαζί με τους παλιούς κατοίκους. Η κυριότερη από τις λύσεις που δόθηκαν, ήταν η δημιουργία αστικών ή ημιαστικών οικισμών εκτός του οικιστικού ιστού της Αθήνας.  Είτε αγροτικών ή αλιευτικών συνοικισμών, στην υπόλοιπη Αττική. Όπως στην Ανάβυσσο, την Παλαιά Φώκαια, τη Νέα Μάκρη και αλλού. Τα κριτήρια ήταν δύο, να υπάρχουν ελεύθεροι ή απαλλοτριώσιμοι χώροι και να βρίσκονται μακριά από τις καλές περιοχές της Αθήνας. Φυσικά υπήρξαν εξαιρέσεις, γιατί το πρώτο κριτήριο ήταν απόλυτο και υπερίσχυε του δεύτερου, που το έκανε σχετικό η πίεση των ίδιων των προσφύγων. Παράδειγμα, η Καισαριανή, όπου χτίστηκαν πλίθινα σπιτάκια, προς αγαλλίαση των εργολάβων, γιατί ήταν μια εύκολη δουλειά με μεγάλο κέρδος, εξαιτίας του πάμφθηνου μεροκάματου. Τα νέα σπίτια είχαν συνήθως κουρελούδες αντί για πόρτες και παράθυρα. Και για στέγη τάβλες, πάνω στις οποίες έστρωναν πισσόχαρτο, περισσότερο για παρηγοριά παρά για προφύλαξη από τη βροχή. Αργότερα χτίστηκαν διώροφα σπιτάκια, με αναλογία τριάντα έξι τετραγωνικά για κάθε νοικοκυριό και στη συνέχεια τριώροφες πολυκατοικίες. Στο τέλος της δεκαετίας του ’20 παρέμενε οξύτατο το πρόβλημα του νερού και της αποχέτευσης. Τα κοινόχρηστα αποχωρητήρια, χωριστά για άνδρες και γυναίκες, ήταν ξύλινες παράγκες με ανοιχτούς βόθρους από κάτω, που τους σκέπαζαν με σανίδες. Αν πατούσε κανείς σάπια σανίδα, αλίμονό του. Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα προσφυγικά συγκροτήματα προσαρτήθηκαν ως συνοικίες σε άλλες, προϋπάρχουσες. Άγιος Σώστης, Κοκκινιά, προσφυγικά στην Αλεξάνδρας, στο Γηροκομείο, στην Καλλιθέα, στη Δραπετσώνα, στο Αιγάλεω. Σε άλλες περιπτώσεις δημιουργήθηκαν εξαρχής συμπαγείς προσφυγικοί δήμοι. Αργυρούπολη, Καισαριανή, Βύρωνας, Νίκαια. Και οι νέες Σμύρνη, Ιωνία, Φιλαδέλφεια, Χαλκηδόνα, Ερυθραία και άλλες»

881925_Scan-10

Το μόνο που ακουγόταν, εκτός από τον Ερμή, ήταν τα τζιτζίκια της γειτονιάς.

«Όλο αυτό δημιούργησε νέες προστριβές,  γιατί έπρεπε να γίνουν  απαλλοτριώσεις.  Οι ιδιοκτήτες  διαμαρτύρονταν  έντονα ότι γινόταν διωγμός των γηγενών για χάρη των προσφύγων, αλλά  δημιουργήθηκαν δώδεκα μεγάλοι και τριάντα τέσσερις μικρότεροι προσφυγικοί  συνοικισμοί,  περιφερειακά της τότε Αθήνας. Αλλά η κατάσταση σε αυτούς τους συνοικισμούς, όπως συνέβη και στη Θεσσαλονίκη,  δεν ήταν καθόλου καλή.  Συνωστισμός, έλλειψη υποδομών και κυρίως του νερού, έλλειψη αποχετευτικού δικτύου για τους ανθρώπους και τα πολλά ζώα που κυκλοφορούσαν για να εξυπηρετούν τους πλανόδιους. Υπήρχαν και κατσίκες,  κότες και γουρούνια που τα έτρεφαν σε πολλά προσφυγικά σπίτια. Από άποψη υγιεινής,  η κατάσταση ήταν τραγική και έτσι παρέμεινε ή χειροτέρεψε τα επόμενα χρόνια, ως την κατοχή.  Φυσικό αποτέλεσμα οι ασθένειες, ιδιαίτερα η φυματίωση. Ένας ακόμα λόγος για να φοβούνται  οι ντόπιοι και να αντιπαθούν τους πρόσφυγες,  μαζί με την εκτεταμένη τουρκοφωνία τους και τα υπόλοιπα στοιχεία της συμπεριφοράς και της κουλτούρας τους,  που φαινόντουσαν  στους παλαιούς κατοίκους παράνομα, ανόητα ή  και ανήθικα»

Ο Ερμής πρόσεξε ότι περίμενα επεξηγήσεις.

«Καταρχήν,  οι πρόσφυγες, για να μπορέσουν να στεγαστούν,  επιδόθηκαν σε ένα όργιο καταλήψεων οικοπέδων και  αυθαίρετης δόμησης. Οι κρατικές αρχές δεν αντέδρασαν, είτε από δημοσιοϋπαλληλική αδράνεια,  είτε γιατί αυτός ήταν ο μοναδικός ρεαλιστικός τρόπος να λυθεί τότε το πρόβλημα της στέγης και επιπλέον τα αυθαίρετα κτίσματα δημιουργούσαν μία οικονομική δραστηριότητα  και παράλληλα μετριαζόταν η θηριώδης ανεργία των προσφύγων. Αυτά στο υψηλό επίπεδο. Στο χαμηλό, τα πράγματα  βολευόντουσαν  με μικρά δωράκια, μπαξίσια,  τους χωροφύλακες.  Δεν έλειψαν βέβαια οι συγκρούσεις με τους χωροφύλακες,  στις οποίες πρωτοστατούσαν οι γυναίκες»

«Γιατί;»

«Οι άντρες ήταν λιγότεροι  σε αριθμό και φρόνιμα απέφευγαν να εμπλέκονται οι ίδιοι σε καυγάδες με τα όργανα της τάξης.  Ακόμα και εκκλησίες χτίστηκαν αυθαίρετα, στα ξαφνικά και με ταχύτατους ρυθμούς, όπως ο Άγιος Νικόλαος στην Καλλιθέα. Όταν οι πιτσιρικάδες τσιλιαδόροι ειδοποίησαν πως έρχονται οι χωροφύλακες, οι άντρες εξαφανίστηκαν από το γιαπί και οι χωροφύλακες δάρθηκαν με τις γυναίκες. Αλλά  η εκκλησία κτίστηκε»

Ακούστηκε ένας βαθύς αναστεναγμός.  Γυρίσαμε και είδαμε τον ταβερνιάρη, που παρακολουθούσε και αυτός τα  λεγόμενα του Ερμή. Πλησίασε και στάθηκε στην είσοδο του μαγαζιού του.  Δεν κρατιόταν, κάτι ήθελε να πει.

«Τι με θύμησες, πασά μου… Εγώ τότε, αγέννητος ήμουν, αλλά τα άκουσα από τον παππού μου. Πήγανε σ’ έναν τόπο κοντά στην Κατερίνη. Καλός τόπος, μα όταν πρωτοπήγαν εκεί οι δικοί μας, στα 1928, ήταν ορμάνια. Άγρια φύση. Να ξεχερσώσουν για να φυτέψουν, να χτίσουν τα σπίτια. Κουβάληναμε άμμον σην πλάτην εμούν, με τενεκέδας άσο ρέμαν. Κουβαλούσαμε την άμμο με τενεκέδες, από το ρέμα έλεγε ο πάππος Γιωρίκας. Μήπως ενοχλώ, να σταματήσω;»

Ο Ερμής του έγνεψε όχι, να συνεχίσει.

«Έξι μέρες δούλευαν μέρα νύχτα, μικροί μεγάλοι. Κυριακή πήγαιναν στην εκκλησία. Δική τους δεν είχαν, κατέβαιναν στο δίπλα χωριό, μισό τσιγάρο δρόμος. Εκεί ήτανε ντόπιοι και οι περισσότεροι πρόσφυγες, βουλγαρόφωνοι Ορθόδοξοι, από χωριά της Βουλγαρίας. Δικά τους τραγούδια παίζουν στα πανηγύρια και χορεύουν. Πήγαιναν οι δικοί μας στην εκκλησία τις Κυριακές. Αυτοί δεν τους έβλεπαν με καλό μάτι, αλλά δε σήκωνε να τους εμποδίσουν να μπαίνουν στην εκκλησία μέσα. Μια Κυριακή ένας πόντιος γέροντας είχε καθίσει σ’  ένα από τα στασίδια. Μπαίνει στην εκκλησιά αυτός που καθόταν πάντα εκεί, όπως γίνεται στα χωριά. Έχασε τον εαυτό του, στέκεται μπροστά στον γέροντα, τον αρπάζει από τα πέτα και φώναζε, σήκω και φεύγα, ρε, τη σπορά σας μέσα!»

Το στήθος του ταβερνιάρη ανεβοκατέβαινε από την ένταση.

«Οι πόντιοι μέσα στην εκκλησία πάγωσαν και κοιτούσαν ο ένας τον άλλον. Οι ψάλτες  σταμάτησαν. Ένας δικός μας έβαλε μια φωνή. Την Παναΐατ’ς! Ανάγκην κι έχουμάτ’ς, να φκιάμε τεμέτερον εκκλησίαν!»

Ο Ερμής καταλάβαινε τα ποντιακά και μετάφρασε, αφού δεν το έκανε ο ταβερνιάρης.

«Την Παναγία τους! Ανάγκη δεν τους έχουμε, θα χτίσουμε δική μας εκκλησία!»

«Αυτό ήταν! Έφυγαν, έτρεξαν στο χωριό και μέχρι να πεις ένα μοίρασαν τις δουλειές. Άλλοι να σκάβουν τα θεμέλια, άλλοι να κουβαλάνε άμμο από το ρέμα, άλλοι ν’ ανοίγουν λάκκο για τον ασβέστη, άλλοι να μαζεύουν πέτρες και να τις πελεκάνε, άλλοι στα δάση, να κόβουν δέντρα και να ετοιμάζουν τις ξυλοδεσιές. Όλοι έδωσαν το κατά δύναμιν στο ταμείο της εκκλησίας, να αγοράσουν τα απαραίτητα. Εικόνες, ιερά σκεύη και βιβλία. Η πρώτη Ζωοδόχος Πηγή ήταν έτοιμη σε λίγες βδομάδες. Έμενε ένα ακόμα»

Ο ταβερνιάρης στάθηκε λίγο, να πάρει ανάσα.

«Είπαν, να πάμε σο Δεσπότην να γερεύομεν έναν ποπά, να φκιάει τη λειτουργίαν. Να πάμε στο Δεσπότη, να ζητήσουμε έναν παπά, να λειτουργεί. Γιατί δεν είχαν παπά δικό τους. Ο δεσπότης έστειλε έναν, ήρθε και ο ίδιος, για τα καλορίζικα»

Με το τέλος της αφήγησης έτρεχαν δάκρυα στα μάτια του. Ο Ερμής είχε συγκινηθεί, και οι τρεις πρωτοετείς, που αποδείχθηκε ότι κρατούσαν από πρόσφυγες, είχαν βουρκώσει. Εκείνη τη στιγμή επέστρεψαν στο τραπέζι οι κοπέλες  και δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι πάθαμε όλοι. «Κερνάω το μαγαζί!»  φώναξε ο ταβερνιάρης και μπήκε φουριόζος μέσα για να εκτελέσει την παραγγελία του.

«Πολλές φορές οι σχέσεις των ντόπιων με τους πρόσφυγες, αλλά και των προσφύγων μεταξύ τους, ήταν ένα μικρό δράμα. Οι μανάδες φοβέριζαν τα παιδιά τους, μην τρέχεις εδώ και εκεί, γιατί θα σε φάει ο πρόσφυγκας. Αυτά όμως συμβαίνουν, παντού και πάντοτε, σε όλες τις προσφυγικές μετακινήσεις ανά την υφήλιο», είπε ο Ερμής. «Περισσότερο από τις στεγαστικές αυθαιρεσίες οι οποίες άλλωστε δεν τους ήταν καθόλου άγνωστη πρακτική,  οι ντόπιοι αντιπαθούσαν τους πρόσφυγες γιατί ζούσαν διαφορετικά από τους ίδιους.  Οι χωριάτες στη Μακεδονία έτρωγαν μονίμως το ίδιο φαΐ.  Μονοφαγία. Οι πόντιοι χωρικοί έκαναν το αδιανόητο, έστρωναν τρία διαφορετικά πιάτα στο τραπέζι τους. Στην Αθήνα το ίδιο, με επιπλέον σκανδαλιστικά στοιχεία, εκτός από την κουζίνα και την τουρκοφωνία,  μια εξαιρετική  ποικιλία σε πρωτάκουστη μουσική και τραγούδια. Και άλλες γυναίκες,  οι οποίες αντίθετα με τις Αρβανίτισσες, τις Μωραΐτισσες και τις Ρουμελιώτισσες,  δεν δίσταζαν να αφήνουν τη θηλυκότητά τους να εκφράζεται,  προς μεγάλο σκανδαλισμό τον πολύ πιο συντηρητικών και μαζεμένων παλαιοελλαδιτών. Ο φόβος μεγάλωσε όταν είδαν  ότι οι τρόποι των προσφύγων περνούσαν όχι μόνο στα λαϊκά στρώματα της Αθήνας, που τους άρεσε η νέα κουζίνα, το τραγούδι και οι προσφυγοπούλες, αλλά και στην καλή αστική νεολαία η οποία αντιδρούσε ακριβώς με τον ίδιο τρόπο. Η απόλυτη καταστροφή ήταν να παντρευτεί ένας τέτοιος νέος μία ωραία, αλλά πάμπτωχη και υπόπτου ηθικής προσφυγοπούλα. Ο Τσιτσάνης ύμνησε τις γλυκές προσφυγοπούλες της Θεσσαλονίκης  και ο Μάρκος το ίδιο. Αλλά δεν γράφτηκε τυχαία το τραγούδι που λέει αρχοντογιός παντρεύεται και παίρνει προσφυγούλα. Προσφυγούλα, μαυρομάτα μου, σε κλαιν’  τα μάτια μου. Ο πεθερός κι η πεθερά τα δέντρα ξεριζώνουν. Να βρουν τα φίδια ζωντανά, τη νυφ’  να φαρμακώσουν…»

Οι κοπελιές άκουγαν μαγεμένες τον Ερμή που τραγουδούσε  σιγανά  την προσφυγούλα. «Να ζήσουν οι πεθερές!»  φώναξε ο ταβερνιάρης,  που βγήκε εκείνη την ώρα με τσίπουρο και καβουρμά για εμάς  και παγωμένες μπύρες για τους διπλανούς. Ο Ερμής του έγνεψε ευγενικά να καθίσει μαζί μας, αλλά αυτός βολεύτηκε  στην καρέκλα του, πλάγια στην είσοδο της ταβέρνας και πήρε το ποτηράκι που είχε από ώρα εγκαταστήσει δεξιά του. «Υ’είαν κ’ ευλογίαν!» είπε. Ευχηθήκαμε όλοι.

«Οι ντόπιοι φοβόντουσαν πιο πολύ τις γυναίκες παρά τους άντρες πρόσφυγες», είπε γελώντας ο Ερμής.  «Εξάλλου οι γυναίκες ήταν πολύ περισσότερες από τους άντρες μεταξύ των προσφύγων και πράγματι αναζητούσαν διεξόδους για τη ζωή τους και έξω από τους προσφυγικούς συνοικισμούς.  Στη δουλειά, αλλά και στον έρωτα και τη δημιουργία οικογένειας. Ήταν πιο μορφωμένες και πιο κοινωνικές από τις ντόπιες και, το κυριότερο, τις κινούσε η ανάγκη να φτιάξουν και να ζήσουν μια αξιοβίωτη ζωή. Αυτές οι γυναίκες ήταν ο δρόμος που οδήγησε στη δημιουργία ενός νέου κοινού λαϊκού πολιτισμού στην Αθήνα. Κάτι που δεν συνέβη στον ίδιο βαθμό στη Θεσσαλονίκη και πολύ περισσότερο  δεν συνέβη στην επαρχία,  τουλάχιστον ως τη δεκαετία του ‘40.  Υπήρχε όμως και κάτι άλλο»

Ο Ερμής τσίμπησε μια πιρουνιά καβουρμά και ήπιε λίγο τσίπουρο.

«Ένας από τους βασικούς λόγους που δημιουργούσε αντιπάθεια για τους πρόσφυγες, ίσως ο βασικότερος μετά το άμεσο οικονομικό συμφέρον, που είναι συνήθως ο κορυφαίος λόγος,  ήταν η πολιτική υποστήριξη που έδιναν… πιο σωστά, η αφοσίωση που έδειχναν, στον Βενιζέλο. Ο ερχομός τους ανέτρεψε δραματικά τις ισορροπίες, υπέρ των βενιζελικών. Στις εκλογές του 1928, όταν ο Βενιζέλος επανήλθε θριαμβευτικά στην εξουσία, στις προσφυγικές συνοικίες πήρε ποσοστά ελάχιστα κάτω από εκατό τοις εκατό»

«Οι πρόσφυγες απέδιδαν την ευθύνη για την καταστροφή και για τη δική τους κατάσταση, αποκλειστικά στο Παλάτι και τους αντιβενιζελικούς;»

«Ναι. Οι μοναρχικοί πάλι απέδιδαν το προσφυγικό μονοκούκι σε αθέμιτη συναλλαγή. Το κράτος του Βενιζέλου τους επέτρεπε να παρανομούν εις βάρος των παλιών κατοίκων, καταπατώντας τις περιουσίες τους. Ο Βενιζέλος ήταν αγύρτης και εκμεταλλεύονταν τη αφέλειά τους, καθώς οι πρόσφυγες δεν διέθεταν πολιτική αγωγή, προερχόμενοι από το οθωμανικό καθεστώς. Δεν είχαν την εμπειρία του κοινοβουλευτισμού, ούτε του πολίτη, συνεπώς δεν διάθεταν πολιτικό αισθητήριο. Συνεπώς θα ήταν σωστό να μην έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι.  Ένας κορυφαίος εκδότης, ο Βλάχος της Καθημερινής, τους αποκαλούσε προσφυγική αγέλη. Βουλευτές του Λαϊκού Κόμματος είχαν την ιδέα να φορούν οι πρόσφυγες κίτρινο περιβραχιόνιο, για να ξεχωρίζουν από τους γηγενείς»

«Ανατριχιαστικά αλλά και αστεία ακούγονται αυτά…»

«Σήμερα. Ήδη στα 1919, ο Ίων Δραγούμης υποστήριζε ότι ο μεγαλύτερος εχθρός της Ελλάδας ήταν ο Βενιζέλος, οι Κρητικοί και οι Μικρασιάτες. Οι μοναρχικοί μισούσαν βαθειά και ταυτόχρονα φοβόντουσαν τους πρόσφυγες, γιατί με αυτούς ο Βενιζέλος γινόταν πολιτικά ακατανίκητος. Λογικά λοιπόν, στα 1933, όταν οι Λαϊκοί κέρδισαν τις εκλογές και σχημάτισαν κυβέρνηση μετά από έντεκα χρόνια, ένα από τα πρώτα μέτρα που πήραν ήταν η απόσπαση των προσφυγικών συνοικιών από τους δήμους της Αθήνας και του Πειραιά. Οι νέοι δήμοι εντάχθηκαν στο νομό Αττικοβοιωτίας, ο οποίος εξέλεγε τρεις βουλευτές, ενώ  Αθήνα και Πειραιάς εξέλεγαν τριάντα έναν»

Πέρασε ένα τρίκυκλο, απ’ αυτά που έκαναν μεταφορές, κάνοντας δαιμονικό θόρυβο. Όταν απομακρύνθηκε, ο Ερμής συνέχισε.

«Οι πρόσφυγες παρέμειναν κατά βάση βενιζελικοί, αλλά μετά το 1928 άρχισαν οι πρώτες αποσκιρτήσεις προς το Κομμουνιστικό Κόμμα, κυρίως στα αστικά Κέντρα. Αυτή ήταν μια λογική εξέλιξη, ανάλογη με τις ταξικές διαφοροποιήσεις που είχαν συντελεστεί. Ίσως όμως περισσότεροι πρόσφυγες απογοητεύτηκαν από τον Βενιζέλο, αν και παρέμειναν στον βενιζελισμό, γιατί υπήρχε πάντα η επίφοβη και μισητή μοναρχία και το Λαϊκό Κόμμα, με τις απροκάλυπτα αντιπροσφυγικές αντιλήψεις»

«Γιατί οι πρόσφυγες απογοητεύτηκαν με τον Βενιζέλο;»

«Γιατί απαγόρευσε την κάθοδο στην Ελλάδα των Ποντίων που φεύγοντας από την Τουρκία εγκλωβίστηκαν στη Σοβιετική Ένωση. Με το πρόσχημα της αδυναμίας αποκατάστασής τους και το επιχείρημα ότι ήταν ύποπτοι για κομμουνιστικές ιδέες. Κατά παράβαση της Συνθήκης της Λοζάνης, με τη οποία η Ελλάδα είχε υποχρέωση να τους υποδεχτεί, στα πλαίσια της υποχρεωτικής ανταλλαγής των πληθυσμών. Πολλοί απ΄ αυτούς τους πρόσφυγες είχαν κακό τέλος την εποχή των σταλινικών διώξεων, στα 1937-38. Επίσης, ο Βενιζέλος προέκρινε τη δημιουργία ενός Άξονα Ιταλίας, Ελλάδας και Τουρκίας, που με τη σειρά του σήμαινε ότι υποχωρούσε από τις αξιώσεις σχετικά με τις περιουσίες που άφησαν οι πρόσφυγες στην Τουρκία. Πράγματι, με το Σύμφωνο της Άγκυρας στα 1930, παραχωρήθηκαν οι περιουσίες στο τουρκικό κράτος. Και σαν κερασάκι στην τούρτα της απογοήτευσης, ήρθε η πρόταση να δοθεί στον Κεμάλ το Νόμπελ Ειρήνης. Παρόλα αυτά, οι πρόσφυγες υποστήριξαν μαζικά το βενιζελικό κίνημα του 1935, ακόμα και με τη δημιουργία ένοπλων ομάδων, στην ανατολική Μακεδονία.  Αλλά οι καιροί είχαν αλλάξει. Ο Μεταξάς ακολούθησε κατά γράμμα την πολιτική του Βενιζέλου στο θέμα των εγκλωβισμένων προσφύγων στη Σοβιετική Ένωση και στην προσέγγιση της Τουρκίας και του Κεμάλ. Το ελληνικό δημόσιο αγόρασε το υποτιθέμενο σπίτι του Κεμάλ στη Θεσσαλονίκη, με υποχρεωτική απαλλοτρίωση, το ανακαίνισε και το δώρισε στο τουρκικό κράτος. Παράλληλα μετονόμασε την οδό Αποστόλου Παύλου, σε οδό Κεμάλ Ατατούρκ»

«Υπάρχει οδός Κεμάλ στη Θεσσαλονίκη;» ρώτησε μια από τις κοπέλες.

«Όχι. Το άλλαξαν στα 1956, μετά το πογκρόμ κατά των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης»

 

«Μπορούμε  να πούμε ότι το μεγάλο βήμα για την κοινωνική ενσωμάτωση των προσφύγων έγινε στην κατοχή;»

«Ναι. Στην Αθήνα έσπασε πρώτα το πολιτισμικό γκέτο των προσφύγων.  Και μετά, στην κατοχή,  συνέβη μία ταχύτατη ενσωμάτωση στον αστικό βίο, υπό τις νέες έκτακτες και δραματικές συνθήκες. Που έφεραν, εκτός των άλλων, μια πλημμυρίδα νέων εσωτερικών μεταναστών  στην πρωτεύουσα,  αλλά και στη Θεσσαλονίκη. Οι πρόσφυγες ήταν πλέον παλιοί κάτοικοι και τα θέματα που απασχολούσαν παλιούς και νέους ήταν εντελώς διαφορετικά από εκείνα της κουζίνας, των τραγουδιών και της υποτιθέμενης ανηθικότητας των γυναικών. Ήταν ζητήματα ζωής και θανάτου, για όλους. Οι διαχωριστικές γραμμές άλλαξαν,  δεν χώριζαν γηγενείς και πρόσφυγες, μοναρχικούς και βενιζελικούς.  Υπήρχαν πια πατριώτες και δοσίλογοι και, αμέσως μετά, κομμουνιστές και αντικομουνιστές. Οι πρόσφυγες, θέλοντας και μη, πρωταγωνίστησαν στις διεργασίες και τις συγκρούσεις,  ολόκληρη τη δεκαετία του ‘40. Κυρίως, όμως, στα χρόνια της κατοχής. Μετά, με την μεγάλη εσωτερική μετανάστευση προς την Αθήνα, τα προσφυγικά προάστια έγιναν εργατικά και μικροαστικά προάστια»

«Μπορούμε να θεωρήσουμε τους πρόσφυγες ως ένα ενιαίο κοινωνικό και πολιτικό σώμα;»

«Όχι. Μπορούμε όμως να επισημάνουμε την κυρίαρχη τάση. Αυτό δε σημαίνει ότι οι πρόσφυγες ήταν μια ομοιογενής, άπορη και εξαθλιωμένη μάζα. Υπήρχαν μεγάλες διαφορές μεταξύ τους, σε πολλές περιπτώσεις οι παλιοί πρόσφυγες δεν καταλάβαιναν τους πρόσφυγες με διαφορετικές καταγωγές, σχεδόν ως τα πρόσφατα χρόνια. Οι Σμυρνιοί, για παράδειγμα, προέρχονταν από ένα εύπορο αστικό περιβάλλον και δεν είχαν σχέση με τους τουρκόφωνους Καπαδόκες. Όπως δεν είχαν και οι Θρακιώτες, που ήρθαν με τα υπάρχοντά τους φορτωμένα σε κάρα, άλλοι πλούσιοι και άλλοι φτωχοί, αλλά όλοι με διαφορετική κουλτούρα από τους τουρκόφωνους, πλην της έντονης προσήλωσης στη χριστιανική πίστη. Οι ελληνόφωνοι χριστιανοί της Μικράς Ασίας κυριαρχούσαν στο εμπόριο, τον τραπεζικό τομέα, στη βιομηχανία και στη βιοτεχνία. Και είχαν μεγάλο, αναλογικά, αριθμό ιατρών, φαρμακοποιών, αρχιτεκτόνων, μηχανικών και δικηγόρων. Με απλά λόγια, μαζί με τους Αρμένιους σχημάτιζαν την οθωμανική αστική τάξη, η οποία ήταν χριστιανική. Συνεπώς ασύμβατη με το εθνικό τουρκικό κράτος, που αναδύθηκε από τη διάλυση της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Συνεπώς υπήρχαν μεγάλες διαφορές μεταξύ των προσφύγων. Ακόμα και αν ήταν απ’ το ίδιο χωριό, με πρώτη και βασική την κοινωνική διαβάθμιση»

«Ένα παράδειγμα;»

«Απέναντί μας είναι οι Νέοι Επιβάτες. Στο χωριό Επιβάτες της Θράκης, όταν έφτασε η ώρα της αναχώρησης, οι τσορμπατζήδες, δηλαδή οι πλούσιοι, ήταν έτοιμοι να φύγουν πρώτοι από το χωριό, με καΐκια. Οι χωριανοί πήγαν στον Τούρκο φρούραρχο και του ζήτησαν να μην του επιτρέψει να φύγουν, γιατί μετά ποιος θα ενδιαφερόταν να βάλει καράβια γι΄ αυτούς. Ο φρούραρχος τους έκανε τη χάρη και έφυγαν μαζί, πλούσιοι και φτωχοί»

«Ισότητα στην προσφυγιά!» είπε κάποιος από το διπλανό τραπέζι.

«Μια άλλη περίπτωση δείχνει πόσο δύσκολες ήταν οι σχέσεις των προσφύγων με διαφορετικές καταγωγές, όταν βρέθηκαν στο ίδιο προσφυγικό χωριό στην Ελλάδα. Ξέρεις τα Νέα Ρόδα, στη Χαλκιδική, στη Γέφυρα του Ξέρξη;»

«Το έχω δει στο χάρτη, αλλά δεν έχω πάει»

«Οι κάτοικοί του ήρθαν από τα Ρόδα της Μικρασίας και εγκαταστάθηκαν εκεί στα 1923, γιατί η Ουρανούπολη τους φάνηκε στενάχωρος τόπος και οι Ιερισσιώτες δεν τους ήθελαν στο χωριό τους. Στα 1926 όμως έφτασαν τουρκόφωνοι Καπαδόκες στην περιοχή, οι Ανταβαλιώτες, οι οποίοι περιπλανήθηκαν για μερικά χρόνια και με τα πολλά εγκαταστάθηκαν στα Νέα Ρόδα, πάνω από το δρόμο. Κάτω από το δρόμο ήταν οι Ροδίτες, οι οποίοι τους θεωρούσαν καθυστερημένους, αγροίκους και τέτοια. Χρειάστηκαν δεκαετίες μέχρι να συμβούν οι μαγικές επιμειξίες, με γάμους ανάμεσα σε Ροδίτες και τους Ανταβαλιώτες και το χωριό να ενωθεί και το Ανταβαλιώτης να πάψει να θεωρείται βρισιά»

Ο Ερμής χαμογέλασε.

«Ακόμα και οι Πόντιοι, που ήταν ανέκαθεν οι πιο ζωηροί απ΄ όλους, αλλά ήταν λιγότεροι από τους Θρακιώτες και πολύ λιγότεροι από τους Μικρασιάτες, είχαν μεγάλες πολιτιστικές και πολιτικές διαφορές μεταξύ τους και με όσους ήρθαν από τον Καύκασο και τη Ρωσία. Η ομογενοποίησή τους σε μια κοινή ποντιακή ταυτότητα έγινε δεκαετίες μετά τον ερχομό τους στην Ελλάδα. Ξεχώριζαν όμως, ως οιονεί Πόντιοι, από τους άλλους πρόσφυγες, γιατί παρέμεναν προσηλωμένοι στο τρίπτυχο οικογένεια, δουλειά και θρησκεία. Ίσως γι’ αυτό έφτιαξαν σπίτια πιο φωτεινά και πιο υγιεινά από τους ντόπιους χωρικούς. Βοήθησε βέβαια πολύ η δημιουργία νέων χωριών και οικισμών, που έγιναν με χάραξη δρόμων και δυνατότητα για κήπο, κάτι που δεν μπορούσε να γίνει στα παλιά οθωμανικά χωριά, είτε στη Μακεδονία είτε οπουδήποτε αλλού. Οι ντόπιοι πάντως, είτε στην επαρχία είτε στις πόλεις, τους έβλεπαν όλους με τον ίδιο τρόπο. Σαν εφιάλτη, που ήρθε για να μείνει. Αλλά και οι πρόσφυγες σύντομα ανάπτυξαν έναν αντίστροφο ψυχολογικό μηχανισμό. Μου έχουν διηγηθεί την ιστορία μιας Πόντιας γιαγιάς, που κοίταζε με μισό μάτι το φεγγάρι και διαμαρτύρονταν, αούτος φέγγος πα μη έν; Τεμέτερον εφώταζεν!»

Ο ταβερνιάρης που άκουγε από μέσα, έσκασε στα γέλια.

«Θα πει, καλά, φεγγάρι είναι αυτό; Το δικό μας, αυτό που είχαμε στην πατρίδα, φώτιζε καλά!»

Γελάσαμε κι εμείς.

«Η μεγάλη μάζα ήταν πράγματι άπορη ή πολύ φτωχή. Αλλά υπήρχε ένα σημαντικό σε ποσοστό κομμάτι, που μπόρεσε να πολεοδομήσει και να οικοδομήσει, για παράδειγμα, τη Νέα Σμύρνη, μια σύγχρονη πόλη. Χρησιμοποιώντας και ίδια κεφάλαια. Άλλοι άνοιξαν εργοστάσια και επιχειρήσεις, στις οποίες δούλευαν ως φτηνό εργατικό δυναμικό οι μάζες των προλεταριοποιημένων προσφύγων στην Αθήνα. Ή στην Καβάλα, με τα καπνομάγαζα»

 

Ένας από τους πρωτοετείς έβηξε,  ώσπου τον κοίταξε ο Ερμής.

«Είπατε πριν ότι οι πρόσφυγες όταν έφτασαν στην Ελλάδα βρέθηκαν στη Μακρόνησο.  Πώς συνέβη αυτό;»

«Λειτούργησαν δύο μεγάλα λοιμοκαθαρτήρια και χώροι καραντίνας.  Στον Άγιο Γεώργιο της Σαλαμίνας και στο Καραμπουρνού της Θεσσαλονίκης.  Προφανώς δεν επαρκούσαν  και κάποιο άρρωστο μυαλό σκέφτηκε να στηθεί ένα τρίτο, στη Μακρόνησο»

«Γιατί λέτε άρρωστο μυαλό;»

«Γιατί η Μακρόνησος δεν διέθετε τον στοιχειώδη φυσικό πόρο,  που απαιτείται  για τη ζωή, το πόσιμο νερό. Για να είμαστε ακριβείς  δεν διέθετε τίποτα από αυτά που χρειαζόντουσαν  οι ταλαιπωρημένοι και άρρωστοι πρόσφυγες. Εκτός από μια αμερικανική επιτροπή περίθαλψης προσφύγων, η οποία δεν μπορούσε να κάνει θαύματα σε τέτοιες συνθήκες. Κι όμως σε αυτό το άγριο και αφιλόξενο περιβάλλον, όπου δεν υπάρχουν καν δέντρα,  στάλθηκαν για καραντίνα πολλές χιλιάδες πρόσφυγες, κυρίως Πόντιοι. Έφτασαν ταλαιπωρημένοι, ψυχικά και σωματικά, υποσιτισμένοι, άρρωστοι, χωρίς ουσιαστικά να υπάρχει πρόβλεψη για στέγαση, στοιχειώδεις ανέσεις και περίθαλψη. Μόλις έφταναν τα καράβια,  τους οδηγούσαν σε δύο ξεχωριστές ξύλινες παράγκες,  άντρες ή γυναίκες,  και τους κουρεύουν τα μαλλιά με την ψιλή. Τα κορίτσια θρηνούσαν, αλλά δεν υπήρχε εξαίρεση, αφού οι θανατηφόρες επιδημίες ήταν πραγματική απειλή. Η Κοινωνία των Εθνών εκτίμησε ότι σε πολλά μέρη πέθαναν το είκοσι τοις εκατό των προσφύγων, τον πρώτο χρόνο της παραμονής τους στην Ελλάδα, χωρίς να υπολογιστούν αυτοί που πέθαναν πριν φτάσουν, καθ΄ οδόν. Πολλοί χάθηκαν στη Μακρόνησο. Τους νεκρούς τους έβαζαν σε σακιά και τους έριχναν σε ένα βαθύ ασβεστωμένο λάκκο.  Έριχναν ασβέστη πάνω στα σακιά και από πάνω χώμα. Είκοσι πέντε χρόνια αργότερα, οι κρατούμενοι στη Μακρόνησο έβρισκαν συνέχεια κόκκαλα»

«Των προσφύγων….»

«Μπορεί να ήταν και των Οθωμανών στρατιωτών της Θεσσαλονίκης, που τους έφεραν στη Μακρόνησο μετά την παράδοση της πόλης,  στα 1912. Πολλοί έμειναν για πάντα στο ξερονήσι.  Δεν ξέρω αν μνημόνευσε τους Οθωμανούς της Μακρονήσου, αλλά για τους Πόντιους έχει αφήσει ένα στίχο ο Ρίτσος, σε μια ποιητική συλλογή με τίτλο αα Μακρονησιώτικα. Κι η Παναγιά  του Πόντου φλωροκαπνισμένη από το σούρουπο , να σεργιανάει ξυπόλυτη στην αμμουδιά…»

Έπεσε σιωπή, αλλά σε λίγο τη διέκοψε ο Ερμής.

«Κάποιοι τυχεροί βρέθηκαν δύο φορές στη  Μακρόνησο. Μια στα 1923 ως πρόσφυγες και άλλη μια μετά το 1948,  ως επικίνδυνοι κομμουνιστές. Ένας ήταν ο Ευτύχιος Γιαρένης, που εξέδωσε στα 1933  ένα βιβλιαράκι με τις εμπειρίες του στο νησί. Επιβίωσε για δεύτερη φορά και μετά τον εμφύλιο εκλέχθηκε δύο φορές βουλευτής της ΕΔΑ»

881932_Scan-17.jpg

«Πρόσφυγες βρέθηκαν και νοτιότερα. Για παράδειγμα, εφτακόσιες οικογένειες εγκαταστάθηκαν στη Θήβα και άλλες εκατόν πενήντα στη Λειβαδιά. Σχεδόν χίλια τετρακόσια προσφυγόπουλα γράφτηκαν στα δημοτικά σχολεία της Θήβας και των πέριξ. Εισήγαγαν και ανάπτυξαν στην περιοχή τη βαριά γεωργική βιομηχανία της εποχής την καλλιέργεια καπνού. Άλλοι ασχολήθηκαν με το εμπόριο και άλλοι με τα επαγγέλματα που είχαν ζήτηση τότε»

«Δηλαδή;»

«Ράφτης, τσαγκάρης, γανωματής, ταμπάκης, δηλαδή βυρσοδέψης, χτίστης, τέτοια»

«Πως τους δέχτηκαν οι Ρουμελιώτες;»

«Με γκρίνιες. Δεν ήθελαν να τους γράψουν στα δημοτικά μητρώα, ούτε να τους αποδοθούν οι απαλλοτριωμένες εκτάσεις, τις οποίες εποφθαλμιούσαν οι ντόπιοι. Αργότερα άρχισαν να γίνονται μεικτοί γάμοι, οι ντόπιοι μυήθηκαν στις λιχουδιές της προσφυγικής κουζίνας και οι πρόσφυγες στα ρουμελιώτικα κοντοσούβλια. Πέρασαν και οι οδοστρωτήρες της κατοχής και του εμφυλίου και σήμερα οι διαφορές υπάρχουν ως ανάμνηση, με τους πολιτιστικούς συλλόγους των απογόνων που συντηρούν χορούς και ενδυμασίες. Δεν ήταν μικρό το σοκ και για τις παλιές τοπικές κοινωνίες. Ξάφνου, στην Κεφαλονιά εγκαταστάθηκαν εφτά χιλιάδες πρόσφυγες, οι μισοί απ’ αυτούς στο Αργοστόλι. Δυο χιλιάδες τετρακόσιοι άνδρες και τρεις χιλιάδες εξακόσιες γυναίκες. Η στατιστική υπεροχή των γυναικών, από μόνη της δημιουργούσε πρόβλημα για τις μικρές τοπικές κοινωνίες της εποχής. Μεγαλύτερο στη Λευκάδα, που δέχτηκε εφτά χιλιάδες πρόσφυγες, μικρότερο ίσως στην Κέρκυρα, που πήγαν δέκα χιλιάδες»

Είχα πολλές ερωτήσεις, αλλά η ώρα περνούσε. Ζήτησα από τον Ερμή να πει κάτι περισσότερο για τους τουρκόφωνους πρόσφυγες.

«Τουρκόφωνοι ήταν οι κάτοικοι του δυτικού Πόντου και οι Καπαδόκες. Η ελληνική γλώσσα δεν ήταν εύκολη υπόθεση, πολλοί απ’ όσους ήρθαν κάπως μεγάλοι δεν την έμαθαν ποτέ. Αλλά και η πρώτη γενιά των μαθητών, δυσκολεύτηκε πολύ»

«Χωρίς τη γλώσσα, δεν υπήρχε πρόβλημα στον προσδιορισμό της ταυτότητας;»

«Όχι. Γιατί λειτουργούσε κάτι πολύ ισχυρότερο από τη γλώσσα. Η θρησκεία. Η θρησκεία ήταν που προσδιόριζε τη ταυτότητα, με βάση την εξίσωση χριστιανός ίσον Έλληνας. Βέβαια κάποιοι πρόσφυγες αμφισβητούσαν την ελληνικότητα κάποιων άλλων, αλλά αυτό δεν ήταν σοβαρή υπόθεση. Πιο σοβαρό ήταν ότι αυτή η αντίληψη περί της μη ελληνικής καθαρότητας, άρα της μειωμένης εθνικής συνείδησης, λόγω της τουρκοφωνίας, πέρασε στο γενικό πληθυσμό. Ο ίδιος ο Παναγής Τσαλδάρης, αρχηγός του μεγάλου Λαϊκού Κόμματος, μιλούσε υποτιμητικά γι΄ αυτούς, δημόσια. Στην πράξη, η τουρκοφωνία λειτούργησε ως κοινωνικό στίγμα, άρα σαν πηγή ντροπής για τους τουρκόφωνους. Οι ίδιοι είχαν έρθει ως πρόσφυγες στην Ελλάδα επειδή ήταν χριστιανοί, γεγονός που αυτόματα τους προσδιόριζε ως Έλληνες. Εξάλλου οι συνθήκες της προσφυγιάς και αργότερα της κατοχής και του εμφυλίου πολύ γρήγορα υπερκάλυψαν τα όποια ερωτηματικά υπήρχαν. Οριστικό τέλος σ’ αυτή την υπόθεση ήρθε στη δεκαετία του ’50, όταν άρχισαν επιτέλους να γίνονται μεικτοί γάμοι»

«Πόσοι ήταν;»

«Δεν ξέρουμε ακριβώς. Περίπου εκατό χιλιάδες καταγράφηκαν στην απογραφή του 1928. Ειδικά οι τουρκόφωνοι Πόντιοι κατανεμήθηκαν σε Μακεδονία και Θράκη, γεγονός που είχε αντανάκλαση στις εμφύλιες συγκρούσεις της κατοχής. Οι πρόσφυγες αυτοί ήταν περισσότερο απομονωμένοι από τους άλλους και αισθανόντουσαν μια εύλογη ανασφάλεια, καταρχήν για τις νέες τους ιδιοκτησίες. Στο δυτικό Πόντο είχαν μάθει να οπλοφορούν και να πολεμούν, υπό τις διαταγές των καπετάνιων τους. Την οπλοφορία τη διατήρησαν ως πρακτική, με την ανοχή του κράτους, και στην κατοχή πολέμησαν μαζικά, ακολουθώντας τους αρχηγούς τους, για λογαριασμό των Γερμανών, κατά του ΕΑΜ»

«Πολιτικά τι ήταν οι τουρκόφωνοι;»

«Βενιζελικοί, όπως σχεδόν όλοι οι πρόσφυγες. Ταυτόχρονα ήταν φανατικοί αντικομουνιστές, εξαιτίας της βοήθειας που έδωσαν οι μπολσεβίκοι στον Κεμάλ»

881940_Scan-25

«Η αποκατάσταση των προσφύγων ήταν ένα γιγαντιαίο έργο και πήγε καλά, σε γενικές γραμμές. Παρά τα τις αδικίες, τα προβλήματα, τη δηλητηριώδη νοοτροπία των πολιτικών, του τύπου, του κατεστημένου και μέρους του γηγενούς πληθυσμού. Παρά τις γκρίνιες και τη γενικευμένη καχυποψία μεταξύ των παλαιοελλαδιτών και των προσφύγων»

«Όταν λέτε αδικίες;»

«Στα Χανιά δεν πήγαν πρόσφυγες και τις περιουσίες των Τουρκοκρητικών που έφυγαν τις πήραν ντόπιοι. Αν το δούμε όμως στον ιστορικό του ορίζοντα, οι πρόσφυγες ανανέωσαν και δυνάμωσαν την ελληνική κοινωνία και την οικονομία. Γέμισαν τη Μακεδονία και τη Θράκη, λύνοντας ταυτόχρονα το δημογραφικό και το πολιτικό ζήτημα της ομοιογένειας του πληθυσμού. Καλλιέργησαν τη γη και παρ΄ όλες τις δυσκολίες και τη φτώχεια των πρώτων χρόνων, τις συφορές της κατοχής και του εμφυλίου και τη μαζική μετανάστευση μετά, έγιναν κορυφαίοι συντελεστές της ευημερίας που γνώρισε η βόρεια Ελλάδα. Πόντιοι, Θρακιώτες και Ίωνες γεωργοί έφεραν τη δική τους εμπειρία στις αγροτικές καλλιέργειες. Στα χρόνια της κατοχής πολλοί κατάφεραν να αποφύγουν λιμό, χάρη σ’ αυτές. Όπως στα χωριά που υπάρχουν στην ανατολική ακτή του Θερμαϊκού, Περαία και Νέοι Επιβάτες, που όταν έφτασαν από τον καταυλισμό του Βόλου φύτεψαν αμπέλια και μπαξέδες κι έτσι στην κατοχή πουλούσαν ζαρζαβατικά, σταφύλια, κρασί και τσίπουρο στη Θεσσαλονίκη»

«Είναι κοντά…»

«Κοντά είναι τώρα. Τότε με τα κάρα, ήταν μια πολύωρη διαδρομή. Δύσκολη, σε πολλά σημεία, με λασπουριά μετά την Περαία. Και επικίνδυνη, γιατί έπρεπε να περάσεις από μπλόκα ενόπλων, στα οποία έπρεπε να αφήσεις το κατιτίς σου. Αρκεί να μη σε θεωρούσαν Εαμίτη, οπότε πήγαιναν χαμένα το κρασί και το τσίπουρο κι εσύ ο ίδιος»

Ο Ερμής το είπε ανάλαφρα και γελάσαμε όλοι. Και οι κοπέλες από το διπλανό τραπέζι, που φαινόντουσαν γοητευμένες μαζί του.

«Πριν τη κατοχή κιόλας, τα προσφυγικά χωριά βρισκόντουσαν σε πολύ καλύτερη κατάσταση από αυτά που προϋπήρχαν. Από πολλές απόψεις»

*

Φωτογραφίες: http://www.lifo.gr/team/lola/60328

*

Το κείμενο δεν (θα) είναι το τελικό του «Ερμή»

Advertisements

2 σκέψεις σχετικά με το “Πρόσφυγες”

  1. «Στα Χανιά δεν πήγαν πρόσφυγες και τις περιουσίες των Τουρκοκρητικών που έφυγαν τις πήραν ντόπιοι»

    Στην απογραφή του 1923 απογράφηκαν στο νομό Χανίων 11.021 πρόσφυγες από τους οποίους οι 9.052 στην πόλη των Χανίων. Κατά το πρώτο διάστημα σημαντικός αριθμός προσφύγων εγκαταστάθηκε προσωρινά σε οικισμούς κοντά στα Χανιά, όπως στη Σούδα, τον Αλικιανό, το Καστέλλι Κισσάμου και το Μάλεμε. Στα τέλη του 1925 αναφέρονται περίπου 10.000 πρόσφυγες στο νομό Χανίων. Στην απογραφή του 1928 απογράφηκαν 8.246 πρόσφυγες, από τους οποίους οι 6.925 στην πόλη των Χανίων και 772 στους πλησιόχωρους οικισμούς της επαρχίας Κυδωνίας. Οι πρόσφυγες αποτελούσαν το 21,5% του συνολικού πληθυσμού της πόλης των Χανίων το 1928. Επίσης απογράφηκαν 262 πρόσφυγες στη Σούδα και 151 στα Τσικαλαριά.

    https://www.archaiologia.gr/blog/2014/04/02/%ce%bf%ce%b9-%cf%80%cf%81%cf%8c%cf%83%cf%86%cf%85%ce%b3%ce%b5%cf%82-%cf%84%ce%bf%cf%85-22-%cf%83%cf%84%ce%b1-%cf%87%ce%b1%ce%bd%ce%b9%ce%ac/

    καποια αλλη πολιτικη δυναμη χαρακτηριζε τους προσφυγες που εγκατασταθηκαν στη μακεδονια ως πρακτορες της ελληνικης μπουρζουαζιας

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s