Τάγματα

Η δράση των Ταγμάτων Ασφαλείας κατά τόπους

Αθήνα

Το Σύνταγμα που σχημάτιζαν τα Τάγματα Ασφαλείας της Αθήνας είχε καταρτίσει αμυντικό και επιθετικό σχέδιο για ολόκληρη την Αττική. Κάθε Τάγμα είχε κατασκευάσει μόνιμα αμυντικά πολυβολεία στους χώρους που στρατωνιζόταν και έλεγχε. Ο οπλισμός περιλάμβανε τρία πολυβόλα ή οπλοπολυβόλα και τρεις μικρούς όλμους, ανά διμοιρία, ενώ οι αξιωματικοί και υπαξιωματικοί είχαν αυτόματα Στεν και πιστόλια.

Οι μονάδες της Αθήνας χρησίμευαν ως φυτώριο παραγωγής Ταγμάτων, που στέλνονταν στη συνέχεια στην επαρχία, όπως στην Εύβοια, στην Πάτρα και αλλού. Τουλάχιστον δύο φορές επιχείρησαν εκτός Αθήνας. Το Μάρτιο έγινε μια επιδρομή μαζί με Γερμανούς στα Μέγαρα. Τον Ιούνιο του ’44 έκαναν μια εκκαθαριστική επιχείρηση στην Κωπαΐδα, με στόχο την περιφρούρηση της σοδιάς του σταριού, την οποία εποφθαλμιούσε και το ΕΑΜ και συγκρούστηκαν με τον ΕΛΑΣ της περιοχής. Στην Αθήνα τα Τάγματα πήραν μέρος σε όλα τα μπλόκα που έγιναν.

Όπως ήταν αναμενόμενο, η μεγάλη αντιπαράθεση έγινε με τον ΕΛΑΣ της Αθήνας, σε καθημερινή βάση. Η πρώτη σημαντική επιχείριση των Ταγμάτων έγινε στις 27 Νοεμβρίου 1943, όταν εκκαθάρισαν τα στρατιωτικά νοσοκομεία, σε συνεργασία με την Ειδική Ασφάλεια. Από τότε οι συγκρούσεις μεταφέρθηκαν στις συνοικίες της Αθήνας, όπου τα Τάγματα εξορμούσαν για έρευνες σε σπίτια, προκειμένου να ανακαλύψουν κρυμμένα όπλα, ασφράγιστα ραδιόφωνα και παράνομο τύπο. Κάτι που ήταν άριστη ευκαιρία για πλιάτσικο, αλλά και τρομοκράτηση των κατοίκων.

Στις 5 Απριλίου κρεμάστηκαν στους Αμπελόκηπους πέντε Ελασίτες, που είχαν συλληφθεί σε μπλόκο στο νοσοκομείο Συγγρού, στο σημείο που είχε δολοφονηθεί ένας αξιωματικός των Ταγμάτων. Τους κρέμασαν από τα δέντρα της πλατείας και τους φρουρούσαν Ταγματασφαλίτες. Θα έμεναν έτσι επί τρεις μέρες, για παραδειγματισμό. Ο αξιωματικός ήταν ο λοχαγός Κωνσταντίνος Μανωλάκος, ταυτόχρονα στα Τάγματα και τομεάρχης της Χ Αμπελοκήπων. Είχε εντοπίσει τρεις Επονίτες που έκαναν έρανο, τους ακινητοποίησε και τους σημάδευε με το πιστόλι του, περιμένοντας να εμφανιστεί κάποιος δικός του. Οι μόνοι που υπήρχαν εκεί ήταν δυο ένοπλοι Ελασίτες που προστάτευαν τους νεαρούς της ΕΠΟΝ. Ένας απ’ αυτούς πυροβόλησε και σκότωσε τον Μανωλάκο. Οι Γερμανοί αντέδρασαν με πέντε κρεμάλες και άλλες δύο κενές που έγραφαν τα ονόματα δύο ακόμα προγραμμένων.

Ένας λόχος από τα Τάγματα σκορπίστηκε γύρω από την πλατεία και φρουρούσε τους κρεμασμένους, να μη τους κατεβάσουν. Τότε έγινε, πιθανότατα, η πρώτη αστική μάχη των Ταγμάτων με τον ΕΛΑΣ της Αθήνας. Ο ΕΛΑΣ επιτέθηκε με μια δύναμη γύρω στους τριάντα ενόπλους, που αργότερα ενισχύθηκαν από την παρακείμενη Καισαριανή. Τους Ταγματασφαλίτες είχαν ενισχύσει Γερμανοί και δικοί τους που έσπευσαν. Η σύγκρουση κράτησε από τις δώδεκα το μεσημέρι ως το σούρουπο, έχοντας μεταφερθεί στα όρια της Καισαριανής. Το ίδιο βράδυ αποκαθηλώθηκαν και τάφηκαν οι πέντε κρεμασμένοι.

Τον Ιούλιο του ’44 έγινε μια νέα προσπάθεια στρατολογίας, με ατομικές προσκλήσεις, αλλά τον Αύγουστο, μόλις οι νεοσύλλεκτοι είδαν τις άγριες συγκρούσεις με τον ΕΛΑΣ, παράτησαν τους παλιούς να βράζουν στο ζουμί τους και αποχώρησαν. Οι συγκρούσεις κορυφώθηκαν στο διάστημα από 20 Σεπτεμβρίου έως 10 Οκτωβρίου. Το βράδυ της 10ης Οκτωβρίου έφτασε διαταγή του Στρατιωτικού Διοικητή Αθηνών Σπηλιωτόπουλου να συγκεντρωθούν οι Ταγματασφαλίτες στο στρατόπεδο Γουδί και να αφοπλιστούν. Πράγματι, το επόμενο πρωί όλοι οι Ταγματασφαλίτες της Αθήνας βρίσκονταν στο Γουδί, αλλά ο αφοπλισμός δεν ήταν τόσο απλή υπόθεση και χρειάστηκαν αρκετές μέρες μέχρι να επιτευχθεί. Αμέσως μετά άρχισε η αντίστροφη κίνηση του εξοπλισμού, υπό την αιγίδα της 3ης Ορεινής Ταξιαρχίας και του συνταγματάρχη Τσακαλώτου, η οποία ολοκληρώθηκε με την απελευθέρωση όλων των κρατουμένων αξιωματικών και τη χρησιμοποίηση 12.000 Ταγματασφαλιτών στα Δεκεμβριανά, σύμφωνα με τον Σπαή, ο οποίος ήταν ο καθ’ ύλην αρμόδιος. Ο αριθμός φαίνεται υπερβολικός. Χρησιμοποίησαν τους λιγότερο εκτεθειμένους και οπωσδήποτε κανένα από τα σημαίνοντα στελέχη. Αντίθετα, ο τότε πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου στη δίκη των δωσιλόγων αρνήθηκε ότι χρησιμοποιήθηκαν Ταγματασφαλίτες στις μάχες του Δεκέμβρη.

Ο Τσακαλώτος αποδεχόταν τη δράση των Ταγμάτων. Έχει αφήσει, το 1959, ένα υμνητικό κείμενο για τα Τάγματα, σε εφημερίδα, στο οποίο μεταξύ άλλων κάνει λόγο για την αφόρητη καταιγίδα των αφορισμών της Εθνικής Κυβερνήσεως, δηλαδή της κυβέρνησης Παπανδρέου, κατά των Ταγμάτων. Και την αντιπαραθέτει με την καθαρή οπτική όσων τα δημιούργησαν για να σώσουν το έθνος από τον κομμουνισμό ([1])

Ο Τσακαλώτος είχε πλήρη γνώση των συμβάντων στην Αθήνα την περίοδο ως τα Δεκεμβριανά, ως επικεφαλής του μοναδικού τακτικού στρατιωτικού σώματος που υπήρχε, της 3ης Ορεινής Ταξιαρχίας. Αναφέρει ότι οι πρώτες ενέργειες από τον Σπηλιωτόπουλο ήταν η οργάνωση επιτελείου, ο εξοπλισμός και η στρατιωτική οργάνωση των εθνικών ομάδων και η σύνταξη ενός σχεδίου ενεργείας για τη επικράτηση στην περιοχή της Αθήνας. Ότι οι απόρρητες διαταγές της κυβέρνησης Παπανδρέου ήταν κατηγορηματικές: Καμία εμπιστοσύνη στον ΕΛΑΣ και το ΕΑΜ και καμιά συνεργασία μαζί τους για την τήρηση της τάξης. Αντιθέτως, ο Σπηλιωτόπουλος, αφηγείται ο Τσακαλώτος, ειδοποίησε καταλλήλως τα Τάγματα Ασφαλείας να συνεχίσουν τις υπηρεσίες τους, με την υπόσχεση ότι θα τύχωσι συγγνώμης. Ακριβώς όπως συνέβη. Τα ίδια αφηγείται ο επιτελάρχης του Σπηλιωτόπουλου, ο αντιστράτηγος Γρηγορόπουλος: Εκρίθη συμφερότερον όπως τα Τάγματα Ασφαλείας μη εξωθηθούν παρ΄ ημών εις διάλυσιν, αλλ’ αφεθούν να παραμείνουν εν λειτουργία άνευ δράσεως. Προσθέτει ότι αυτή η απόφαση του Σπηλιωτόπουλου είχε ανακοινωθεί σε ελάχιστους από τους συνεργάτες του, ενώ επισήμως όλοι υποστήριζαν τη θέση που είχε η κυβέρνηση Παπανδρέου,  για τα Τάγματα. Την οποία όμως έγραφαν στα παλιά τους τα παπούτσια.

Η κυβέρνηση, επίσης, άλλα έλεγε για τους Ταγματασφαλίτες και άλλα έκανε. Το Νοέμβριο του ’44, σε μια λίστα με δεκατέσσερις αξιωματικούς που είχαν επιλεγεί για να οργανώσουν την Εθνοφυλακή, η οποία θα αντικαθιστούσε την Πολιτοφυλακή του ΕΑΜ από την 1η Δεκεμβρίου, οι οχτώ είχαν υπηρετήσει στα Τάγματα. Ενώ δεκάδες άλλοι, περισσότεροι από εκατό, είχαν ήδη διοριστεί στις υπό συγκρότηση μονάδες της Εθνοφυλακής

Εύβοια

Στην Εύβοια είχε τοποθετηθεί νομάρχης ο στρατηγός Λιάκος, ο οποίος ανασυγκρότησε την Εθνική Πολιτοφυλακή για να καταπολεμήσει το ΕΑΜ, σε συνεργασία με τους Γερμανούς. Μαγιά ήταν οι ογδόντα Ταγματασφαλίτες που έφερε μαζί του από την Αθήνα, τις τελευταίες μέρες του 1943. Μια από τις πρώτες ενέργειες του Λιάκου ήταν να συλλάβει εκατόν πενήντα ομήρους και να τους στείλει στην Αθήνα, για να χρησιμοποιηθούν ως δεξαμενή εκτελέσεων σε αντίποινα για μελλοντικές απώλειες του Τάγματος.

Ο Λιάκος οργίασε στα χωριά, πολλά από τα οποία πλιατσικολογήθηκαν και κάηκαν. Παράλληλα το Τάγμα κατάκλεβε τους χωρικούς μέσω της υποχρεωτικής φορολογίας δήθεν για τον αγώνα κατά των κομμουνιστών. Και τους εύπορους εμπόρους ή επιχειρηματίες, με καθαρά μαφιόζικους εκβιασμούς. Λέγεται ότι οι επικεφαλής έκλεβαν ακόμα και από τα αφορολόγητα τσιγάρα που έστελνε η κυβέρνηση για τους Ταγματασφαλίτες και τα πουλούσαν στην αγορά, για λογαριασμό τους. Ως το τέλος Ιανουαρίου η δύναμη του Τάγματος έφτασε τους 400 άνδρες και το καλοκαίρι ίσως είχαν ξεπεράσει τους 1500. Ο Λιάκος σκοτώθηκε σε μια σύγκρουση με τον ΕΛΑΣ και από τον Μάιο του ’44 τον διαδέχτηκε ο υποστράτηγος Παπαθανασόπουλος, ιδρυτικό μέλος του ΕΔΕΣ και εξέχων στέλεχος του προδοτικού ΕΔΕΣ της Αθήνας.

Η Εύβοια είχε αντάρτικο, το οποίο αναπτύχθηκε μετά τη συνθηκολόγηση των Ιταλών, αφού αφοπλίστηκαν πολλές ιταλικές φρουρές. Από τριάντα οι αντάρτες έφτασαν τις δύο χιλιάδες. Δημιουργήθηκε το 7ο Σύνταγμα Εύβοιας, το οποίο ανάπτυξε μεγάλη δραστηριότητα κατά των Γερμανών και των Ταγματασφαλιτών. Οι τελευταίοι είχαν επίσης έντονη δράση, αλλά και βαριές απώλειες. Τον Ιούλιο του ’44 είχαν δημιουργήσει τρία Τάγματα, με οχτώ λόχους, που έλεγχαν τη Χαλκίδα και μια σειρά από χωριά της Εύβοιας.

Έκαναν κοινές επιχειρήσεις με τους Γερμανούς. Παράδειγμα, η εξόρμηση του Ιουνίου από τα Ψαχνά, στην οποία συμμετείχαν 128 Ταγματασφαλίτες και 56 Γερμανοί στρατιώτες. Οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις συνεχίστηκαν και τον Ιούλιο, με συμμετοχή έξι λόχων από τα Τάγματα, δύο γερμανικών λόχων με βαρείς όλμους και πολυβόλα και ενός αποσπάσματος της Ειδικής Ασφάλειας.

Η εξόρμηση είχε επιτυχία, αν ως επιτυχία θεωρηθεί το γενικευμένο πλιάτσικο στα χωριά. Χωρίς τους Γερμανούς οι Ταγματασφαλίτες της Εύβοιας δεν είχαν μαχητική αξία. Αποτελεσματικοί ήταν μόνο στο πλιάτσικο και στα σκληρά αντίποινα κατά των αμάχων.

Μετά την απελευθέρωση παραδόθηκαν σ’ έναν εκπρόσωπο της κυβέρνησης που τους οδήγησε στη Χαλκίδα, συνοδεία Βρετανών και Ελασιτών. Ο κόσμος τους γιουχάισε, αλλά ο ΕΛΑΣ φρόντισε να μην υπάρξει η παραμικρή αντεκδίκηση εις βάρος τους.

Λακωνία

Η Πελοπόννησος ήταν μια περιοχή με ισχυρή μοναρχική και δεξιά λαϊκή βάση. Είχε, επίσης, την ιδιαιτερότητα ότι εκεί έδρασαν ή προσπάθησαν να δράσουν πολλοί αξιωματικοί, κυρίως με τον Ελληνικό Στρατό και ήρθαν σε αντιπαράθεση με τον ΕΛΑΣ, ο οποίος τους διέλυσε. Οι δυο καθοριστικοί παράγοντες για την πρώιμη δημιουργία των Ταγμάτων στην Πελοπόννησο ήταν συνδυαστικά ο θάνατος του ίλαρχου Βρεττάκου και η δραστηριότητα του συνταγματάρχη Παπαδόγγονα. Ο Παπαδόγγονας δεν δίστασε να φυλακίσει στην Καλαμάτα τους αξιωματικούς που αρνήθηκαν να καταταγούν στο Τάγμα που δημιουργούσε, έως ότου ενέδωσαν. Από την άλλη πλευρά του Ταϋγέτου, ο αδελφός του ίλαρχου Βρεττάκου, ο γεωπόνος Λεωνίδας Βρεττάκος, κινήθηκε με μεγάλη αποφασιστικότητα  και σχημάτισε το λεγόμενο Τάγμα «Λεωνίδας»

Από Σπάρτη και Καλαμάτα η ιδέα της ένοπλης αντιπαράθεσης με το ΕΑΜ εξαπλώθηκε στα χωριά, μέσω των συγγενικών και κυρίως των τοπικών δικτύων, με αφετηρίες τους πρώτους αξιωματικούς και τους οπλαρχηγούς των Ταγμάτων. Όταν σ’ ένα χωριό εξοπλίζονταν κάποιες οικογένειες, το ΕΑΜ αποχωρούσε, αλλά αναμενόταν να επιστρέψει ανά πάσα στιγμή. Η αναμονή σήμαινε όλο και περισσότερους ενόπλους των Ταγμάτων, αφού ο εξοπλισμός ήταν εξασφαλισμένος από τους Γερμανούς. Έτσι εξοπλίστηκε σε σύντομο χρόνο ένας μικρός στρατός, προερχόμενος από ευρεία λαϊκή βάση. Αυτό δεν έλεγε πολλά από επιχειρησιακή άποψη, αλλά η υποστήριξη των Γερμανών, ήταν καθοριστικής σημασίας. Η θυελλώδης δράση των Ταγμάτων κατά των Εαμικών και των οικογενειών τους, είχε ως αποτέλεσμα την αριθμητική ενίσχυση του ΕΛΑΣ αλλά και την περαιτέρω σκλήρυνση των μεθόδων του.

Ο αγώνας ήταν αμφίρροπος. Αν τα Τάγματα είχαν ως ατού τους Γερμανούς, ο ΕΛΑΣ είχε την καλά δομημένη πολιτική οργάνωση του ΕΑΜ, που υπήρχε σχεδόν σε κάθε χωριό. Έτσι ξεκίνησε μια τρομερή εμφύλια αντιπαράθεση, με δεδομένο ότι και οι δύο παρατάξεις είχαν μεγάλη λαϊκή βάση που τους υποστήριζε και ταυτόχρονα καταδιωκόταν από την αντίπαλη παράταξη.

Όλα ξεκίνησαν την άνοιξη του ’43, όταν άρχισε να αναπτύσσεται ο ΕΛΑΣ στην Πελοπόννησο. Το καλοκαίρι του ’43 έφτασαν μερικές δεκάδες επίλεκτοι από τη Ρούμελη για ενίσχυση και η ανάπτυξη του ΕΛΑΣ υπήρξε ραγδαία. Τότε επιχειρήθηκε η δημιουργία του Ελληνικού Στρατού, από αξιωματικούς, με την υποστήριξη των Βρετανών και άρχισε η αντιπαράθεση με τον ΕΛΑΣ, η οποία κατέληξε στη διάλυση του Ελληνικού Στρατού και στο θάνατο του ίλαρχου Βρεττάκου. Στο σημείο αυτό βλάστησε και φούντωσε ο σπόρος των Ταγμάτων στην Πελοπόννησο. Τα Τάγματα αναπτύχθηκαν με ραγδαίο ρυθμό γιατί υπήρχε διαθεσιμότητα σε αξιωματικούς του πρώην Ελληνικού Στρατού, γιατί η δράση του ΕΛΑΣ είχε προκαλέσει μεγάλες αντιπάθειες σε τοκικούς πληθυσμούς και γιατί ήταν εξασφαλισμένος ο εξοπλισμός τους, από τους Γερμανούς, οι οποίοι χάρηκαν πολύ που βρέθηκαν Έλληνες αξιωματικοί πρόθυμοι να κάνουν, για δικούς τους λόγους, τη δουλειά που αλλιώς θα ήταν υποχρεωμένοι να κάνουν οι ίδιοι οι Γερμανοί. Κάτι που δεν υπήρχε δυνατότητα να υλοποιηθεί, γιατί θα δέσμευε σημαντικές γερμανικές δυνάμεις, οι οποίες ήταν απαραίτητες αλλού.

Ήταν ένα κατεξοχήν πολιτικό φαινόμενο, η αφύπνιση μιας μεγάλης κοινωνικής δύναμης, με αιχμή τους αξιωματικούς, οι οποίοι διέβλεπαν τη μελλοντική πολιτική παντοδυναμία του ΕΑΜ, αν δεν έκαναν  τις δικές τους κινήσεις. Για την Πελοπόννησο, πρώτη μεγάλη κίνηση ήταν ο Ελληνικός Στρατός, ο οποίος απέτυχε παταγωδώς και η δεύτερη ήταν τα Τάγματα Ασφαλείας, με βάση τους ίδιους αξιωματικούς που είχαν αποτύχει την πρώτη φορά.

Είχαν άλλες εναλλακτικές; Η πιο εύλογη θα ήταν να ενταχθούν στον ΕΔΕΣ ή με άλλους τρόπους να συνεχίσουν την Αντίσταση, αλλά αυτό ήταν αδιανόητο για τους φανατικούς  μοναρχικούς. Άλλωστε τους ενδιέφερε κυρίως η εξόντωση του ΕΑΜ.

Πέτυχαν στη δεύτερη προσπάθειά τους; Στη διάρκεια της Κατοχής και της απελευθέρωσης, όχι, εκ του αποτελέσματος. Πέτυχαν όμως στην περίοδο που ξεκινάει από το Δεκέμβρη. Η επιτυχία μάλιστα υπήρξε απόλυτη, έστω κι αν χρειάστηκε να μεσολαβήσει ένας πολύχρονος Εμφύλιος πόλεμος στο Μοριά και στην υπόλοιπη Ελλάδα.

Το Τάγμα Λεωνίδας ιδρύθηκε από τον Λεωνίδα Βρεττάκο ([2]) το Νοέμβριο του 1943, με την επωνυμία Ελεύθερος Ελληνικός Στρατός. Εξοπλίστηκε από τους Γερμανούς, οι οποίοι έστειλαν κι έναν αξιωματικό – σύνδεσμο. Τον Ιανουάριο του ’44 το Τάγμα ήταν τόσο ισχυρό που έκανε επιδρομή στην Καλαμάτα, όπου συνέλαβε εκατοντάδες Εαμικούς, τους οποίους παρέδωσε στους Γερμανούς. Ο Βρεττάκος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την αρχηγία του Τάγματος, καθώς δεν ήταν αξιωματικός, αλλά γεωπόνος. Μετά απ’ αυτό αποσύρθηκε πικραμένος στην Αθήνα.

Το Τάγμα είχε συνολικά πάνω από οχτακόσιους ενόπλους, σε πέντε λόχους, τοποθετημένους σε αντίστοιχα χωριά της Λακωνίας. Στη Σπάρτη είχε δημιουργηθεί κανονικό επιτελείο με διάφορα γραφεία. Δικαστικό, πληροφοριών, διαχείρισης και προμηθειών, προπαγάνδας, καθώς και υγειονομική υπηρεσία, με πλήρη κάλυψη από γιατρούς και νοσοκομειακές κλίνες. Στη Σπάρτη υπήρχε και μια δύναμη ασφαλείας και κρούσεως, καθώς και λέσχη όπου έτρωγαν οι αξιωματικοί.

Οι Γερμανοί έδωσαν τα όπλα. Τα υπόλοιπα, όμως, απαιτούν σημαντικούς οικονομικούς πόρους, πέρα από την αθρόα εθελοντική συμμετοχή. Ο Βρεττάκος δεν αναφέρει τίποτα για τη χρηματοδότηση, η οποία ήταν προφανώς απαραίτητη. Θα ήταν ενδιαφέρον να γνωρίζουμε ποιοι ήταν οι χρηματοδότες.  Γνωρίζουμε ότι το Τάγμα διάθετε πολιτική επιτροπή στην Αθήνα, η οποία αφενός έδινε πληροφορίες και καθοδήγηση στη Σπάρτη, αφετέρου έστελνε στη Λακωνία δεκάδες αξιωματικούς. Η εθελοντική συμμετοχή ήταν μεγάλη, αφού έρχονταν για κατάταξη στο Τάγμα ακόμα και από τους γειτονικούς νομούς. Τα Χριστούγεννα έγινε η ορκωμοσία των μελών. Όχι με το γνωστό όρκο των Ταγμάτων προς τον Χίτλερ, αν εμπιστευτούμε τον Βρεττάκο, αλλά έναν άλλο, που έκανε λόγο για ελληνικές παραδόσεις, ιερά και όσια πατρώα θέσμια του ελληνισμού, πατρίδα, θρησκεία και οικογένεια, εθνικά ιδανικά, σωτηρία και μεγαλείο της ελληνικής φυλής.

Όλα ήταν έτοιμα για να αρχίσουν μεγάλες επιχειρήσεις κατά του ΕΛΑΣ, αν και οι συγκρούσεις είχαν αρχίσει από τις πρώτες μέρες του Νοεμβρίου. Υπολόγιζαν ότι ο ΕΛΑΣ διέθετε εφτακόσιους πενήντα ενόπλους στη Λακωνία και χίλιους εφέδρους. Το Τάγμα δημιούργησε στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Μυστρά, για τους κομμουνιστές που συλλάμβανε και για τις οικογένειες όσων υπηρετούσαν στον ΕΛΑΣ. Ο Βρεττάκος αφηγείται πως έγινε αμοιβαία απελευθέρωση των συγγενών.

Το Τάγμα πέρασε από την άλλη πλευρά του Ταϋγέτου με μια δύναμη πεντακοσίων είκοσι ανδρών και επικεφαλής τον Βρεττάκο. Εκκαθάρισαν αρκετά χωριά, συνέλαβαν αρκετούς Εαμίτες, Ελασίτες και συμπαθούντες και τελικά μπήκαν στη Καλαμάτα. Ο ΕΛΑΣ της πόλης δεν μπόρεσε να αντισταθεί αποτελεσματικά. Ο Βρεττάκος αναφέρει ότι συνέλαβε διακόσιους αιχμαλώτους, ενώ σκοτώθηκαν δέκα Ελασίτες που αντιστάθηκαν. Το Τάγμα επέστρεψε θριαμβευτικά στη Σπάρτη και συνέχισε τη δράση του στη Λακωνία. Τότε όμως ξέσπασε εσωτερικός ανταγωνισμός, ο οποίος είχε ως αποτέλεσμα την εκπαραθύρωση του Βρεττάκου από την ηγεσία. Το Σύνταγμα της Λακωνίας, γιατί στο μεταξύ είχε σχηματιστεί και το Τάγμα Γυθείου, ανέλαβαν διαδοχικά οι ταγματάρχες Κωστόπουλος και Δεμέστιχας.

Το Τάγμα δεν κυριάρχησε στη Λακωνία, γιατί δεν πέτυχε τον αντικειμενικό του σκοπό, να εξοντώσει τον ΕΛΑΣ. Το Τάγμα Ασφαλείας Σπάρτης βαρύνεται με δυο ομαδικές δολοφονίες Λακώνων από τους Γερμανούς, στο Μονοδένδρι.  Η πρώτη έγινε στις 26 Νοεμβρίου 1943. Θύματα ήταν εκατό Σπαρτιάτες κρατούμενοι και δεκαοχτώ αγρότες της γύρω περιοχής. Οι Σπαρτιάτες κρατούμενοι είχαν βρεθεί στα χέρια των Γερμανών με τη συμβολή του Λεωνίδα Βρεττάκου και του Τάγματός του στις 23 Οκτωβρίου, ως μέλη του ΕΑΜ και του ΚΚΕ. Εκτελέστηκαν ως αντίποινα, γιατί την προηγούμενη μέρα μια ομάδα του ΕΛΑΣ είχε χτυπήσει φάλαγγα γερμανικών αυτοκινήτων και υπήρξαν νεκροί Γερμανοί στρατιώτες. Η δεύτερη εκτέλεση στο Μονοδένδρι έγινε στις 13 Μαρτίου 1943, πάλι μετά από επίθεση του ΕΛΑΣ σε φάλαγγα αυτοκινήτων. Αυτή τη φορά οι διαθέσιμοι προς εκτέλεση Έλληνες ήταν μόνο σαράντα πέντε. Τον κατάλογο τον είχε συντάξει ο διοικητής του Τάγματος Σπάρτης, Κωστόπουλος.

Ο Βρεττάκος επέστρεψε στη Σπάρτη μετά την επιδρομή στην Καλαμάτα στις αρχές Φεβρουαρίου. Είχε συλλάβει περί τους διακόσιους αιχμαλώτους. Στις 24 Φεβρουαρίου 1944 εκτελέστηκαν στην Παλαιοχούνη της Μεγαλόπολης διακόσιοι δώδεκα Έλληνες, εκ των οποίων οι εκατόν πενήντα τέσσερις ήταν Μεσσήνιοι. Πιθανότατα και αυτοί ήταν θύματα του Τάγματος Λεωνίδας, αφού το Τάγμα της Μεσσηνίας ιδρύθηκε μόλις στις 18 Φεβρουαρίου.

Μολάοι

Είναι  γνωστή μια μαζική εκτέλεση που έκανε ο ΕΛΑΣ στους Μολάους. Ο Βρεττάκος κινούνταν στον άξονα Σπάρτη – Γύθειο. Οι Μολάοι βρίσκονται σε σημαντική απόσταση, ανατολικά. Ο Πάρνωνας, όπου ο ΕΛΑΣ είχε σημαντικές δυνάμεις είναι πολύ πιο κοντά. Παρόλα αυτά οι τοπικοί εθνικόφρονες θέλησαν να δημιουργήσουν δικό τους ένοπλο σώμα και επέμεναν, παρά την προσπάθεια του Βρεττάκου να τους αποτρέψει, όπως ισχυρίζεται ο ίδιος. Πήραν διακόσια πενήντα όπλα από τους Γερμανούς και δημιούργησαν έναν θανάσιμο κίνδυνο για τον ΕΛΑΣ. Αν εδραιωνόνταν στους Μολάους και αποκτούσαν επαφή με τον Βρεττάκο, τότε ουσιαστικά το Τάγμα Λεωνίδας θα έλεγχε όλη τη Λακωνία. Ο ΕΛΑΣ επιτέθηκε δυο φορές, στις 2 και στις 28 Δεκεμβρίου. Την πρώτη φορά απέτυχε. Συμμετείχαν και Γερμανοί, που είχαν βάση εκεί και δεν την είχαν αφήσει ακόμα στα χέρια των ντόπιων, βομβάρδισαν και δυο αεροπλάνα από το διπλανό αεροδρόμιο. Τη δεύτερη φορά, ο ΕΛΑΣ κατέλαβε την πόλη, την οποία και λεηλάτησε.  Συνέλαβε τους ενόπλους και την τοπική ηγεσία και απ’ αυτούς επέλεξε σαράντα για εκτέλεση.

Προφανώς διάλεξαν όσους πρωτοστάτησαν στη δημιουργία του ένοπλου σώματος και όσους κατηγορήθηκαν για βιαιοπραγίες, κατά των αριστερών της περιοχής. Από τον εξοπλισμό του Τάγματος ως την κατάληψη της πόλης μεσολάβησαν μερικές βδομάδες. Δεν γνωρίζω τι ακριβώς έγινε και σε ποια έκταση, υποθέτω όμως ότι έγιναν παρόμοια με τις περιοχές που κυριαρχούσε το Τάγμα Λεωνίδας. Είναι γεγονός ότι εκφράστηκε βαθύ μίσος από τους Εαμικούς της περιοχής. Οι τριάντα εννέα, γιατί ένας εξαιρέθηκε, οδηγήθηκαν σ΄ ένα βάραθρο, την Τρύπα του Ταράτσα και ρίχτηκαν εκεί. Ζωντανοί, λένε οι τοπικές αφηγήσεις.

Θα περίμενε κανείς να εκτελεστούν όλοι όσοι πήραν όπλο και χτύπησαν τον ΕΛΑΣ. Τα Τάγματα αυτό έκαναν στους Ελασίτες που έπιαναν. Στους Μολάους δεν συνέβη. Επιπλέον, δεν υπήρξαν δολοφονίες με τη λογική της οικογενειακής ευθύνης, όπως συνέβη εννιά μήνες αργότερα, στο Μελιγαλά. Αυτό σημαίνει ότι παρ’ όλες τις τριάντα εννέα εκτελέσεις, στην αρχή του 1944 βρισκόμαστε ακόμα στην αρχή του δρόμου. Τα χειρότερα ήταν μπροστά και ο Μοριάς θα τα ζούσε μέρα με τη μέρα και βδομάδα με τη βδομάδα ως το Σεπτέμβρη του ’44 ή, πιο σωστά, ως την τελική εξόντωση των μαχητών του ΔΣΕ, την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1949.

Βαλτέτσι

Η κορυφαία πράξη του κατοχικού Εμφυλίου στο Μοριά ήταν η επιδρομή στο Βαλτέτσι, στις 15 Ιουνίου 1944. Το χωριό λεηλατήθηκε, κάηκε και ερήμωσε, πολλές δεκάδες άντρες και γυναικόπαιδα σκοτώθηκαν ή δολοφονήθηκαν αργότερα σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Επικεφαλής της επιχείρησης ήταν προσωπικά ο Άρης Βελουχιώτης. Εκατό τοις εκατό κι ο ίδιος μέσα στη λογική για λεπίδι στην αντίδραση.

Ο  Άρης χτύπησε το Βαλτέτσι, επειδή οι χωρικοί είχαν πάρει όπλα από τον Παπαδόγγονα, για αυτοπροστασία από τον ΕΛΑΣ. Ήταν μια κίνηση ανόητη, με ασύμμετρο ρίσκο.  Άλλο όμως η ανοησία και άλλο το έγκλημα, με απόδοση οικογενειακής ευθύνης και πλήρη καταστροφή των περιουσιών, αρπαγή όλων των ζώων κλπ, δηλαδή καταδίκη επί δικαίων και αδίκων να μεταβληθούν σε ζητιάνους ή να πεθάνουν από την πείνα. Αυτά εναρμονίζονται με το μαύρο πλαίσιο της Κατοχής, η οποία τελείωνε σε λίγο. Ήταν μια ακόμα πράξη πολιτικής αυτοκτονίας  για το  ΕΑΜ, τον ΕΛΑΣ και τον ίδιο τον Βελουχιώτη ([3])

Μεσσηνία

Το Τάγμα της Καλαμάτας ιδρύθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 1944 με ενέργειες των τοπικών αρχών. Ο διορισμένος κατοχικός νομάρχης Περρωτής πήγε στην Αθήνα και ζήτησε από την κυβέρνηση τη δημιουργία Τάγματος. Αρχικά το συντηρούσε ο Δήμος. Τον Μάρτιο ανέλαβε την αρχηγία του ο ταγματάρχης Παναγιώτης Στούπας, ο οποίος μετέφερε την έδρα του Τάγματος στον Μελιγαλά.

Ο Παπαδόγγονας ήταν Διοικητής του Β’ Αρχηγείου Χωροφυλακής, με έδρα την Τρίπολη. Ήταν ο αρχηγός και ο συντονιστής όλων των Ταγμάτων της Πελοποννήσου, αν και τα Τάγματα της Σπάρτης και του Γυθείου διατήρησαν σχετική αυτονομία.

Η πράξη έδειξε ότι πολύ εύκολα φτιάχνονταν νέα Τάγματα και έπιαναν θέσεις της δικής τους επιλογής.

Ο ΕΛΑΣ θέλησε να εξοντώσει το Τάγμα στον Μελιγαλά, πριν αυτό εδραιωθεί. Επιτέθηκε, στις 7 Απριλίου 1944, αλλά αποκρούστηκε. Τους Ταγματασφαλίτες βοήθησε με τα πυρά της, δηλαδή με όλμους, μυδράλια, αντιαρματικά και πυροβόλα, η γερμανική φρουρά, σύμφωνα με τον αντισυνταγματάρχη Καζάκο, που περιέγραψε τη μάχη στην έκθεσή του προς τη ΔΙΣ.

Αντίθετα με ό,τι συνέβη στη Λακωνία, στη Μεσσηνία υπήρξε απροθυμία κατάταξης αξιωματικών στο Τάγμα. Και απ΄ όσους βρισκόντουσαν στην Αθήνα και απ’ αυτούς που ζούσαν στη Μεσσηνία. Αυτό είχε ως συνέπεια την απροθυμία κατάταξης γενικά, η οποία αντιμετωπίστηκε με αποστολή ατομικών προσκλήσεων, στις οποίες αναγραφόταν ότι όσοι απέφευγαν να παρουσιαστούν θα αντιμετώπιζαν τας αυστηράς ποινάς του νόμου και επιπλέον την δίωξιν των οικογενειών των και την καταστροφήν των οικιών των. Με τα πολλά, τον Μάιο του ’44 το Τάγμα διέθετε πέντε λόχους, εκ των οποίων οι τρεις στο Μελιγαλά, ένας στην Καλαμάτα και ένας στο Κοπανάκι, ενώ είχε τοποθετήσεις διμοιριών στο Διαβολίτσι, στο Πεταλίδι και στη Βελίκα. Ο Μελιγαλάς είχε οχυρωθεί περιμετρικά με χαρακώματα και συρματόπλεγμα, ενώ είχαν γεμίσει τάφρους της περιμέτρου με φραγκοσυκιές, ώστε να είναι αδιάβατες. Μέσα στο χωριό είχαν οργανωθεί φωλιές αντίστασης.

Το Τάγμα του Μελιγαλά έκανε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις. Τον Ιούνιο και τον Ιούλιο του ’44, οι τέσσερις από τους πέντε λόχους του Τάγματος επιχείρησαν για σαράντα μέρες στον Ταΰγετο, μαζί με δυο γερμανικά τάγματα. Δεν κατάφεραν να πετύχουν επαφή με τον ΕΛΑΣ, ο οποίος είχε άριστο δίκτυο πληροφοριών και έχασε μόνο κάποια τρόφιμα που δεν μπόρεσε να μεταφέρει έγκαιρα από αποθήκες που ανακαλύφθηκαν στη συνέχεια. Σαράντα μέρες εκστρατεία και το μόνο που πέτυχαν ήταν να συλλάβουν μερικά σακιά με πατάτες. Ο Βρεττάκος τα είχε καταφέρει πολύ καλύτερα στην αρχή της χρονιάς, αλλά το καλοκαίρι υπήρχε ένας πολύ διαφορετικός ΕΛΑΣ, με επικεφαλής τον ίδιο τον Βελουχιώτη. Το Τάγμα της Μεσσηνίας είχε σχηματιστεί μάλλον με υλικά ακατάλληλα για σοβαρές επιχειρήσεις κατά των ανταρτών σ’ ένα δύσκολο βουνό, όπως ο Ταΰγετος. Τα πήγαιναν καλύτερα στον κάμπο, όπου ο Μελιγαλάς ήταν ταυτόχρονα η έδρα του Τάγματος, στρατόπεδο συγκέντρωσης των Εαμικών, τόπος βασανιστηρίων και εκτελέσεων.

Στη Μεσσηνία λέγεται ότι εκτελέστηκαν περισσότεροι από εννιακόσιοι άνθρωποι, στη διάρκεια της Κατοχής. Κάποιοι αναφέρουν ομαδικές εκτελέσεις από τα Τάγματα και πολλούς μεμονωμένους φόνους. Από τους εκατό πολίτες που εκτέλεσαν τα Τάγματα μετά τη δολοφονία του υποστρατήγου Κρεχ από τον ΕΛΑΣ, λέγεται ότι σαράντα ήταν στη Μεσσηνία. Τριάντα στην Καλαμάτα και δέκα στο νεκροταφείο του Μελιγαλά. Άλλοι δέκα κρατούμενοι εκτελέστηκαν στο Μελιγαλά στις 15 Ιουνίου ’44, σε αντίποινα για το φόνο του Ταγματασφαλίτη ταγματάρχη Γεωργανά, στην Καλαμάτα. Για τον ίδιο λόγο, την επομένη εκτελέστηκαν είκοσι εφτά κρατούμενοι στις όχθες του Νέδοντα, του ποταμιού που διασχίζει την πόλη της Καλαμάτας. Μεταξύ τους πέντε γυναίκες. Από τους διακόσιους δώδεκα εκτελεσμένους στην Παλαιοχούνη, λίγο πριν τη Μεγαλόπολη, στις 24 Φεβρουαρίου ’44, οι εκατόν πενήντα τέσσερις είχαν συλληφθεί από Ταγματασφαλίτες στην Καλαμάτα.

Αρχές Αυγούστου, ο αρχηγός του Τάγματος Στούπας άφησε τη διοίκηση στον ταγματάρχη Καζάκο και πήγε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τους Γαργαλιάνους, όπου δημιούργησε το τελευταίο Τάγμα. Και το πιο άτυχο, γιατί οι νεοσύλλεκτοι δεν είχαν προλάβει καλά καλά να ντυθούν και πλήρωσαν δυσανάλογα βαρύ τίμημα επειδή ο Στούπας δεν δέχτηκε να αφοπλιστεί το Τάγμα και να παραδοθεί στον ΕΛΑΣ.

Πάτρα

Ο πρώτος πυρήνας του Τάγματος Ασφαλείας Πατρών έφτασε από την Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 1944 και έκανε παρέλαση στους δρόμους, πριν στρατωνιστεί σε σχολεία της πόλης. Κάποιοι Πατρινοί χειροκρότησαν την παρέλαση. Αλλά η προσέλευση για κατάταξη δεν ήταν σημαντική. Αυτοί που έρχονταν ήταν άνεργοι και πεινασμένοι, που έψαχναν τρόπους να επιβιώσουν.

Αυτό άλλαξε μετά το Πάσχα, όταν ο ΕΛΑΣ διέλυσε το 5/42 Σύνταγμα και δολοφόνησε τον Ψαρρό. Τότε μια μεγάλη ομάδα από 94 αξιωματικούς και οπλίτες, έφτασαν στην Πάτρα και κατατάχτηκαν στο Τάγμα Ασφαλείας, αφού παρέλασαν στην πόλη με τα όπλα τους σε πένθιμη στάση, σε ένδειξη πένθους για τη δολοφονία του Ψαρρού, με τη φροντίδα του Κουρκουλάκου, που τους αντιμετώπισε ως δώρο εξ ουρανού. Το Τάγμα ισχυροποιήθηκε και άρχισε να κάνει εκκαθαρίσεις των κομμουνιστών και συλλήψεις υπόπτων και των οικογενειών τους. Στήθηκε μάλιστα και στρατόπεδο συγκέντρωσης γι’ αυτούς. Το ΕΑΜ ανακοίνωσε τότε ότι θα χτυπάει κι αυτό τις οικογένειες των Ταγματασφαλιτών. Το Τάγμα βοήθησε στη σύλληψη, στη φρούρηση και τη μεταφορά των Εβραίων της Πάτρας.

Από τις 12 έως τις 20 Απριλίου οργανώθηκε μια εκκαθαριστική από τους Γερμανούς και τους Ταγματασφαλίτες κατά του ΕΛΑΣ στην Αχαΐα, η οποία επεκτάθηκε στην Ηλεία. Οι Βρετανοί της Συμμαχικής Αποστολής έγραψαν σε μια έκθεσή τους ότι τα Τάγματα υπό τον συνταγματάρχη Κουρκουλάκο  φέρθηκαν με μεγάλη βαρβαρότητα. Στις 9 Μαΐου 1944 οι Ταγματασφαλίτες έκαναν άλλο ένα κατόρθωμα στην Πάτρα: Κρέμασαν έντεκα πατριώτες στα Ψηλά Αλώνια, ως αντίποινα για μια επίθεση που έγινε εναντίον Γερμανών σε μια ταβέρνα της Πάτρας.

Στην πραγματικότητα η επίθεση είχε γίνει από τους ίδιους τους Ταγματασφαλίτες, οι οποίοι σκνίπα στο μεθύσι πυροβολούσαν μετά από καυγά με τυφλά πυρά και σκότωσαν δυο Γερμανούς ναύτες. Ανάμεσα στους εκτελεσμένους ήταν ο Χρήστος Χωμενίδης του Σοσιαλιστικού Κόμματος, ιδρυτικό μέλος του ΕΑΜ και εμπνευστής του ονόματός του. Η γυναίκα του Κλειτώ, αδελφή του Δημήτρη Γληνού, παρακολούθησε τον θάνατό του και λίγες μέρες αργότερα κρεμάστηκε η ίδια από μια λεμονιά στο πατρικό του σπίτι.

Κόρινθος

Το Τάγμα Ασφαλείας Κορίνθου συμμετείχε τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του ’44 στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις κατά του ΕΛΑΣ. Στο τέλος Αυγούστου διέθετε τριάντα αξιωματικούς και υπαξιωματικούς και διακόσιους πενήντα οπλίτες. Μαζί με τους εκατόν πενήντα άνδρες της Χωροφυλακής έλεγχαν την Κόρινθο ή, μάλλον, είχαν συγκεντρωθεί εκεί. Στις αρχές Σεπτεμβρίου το ηθικό τους είχε καταρρακωθεί λόγω των ανακοινώσεων της κυβέρνησης Παπανδρέου για τα Τάγματα. Παρέλαβαν όμως τετρακόσιους ομήρους από τους Γερμανούς, πολλούς από τους οποίους, φρονίμως ποιούντες, απελευθέρωσαν.

Σε συνεννόηση με τον αντιπρόσωπο του Ζέρβα, έναν στρατηγό εν αποστρατεία, το Τάγμα έραψε τριακόσια μπουφάν στο αγγλικό στυλ, ώστε να μεταμφιεστεί σε τμήμα του ΕΔΕΣ. Φόρεσαν τα καινούρια μπουφάν τους και το Πρώτο Τάγμα Ασφαλείας μετονομάστηκε σε τάγμα ΕΟΕΑ. Δυστυχώς για τους ευρηματικούς Ταγματασφαλίτες ο ΕΔΕΣ δεν είχε δικαίωμα να διατηρεί τμήματα στην Πελοπόννησο κι έτσι το μασκάρεμα δεν έπιασε. Το Τάγμα αφοπλίστηκε και οι άνδρες του οδηγήθηκαν στις Σπέτσες, με συνοδεία Βρετανών στρατιωτών και μαχητών του ΕΛΑΣ.

Η κράτησή τους δεν διάρκεσε πολύ. Στο τέλος του Οκτωβρίου τους μετέφεραν στην Αθήνα, τακτοποιήθηκαν στο Γουδί υπό την προστασία της 3ης Ορεινής Ταξιαρχίας και χρησιμοποιήθηκαν στη σύγκρουση του Δεκέμβρη. Το Τάγμα αυτό αποτελεί τυπική περίπτωση όσων ενεργειών επιχειρήθηκαν, άλλοτε με επιτυχία και άλλοτε όχι, μέχρι να ολοκληρωθεί επιτυχώς η διαδρομή χιλιάδων ανδρών από τον ένοπλο δωσιλογισμό στην Εθνοφρουρά. Όχι μόνο από τους Βρετανούς, την κυβέρνηση Παπανδρέου, τον Σπηλιωτόπουλο και τον Τσακαλώτο, αλλά και από τον ΕΔΕΣ. Ο ΕΛΑΣ απλώς τους συνόδευσε και φρόντισε για την ασφάλειά τους, στο φθινοπωρινό τους ταξίδι ως τις Σπέτσες, για να μπορέσουν σε λίγες βδομάδες να βοηθήσουν κι αυτοί στο τσάκισμά του, στην Αθήνα.

Αγρίνιο

Το Τάγμα Ασφαλείας Αγρινίου σχηματίστηκε στις 21 Φεβρουαρίου 1944, με ένα λόχο που προερχόταν από την Αθήνα, ένα λόχο που προερχόταν από την Πάτρα, από εθελοντές της πόλης του Αγρινίου και των περιχώρων και από υποχρεωτική στρατολογία στην περιοχή. Η δύναμή του έφτασε τους χίλιους άνδρες, κατανεμημένους σε εφτά λόχους τυφεκιοφόρων, ένα λόχο πολυβόλων και ένα μηχανοκίνητο τμήμα, δηλαδή τρία οχήματα με δυο πολυβόλα το καθένα.

Το Τάγμα διέθετε σαράντα αξιωματικούς, από ανθυπολοχαγούς έως ταγματάρχες. Επικεφαλής ήταν ο ταγματάρχης Γεώργιος Τολιόπουλος, ο οποίος οχύρωσε το Αγρίνιο. Αυτό όμως δεν εμπόδισε τον ΕΛΑΣ να επιτίθεται σε περιπόλους του Τάγματος ακόμα και μέσα στην πόλη, γεγονός που οδήγησε σε πολλές συλλήψεις υπόπτων και στη φυλάκισή τους. Στα τέλη Μαρτίου έφτασαν στο Αγρίνιο πεντακόσιοι είκοσι τέσσερις Εβραίοι από την Ήπειρο. Παραδόθηκαν για φύλαξη στο Τάγμα Ασφαλείας, το οποίο επωφελήθηκε και τους λήστεψε.

Το μεγάλο γεγονός για το Αγρίνιο συνέβη στις 14 Απριλίου 1944. Τότε οι Γερμανοί εκτέλεσαν σε αντίποινα 103  ή 104 Αγρινιώτες, για μια επίθεση του ΕΛΑΣ σε εμπορική αμαξοστοιχία που μετέφερε υγρά καύσιμα, τα οποία έγιναν παρανάλωμα, ενώ σκοτώθηκαν δώδεκα Γερμανοί στρατιώτες ([4])

Αυτό συνέβη τη Μεγάλη Παρασκευή. Τη Μεγάλη Τρίτη είχαν συμμετάσχει σε μια ενέδρα μαζί με τους Γερμανούς και συνέλαβαν τους έντεκα που συμμετείχαν σε μια εφοδιοπομπή του ΕΛΑΣ. Τους εκτέλεσαν όλους, παρόλο που οι τρεις συνοδοί τους Ελασίτες τους προέτρεπαν να αφήσουν τους άλλους οχτώ, γιατί δεν είχαν σχέση με την Αντίσταση. Μια άλλη μαζική εκτέλεση έγινε στο τέλος Ιουλίου στο χωριό Καλύβια Αγρινίου, ως αντίποινα για το θάνατο οχτώ Γερμανών στρατιωτών από επίθεση του ΕΛΑΣ. Οι Ταγματασφαλίτες και οι Γερμανοί κρέμασαν τέσσερις, σκότωσαν με πυροβολισμούς 55  και έκαψαν το χωριό. Το Τάγμα Ασφαλείας είχε συντάξει τον κατάλογο των θυμάτων, που ξεδιαλέχτηκαν από το απόθεμα κρατουμένων των φυλακών Αγίας Τριάδας Αγρινίου.

Το πνεύμα του Τάγματος καθόριζε ο Τολιόπουλος, ο οποίος δεν δίσταζε να εκτελεί και ο ίδιος, όπως συνέβη με την Εαμίτισσα Αγγελική Στεριάκη. Οι συγκρούσεις με τον ΕΛΑΣ ήταν συνεχείς, ενώ το ισχυρό Τάγμα Αγρινίου συμμετείχε σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στο Ξηρόμερο, στο Θέρμο, ακόμα και στην Ήπειρο. Στο πέρασμά τους από την Ευρυτανία λεηλάτησαν και τη μονή Προυσού. Το Τάγμα χρησιμοποιήθηκε τον Ιούνιο για είκοσι μέρες σε μια δοσιλογική μάχη της σοδειάς στους κάμπους του Αγρινίου: περιφρουρούσαν το θέρισμα και το αλώνισμα για να μην πέσει το στάρι στα χέρια του ΕΑΜ.

Ο Τολιόπουλος διοικούσε ίσως το πιο αξιόλογο από επιχειρησιακή άποψη Τάγμα Ασφαλείας. Του είχαν δώσει το παρανόμι Κτηνάνθρωπος. Ήταν μεθοδικός και αδίστακτος. Στις 31 Αυγούστου 1944, λίγες μέρες πριν φύγουν οι Γερμανοί, φρόντισε να δολοφονηθεί από δικούς του άνδρες η Μαρία Δημάδη, η οποία εργαζόταν στο γερμανικό φρουραρχείο για λογαριασμό του ΕΑΜ, ώστε να καλύψει τα ίχνη του.

Οι Γερμανοί έφυγαν από το Αγρίνιο στις 10 Σεπτεμβρίου. Στις 14 Σεπτεμβρίου μπήκε στο Αγρίνιο ο ΕΛΑΣ και το απελευθέρωσε από τον Τολιόπουλο, ο ποίος αμύνθηκε για λίγο, αλλά εκμεταλλεύτηκε φρόνιμα τη διαταγή της κυβέρνησης Παπανδρέου να διαλυθούν τα Τάγματα. Παραδόθηκε στον ΕΛΑΣ μετά από διαπραγμάτευση με μια επιτροπή του ΕΑΜ στην οποία συμμετείχε και ο Θανάσης Χατζής, εκ μέρους της ΠΕΕΑ. Το ΕΑΜ υποσχέθηκε στο σχετικό συμφωνητικό που υπογράφηκε, επί τω λόγω της τιμής των μελών της αντιπροσωπίας του, ότι δεν θα θιγεί κανένα μέλος του Τάγματος Αγρινίου, ανεξαιρέτως. Οι αξιωματικοί μάλιστα θα έπαιρναν συσσίτιο στη λέσχη αξιωματικών του Αγρινίου, μαζί με τους αξιωματικούς του ΕΛΑΣ, μέχρι να φύγουν από την πόλη, ενώ θα διατηρούσαν το πιστόλι και το ξίφος τους.

Η συμφωνία τηρήθηκε σε ό,τι αφορά την ασφάλεια και τη ζωή όλων ανεξαιρέτως. Στις 30 Σεπτεμβρίου όμως τελείωσαν τα πιστόλια και τα ξίφη, ο Τολιόπουλος και οι δικοί του συνελήφθησαν από τον ΕΛΑΣ και κρατήθηκαν φυλακισμένοι ως τις αρχές Μαρτίου 1945. Τότε τους παρέλαβαν δυνάμεις της Εθνοφυλακής και τους κράτησαν άλλον ένα μήνα, μέχρι να τους απαγγελθούν οι δέουσες κατηγορίες για δωσιλογισμό. Στην συνέχεια απολύθηκαν προσωρινά, με διαταγή της κυβέρνησης. Το προσωρινά σήμαινε μόνιμα.

[1]. Απερίφραστα δηλώνει ότι χωρίς αυτά οι κομμουνισταί θα είχαν επικρατήσει απ’ άκρου εις άκρον και ο αγών μετέπειτα θα ήτο σκληρότερος πολιτικώς. Συνεπώς οι Ταγματασφαλίτες έχουν το δικαίωμα να μετέχουν του δάφνινου στεφάνου των αγωνιστών της πατρίδος και του σεβασμού και της ευγνωμοσύνης των συγχρόνων των.

[2]. Συνέταξε ο ίδιος μεταπολεμικά μια έκθεση για το Τάγμα της Λακωνίας και για το Τάγμα των Μολάων. Τέτοιες εκθέσεις είχε ζητήσει η Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού από τους επικεφαλής των Ταγμάτων, αλλά οι περισσότεροι δεν ανταποκρίθηκαν. Απ’ όσους ανταποκρίθηκαν, κάποιοι το έκαναν με τρόπο άτεχνο ή λειψό. Ο Βρεττάκος, όμως, υπήρξε λαλίστατος και δεν περιορίστηκε σε μια ξερή έκθεση των γεγονότων. Γράφει με την αίσθηση της αδικίας, ότι δεν αναγνωρίστηκε ο αγώνας του και τους καρπούς του τους σφετερίστηκαν κάποιοι που περιόρισαν το εθνικόν τους καθήκον εις το λάθε βιώσας δι΄ανηκούστου φιλοτομαρισμού και οίτινες σήμερον κατέχουν ανωτέρας ή ανωτάτας βαθμίδας εις την ιεραρχίαν του κράτους.

Βρεττάκος Λεωνίδας, Έκθεση. ΔΙΣ, 1998, τ. 8, σ.164-87.

Στο ιστολόγιο «Σημειώσεις για τον Εμφύλιο»: Υποβολή Ιστορικής Εκθέσεως Ταγμάτων Ασφαλείας Λακωνίας

[3]. Μια επίσκεψη στο Βαλτέτσι, στο ιστολόγιο «Σημειώσεις για τον Εμφύλιο»:  Είμαι ξένος, αλλά όχι πολύ… 

[4]. Ο Τολιόπουλος στην έκθεση που έγραψε το 1955 ως συνταγματάρχης και την κατέθεσε στη ΔΙΣ, ισχυρίζεται ότι με ενέργειές του μειώθηκαν οι εκτελέσεις από 120 σε 85. Οι πηγές συνήθως μιλάνε για 120 εκτελεσμένους. Οι ίδιοι οι Ταγματασφαλίτες κρέμασαν τρεις απ’ αυτούς στην κεντρική πλατεία του Αγρινίου. Σύμφωνα με μια έγκυρη τοπική πηγή (προσωπική επικοινωνία) ο αρχικός κατάλογος είχε 120 ονόματα. Οι Γερμανοί έβγαλαν από τη «σειρά» κάποιους (μικρούς, ανάπηρους) και οι Ταγματασφαλίτες έβγαλαν μερικούς ακόμα. Τελικά εκτελέστηκαν 100 ή 101, συν οι τρεις που κρεμάστηκαν.

 

4 σκέψεις σχετικά με το “Η δράση των Ταγμάτων Ασφαλείας κατά τόπους”

  1. Ρε παιδιά μια απορία: Πως είναι δυνατόν, ενώ σε όλα τα μέτωπα οι Γερμανοί να χάνουν, τα Τ
    άγματα Ασφαλείας στην Ελλάδα να θεριεύουν , να συνεργάζονται όλο και στενότερα με τους Γερμανούς και να συμμετέχουν με μεγάλο φανατισμό στα μπλόκα,στις παραδόσεις και στις εκτελέσεις; Πως ξαφνικά εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες έγιναν ναζιστές και φασίστες;

    Μου αρέσει!

  2. Καλή ερώτηση. Η απάντηση είναι ότι τα Τάγματα είχαν την άμεση συμπαράσταση και την προτροπή εκ μέρους των αξιωματικών της Μέσης Ανατολής και, κυρίως, την έμμεση της Μεγάλης Βρετανίας. Χωρίς αυτά, θα είχαν διαλυθεί πριν φύγουν οι Γερμανοί. Στη συνέχεια (δευτερευόντως) ισχύουν κι άλλοι λόγοι, όπως η αντίδραση στο ΕΑΜ.

    Μου αρέσει!

  3. Ερώτημα ολίγον τραβηγμένο υπάρχει πιθανότητα τα τάγματα να είχαν φτιαχτεί σε συνεννόηση όχι απλά ανοχή των Βρετανών με τους Γερμανούς?

    Μου αρέσει!

    1. Πολύ τραβηγμένο… Εξάλλου, όταν φτιάχτηκαν τα Τάγματα ήταν σκληρά αντιμοναρχικά, ενώ οι Βρετανοί ήταν βασιλόφρονες (υπέρ του Γεωργίου Β’) Στην πορεία υπήρξε αλληλοκατανόηση, ενόψει του κοινού εχθρού.

      Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s