Αλάτι - πιπέρι

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΑ 21 ΓΙΑ ΓΕΛΙΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΚΛΑΜΑΤΑ

Του Αντώνη Ματζάρη
Ουσιαστικά με τις τελευταίες ενότητες προσπαθώ να συγκεντρώσω κάποια θέματα ως μια ενότητα χωρίς να κρατώ αυστηρή αλληλουχία γεγονότων. Στη σημερινή ανάρτηση θα αναφερθώ σε περιστατικά που άπτονται της επιρροής του τρόπου ζωής των Θεσσαλονικέων στη ζωή των Περαιωτών και όχι μόνο.
Έχω ήδη αναφερθεί στην περίπτωση ενός Περαιώτη, που δεν μπορούσε να κοιμηθεί αν δεν έπινε κανά δυό ουισκάκια
Το ουίσκι ήταν το πρώτο, που έπιναν κάποιοι Περαιώτες γιατί πιστεύανε ότι έτσι εξομοιώνονταν κοινωνικά με κάποιους Θεσσαλονικείς, που και αυτοί το πίνανε εν ονόματι της μίμησής τους προς τον αμερικάνικο τρόπο ζωής.
Ένας λοιπόν Περαιώτης που είχε ακούσει πως το ουίσκι πίνεται με κάτι αρμυρό, πήγε σε ένα παραλιακό μαγαζί και ζήτησε να του φέρουν ένα ουίσκι. Το γκαρσόν
Τον ρώτησε:
-Σκέτο θα το πιείς;
-Όχι με αρμυρό.
-Ποιο να σου βάλω:
-Προτιμώ με λακέρδα.
Το γκαρσόν προφανώς κατάλαβε ότι πρόκειται περί άσχετου γιαυτό του σερβίρισε το ουίσκι με τη λακέρδα με λίγο ψωμί.
-Για να βουτάς κιόλας.
Αφού τελείωσε το ουίσκι και τη λακέρδα του έφεραν τέτοια δίψα που κατανάλωσε μια κανάτα νερό μέχρι που νταλάκιασε. Τελικά σχολίασε
-Την άλλη φορά να μη μου βάζεις λακέρδα, ο τσίρος του πάει καλύτερα.
Οι άλλες περιπτώσεις αφορούν γυναίκες Περαιωτών που από συγκυρίες βρέθηκαν να κάνουν παρέα με Θεσσαλονικιούς αστούς και ξιπάστηκαν.
Η μια προανήγγειλες το πάρτι του παιδιού της που θα γινόταν με Κόλα- Κόκα που μόλις είχε έρθει στην Ελλάδα και μάλιστα μάλωσε άσχημα με αυτόν που τη διόρθωσε.
Η άλλη αγράμματη θέλοντας να συμμετάσχει σε μια κουβέντα που συζητούσε για την Αρχαία Ελλάδα πέταξε το αμίμητο.
-Βρε παιδιά η Τροία στην Περσία δεν είναι; Κάνοντας τον έντρομο σύζυγό να πει.
-Σιγά ντε καημένη πόσες φορές σου είπα να ακούς μόνο και να μη μιλάς;
Αυτά που αναφέρω δεν το κάνω από διάθεση κουτσομπολιού αλλά για να δείξω πόσο δύσκολη ήταν αυτή η κοινωνική μας μετάλλαξη. Ακόμα και σε άτομα σαν και μένα που σπούδασαν, που έχουν συγχρωτιστεί με αστούς η αγροτική μου ρίζα είναι τόσο ισχυρή, που με κάνει να είμαι τόσο δυνατός και γιατί όχι αυτάρκης στην κοινωνία της Περαίας. Δεν παύει όμως να με στενοχωρεί όταν αναλογίζομαι ότι άκουσα κλασσική μουσική για πρώτη φορά στα δεκατέσσερά μου χρόνια.
Κάποια άλλα περιστατικά έχουν σχέση με τα παθήματα Θεσσαλονικιών εξαιτίας της νοοτροπίας των μόνιμων κατοίκων των περιοχών μας.
Στις δεκαετίες που αναφέρομαι πολλά παιδιά από τη Θεσσαλονίκη ξεκινούσαν με τα πόδια είτε γιατί δεν είχαν χρήματα είτε για διασκέδαση, να έρθουν στην παραλία μας για μπάνιο. Μια παρέα λοιπόν τεσσάρων παιδιών μπαίνοντας στο αγρόκτημα της Περαίας είδαν ένα μποστάνι με καρπούζια μπήκανε μέσα και άρχισαν να κόβουν καμιά δεκαριά κομμάτια. Για κακή τους τύχη τους έπιασε ο αγροφύλακας φόρτωσε στον καθένα τους από ένα καρπούζι που ζύγιζε πάνω από δέκα οκάδες και με το τεκμήριο κλοπής αγκαλιά ξεκίνησε να τους πάει στο αστυνομικό τμήμα των Ν. Επιβατών. Περνώντας μπροστά από το καφενεδάκι του Σχολείου είδε τον ιδιοκτήτη του μποστανιού.
-Μπαρμπα Γιάννη αυτοί μπήκανε και ρήμαξαν το μποστάνι σου τους έπιασα και τους πάω στην Αστυνομία.
Ο Γιάννης Αναστασίου ένας γλυκός άνθρωπος τους φώναξε.
-Γιατί βρε κόψατε τα καρπούζια;
Και οι τέσσερεις μαζί κλαίγοντας είπαν:
-Επειδή πεινούσαμε μπάρμπα!!
-Βρε Θανάση, φώναξε στο καφετζή, φέρε μου ένα μαχαίρι.
Έκοψε τα καρπούζια που ήταν μισογινομένα και τους είπε
-Επειδή πεινούσατε, ο καθένας θα φάει όλο το καρπούζι που έκοψε.
Εμ! δέκα οκάδες καρπούζι τρώγεται; Φτάσανε στο μισό κοντεύανε να σκάσουνε.
Άρχισαν τα κλάματα και ο θυμόσοφος μπάρμπα Γιάννης
-Παιδιά αυτό να σας γίνει μάθημα όχι μόνο να μη κλέβετε αλλά και να παίρνετε αυτά που χρειάζεστε. Άντε και καλό μπάνιο.
( Δικιά μου ιστορία) Όταν ήρθαμε στην Αμπελοκήπων αφήναμε στη βεράντα ένα κύπελλο που ο γαλατάς περνούσε κάθε πρωί και μας άφηνε το γάλα. Μια Κυριακή πρωί ακούμε από το δρόμο ένα να φωνάζει κατούρα ρε μέσα στο κύπελλο. Πετιόμαστε από τα κρεββάτια μας εγώ και ο αδελφός μου και αρχίζουμε το κυνηγητό σε ένα από αυτούς, στην Αμπελοκήπων στο ανατολικό μέρος της ακτής και τελικά τον πιάσαμε να έχει χωθεί σε ένα από τα δύο βαγόνια κατοικίες που ήτα δίπλα στου Μιχαηλίδη. Τελικά ο κυνηγημένος κατέληξε να γίνει ένας από τους καλύτερους καλοκαιρινούς φίλους μας και αργότερα γιατρός μας.
Ένας ντόπιος ωραίος τύπος νοίκιασε ένα μαγαζί που ιδιοκτήτης του ήταν ένας Θεσσαλονικιός. Για μεγάλο διάστημα αρνιότανε να του πληρώσει τα ενοίκια και τον πήγε στο δικαστήριο. Ο δικηγόρος του το συμβούλεψε να κάνει τον τρελό.
-Σε ό,τι σε ρωτάει ο Πρόεδρος θα λες Βιετνάμ Βιετκόνγκ
Πάει λοιπόν στο δικαστήριο ντυμένος αλλοπρόσαλλα και τον ρωτάει ο Πρόεδρος
-Πώς ονομάζεσαι
– Βιετνάμ Βιετκόνγκ
-Βρε σε ρωτάω πώς λέγεσαι
– Βιετνάμ Βιετκόνγκ
-Γιατί δεν πληρώνεις τα ενοίκια;
– Βιετνάμ Βιετκόνγκ
-Βρε τί μου τον φέρατε αυτόν τον τρελό. Απαλλάσσεται λόγω βλακείας
Βγαίνοντας από την αίθουσα του λέει ο δικηγόρος:
-Συγχαρητήρια για την αθώωση τώρα να κανονίσουμε την αμοιβή
– Βιετνάμ Βιετκόνγκ
-Βρε τα λεφτά της παράστασής μου στο δικαστήριο
– Βιετνάμ Βιετκόνγκ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s