Αλάτι - πιπέρι

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΑ 22

Του Αντώνη Ματζάρη
Με αυτή την ανάρτηση θα κλείσει ο Πρώτος κύκλος αυτού του αφηγήματος τα καλοκαίρια της παραλίας της Περαίας.
Πριν κλείσω θα αναφέρω ένα πεδίο δόξης λαμπρό, τα μακροβούτια, τις βουτιές και τα τσακνάκια, φιγούρες με καταδύσεις εφάμιλλες των αθλητών ολυμπιακών αγώνων που γινότανε από τη σκάλα κυρίως.
Όχι λίγες φορές όμως κάποιοι τολμηροί ανέβαιναν σε βαποράκι και βουτούσαν από το κατάρτι του στη θάλασσα ενώ οι επιβάτες χειροκροτούσαν.
Λίγο πιο μέσα από το δεύτερο σκαλάκι υπήρχε μια σιδεριά σχήματος Π ύψους πέντε μέτρων από όπου μπορούσες να ανέβεις και να βουτήξεις στη θάλασσα, που σε εκείνο το σημείο είχε βάθος ένα μέτρο. Ο μοναδικός που το πετύχαινε ήταν ο Θοδωρής Χριστοδούλου (Ντραμπάζαλης) αδελφός του Κώστα Χριστοδούλου ( Κάβουρας). Αυτός ο Θοδωρής ήταν μακράν ο καλύτερος βουτηχτής που πέρασε ποτέ από την Περαία. Είχε ένα μοναδικό τρόπο να κάνει μακροβούτι, κολλούσε στο πάτο της και έτρεχε μέσα στη θάλασσα. Ήμουν παρών όταν έπεσε από το πρώτο σκαλάκι και με μακροβούτι βγήκε στο ύψος του κέντρου Γλυφάδα περίπου 150 μέτρα απόσταση.
Ο πρώτος κύκλος αρχίζει από τη δεκαετία του πενήντα και κλείνει το καλοκαίρι του 1967 λόγω της στράτευσης μου για δύο χρόνια μέχρι τον Ιούνιο του 1969, διετία κατά την οποία λείπω από την Περαία και άρα δεν έχω καμιά ανάμνηση για αυτό το διάστημα παρά μόνο από αφηγήσεις τρίτων.
Επειδή έλειψα εγώ δε σημαίνει ότι ο κόσμος έπαψε να κινείται.
Εξακολουθούσε να υλοποιείται στην παραλία μας το ρυμοτομικό του 1966 και να γεμίζει αυτή επί το πλείστον με κακόγουστες και κακότεχνες πολυκατοικίες. Αυτό είχε σαν άμεση συνέπεια να αυξηθεί ο πληθυσμός, με αυτούς που μένανε στην Περαία το καλοκαίρι, τους παρεπιδημούντες αλλά και τους καθημερινούς επισκέπτες που ερχότανε από τη Θεσσαλονίκη. Οι 1800 Περαιώτες χάνονταν σε ένα πλήθος, που κάποιες μέρες έφτανε τις 50000 και πολλές φορές αισθάνονταν ξένοι στον τόπο τους.
Το άρμα της αστικής συμπεριφοράς μας παράσερνε σε ένα μονοπάτι που τώρα καλούμασταν να περπατήσουμε. Μερικοί τα κατάφεραν, άλλοι ξεστράτισαν και προκειμένου να αποδείξουν ότι δεν υπολείπονται ξόδεψαν την περιουσία τους για να φορέσουν μεταξωτά βρακιά ξεχνώντας ότι αυτά χρειάζονται και επιδέξιους κώλους.
Μέχρι να τελειώσει η δεκαετία του 60 άρχισαν αμυδρά να φαίνονται κάποια σημάδια κόπωσης αυτής της κοινωνίας. Πρώτα πρώτα άρχισε η κοινότητα να αδυνατεί να προσφέρει ποιότητα υπηρεσιών. Ο νερό δεν επαρκούσε και περιοδικά κοβόταν. Υπήρχε πρόβλημα με σκουπίδια που πετιότανε σε κάποιους χώρους στα τσαΐρια, όπου ακούγαμε από τις φωνές τους τα τσακάλια να κάνουν πάρτι. Υπήρχε πρόβλημα με τις αποχετεύσεις και τα βυτία σκορπούσαν τα λύματα στους λόφους και τα ρέματα.
Υπήρξαν και σημάδια παρακμής, που περνούσαν απαρατήρητα.
Άρχισαν τα καραβάκια να μη μεταφέρουν πια σοβαρό αριθμό επιβατών και μερικά αποσύρονταν
Οι μεγαλοαστοί που δίνανε με την παρουσία τους μια κοσμοπολίτικη όψη τα καλοκαίρια χάνονται σιγά σιγά από την παραλία μας και τους βρίσκουμε τις επόμενες δεκαετίες να περνούν τις διακοπές τους στη Χαλκιδική.
Σημάδι επίσης ήτανε και η κατάργηση της κατασκήνωσης των Ισραηλιτών.
Ποιος όμως τότε να δει αυτά τα σημάδια, όταν άνοιξε δυναμικά η είσοδος των τουριστών από την Ευρώπη. Ιδιαίτερα οι τουρίστριες χειραφετημένες σε μια εποχή όπου ο φεμινισμός και η σεξουαλική απελευθέρωση κυριαρχούσαν στις προηγμένες κοινωνίες αποτέλεσαν ένα παράγοντα εφησυχασμού.
Και τέλος εκείνα τα χρόνια με τις δραματικές πολιτικές εξελίξεις και με τις επιλογές που έκαναν οι διοικούντες να γίνει η Περαία ακόμη ένας χαμένος Παράδεισος.
Προσεχώς Εκείνα τα καλοκαίρια του έρωτα (4) Χρονογράφημα
Μετά από μια διακοπή ο 2ος κύκλος

Μια σκέψη σχετικά μέ το “ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΑ 22”

  1. ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΑ 23
    ΞΕΧΑΣΜΕΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

    Του Αντώνη Ματζάρη
    Ανήκουν στον πρώτο κύκλο χρονικά αλλά προέκυψαν τώρα.
    Στο μαγαζί του Καμπουράκου σύχναζαν τα απογέματα και πολλοί Περαιώτες φίλοι του. Ένας από αυτούς ήταν ο Κάβουρας κατά κόσμο Κώστας Χριστοδούλου και ο Πατσούρης κατά κόσμο Κώστας Ανθουλάκης και οι δύο αντρούκλες από τους πιο δυνατούς Περαιώτες. Τότε η πλατεία ήταν με χώμα και συνήθως την κατάβρεχαν για να μη σηκώνει σκόνη και λέγανε τους οδηγούς που μπαίνανε στην πλατεία να μη τρέχουν. Ένας όμως Έλληνας μετανάστης από τη Γερμανία με μια κόκκινη Μερσεντές και τη Γερμανίδα γκόμενα του συνοδηγό, για λόγους φιγούρας άρχισε να κάνει στην πλατεία γύρω από το σιντριβάνι γρήγορες στροφές σηκώνοντας σύννεφο σκόνης αδιαφορώντας για τις φωνές των πελατών των γύρω μαγαζιών. Τότε μπαίνει μπροστά ο Πατσούρης και το σταματάει. Κατεβάζει το παράθυρο ο οδηγός και τον απειλεί με σέρτικο ύφος ότι θα τον πατήσει. Πριν το καταλάβει όμως τον αρπάζει ο Κάβουρας και το βγάζει από το παράθυρο. Αφού του έδωσαν ένα καλό μπερντάχι ξύλο τον έβαλαν στη θέση του οδηγού και του έδωσαν τα κλειδιά του αυτοκινήτου.
    -Τώρα μπορείς να φύγεις του είπαν
    Αυτός βάζει αμέσως μπρος και φεύγοντας τους φωνάζει.
    -Άντε βρε παλιοχωριάτες

    Πολλοί μεγαλοαστοί και αστοί είχαν τα παραθεριστικά τους σπίτια δίπλα στη θάλασσα και στέλνανε τις γυναίκες και τα παιδιά τους να κάνουν τα μπάνια τους.
    Μόλις είχε περάσει στο Πανεπιστήμιο και παράλληλα βοηθούσε τον μαραγκό πατέρα του στο ξυλουργείο του.
    Μια μέρα ο πατέρας του τον πήρε και πήγανε σε ένα σπίτι επί της Ακτής για να περάσουν σήτες στα παράθυρα και τις πόρτες.
    Το σπίτι ήταν από τα πρώτα που χτίστηκαν μετά τον πόλεμο, δίπλα στο κύμα με όλο τον κόλπο απλωμένο στα ποδιά του.
    Τους άνοιξε ένα συμπαθητικό δεκαπεντάχρονο κορίτσι.
    – Είμαι η Αθηνά και σας περίμενα να έλθετε. Η μαμά θα έρθει σε λίγο.
    Δουλέψανε στο ισόγειο και μετά ανεβήκανε στο πρώτο όροφο. Η Αθηνά ήταν σκυμμένη πάνω από ένα βιβλίο μαθηματικών και έκλαιγε γιατί δεν μπορούσε να λύση ένα πρόβλημα. Πλησίασε και είδε ότι προσπαθούσε να βρει τον κύκλο των εννέα σημείων.
    – Γιατί κλαις τη ρώτησε;
    – Διότι ο πατέρας μου θα με τιμωρήσει αν δεν το λύσω.
    – Βρήκες πρώτα ότι τα τρία μέσα των πλευρών του τριγώνου με το ίχνος ενός ύψους σχηματίζουν ισοσκελές τραπέζιο;
    Τον κοίταξε με τα μελιά δακρυσμένα μάτια της και στο πρόσωπό της ήταν αποτυπωμένη η έκπληξη.
    – Ξέρεις να με βοηθήσεις; ρώτησε με λαχτάρα. Το ισοσκελές τραπέζιο το απέδειξα έτσι όμως βρήκα τα έξη από τα εννέα σημεία.
    – Ένωσε το μέσο Σ του ΑΗ με το μέσο Ζ της ΑΒ και προσπάθησε να αποδείξεις ότι το Σ είναι το έβδομο σημείο.
    Σε λίγο ενώ τελείωνε η τοποθέτηση και της τελευταίας σήτας άκουσε την Αθηνά χαρούμενη να φωνάζει.
    – Το βρήκα. Το βρήκα. Και βγήκε στη βεράντα να μου το πει.
    – Είδες πόσο εύκολο ήταν; και συ έκλαιγες της είπα.
    – Σε ευχαριστώ μου είπε.
    Από την βεράντα φώναξε στη μητέρα της που ήταν στην παραλία μπροστά από το σπίτι τους.
    – Μαμά έλυσα την άσκηση μπορώ να έλθω για μπάνιο;
    – Τώρα έρχομαι εγώ πάνω για να δω και τους τεχνίτες.
    Σε λίγο ήλθε η μητέρα της.
    Ήταν ωραία γυναίκα τριάντα πέντε χρόνων με καμπύλες που δύσκολα τις έκρυβε το ροζ μπικίνι που διακρινόταν κάτω από ένα διαφανές ταφτάνι. Είχε καστανά μεγάλα μάτια και τα μαλλιά της μακριά βαμμένα πλατινέ ξανθά.
    Τους κοίταξε με ένα αυτάρεσκο αδιάφορο ύφος όμως ήταν εύκολο να διακρίνει κανείς στη ματιά της τη φλόγα του φλογερού ταμπεραμέντο της.
    – Τι χρωστάμε κύριε Κώστα; Είπε του πατέρα του ρίχνοντας τη ματιά της ερευνητικά πάνω του.
    Αυτός έμπλεξε τη ματιά του με το βλέμμα της σε σημείο να ενοχληθεί η γυναίκα με το θράσος του.
    Στο μεταξύ η Αθηνά με το ωραίο σαν τη μητέρα της πρόσωπο προσπαθούσε να πει κάτι στη μητέρα της.
    Ετοιμαζότανε να φύγουν όταν τους σταμάτησε η φωνή της μητέρας της Αθηνάς.
    – Έρχεστε λίγο κύριε … τον φώναξε.
    ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΑ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΕΝΟΣ ΔΗΜΑΡΧΟΥ

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s