Τέχνη

Σηκώνομαι πολύ πρωί

Η οικογένεια Μπαρτζώκα κατάγεται από το βλαχόφωνο Συρράκο της Ηπείρου. Το τραγούδι που μας απασχολεί τραγουδιέται μέχρι και σήμερα στο Συρράκο.

Ασκώθηκα πολύ ταχιά ο μαύρος απ’ τον ύπνο

Παίρνω νερό και νίβομαι φορώ και τάρματά μου

Και πήρα δίπλα τα βουνά κι ορθά τα κορφοβούνια.

Ακούω (‘κούω) τα πεύκα που βροντούν και τις οξιές που τρίζουν

Και τα γιατάκια των κλεφτών που κλαιν τον καπετάνιο.

Ακούω (‘κούω) που βόγκαε κι έκλαιγε (κ’ έλεγεν)  ο Γιώτης ο Μπαρτζώκας

Πού ’στε παιδιά μ δεν φαίνεστε τρεις μέρες και τρεις νύχτες

Ελάτε να με βγάλετε απ’ τα πικρά λαγκάδια

Τι εδώ οι λύκοι θα με φαν, τ’ αρκούδια θα με πνίξουν.

Για πιάστε με να σηκωθώ και βάλτε με να κάτσω (βάλτε με να καθίσω) 

Φέρτε μου και τον (κι έναν) ταμπουρά πικρά να τον λαλήσω

Να τον λαλήσω και να ειπώ το μαύρο μου τραγούδι

Μουστάκι μου κατάμαυρο και φρύδια μου μεγάλα

Κα συ τσιαμπά (τζαμπά) περήφανε που φτάνεις ως τη μέση (ως την πλάτη) 

Θα να σας φάει η μαύρη γη θα λιώσετε στο χώμα 

(θε να σας φαγ’ η μαύρη γης, θα λυώσετε ‘ς το χώμα) 

Κλάφτε με παλικάρια μου πικρά και σαν πεθάνω

Εδώ να μη με θάψετε στον έρημο τον τόπο

Μα να με βγάλετε ψηλά σε μια ψηλή ραχούλα (οι τρεις στροφές λείπουν) 

Και μνήμα να με φτιάσετε νάνε πολύ μεγάλο

(Παιδιά μου να μου φκιάσετε το μαύρο μου κιβούρι

Νάναι βαθύ νάναι πλατύ, νάναι πολύ μεγάλο)

Να στέκω ορθός να πολεμώ και δίπλα (κι ολόρθος) να γεμίζω

και στη δεξιά μου (του) τη μεριά ν’ αφήσετε (αφήστε) παραθύρι

να κρούει ο ήλιος το ταχύ τη νύχτα το φεγγάρι

να βλέπω πότ’ είν άνοιξη και πότε καλοκαίρι (η στροφή λείπει) 

κι όντας οι κλέφτες θα περνούν να με καλημερίζουν.

Πηγή: https://www.namata.eu/Blog%20Posts/%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B1-%CE%BC%CF%80%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%B6%CF%89%CE%BA%CE%B1.html 

Το τραγούδι του Γιώτη Μπαρτζώκα, σε μια έκδοση του 1880 χρονολογείται, με βάση τις παλαιότερες συλλογές, στα 1770. Από εκεί προέρχονται οι διαφορές στους στίχους, που σημειώνονται με πλάγια. 

(Παναγιώτης Αραβαντινός Συλλογαί Δημωδών ασμάτων της Ηπείρου έκδ. 1880 σελ. 39-40)

Ο Αραβαντινός σημειώνει ότι σε άλλες συλλογές εξεδόθη παραπλήσιον άσμα, το οποίο, όμως αναφέρεται εις άλλο πρόσωπον. Η ευσυνείδητη αυτή σημείωση μας βάζει σε υποψίες ότι το τραγούδι του Γώγου Μπαρτζώκα έχει γραφτεί πάνω σε τραγούδι άλλου, ακόμα παλιότερου καπετάνιου. 

Ωστόσο, εκείνο που προξενεί εντύπωση είναι η συνέχεια, όπως την παραθέτει ο Αραβαντινός: 

Επισυνάπτοντες τους επομένους ομηρικούς στίχους, προσκαλούμεν τον αναγνώστην εις αντιπαραβολήν αυτών μετά των τελευταίων τεσσάρων στίχων του άσματος.

            “Σήμα τ’ εμοί χεύαι πολιής επί θινής θαλάσσης, 

ανδρός δυστήνοιο, και εσσομένοισι ποθέσθαι’

ταύτα τε μοι τελέσαι, πήξαι τ’ επί τύμβον ερετμόν 

τω και ζωός έρεσσον εών μετ’ εμοίς ετέροισοι” 

(Οδ. Λ’ 89)

Φυσικά, αναζητά κανείς μεταφραστική βοήθεια: 

κι εκεί, στο ακρόγιαλο της θάλασσας, μνημούρι ασκώσετέ μου

του δύστυχου, που κι οι μελλούμενες γενιές να μου θυμούνται.

Κι ως τούτα πια τελέψεις, κάρφωσε κι ένα κουπί στο μνήμα

αυτό που ζώντας είχα κι έλαμνα μαζί με τους συντρόφους. 

(Οδ. Λ 75-78, μετάφραση Καζαντζάκης – Κακριδής, ΕΣΤΙΑ, 1986) 

Αυτά είναι η κατακλείδα όσων ζητάει ο δύστυχος Ελπήνορας, που είχε απομείνει άταφος στο παλάτι της Κίρκης, από τον Οδυσσέα, όταν αυτός κατεβαίνει στον Άδη (Νέκυια). Ο Οδυσσέας υπόσχεται ότι θα εκτελέσει τις παρακλήσεις του Ελπήνορα για μια ενδεδειγμένη ταφή απ’ άκρη ως άκρη. Δε νομίζω ότι μπορεί να περάσει απαρατήρητη η αναλογία ανάμεσα στους ομηρικούς στίχους και εκείνους του δημοτικού τραγουδιού, που αναφέρεται ότι δημιουργήθηκε στο τέλος του 18ου ή τις αρχές του 19ου αιώνα.

Οδηγούμαστε κιόλας στη σκέψη πως ενδέχεται να υπάρχουν και άλλα νήματα που συνδέουν το συγκεκριμένο τραγούδι με πολύ παλαιότερες δημιουργίες. Για παράδειγμα, η ώρα που ξυπνάει και ετοιμάζεται για να πάει να βρει τον ετοιμοθάνατο καπετάνιο ο σύντροφός του είναι μάλλον απίθανο να δημιουργήθηκε για τον Γιώτη Μπαρτζώκα: φαίνεται πως είναι ήδη δουλεμένο και καταξιωμένο στιχουργικό μοτίβο, το οποίο αβίαστα προσαρμόστηκε στο συγκεκριμένο τραγούδι. Άλλωστε υπάρχει σε όλες τις παραλλαγές, ανεξάρτητα από τη χρονολογία και από το αν ο ετοιμοθάνατος αρχηγός είναι κλέφτης (στην οθωμανική περίοδο) Μακεδονομάχος οπλαργηγός, καπετάνιος του ΕΛΑΣ ή μαχητής του ΔΣΕ.

Για τον καπετάνιο (κλέφτικο, της οθωμανικής περιόδου ή και κατοπινότερο)

Σηκώνομαι πολύ πρωί πρωί δυο ωρες προτού να φέξει

παιρώ νερό και νι και νίβομαι άντε νίβομαι

παιρώ νερό και νίβομαι νερό να ξαγρυπνήσω.

Ακούω τα πεύκα απού ν’ απού βροντούν

ακούω τα πεύκα απού  άντε απού βροντούν
και τις οξιές πως τρίζουν

Και τα γιατάκια των κλεφτιών

και τα γιατάκια των κλεφτιών άντε των κλεφτιών

κλεφτιών κι αρματωμένων. 

Ο καπετάνιος έλειπε άντε έλειπε ο καπετάνιος έλειπε

κι ο καπετάνιος λείπει

πά’ να βαφτίσει ένα παιδί άντε ένα παιδί.

Για τον Κώστα Γαρέφη (Μακεδονομάχος)

Σηκώνομαι πρωί πρωί, τρείς ώρες πριν να φέξει.

Παίρνω και νίβομαι…

Παίρνω νερό και νίβομαι και ζώνω τ’ άρματα μου

και παίρνω δίπλα τα βουνά, δίπλα τα κορφοβούνια.

Βρίσκω λημέρι αντάρτικο που κλαίγανε τον Κώστα (μας τον αρχηγό).

– Παιδιά μ’, σαν πάτε στο χωριό, μες τη Μακεδονία,

μην πείτε πως σκοτώθηκα, μον’ πείτε πως παντρεύ’κα.

Η μαύρη γη γυναίκα μου, οι πέτρες τα παιδιά μου

και τα τσαλιά ο πεθερός, τα χόρτα η πεθερά μου

κι αυτά τα λιανοχόρταρα αδέλφια και ξαδέλφια.

Για τον Άρη Βελουχιώτη

Σηκώνομαι πρωί πρωί, τρείς ώρες πριν να φέξει

παίρνω νερό και λούζομαι και ζώνω τ’ άρματα μου

να πάρω δίπλα τα βουνά, πλάϊ τα κορφοβούνια

να βρω λιμέρι αντάρτικο.

Βρίσκω ένα τραυματία τον καπετάνιο του βουνού,

βαριά τραυματισμένο

  • Βοηθάτε με να σηκωθώ και βάλτε με να κάτσω

και δώστε μου τ’ αυτόματο να το πικρολαλήσω

να κάμω τα βουνά να κλαίν, τα έλατα να τρίζουν                                    

κι  οι  κάμποι  να  μαραίνονται   απ’ τα στερνά  μου  βόλια.

Γεια και χαρά σας σύντροφοι.

Για τον Άρη Βελουχιώτη, παραλλαγή

Βρίσκω λημέρι αντάρτικο.

Βρίσκω λημέρι αντάρτικο πολλά χορταριασμένο,

βρίσκω τον Άρη αρχηγό.

Βρίσκω τον Άρη αρχηγό βαριά τραυματισμένο.

-Για σήκω απάνω Άρη μου, 

Για σήκω απάνω Άρη μου, σήκω να πολεμήσεις

γιατί μας πιάσαν ζωντανούς.

Γιατί μας πιάσαν ζωντανούς και παν να μας κρεμάσουν.

-Εγώ σας λέγω δεν μπορώ.

Εγώ σας λέγω δε μπορώ και σεις μου λέτε: σήκω

Για πιάστε με να σηκωθώ.

Για πιάστε με να σηκωθώ και βάλτε με να κάτσω

και φέρτε μου τ’ αυτόματο.

Και φέρτε μου τ’ αυτόματο να το πικρολαλήσω

να κάνω μάνες δίχως γιους.

Να κάνω μάνες δίχως γιους, γυναίκες δίχως άντρες

να κάνω τα βουνά να κλαιν.

Να κάνω τα βουνά να κλαιν, τα έλατα να σκούζουν, 

να κάνω και τη μάνα μου

Να κάνω και τη μάνα μου να κλαίει με μαύρο δάκρυ

Γεια και χαρά σας σύντροφοι

Γεια και χαρά σας σύντροφοι, το φασισμό χτυπάτε 

Γεια και χαρά σας σύντροφοι.

Για τον Άρη Βελουχιώτη, παραλλαγή

Βρίσκω λημέρι αντάρτικο πολλά χορταριασμένο,

βρίσκω τον Άρη αρχηγό βαριά τραυματισμένο.

-Για σήκω απάνω Άρη μου, σήκω βρε καπετάνιο

γιατί μας πιάσαν ζωντανούς οι παλιομπουραντάδες.

Για τον Κώστα (του ΔΣΕ)

…παίρνω νερό και νίβομαι  λίγο να ξαγρυπνήσω 

και παίρνω δίπλα τα βουνά

και παίρνω δίπλα τα βουνά δίπλα τα κορφοβούνια 

βρίσκω λημέρια αντάρτικα. 

Βρίσκω λημέρια αντάρτικα παλιά χορταριασμένα 

βρίσκω τον Κώστα άρρωστο 

βρίσκω τον Κώστα άρρωστο βαριά για να πεθάνει 

-Σηκώσ’  απάνω Κώστα μου

σηκώσ’  απάνω Κώστα μου και μην βαριοκοιμάσαι 

-Τραβάτε με να σηκωθώ 

τραβάτε με να σηκωθώ  και βάλτε με να κάτσω 

και δώστε μου το αυτόματο 

και δώστε μου το αυτόματο  να το πικρολαλήσω 

να κάνω τα βουνά να κλαιν 

να κάνω τα βουνά να κλαιν και οι κάμποι να θρηνήσουν 

να κάνω και την μάνα μου

να κάνω και την μάνα μου

να κλαίει με μαύρο δάκρυ. 

Αφού σας λέω δεν μπορώ 

αφού σας λέω δεν μπορώ 

και εσείς μου λέτε σήκω 

τραβάτε με να σηκωθώ.

Για τον Κώστα (Κωσταντή) του ΔΣΕ, παραλλαγή (Ευκαρπία Σερρών)

Βρίσκω λημέρια αντάρτικα, που κλαίγανε τον Κώστα.

-Σήκω βρε Κώστα Κωσταντή, σήκω βρε καπετάνιε

Γιατί μας πιάσαν ζωντανοί και παν να μας κρεμάσουν.

-Εγώ σας λέγω δε μπορώ κι εσείς με λέτε σήκω.

Για τράβα με να σηκωθώ και βάλτε με να κάτσω

Και φέρτε μου τ’ αυτόματο …

να κάνω τα βουνά να κλαιν, τους κάμπους να ραϊζουν

να κάνω την αγάπη μου μαύρα δάκρυα να χύνει

γεια σας χαρά σας βρε παιδιά

και σεις ανταρτοπαίδια

ωσάν πάτε στη μανούλα μου στη δόλια αδερφή μου

μη πείτε πως σκοτώθηκα

μα πείτε πως παντρεύτηκα σε μια καινούρια χώρα

κάνω την πλάκα πεθερά τη μαύρη γης γυναίκα

κι αυτά τα κοντοχόρταρα αδέρφια κι αξαδέρφια

γεια σας χαρά σας βρε παιδιά.

Για τον Κώστα (του ΔΣΕ) παραλλαγή

Βρίσκω λημέρια αντάρτικα και μέσα τραυματίες

βρίσκω ένα σύντροφο παλιό

βρίσκω ένα φίλο μου  παλιό βαριά τραυματισμένο

-Σηκωσ΄ απάνω Κώστα μου

ορέ σήκω απάνω Κώστα μου και μη βαριά κοιμάσαι

γιατί μας πιάσαν ζωντανούς

Για το λοχαγό Τάκη (του ΔΣΕ)

…Βρίσκω λημέρι αντάρτικο, λημέρι Καπετάνιο 

βρίσκω τον Τάκη λοχαγό.

Βρίσκω τον Τάκη λοχαγό, βαριά τραυματισμένο.

– σήκω βρε Τάκη λοχαγέ.

Σήκω βρε Τάκη λοχαγέ, σήκω να πολεμήσεις 

γιατί μας πιάσαν ζωντανούς.

Γιατί μας πιάσαν ζωντανούς, 

και παν να μας κρεμάσουν.

-Παιδιά μ’ σας λέγω δεν μπορώ.

Παιδιά μ’ σας λέγω δεν μπορώ, και εσείς μου λέτε σήκω για,,

για πιάστε με να σηκωθώ.

Για πιάστε με να σηκωθώ, και βάλτε με να κάτσω 

και δώστε μου τ’ αυτόματο.

Και δώστε μου τ’ αυτόματο, να το πικρολαλήσω 

να κάνω τα βουνά να κλαιν.

Να κάνω τα βουνά να κλαιν, τα έλατα να τρίζουν 

κι κάμποι να μαραίνονται. 

Κι κάμποι να μαραίνονται, απ’ τα δικά μου βόλια 

γεια σας χαρά σας βρε παιδιά. 

Γεια σας χαρά σας βρε παιδιά, σαν πάτε στην πατρίδα 

μην πείτε πως σκοτώθηκα.

Μην πείτε πως σκοτώθηκα, πως είμαι σκοτωμένος

να πείτε πως παντρεύτηκα.

Να πείτε πως παντρεύτηκα, πως είμαι παντρεμένος

την Πίνδο έχω πεθερά.

Την Πίνδο έχω πεθερά, την Κόνιτσα γυναίκα

και γύρω γύρω τα βουνά.

Και γύρω γύρω τα βουνά, αδέλφια και ξαδέλφια

γεια σας χαρά σας βρε παιδιά.

Γεια σας χαρά σας βρε παιδιά,

τον φασισμό χτυπάτε να φέρουμε την λευτεριά!

 Κώστα, παραλλαγή

Για τον καπετάνιο (αντάρτικο, Βωλακας Δράμα)

Βρίσκω λημέρια των κλεφτών να βαριαναστενάζουν

να κλαιν’ τον καπετάνιο τους

να κλαιν’ τον καπετάνιο τους, να του φωνάζουν σήκω

για σήκω επάνω αρχηγέ

γιατί μας πιάσαν ζωντανούς και παν να μας κρεμάσουν

στο πιο ψηλότερο βουνό.

-Παιδιά σας λέγω δε μπορώ κι εσείς μου λέτε σήκω

για φέρτε μου τ΄αυτόματο…

Για τον τραυματία λοχαγό (Εράτυρα Κοζάνης)

Βρίσκω λημερ’ αντάρτικο, μέσα έναν τραυματία,

το λοχαγό μας βρε παιδιά βαριά τραυματισμένον

και τόπιασα να σηκωθεί και τόβαλα να κάτσει

-Για φέρτε μου τ’ αυτόματο

για φέρτε με τ’ αυτόματο να το πικρολαλήσω

να σηκωθούν τ’ ασκέρια μας.

Να σηκωθούν τ’ ασκέρια μας να ιδούμε ποιος θα λείψει.

Μετριούνται τα τουρκόπουλα

μετριούνται τα τουρκόπουλα, λείπουν δυο τρεις χιλιάδες

μετριούνται τα ελληνόπουλα

μετριούντα τα ελληνόπουλα, λείπουνε δυο λεβέντες

Να κι οι λεβέντες πόρχονται

Να κι οι λεβέντες πόρχονται, με τ΄άλογα καβάλα.

Για τον Γιάννη Αυγερινό (ΔΣΕ)

…Βρίσκω λημέρι αντάρτικο που κλαίγανε το Γιάννο

τον Γιάννο τον Αυγερινό.

-Σήκω βρε Γιάννη Αυγερινέ σήκω να πολεμήσεις

γιατί μας πιάσαν ζωντανούς.

-Εγώ σας λέω δεν μπορώ

και εσείς μου λέτε σήκω

για πιάστε με να σηκωθώ και βάλτε με να κάτσω

και δώστε μου τ’ αυτόματο να το πικρολαλήσω

να κάνω τα βουνά να κλαιν τα έλατα να σκούξουν

και οι κάμποι να μαραίνονται απ’ τα δικά μου βόλια

γεια και χαρά σας βρε παιδιά.

Παρατηρούμε, στην ενδεικτική μικρή συλλογή μας, ότι υπάρχει μεγάλη ελευθερία στους λαϊκούς δημιουργούς και διαφορές ανάλογα με το χρόνο και από περιοχή σε περιοχή. Το θέμα του μνήματος που υπήρχε στις παλιές εκδοχές προοδευτικά εγκαταλείπεται και αντί γι’ αυτό σχολιάζονται οι επίκαιρες εξελίξεις. Στην περίοδο της Κατοχής υπάρχει μια παραλλαγή που λέει και παν να μας κρεμάσουν, οι δολοφόνοι Γερμανοί. Αμέσως μετά, ενώ ο Εμφύλιος μαίνεται, το τραγούδι μετατρέπεται σε μοιρολόι της ήττας για τους αντάρτες, αρχής γενομένης από τον ίδιο τον Άρη Βελουχιώτη.

Ο αφηγητής βρίσκει συνήθως τον αρχηγό / το λοχαγό / το φίλο βαριά τραυματισμένο, ετοιμοθάνατο: είναι η αναγκαία συνθήκη ώστε να γίνει ο τελικός διάλογος ανάμεσα σ’ αυτόν που μένει και περιγράφει την απελπιστική κατάσταση (γιατί μας πιάσαν ζωντανούς και παν να μας κρεμάσουν) και στον ετοιμοθάνατο που απαντά με το παραδοσιακό μοτίβο (εγώ σας λέγω δε μπορώ κι εσείς μου λέτε σήκω) που υπάρχει σε άλλα δημοτικά τραγούδια, όπως του Γέρο – Δήμου. Ο ετοιμοθάνατος ζητάει να του φέρουν το αυτόματο (αντί το καρυοφύλλι, των κλέφτικων εκδοχών)για να επιβεβαιώσει για μια τελευταία φορά τη λεβεντιά του και τη μαχητική του αξία και το τραγούδι τελειώνει εδώ ή συνεχίζεται με παροτρύνσεις (το φασισμό χτυπάτε). Αξιοσημείωτες είναι και οι παραλλαγές με τα χαιρετίσματα: ο ετοιμοθάνατος παραγγέλνει πως παντρεύτηκε, αλλά ο γάμος ήταν με το θάνατο. Κι αυτό είναι ένα άλλο παραδοσιακό μοτίβο στο δημοτικό τραγούδι, που ενσωματώνεται αβίαστα στο σηκώνομαι πολύ πρωί.

Advertisement

8 σκέψεις σχετικά με το “Σηκώνομαι πολύ πρωί”

  1. Σηκώνομαι μια χαραυγή μαύρος από τον ύπνο,
    Παίρνω νερό και νίβομαι, μανδύλι και σφουγγιούμαι’
    Ακούω τα δέντρα και βροντούν και ταις οξιαίς και τρίζουν.
    Και τα λημέρια των κλεφτών και βαρυαναστενάζουν.
    Έκατσα και ταις ρώτησα γλυκά σαν την μητέρα.
    «Τί έχετ’ οξιαίς, πού χλίβεστε, λημέρια πού βουγγάτε;»
    Κ’ εκείνα μ’ αποκρίθηκαν βαρυαναστεναγμένα.
    «Εχάσαμε την κλεφτουριά και τον λεβέντη Κώστα,
    Όπούχε δώδεκ’ αδερφούς, τριανταδυό ξαδέρφια,
    Πού φέρνε σκλάβαις παπαδιαίς με ταις παπαδοπούλαις,
    Πού φέρνε και ταις μπεΐσσαις μ’ αυταίς ταις μπεΐοπούλαις.»
    http://harokopoi.blogspot.com/2013/10/blog-post_25.html

    Μου αρέσει!

  2. Το πιο κάτω άσμα είναι μια παραλλαγή παλαιά, που διατήρησε στίχους που δεν υπάρχουν στο ανάλογο τραγούδι της συλλογής του Ι. Παπαγρηγοράκη. Συμβαίνει όμως στην ποιητική αυτή σύνθεση να μη μιλεί ο νεκρός, για να εκφράσει τον πόνο του και τον καημο του, όπως γίνεται συνήθως σε πολλά άλλα τραγούδια, αλλά ο ζωντανός, προβάλλοντας τα πιο ισχυρά βιώματα της ζωής του αντρειωμένου, στην περιοχή του θανάτου. Ο τάφος εδώ γίνεται σκοπιά της μεταθανάτιας βούλησης του πολεμιστή, που τον θέλει στα ευρύχωρα μέτρα της ελεύθερης φύσης του:
    Ήθελα και να κάτεχα τι μήνα θα πεθάνω, Σε ποια ‘κλησιά θε να θαφτώ, σε άγιο μοναστήρι, Να πάρω τα πελέκια μου να μπώ σε περιβόλι Να βρώ τ’αφράτο μάρμαρο τ’αμίλητο λιθάρι. Να βρώ τον πρωτομάστορα, να τον παρακαλέσω: -«Μάστορα, πρωτομάστορα, σιάξε μου για κιβούρι νάναι μακρύ για τ’άρματα πλατύ για το κοντάρι κι εις τη δεξιά μου τη μεριά, άφησε παραθύρι για να πιαινόρχουντ’όμορφες ξανθές και μαυρομάτες, να λέν ο Θεός σχωρέστονε ‘κείνο που μας αγάπα»

    (Καβρουλάκης, Ριζίτικα)

    Μου αρέσει!

  3. Σηκώνομαι πρωί πρωί τρεις ώρες πριν να φέξει, παίρνω νερό και νίβομαι ,μαντίλι και σφουγγιέμαι και στο γυαλί γυαλίζομαι τα κάλλη μου κοιτάζω, βλέπω τα στήθια σ’ ανοιχτά, τα χείλη σ’ φιλημένα. Ποιος να ‘ναι αυτός που το ‘κανε χαλάλι να του γίνει. Ακούστε σεις οι όμορφες ,ξανθές, γαλανομάτες, τον Μάη κρασί μην πίνετε, έξω να μην κοιμάστε, γιατί είναι ο ύπνος βλαβερός και το κρασί είναι πλάνος. Σε σας το λέω έμμορφες ,ξανθές, γαλανομάτες.

    Μου αρέσει!

  4. Σηκώνομαι πολλά πρωί, τρεις ώρες πριν να φέξει
    και παίρνω πλάι τα βουνά, πλάι τα κορφοβούνια.
    Κι ακούω τα δέντρα να βογκούν και τις οξιές να τρίζουν,
    κλαίνε τον καπετάνιο τους που είναι λαβωμένος
    και γύρω του συνάχθηκαν όλα τα παλικάρια.
    Σήκω, καλέ μας αρχηγέ, ανδρείε καπετάνιε!
    Για πιάστε με, παιδιά μ’, να σηκωθώ και βάλτε με να κάτσω
    και φέρτε τη χρυσή τη χάρτα μου και τ’ αργυρό κουμπάσο.
    Να κουμπασάρω τον καιρό να πιάσουμε λιμάνι,
    να παν οι ναύτες για νερό και τα παιδιά για ξύλα.

    (Φούρκα Χαλκιδικής)
    https://kassandra-halkidiki.gr/musicians.html

    Μου αρέσει!

  5. 1928 Αθήνα Πέτρος Δουκάκης Ο Θάνατος του Ιώτη Βαρτζόγη

    Πέτρος Δουκάκης

    Σηκώνουμαι πουρνό πουρνό

    (Ο Θάνατος του Ιώτη Βαρτζόγη) 1928

    HMV, AO-273

    Ο Κλοντ Σαρλ Φοριέλ γεννήθηκε το 1772 στη Γαλλία, ακαδημαϊκος φιλόλογος και κριτικός. Δεν ταξίδεψε ποτέ στην Ελλάδα όμως στα πρότυπα των πρώτων εθνογραφων δημιούργησε τη πρώτη συλλογή νεοελληνικών δημοτικών τραγουδιών την οποία και μετέφρασε «Chants populaires de la Grèce moderne», στο Παρίσι σε δύο τόμους το 1824 και το 1825. Ο Έλληνας λαογράφος Δημήτρης Λουκάτος, υπερβάλλοντας ίσως επισημαίνει ότι »το φιλελληνικό έργο του Φοριέλ βοήθησε πολύ τον επαναστατικό αγώνα των Ελλήνων, ίσως πολύ περισσότερο και από οποιαδήποτε υλική βοήθεια από το εξωτερικό». Οι πηγές του υπήρξαν α. Ελληνες από διάφορα μέρη του έδιναν ή του έστελναν τραγούδια, β. Έλληνες (τεχνίτες και νοικοκυρές) των παροικιών της Βενετίας και της Τεργέστης, όπου ταξίδεψε ο ίδιος, γ. τραγούδια από συλλογή του Αδαμάντιου Κοραή. Ο πρόλογος που έγραφε για κάθε τραγούδι περιείχε πληροφορίες από πρόσωπα ενημερωμένα- για τα τραγούδια της Ελληνικής επανάστασης, οι πληροφορητές του είχαν γνωρίσει προσωπικά τους οπλαρχηγούς στους οποίους αυτά αναφέρονταν. Πέθανε τον Ιούλιο του 1844, λίγο μετά τον θάνατό του η εφημερίδα «Ελπίς» στο φύλλο της 28ης Αυγούστου του 1844 συμπεριέλαβε ειδική νεκρολογία προς τιμή του. (Πιθανός συντάκτης ο Ν. Πίκκολος).

    Ο Πέτρος Δουκάκης, γεννημένος στην Καλαμάτα, υπήρξε από τους γνωστότερους ψάλτες του Μεσοπολέμου μαζι με τον Ιωάννη Παναγιωτοπουλο και τον Σεραφειμ Γεροθεοδωρου για τον οποίο λίγα γνωρίζουμε. Το 1928 ηχογραφεί επηρεασμένος από το τραγούδι που ο Claude Fauriel συμπεριλαμβάνει στη συλλογή του με τίτλο «Ο θάνατος του Ιώτη Βαρτζόγη» το τραγούδι »σηκώνουμαι Πουρνό Πουρνό». O εθνογράφος αναφέρει : «Έχουμε εδώ έναν πληγωμένο κλέφτη καπετάνιο που ψυχορραγεί ,τη στιγμή που τα παλικάρια του, κυνηγημένα από τα Αρβανίτικα στρατιωτικά σώματα, έρχονται να τον γυρέψουν για να τα οδηγήσει. Ο κλέφτης αυτός αναφέρεται με το όνομα Ιώτης απ΄ το Παναγιώτης. Είναι ένας απ΄ αυτούς που δεν μπόρεσα να βρω καμιά πληροφορία σίγουρη, ούτε καν πιθανή. Δεν ξέρω επίσης, και τίποτα δεν με βοηθάει να συμπεράνω, σε ποιο μέρος της Ελλάδας ανήκει αυτό το τραγούδι. Είναι μονάχα αναμφίβολο πως πρωτοβγήκε στα βουνά και για βουνίσιους, Είναι ένα από τα ωραιότερα στο είδος του, και από αυτό που στον πυρήνα του και στις λεπτομέρειες, υπάρχει περισσότερο συναίσθημα, έμπνευση και πρωτοτυπία.» (πηγή : rebetiko sealabs)

    Σηκώνουμαι πουρνό πουρνό δυο ώρες πριν να φέξει
    παίρνω νερό και νίβομαι νερό να ξαγρυπνήσω
    τα πεύκα ακούω και βροντούν και τις οξυές να τρίζουν
    και τα γιατάκια των κλεφτών να κλαίν τον καπετάνιο
    για σήκω καπετάνιε μου…

    Για σήκω απάνω Γιώτη μου, και μη βαρεά κοιμάσαι,
    τ΄ η παγανιά μας πλάκωσε και θέλει μας βαρέσει.-
    Για πιάστε με να σηκωθώ και βάλτε με να κάτσω,
    και φέρτε και γλυκό κρασί να πιω για να μεθύσω,
    να ειπώ τραγούδια θλιβερά, τραγούδια λυπημένα.»

    Το πλήρες έργο του Φοριέλ μπορεί να βρεθεί στην ακόλουθη διεύθυνση :

    http://www.projethomere.com/travaux/b

    Μου αρέσει!

  6. Ηχογράφηση του Αρχείου του Κέντρου Ερεύνης Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών.
    Η καταγραφή έγινε το 1957 στα Ιωάννινα από τον τότε συνεργάτη του Κέντρου και επί σειρά ετών Πρωτοψάλτη του Μητροπολιτικού Ναού Αθηνών αείμνηστο Σπυρίδωνα Περιστέρη.
    Παίζουν οι μουσικοί:
    Kωνσταντίνος Αϊδόνης – τραγούδι, βιολί
    Παναγιώτης Γκόγκος – κλαρίνο
    Γεώργιος Γκούπης – λαούτο
    Στρ. Τσιργογιάννης – ντέφι
    Το ηχογράφημα προέρχεται από την έκδοση της Ακαδημίας «Μουσική Εκλογή», Αθήνα 1999

    Σηκώνομαι πολύ πρωί πρωί
    Δυό ωρες προτού να φέξει
    παιρώ νερό και νι και νίβομαι άντε νίβομαι
    παιρώ νερό και νιβομαι νερό να ξαγρυπνήσω.
    Ακούω τα πεύκα απού ν’ απού βροντούν
    ακούω τα πεύκα απού άντε απού βροντούν και τις οξιές πως τρίζουν
    Και τα γιατάκια των κλεφτιών
    και τα γιατάκια των κλεφτιών άντε των κλεφτιών
    κλεφτιών κι αρματωμένων.
    Ο καπετάνιος έλειπε άντε έλειπε
    ο καπετάνιος έλειπε
    κι ο καπετάνιος λείπει
    πά’ να βαφτίσει ένα παιδί άντε ένα παιδί.

    Μου αρέσει!

  7. Ο Claude Fauriel που συμπεριλαμβάνει στη συλλογή του αυτό το τραγούδι με τίτλο «Ο θάνατος του Ιώτη(Βαρτζόγη) αναφέρει:
    «Έχουμε εδώ έναν πληγωμένο κλέφτη καπετάνιο που ψυχορραγεί ,τη στιγμή που τα παλικάρια του, κυνηγημένα από τα Αρβανίτικα στρατιωτικά σώματα, έρχονται να τον γυρέψουν για να τα οδηγήσει. Ο κλέφτης αυτός αναφέρεται με το όνομα Ιώτης απ΄ το Παναγιώτης».

    Σηκώνομαι πολύ ταχυά δυ’ ώραις, οσο νά φέξη –
    Περνώ νερό καί νίβομαι., νερό νά ξαγρυπνήσω.
    Άκουώ τά πευκιά πού βροντούν καί ταις όξυαϊς πού τρίζουν,
    Καί τα γιατάκια τών κλεφτών πού κλαιν τόν καπετάνιο –

    Γ’ιά σήκ’ απάνω Γιώτη μου καί μή βαρυοκοιμάσαι.
    Μάς πλάκωσεν ή παγανιά , τό καραούλι σκούζει.

    Έγώ σάς λέγω, δέν μπορώ, καί σείς μού λέτε, σηκω.
    Γιά πιάστε με νά σηκωθώ, βάλτε με νά καθήσω ,
    Καί στρώστε μου δέντρου κλαρί ν’ άναπαγώ λιγάκι,
    Φέρτε μου καί τόν ταμπουρά νά ψιλοτραγουδήσω ,

    Να πώ τό μηρολόγι μου καί τό στερνό τραγούδι –
    Μουστάκι μου καραμπογιά καί φρύδια μου γραμμένα
    Καί σύ τσαμπά περήφανε πού σαι μακρύς σταις πλάταις,
    Άχ’ θά σάς φάγ’ ή μαύρη ή γή τό έρημο τό χώμα. —

    Παιδιά μέ τά χαντσάρια σας φτιάστε μου τό κιβούρι,
    Φτιάστε μου τό κιβούρι μου ίσια μέ δυο νομάτους,

    Νά στέκ’ όρτός νά πολεμώ κι’ ολόρτος νά γεμίζω –
    Καί στή δεξιά μου τή μεριά ν’ άφήστε παραθύρι,
    Νά κρούζ’ ό ήλιος τό ταχύ , τή νύχτα τό φεγγάρι,

    Νά λάμπουν τά τσαπράζια μου , ν’ άστράφτη τό σπαθί μου,
    Κι’ όταν περνούν κλεφτόπουλα νά μέ καλημερίζουν –
    Καλή σου μέρα Γιώτη μου. καλώς τά παλληκάρια.“ —
    ……………………
    Καί φέρτε ‘μ νιό πνευματικό , νά με ξομολόγηση ,
    Νά ξέρη κι’ από λόγου τον νά μή με κανονίση.

    Για τ’ ίχω πολλά κρίματα κ είμαι κριματισμένος.
    Ξήντα κοράσια φίλησα , τρακόσιαις παντρεμένες
    Καί καλογριαίς καί παπαδιαίς , λογαριασμό δεν έχουν.
    Μιά παπαδιά στό Λιαραβιά τριών μερών λεχόνα.’ —
    Τάχερα ίδια σείστηκαν , τά κεραμίδια σειούνται. ,

    Γιώτη μ δεν είσαι χριστιανός , δεν είσαι βαφτισμένος. —
    ……………………
    Μάς πλάκωσεν η παγανιά , θέλουν νά μάς βαρέσουν .

    Τί νά σάς πώ , μωρέ παιδιά , χαμένα παλληκάρια ;
    Φαρμακερό τό λάβωμα πικρό καί τό μολυβί.
    Τραβάτέ με νά σηκωθώ , βαλτε με νά καθήσω ,
    Καί φέρτε μου γλυκο κρασί νά πιώ καί νά μεθυσω.

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s