Ιστορίες

Τα παντρολογήματα του Ν.

Όταν ο Ν. έφτασε σε ηλικία γάμου, του προξένεψαν μια κοπέλα από ένα γειτονικό χωριό. Ήταν μετά τον Εμφύλιο, που στην περιοχή της Πυλίας είχε αρκετές χιλιάδες θύματα, νεκροί ή σακάτηδες, οι περισσότεροι νέοι άνδρες. Πολλές κοπέλες έμεναν ανύπαντρες και οι απαιτήσεις των οικογενειών από τους υποψήφιους γαμπρούς είχαν πέσει δραματικά. Έτσι έφτασε και η σειρά του Ν, ο οποίος ξεκίνησε από το χωριό του με τη συνοδεία ενός μακρινού του θείου και μετά από λίγες ώρες ποδαρόδρομο έφτασαν στο χωριό και το σπίτι της νύφης.

Φυσικά, έστρωσαν τραπέζι για το γαμπρό, ο οποίος δεν είχε ιδέα ότι η οικογένεια της μελλοντικής καλής του ήταν εαμίτες. Έτσι, όταν καταναλώθηκε κάμποσο κρασί και όλοι απαίτησαν να πει ένα τραγούδι και ο γαμπρός, ο Ν, ενθουσιασμένος από την περίσταση, άρχισε να τραγουδάει δυνατά:

Συνέχεια ανάγνωσης «Τα παντρολογήματα του Ν.»

Ιστορίες

Ακατανόητες αφηγήσεις

war-horse-59

Με πήραν φαντάρο το Μάρτη του 1971. Χούντα! Ο πατέρας μου ήταν χαρακτηρισμένος, κι έτσι βρέθηκα σε τάγμα ανεπιθυμήτων, στα Γιάννενα. Πάω, τι να σου πω… μαυρίλα. Έπηξα!

Είδα ότι δεν έβγαινε καλά και έσπαγα το κεφάλι μου, τι να κάνω. Ξαφνικά, μούρθε μια ιδέα: Θυμήθηκα ότι κάθε πρωτοχρονιά ο πατέρας μου λάβαινε μια κάρτα με ευχές, από έναν αξιωματικό. «Ο λοχαγός μου στην Αλβανία» μας έλεγε.

Πιάνω και γράφω τα σχετικά στον πατέρα μου (τότε, που τηλέφωνα;) ειδοποιεί αυτός τον αξιωματικό (χούντα, λέμε) και – θαύμα!- σε λίγες μέρες έρχεται διαταγή μετάθεσης εκεί που ήθελα, στη Θεσσαλονίκη!

Τρελάθηκα! Τρελάθηκαν και οι καραβανάδες στη μονάδα, που με είχαν στο τρέξιμο. «Ποιόν έχεις, ρε, και έκανες την πάπια;». Εξακολούθησα να κάνω την πάπια – δεν ήταν καιρός για πολλά- πολλά.

Μετά από πολύ καιρό, όταν συναντήθηκα με τον πατέρα μου, έμαθα τις λεπτομέρειες. Συνέχεια ανάγνωσης «Ακατανόητες αφηγήσεις»

Ιστορίες

Το δημοψήφισμα και η Ελένη

Λίγο μετά που έπεσε η χούντα, είχαμε δημοψήφισμα για το βασιλιά. Τον Κοκό, ντε! Εγώ νεαρός τότε, είχα πιάσει δουλειά στα μεταλλεία, προϊστάμενος – και ήμουνα από τους 2-3 που είχαν αυτοκίνητο σε ολόκληρη την περιοχή. Έναν σκαραβαίο, Θεός σχωρέστον…

Είχαν έρθει κάτι παιδιά από Αθήνα και μας έφεραν εκείνα τα σηματάκια με το σκούφο της Δημοκρατίας και κάτι αφίσες, δεν τις θυμάμαι καλά… Κυκλοφορούσα με το σηματάκι στο πέτο και το σκαραβαίο στολισμένο με τις αφίσες. Συνέχεια ανάγνωσης «Το δημοψήφισμα και η Ελένη»

Ιστορίες

Πως ο παππούς μου έγινε αντάρτης του ΕΛΑΣ

Ο παππούς Παντελής δεν ήθελε ούτε ν’ ακούσει. Αλλά, επειδή ήταν άνθρωπος μορφωμένος (είχε βγάλει το Σχολαρχείο, αλλά, περιέργως μετά έγινε αγρότης) και αγαπητός, οι Εαμίτες τον ήθελαν στον ΕΛΑΣ.

Ο παππούς δεν έδινε αφορμές. Μια φορά, λέει, κουβαλούσε στον ώμο ένα μαδέρι και το πήγαινε στο σπίτι του, το οποίο έχτιζε τότε. Το μαδέρι ήταν συνεταιρικό, όπως και όλη η απαραίτητη ξυλεία: με μια ξυλεία, έχτιζαν δύο σπίτια – και τη μετακινούσαν ανάλογα με τις ανάγκες.

Τον σταμάτησαν στην πλατεία του χωριού τρεις ένοπλοι Ελασίτες.

–          Συλλαμβάνεσαι!

Ο παππούς ήταν τέρας ψυχραιμίας. Ατάραχος, απαντάει: Συνέχεια ανάγνωσης «Πως ο παππούς μου έγινε αντάρτης του ΕΛΑΣ»

Ιστορίες

2044

Black Hole comics

Μιλούσε ήρεμα και πειστικά.
«Δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος. Μπορείς να ζήσεις φυσιολογικά τη ζωή σου από κάθε άποψη με το ένα…»
Με είδε πως δεν αποφάσιζα και συνέχισε.
«Όλα τα έξοδα της θεραπείας καλυμμένα, συν δέκα χιλιάδες δολάρια δώρο από την Κλινική…»
Τι θα γινόταν αν δεν δεχόμουν;
«Η ασθενής θα διακόψει τη θεραπεία της και θα επιστρέψει στο σπίτι και η Κλινική θα διεκδικήσει νομικά τα νοσήλια που οφείλονται…»
Αυτό μεταφραζόταν: το δίνεις ή πεθαίνει.
Συμφώνησα. Αύριο πρωί, στις εφτά. Συνέχεια ανάγνωσης «2044»

Ιστορίες

Στη λοκάντα του μπάρμπα Γκιουζέπε

Φέτος μπήκε νωρίς ο χειμώνας σ’ όλο το βασίλειο και σ’ ολόκληρη την Ιταλία, καθώς μου λένε οι ταξιδιώτες. Σε μας εδώ, όχι μονάχα στην Πιστόγια αλλά σε όλα τα χωριά τριγύρω, αρχές Δεκεμβρίου ακόμα και μας έχει σαπίσει η βροχή. Χιόνισε κιόλας δυο φορές, αλλά ευτυχώς δεν το έστρωσε… Δεν έφτανε ο πόλεμος και τα σούρτα φέρτα με τους καρμπονάρους και τους Αυστριακούς – που κακιά ώρα να τους εύρει και να μη βρίσκουν δρόμο να γυρίσουν στον τόπο τους, οι αγριάνθρωποι… Τρεις φορές περάσαν αποδώ φέτος και ακόμα αυτό το έρημο και σκοτεινό 1821 δεν τελείωσε… Χτυπάω ξύλο, μη σώσουν και ξανάρθουν!

Αχ, μονάχα το καλοκαίρι είναι για τη φτωχολογιά και για τις λοκάντες. Ποιος ταξιδεύει χειμωνιάτικα; Μαριάννα, έλα κορίτσι μου από δω… Ρίξε δυο κούτσουρα στο τζάκι γιατί κοντεύει να σβήσει, γέμισε και μια κανάτα από το βαρέλι με τo κόκκινο σημάδι, φέρε μας και λίγα καρύδια, λίγες σταφίδες… Άντε γεια σου… Συνέχεια ανάγνωσης «Στη λοκάντα του μπάρμπα Γκιουζέπε»

Ιστορίες, Χωρίς κατηγορία

Είμαστ’ εμείς Λαμπράκηδες

 

Στα καλά του καθουμένου, εκεί που λέγαμε για τους σινεμάδες της Θεσσαλονίκης, ο Περικλής άρχισε να τραγουδά ένα τραγούδι που δεν το είχα ξανακούσει:

Είμαστ’ εμείς Λαμπράκηδες

της νιότης πρωτοπόροι

Όλοι μαζί με μια καρδιά

παλεύουμε για λευτεριά (δις)

Λαλαραλαλα…

Τον κοιτάζαμε σα να βλέπαμε εξωγήινο, αλλά αυτός συνέχισε απτόητος: Συνέχεια ανάγνωσης «Είμαστ’ εμείς Λαμπράκηδες»