Πρόσωπα

Ο Συνταγματάρχης Λιάπκιν στον Εμφύλιο 

Πολλοί γνωρίζουν το ομώνυμο μυθιστόρημα του Μ. Καραγάτση. Λιγότεροι, ότι ο Λιάπκιν ήταν υπαρκτό πρόσωπο, το οποίο ενέπνευσε τον μυθιστορηματικό ήρωα του 1933, ο εμιγκρές ταγματάρχης Βασίλι Βασιλίεβιτς Νταβίντοφ (1). Και ακόμα λιγότεροι έχουν ακουστά ότι ο άνθρωπος αυτός, φανατικός αντικομμουνιστής, πήρε ενεργό μέρος στον ελληνικό κατοχικό Εμφύλιο, στο πλευρό των Γερμανών, ότι αποχώρησε από τη Ελλάδα μαζί τους και ότι, αργότερα, βρέθηκε με τις δύο κόρες του καλά αποκαταστημένος στον Καναδά, όπου τελείωσε τη ζωή του.

Ημερομηνία γέννησης δεν αναφέρει κανένας. Ο Καραγάτσης περιγράφει το Λιάπκιν ως πενηντάρη όταν έφτασε στη Λάρισα, αλλά αυτό δε μπορεί να ισχύει για τον Νταβίντοφ, γιατί τότε στην κατοχή θα ήταν πάνω από ογδόντα χρονών. Το σίγουρο είναι ότι ο Νταβίντοφ γεννήθηκε πριν το 1890, αλλά παραμένει άγνωστο το πότε ακριβώς.

Για να μάθω με λεπτομέρειες τη δράση του Λιάπκιν στην Κατοχή αναζήτησα ένα βιβλιαράκι του 1987, από τις εκδόσεις Ιστορικά Γράμματα. Το έχει γράψει ο δημοσιογράφος Ρίζος Μπόκοτας, ο οποίος, Λαρισαίος όντας,  είχε ήδη γνωρίσει το Λιάπκιν προπολεμικά και δίνει από πρώτο χέρι εικόνες ενός δεινού πότη, που εντυπωσίαζαν μικρούς και μεγάλους καραγκούνηδες:

Τον έλεγαν Βασίλι Βασίλιεβιτς Νταβίντοφ. Ήταν ένας ψηλός, ξεραγκιανός – για τα χρόνια που θα μας απασχολήσει, της κατοχής, γιατί στα προηγούμενα ήταν πολύ σωματώδης – τύπος (…) Απρόσεχτος στην εμφάνισή του ή σκόπιμα τέτοιος (…) Μ’ ένα παράταλο σακάκι, με το πανταλόνι το ντρίλινο χωστό στις κοντές μπότες. Με στραπατσαρισμένο ρεμπουμπλίκι με μεγάλα μπορ. Με κατά κανόνα αλατζαδένιο πουκάμισο κουμπωμένο στο λαιμό, κατά τον τρόπο που το φορούσαν οι καραγκούνηδες. Χωρίς γραβάτα. Ή όταν σε περιπτώσεις τη φορούσε, ανασούμπαλα δεμένη και κρεμασμένη σαν άντερο.

Με ξανθοκόκκινα μεγάλα μουστάκια στο ίσιο, που σε προσκαλούσαν να τον προσέξεις και να τον κρατήσεις φωτογραφία στα μάτια σου και την καρδιά σου για πάντα!

Για κάμποσα χρόνια από τότε που μας «καλωσήρθε» στη Λάρισα, φόραγε όλη τη στολή του ταγματάρχη του τσαρικού στρατού, μ’ όλα τα πλουμπίδια της. Νούμερο και θέαμα για τη Λάρισα κι όταν ειδικά γύριζε καβαλάρης στους δρόμους της, με τα άλογα της Γεωργικής Σχολής.

Από τις πρώτες γραμμές του Μπόκοτα είναι ξεκάθαρο ότι αντιμετωπίζει τον Λιάπκιν – Νταβίντοφ με ένα κράμα από δέος και μίσος. Ωστόσο, το βιβλιαράκι του δεν παύει να είναι πραγματικό ορυχείο πληροφοριών.

Μας λέει, για παράδειγμα, ότι τον Νταβίντοφ, εκτός από το ΕΑΜ, τον είχεπρογράψει και η Φιλική Εταιρεία, η οποία ήταν αντιστασιακή οργάνωση, αδερφή του «ΕΔΕΣ».

Ο Άρης Βελουχιώτης είχε γνωρίσει τον Νταβίντοφ, όταν βρέθηκε εσωτερικός σπουδαστής στη Γεωργική Σχολή. Σε μια συζήτησή τους, αφηγείται ο Μπόκοτας, στα 1943, ρώτησε τι απόγινε και σχολίασε, αφού πληροφορήθηκε, ως εξής:

– Καθόλου παράξενο, λέει ο Άρης. Στάθηκε συνεπέστατος με τον εαυτό του. Και ξέρε το: Είναι ικανός να πίνει με το νεροπότηρο αίμα. Αρκεί αυτό να είναι κομμουνιστικό! Κι αυτό γιατί μισεί αφάνταστα πολύ κι είναι τρομερά δειλός. Θα σας δημιουργήσει ιστορίες μεγάλες, αν δεν τον βγάλετε από τη μέση!

Αν ο Άρης έκανε πράγματι λόγο για τρομερά δειλό έπεφτε πολύ έξω. Ο Νταβίντοφ ήταν ένα αυθεντικό κάθαρμα, με δολοφονικά και σαδιστικά ένστικτα, αλλά το δειλός δεν προκύπτει από πουθενά αλλού εκτός από την αντιπάθεια για τον πιο βαμμένο και διαχρονικό αντικομμουνιστή που γνώρισε ποτέ ο Θεσσαλικός κάμπος.  Στην πραγματικότητα ο Νταβίντοφ, όσο βρισκόταν στη Ρωσία, ήταν επαγγελματίας πολεμιστής, γεγονός που δεν ταιριάζει με το χαρακτηρισμό δειλός.

*

 

Τι γνώμη είχε ο Μ. Καραγάτσης για τον Νταβίντοφ; Την είχε διατυπώσει ένα προκατοχικό καλοκαίρι σε μια συντροφιά στη Σελίτσανη, όπου βρισκόταν και ο Μπόκοτας, ως εξής:  

Είναι ένα όν απροσδιόριστης, ακαθόριστης ψυχολογίας. Μέσα του κυριαρχεί το ένστικτο του τρομαγμένου ζώου, του αγριμιού που είναι περισσότερο επικίνδυνο από κείνο που είναι «νορμάλ». Το θεριό που κάποτε πληγώθηκε βγήκε κατά κάποιον τρόπο από τον εαυτό του. Παράδειγμα η κολοβή οχιά, που λέει ο λαός μας, το φίδι που δέχτηκε κάποτε ένα χτύπημα και του έμεινε η αναπηρία, είναι φοβερά χειρότερο από το άλλο. Η δειλία του, γέννημα του κακού που έπαθε, το κάνει να μην αποφεύγει τη σύγκρουση και να επιτίθεται ύπουλα και όταν δεν κινδυνεύει (2).  Προσθέστε τώρα στον «ανάπηρο» και δειλό Νταβίντοφ και το τσιπροπότισμά του, (3) κι έχετε μια προσωπικότητα χωρίς προσωπικότητα, που ψάχνει για την ταυτότητά του, για τον εαυτό του. Γι’ αυτό είναι ολόκληρος ένα μίσος…»

Ήταν ιδανική περίπτωση, δηλαδή, για καραγατσικός ήρωας. Και όχι μόνο στα 1933, αλλά και μετά την απελευθέρωση, όταν ο Καραγάτσης επισκέφτηκε το σπίτι του Νταβίντοφ, όπου έμενε μόνη η εγκαταλειμμένη Καραγκούνα, η δεύτερη γυναίκα του και σκάλιζε μήπως βρει υλικό που να τον ενδιαφέρει. Δε γνωρίζουμε τι βρήκε, αλλά ο Λιάπκιν είχε τη λογοτεχνική του συνέχεια στο διήγημα Μπουχούνστα, με νέο ψευδώνυμο: Βασίλι Φόμιτς Σολομόνωφ. Βασίλι, όπως του Νταβίντοφ. Φόμιτς, δηλαδή γιος του Φόμα – πιθανόν από τον βασανιστή, δολοφόνο και τύραννο Φόμα Οπίσκιν, του Ντοστογιέφσκι (4).  Πιθανότατα και το Σολομόνωφ να μην είναι τυχαίο, αλλά μου διαφεύγει κάποιος εύλογος συσχετισμός.

Το κακό που έπαθε ο Νταβίντοφ, περιλάμβανε και την απώλεια της γυναίκας του, η οποία σύμφωνα με τα κουτσομπολιά των Ρώσων εμιγκρέδων στη Λάρισα τα έφτιαξε με έναν μπολσεβίκο, με αποτέλεσμα ο Νταβίντοφ να τη δολοφονήσει. Η κόρη τους, επειδή ο κόσμος ήταν πάντα πολύ μικρός, παντρεύτηκε τον Έλληνα στρατιωτικό ακόλουθο στη Μόσχα, το Ν. Γύπαρη και πριν την Μεγάλη Οκτωβριανή Επανάσταση βρισκόταν ήδη εγκαταστημένη στην Αθήνα!

Αυτή φαίνεται πως είναι η πραγματική αιτία της σχετικά καλής θέσης που βρέθηκε για τον Νταβίντοφ στη Γεωργική Σχολή της Λάρισας, παρ’ όλη την επιμονή του Μπόκοτα ότι πατέρας και κόρη δεν είχαν καμιά σχέση, εξαιτίας του (πραγματικού ή φανταστικού) φόνου της πρώτης γυναίκας του Νταβίντοφ.  Ωστόσο, ο ίδιος ο Μπόκοτας κάνει λόγο για μια επίσκεψη της Όλγας στη Λάρισα, μεταξύ 1933-35 (για να θαυμάσει τα κουνούπια του κάμπου;) αλλά έμεινε στη Λάρισα σε ξενοδοχείο και δεν έγινε γνωστό κι αν ακόμα συναντήθηκαν (sic!). Ο Νταβίντοφ, στο μεταξύ, είχε ξαναπαντρεφτεί μια χήρα και είχε αποχτήσει μαζί της δυο κόρες. Η Όλγα, η οποία είχε χωρίσει με τον Γύπαρη, επέστρεψε στο Παρίσι όπου ήδη ζούσε μποέμικα, ώσπου χάνονται τα ίχνη της. Ίσως, αν ψάξει κανείς καλά να τα ξαναβρεί αυτά τα ίχνη – στον Καναδά αυτή τη φορά. Αλλά, βέβαια, δεν ήταν ο συμπαθής Μπόκοτας αυτός που θα έκανε μια παρόμοια έρευνα.

*

Ο Νταβίντοφ είχε σπουδάσει γεωπόνος- κτηνίατρος στη Γερμανία, στη σχολή Πόπελντορφ, κοντά στη Βόννη. Συνεπώς ήξερε άψογα Γερμανικά. Δεν ήταν αυτό βέβαια που τον έσπρωξε να συνεργαστεί με τους Γερμανούς, αλλά ο ασίγαστος αντικομμουνισμός του. Οι Γερμανοί φαίνεται ότι τον εμπιστεύτηκαν εξαρχής – και ως το τέλος: μόνο τους σοβαρούς συνεργάτες τους πήραν μαζί τους αποχωρώντας από την Ελλάδα. Ο Νταβίντοφ πήρε μαζί του και τις δύο κόρες του. Η γυναίκα του αρνήθηκε να εγκαταλείψει τη Θεσσαλία. Αλλά ποια ήταν η δράση του;

Από τα μέσα στου 1942 είχε προσκολληθεί στους Γερμανούς ως διερμηνέας- ανακριτής – βασανιστής, σύμφωνα με τον Μπόκοτα. Στις αρχές Γενάρη του 1943 καταγγέλθηκε από το ΕΑΜ ως ο υπ’ αριθμ’ 1 κίνδυνος για τις αντιστασιακές οργανώσεις! Την καταγγελία την έγραψαν ο Μπόκοτας και ο Καραγιώργης, το γνωστό στέλεχος του ΚΚΕ, που καθοδηγούσε τότε την εαμική αντίσταση στη Θεσσαλία. Ο Μπόκοτας προσθέτει ότι ο Νταβίντοφ φορούσε πλέον στολή Γερμανού αξιωματικού. Το ΕΑΜ είχε αναθέσει την εκτέλεση ή την αιχμαλωσία του Νταβίντοφ σε μια ομάδα με επικεφαλής τον Άγγελο Τσιτώτα, αλλά ο Ρώσος ήξερε να φυλάγεται.

Γράφει ο Μπόκοτας:

Στις 8 του Μάρτη στα 1944, ο συνταγματάρχης Λιάπκιν, στέλνει στο εκτελεστικό απόσπασμα τους 40 αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης, από τους 88 που έπιασε τις τελευταίες μέρες (…) Λέω πως τους έστειλε στο απόσπασμα ο Νταβίντοφ και όχι οι Γερμανοί, γιατί ο Νταβίντοφ έκανε τις συλλήψεις και την «ανάκριση». Οι Γερμανοί δέχονταν την προσφορά από το συνεργάτη τους (…)

Το μεγάλο χτύπημα στις οργανώσεις ήταν εκείνο που κατάφερε στο χρόνο μεταξύ 15 του Γενάρη και 8 του Φλεβάρη στα 1944. Με τις συλλήψεις αυτές πέρασε την πόρτα και πάτησε στο χώρο της Αντίστασης. Κι όχι μονάχα της ΕΠΟΝ, απ’ την οποία ξεκίνησε, αλλά και όλων των άλλων οργανώσεων. (…)

Στο διάστημα από 17 Γενάρη μέχρι 8 Φλεβάρη τσάκισε κόκαλα, πολτοποίησε σάρκες, αχρήστεψε ανθρώπους και τραυμάτισε ψυχικά άλλους (…) Για ένα περίπου μήνα η Λάρισα ζούσε νύχτες φρίκης και απελπισίας.

Ο Νταβίντοφ είχε συλλάβει τη Δήμητρα Τσάτσου, τη μητέρα της Φανή και τις δυο μικρότερες αδερφές της Δήμητρας. Στο σπίτι τους είχε βρεθεί ένα ολόκληρο τυπογραφείο. Προσπάθησε λοιπόν με βασανιστήρια (στη Δήμητρα) και υποσχέσεις (στη μητέρα της) να αποσπάσει πληροφορίες για τους «παραπάνω», αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Η Δήμητρα εκτελέστηκε στις 8 Μαρτίου (με τους 40) και η υπόλοιπη οικογένεια στάλθηκε στο στρατόπεδο Παύλου Μελά, ως την απελευθέρωση.

Ως δεύτερο μεγάλο έγκλημα του Νταβίντοφ αναφέρεται η συμμετοχή του (ως επικεφαλής;) στην επιχείρηση απαγωγής των Εβραίων της Λάρισας, το καλοκαίρι του 1944. Με τις πρώτες δροσιές (22-23 Οκτωβρίου) οι Γερμανοί αποχωρούσαν βιαστικά και ο Νταβίντοφ τους ακολουθούσε.

*

Μόνο έμμεση σχέση έχει ο Λιάπκιν / Νταβίντοφ με τον Εμφύλιο. Έμμεση, εξ αντανακλάσεως, με τη Σοβιετική Ρωσία, την οποία ο Ρώσος εμιγκρές μισούσε όσο τίποτα άλλο. Είχε επενδύσει λοιπόν στη νίκη των ναζί, που αυτόματα σήμαινε ήττα του κομμουνισμού. Ήταν λοιπόν ένας «ιδεολόγος», με την πιο φρικιαστική και διεστραμμένη έννοια που μπορεί να πάρει αυτή η λέξη. Ταυτόχρονα αποδείχτηκε πως ήταν μια μηχανή θανάτου, όπως και τόσοι άλλοι, πολύ νεότεροι από αυτόν, εκείνη την περίοδο. Σημειώνω το θέμα της ηλικίας (ο Νταβίντοφ πρέπει να είχε ήδη περάσει τα εξήντα) και της υγείας (τον είχαν λιώσει η ελονοσία και το αλκοόλ και μόνο χάρη στη θηριώδη του κράση άντεχε να στέκεται όρθιος) γιατί αν ήταν δέκα ή είκοσι χρόνια νεότερος υποθέτω ότι τα «κατορθώματά του», αλλά και η σκληρότητα και η αποτελεσματικότητά του θα ήταν πολλαπλάσια.

Ο Καραγάτσης στο μυθιστόρημά του αναδεικνύει, με απίστευτη οξυδέρκεια, μια ακατονόμαστη πτυχή στο είναι του εξόριστου τσαρικού αξιωματικού: την επιθυμία να σκοτώνει. Την ηδονή που του προσφέρει ο φόνος – και την οποία αποζητάει από καιρό σε καιρό, σαν ένας κατά συρροήν εγκληματίας. Έτσι, μετά τους φόνους που είχε διαπράξει στη Ρωσία και σε συνέχειά τους, ο Λιάπκιν του Καραγάτση δολοφονεί τον συμπατριώτη του εμιγκρέ Μαλίτζιν. Το φριχτό εύρημα του Ντοστογιέφσκι, ότι δηλαδή ο Ρώσος (5) κρύβει μέσα του μια ροπή για άσκοπη στυγερότητα, επιβεβαιώθηκε, προφανώς όχι τυχαία, στο μυθιστόρημα για τον Νταβίντοφ. Αποδείχτηκε όμως ακράδαντα από τη δράση του ίδιου του Νταβίντοφ,  στην κατοχή.

*

Σημειώσεις

  1. Ο Λιάπκιν του Καραγάτση είχε αποστρατευτεί ως ταγματάρχης, αλλά ανακλήθηκε στην υπηρεσία και πήρε δυο ακόμα βαθμούς. Στη συνέχεια πολέμησε τους μπολσεβίκους, μέχρι που εγκατάλειψε τη Ρωσία.
  2. Εδώ μάλλον τυχαία ο Καραγάτσης αναπαράγει με λιτότητα και ενάργεια τις διαπιστώσεις του… Θουκυδίδη, για το τι πρέπει να κάνουν οι άνθρωποι και οι πόλεις, προκειμένου να επιβιώσουν. Φυσικά, στο λόγο του Θουκυδίδη δεν περιλαμβάνονται οι αναλογίες με τα φίδια.
  3. Τσίπουρο. Περιγραφή Μπόκοτα: Εκεί τον ξεχωρίσαμε τον Νταβίντοφ με τα παιδικά μας μάτια. Κι όχι γιατί ήταν έτσι πανύψηλος, ως δυο μέτρα, και σωματώδης και διακριτικός απ’ τους άλλους με την τσαρική στολή του. Αλλά και γιατί δεν επικοινωνούσε με κανέναν κι ήταν  πάντα μόνος, μέσα στο σύνολο. Και γιατί το τσίπουρο το τράβαγε μ’ έναν ιδιαίτερο τρόπο. Άρπαζε το ποτήρι με βιασύνη – όχι το ρακοπότηρο ή το κρασοπότηρο, μα το νεροπότηρο – το χτύπαγε δυνατά στο τραπέζι και φλαπ μονορούφι μ’ ένα κούνημα του κεφαλιού πίσω-πίσω απ’ το σβέρκο και με κλειστά τα μάτια. Και γκουπ με δύναμη το νεροπότηρο στο τραπέζι, σφούγγα τα μουστάκια με το αντίθετο της παλάμης και υπόκωφο γαύγισμα για ξαναγιόμισμα! Και πάλι «στράβε» με τον εαυτό του, και πάλι τις ίδιες κινήσεις και «φλαπ» ως τον πάτο. Με τη μία!
  4. Στο διήγημα Το χωριό του Στιεπαντσίκοβο και οι κάτοικοί Του. Βλέπε:http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=412653&h1=true
  5. Ήδη έχουμε την κατασταλαγμένη εμπειρική πικρή γνώση ότι αυτή η ροπή δεν αφορά τους Ρώσους, αλλά κάθε ράτσα αυτού του πλανήτη.

Πηγή: Ο Συνταγματάρχης Λιάπκιν στον Εμφύλιο | Η καλύβα ψηλά στο βουνό

Advertisements

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Ο Συνταγματάρχης Λιάπκιν στον Εμφύλιο ”

  1. φ.μπ

    Άγγελος Πετρουλάκης Εξαιρετικό το κείμενο του κ. Ζέρβα. Το διάβασα με προσοχή.
    Σε σχέση με τον «Ρώσο» – έτσι τον έλεγε ο παππούς μου – που βέβαια είχε αφήσει άθλιες μνήμες στη Λάρισα.
    Το μυθιστόρημα το είχα αγοράσει μαθητής ακόμα του Γυμνασίου, και κάποιο καλοκαίρι το διάβαζα, μαζί με άλλα της «Εστίας». Τότε τα καλοκαίρια περνούσα αρκετά διαστήματα με τον παππού μου (εκ μητρός) Δημήτρη Δαμιανίδη και ο οποίος έβλεπε τι διάβαζα. Ο τίτλος τού κίνησε την περιέργεια και επειδή τον Καραγάτση τον ήξερε (περισσότερο ως αδελφό τού Ροδόπουλου – τ.προέδρου της Βουλής) με ρώτησε για το περιεχόμενο.
    Μου αφηγήθηκε μια ιστορία που σπάνια την ανασύρω από τη μνήμη μου.
    Ο παππούς μου επί κατοχής δούλευε έναν φούρνο που είχε επιταχθεί από τους Γερμανούς και παρασκεύαζε ψωμί για τις ανάγκες τους. Καθημερινά στον φούρνο ήταν εγκαταστημένος Γερμανός αξιωματικός και επιτηρούσε μην και κάποια ποσότητα διοχετεύονταν σε Έλληνες.
    Ο παππούς μου είχε στη γειτονιά του πολλές οικογένειες που πεινούσαν στην κυριολεξία. Είχε λοιπόν σκαρφιστεί ένα κόλπο για να τις προμηθεύει με λίγο ψωμί: Καθώς φούρνιζε το καρβέλι και το τίναζε από το φτυάρι για να καθίσει στις πλάκες του κλίβανου, σήκωνε το φτυάρι και αστραπιαία το κατέβαζε στην άκρη του καρβελιού έτσι ώστε να κόβει μια ακρούλα την οποία πετούσε βαθιά στο θόλο του κλίβανου, όπου και η πύρα ήταν πιο χαμηλή. Αφού ξεφούρνιζε και οι Γερμανοί έφευγαν με τα ψωμιά, έβγαζε αυτές τις ακρούλες ψωμιού και πηγαίνοντας σπίτι τις μοίραζε.
    Μία μέρα, λίγο πριν κλείσει ο φούρνος, μπήκε απειλητικός ο «Ρώσος» και ζητούσε από τον παππού μου να του πει που έκρυβε τα ψωμιά με τα οποία τάιζε τη γειτονιά.
    Ο παππούς μου, που δεν ήξερε ακριβώς τον ρόλο του, αλλά τον υποπτευόταν και που ήταν νέος και οξύθυμος, πήρε μια φαλτσέτα και απείλησε να τον σφάξει. Ο «συνταγματάρχης Λιάπκιν» έφυγε χολωμένος, απειλώντας πως θα τον κανονίσει.
    Το επόμενο πρωί, ο Γερμανός επιτηρητής ο οποίος διατηρούσε καλές σχέσεις με τον παππού μου, γιατί του ετοίμαζε για δική του χρήση και διάφορα φαγητά στο φούρνο, τον ενημέρωσε ότι ο «Ρώσος» τον είχε καταδώσει στη διοίκηση πως δίνει ψωμί στους Έλληνες. Όμως ο ίδιος είχε βεβαιώσει πως όσα καρβέλια ζυμώνουν, τόσα και παραδίδουν με αποτέλεσμα ο προϊστάμενος του επιτηρητή ν’ απαγορεύσει στον «Ρώσο» να ξαναπάει από τον φούρνο.

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s